Legislator Case Law & Legislation
8/2026 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against final court ruling on property ownership and survey correction.

Case Number 8/2026
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the State's appeal against a final appellate court decision confirming the private party's property rights. The lower courts ruled that the plaintiff acquired title through both a valid gift contract and adverse possession, despite the State's claims regarding missing cadastral maps and discrepancies in land measurements. The Court rejected the appeal as inadmissible because the State failed to demonstrate that the lower court's reasoning was legally flawed or insufficiently motivated.

Legislator headnote

AI generated

Articles 577 §1, 176, 183, 191 §2 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court dismisses an appeal when the lower court's decision is based on valid legal grounds and the appellant fails to prove a substantive error in the reasoning or a violation of the law.

Keywords

AI generated
property ownership adverse possession gift contract cadastral correction appeal dismissal legal reasoning court costs

Cited Legislation

AI generated
Article 577 §1 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 191 §2 of the Code of Civil Procedure
Article 22 §1 of Law 3693/1957
Article 5 §12 of Law 1738/1987
Decision 134423/1992 of the Ministry of Economy and Justice

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 8 / 2026 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 8/2026

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αγάπη Τζουλιαδάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιφιγένεια Ματσούκα, Φωτεινή Μηλιώνη, Ευαγγελία Στεργίου και Κωνσταντία Π.Εμμανουηλίδου-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 2 Απριλίου 2025, με την παρουσία και του Γραμματέα Π. Μ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, νομίμως εκπροσωπούμενου από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, που παραστάθηκε δια της Χριστίνας Γιωτοπούλου , Παρέδρου του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους και δεν κατέθεσε υπόμνημα ή προτάσεις.

Του αναιρεσίβλητου: Θ. Σ. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε μετά της πληρεξουσίας δικηγόρου του Γεωργίας Σαρρή (ΑΜ 1176 ΔΣΠατρών) και κατέθεσε υπόμνημα αυθημερόν.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την με αρ. κατ. ΤΜ 200/15-7-2013 αγωγή του νυν αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Μεσολογγίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 13/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου, συγκροτηθέντος από Κτηματολογικό Δικαστή και 140/2018 του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδος. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την με αρ. κατ. 23/14-7-2020 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η δικαστική πληρεξουσία του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η δε πληρεξούσια δικηγόρος του αναιρεσίβλητου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στην δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Ο νυν αναιρεσίβλητος με την με αρ. κατ. ΤΜ 200/15-7-2013 αγωγή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Μεσολογγίου, στρεφόμενος κατά του νυν αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, ζήτησε α) την αναγνώριση της αποκλειστικής κυριότητάς του επί του γεωτεμαχίου με ΚΑΕΚ 01 131 21 09 048, εμβαδού 5780 τμ, την οποία- κατά τους αγωγικούς ισχυρισμούς- απέκτησε με παράγωγο τρόπο το 1984 δυνάμει του αναφερομένου στην αγωγή συμβολαίου δωρεάς , νομίμως μεταγραφέντος, άλλως με έκτακτη χρησικτησία, νεμόμενος τούτο αυτός ο ίδιος από το 1984, οι δε δικαιοπάροχοί του, άμεσοι και απώτατοι δυνάμει τίτλων ήδη από το 1918 και β) τη διόρθωση της σχετικής πρώτης κτηματολογικής εγγραφής, καθόσον τούτο (επίδικο) καταχωρίσθηκε ανακριβώς στα οικείο κτηματολογικό φύλλο ότι ανήκει στο νυν αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο κατά ποσοστό 100%.

Εκδόθηκαν οι α) 13/5-2-2014 οριστική απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, συγκροτηθέντος από Κτηματολογικό Δικαστή, που δέχθηκε την αγωγή και β) 140/9-8-2018 τελεσίδικη-αντιμωλία- απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδας, που δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το ηττηθέν εναγόμενο- εκκαλούν Ελληνικό Δημόσιο. Η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης με αρ. κατ.23/14-7-2020, είναι παραδεκτή (άρθρα 577§1 ΚΠολΔ) διότι ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα εντός διετίας από την δημοσίευσή της , καθόσον δεν προκύπτει επίδοσή της (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564§3 και 566§1 ΚΠολΔ).

Πρέπει επομένως να ερευνηθεί το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577§3 ΚΠολΔ).

ΙΙ. Η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν εκτίθενται στην αγωγή όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, τα πραγματικά, δηλαδή, περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 8 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.

Ειδικότερα, ο από το άρθρο 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη αναγκαία για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα που δεν εκτίθενται σε αυτή ή εάν απέρριψε ως αόριστη ή μη νόμιμη την αγωγή, παραγνωρίζοντας εκτιθέμενα για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα, που με επάρκεια εκτίθενται σε αυτήν, ενώ ο από το άρθρο 559 αριθμ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση σε αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη.

Ο αναιρετικός αυτός έλεγχος γίνεται με βάση την κυριαρχική εκτίμηση του δικογράφου της αγωγής από το δικαστήριο της ουσίας, υπό την προϋπόθεση ότι η ως άνω εκτίμηση του δικογράφου της αγωγής ανταποκρίνεται στο πραγματικό περιεχόμενο αυτής (άρθρο 561§2 ΚΠολΔ). Ανεξάρτητα πάντως από το είδος της αοριστίας για να ιδρυθεί ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, πρέπει ο σχετικός με την αοριστία ισχυρισμός, που δεν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρου 562 §1 ΚΠολΔ, να προτάθηκε παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας και να αναφέρεται αυτό στην αίτηση αναίρεσης (ΟλΑΠ 4/2024).

Από το δε άρθρο 216 §1 στοιχείο β' του ΚΠολΔ συνάγεται ότι το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει, εκτός άλλων στοιχείων, και ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς, διαφορετικά το Δικαστήριο βρίσκεται σε αδυναμία να εκδώσει απόφαση συγκεκριμένη και επιδεκτική εκτέλεσης. Σε περίπτωση δε που δεν περιέχεται στο δικόγραφο της αγωγής το προαναφερθέν στοιχείο ή αυτό περιέχεται κατά τρόπο ελλιπή ή ασαφή, τότε η έλλειψη αυτή καθιστά μη νομότυπη την άσκησή της και επιφέρει την υπό του Δικαστηρίου της ουσίας απόρριψη αυτής ως απαράδεκτης λόγω αοριστίας.

Ειδικότερα, όταν πρόκειται περί αγωγής διόρθωσης πρώτων κτηματολογικών εγγραφών κατ' άρθρο 6§2 του ν.2664/1998, απαιτείται για το ορισμένο αυτής, μεταξύ των άλλων και ακριβής περιγραφή του ακινήτου που αφορά η ανακριβής κτηματολογική εγγραφή. Στην περίπτωση που το ακίνητο αυτό ταυτίζεται με το γεωτεμάχιο που είναι αποτυπωμένο στο κτηματολογικό διάγραμμα (δηλ.

δεν υπάρχει ανακρίβεια ως προς την αποτύπωση του γεωτεμαχίου, ώστε να υπάρξουν χωρικές μεταβολές) αρκεί και μόνη η αναφορά του ΚΑΕΚ για τον προσδιορισμό του, χωρίς περαιτέρω περιγραφή του επιδίκου κατά θέση, έκταση, ιδιότητα και όρια, ακόμη και εάν τούτο (επίδικο) προέρχεται από προγενέστερη των πρώτων εγγραφών κατάτμηση (εκούσια ή αναγκαστική) μείζονος ακινήτου, οπότε δεν χρειάζεται ούτε περιγραφή του τελευταίου (μείζονος ακινήτου).

Και τούτο διότι ο ΚΑΕΚ (Κωδικός

Αριθμός Εθνικού Κτηματολογίου) είναι ο 12ψήφιος αποκλειστικός και μοναδικός αριθμός για κάθε ακίνητο που προσδιορίζει τούτο κατά τρόπο αναμφισβήτητο και σαφή, ώστε ουδεμία αμφιβολία να δημιουργείται ως προς την ταυτότητά του, τη θέση, την έκταση και τα όρια αυτού (άρθρο 11 §3-4 του ν.2664/1998). Κάθε ένα από τα ψηφία που τον αποτελούν προσδιορίζει συγκεκριμένη πληροφορία και συγκεκριμένα το πρώτο διψήφιο το Νομό στον οποίο βρίσκεται το γεωτεμάχιο, το επόμενο τριψήφιο το Δήμο ή Δημοτικό Διαμέρισμα ή Κοινότητα (πριν τον Καλλικράτη), το επόμενο διψήφιο τον "κτηματολογικό τομέα" (που στις μεν αστικές περιοχές ορίζεται σαν ένα σύνολο από 10-15 περίπου οικοδομικά τετράγωνα που περιβάλλονται από κύριους οδικούς άξονες ή άλλου είδους χαρακτηριστικά του αστικού χώρου , π.χ.

πάρκα, πρόκειται δηλ. για συνοικία, στις δε αγροτικές περιοχές ορίζεται σαν ένα σύνολο γεωτεμαχίων με συνολική έκταση από 200 έως 2000 στρέμματα τα οποία περιβάλλονται από φυσικά ή τεχνικά χαρακτηριστικά , π.χ. δρόμους, ποτάμια), το επόμενο διψήφιο την "κτηματολογική ενότητα" ( πρόκειται για σύνολο συνεχόμενων γεωτεμαχίων που περιβάλλονται από κάποιο φυσικό ή τεχνητό χαρακτηριστικό , δηλ.

δρόμο, ποτάμι, κανάλι, κλπ, ειδικά δε στις αστικές περιοχές ταυτίζεται με το οικοδομικό τετράγωνο, χωρίς τους περιβάλλοντες δρόμους) και τέλος ο αύξων αριθμός του γεωτεμαχίου εντός της ενότητας (πχ. οικόπεδο ή αγροτεμάχιο), ο δε μοναδικός αυτός ΚΑΕΚ παραπέμπει και σε συγκεκριμένες συντεταγμένες κορυφών κατά το σύστημα ΕΓΣΑ 87 που αποτυπώνονται στο αντίστοιχο κτηματολογικό διάγραμμα και προσδιορίζουν με τον μέγιστο δυνατό τρόπο την ακριβή θέση του (ΑΠ 877/2025, ΑΠ 94/2024, ΑΠ 1620/2023).

Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση της ένδικης αγωγής του αναιρεσιβλήτου (άρθρο 561§2 ΚΠολΔ), προκύπτει ότι στο δικόγραφο αυτής, της οποίας αντικείμενο είναι η διόρθωση ανακριβούς πρώτης κτηματολογικής εγγραφής ως προς τον δικαιούχο κυριότητας και μόνο, αναφέρεται ο ΚΑΕΚ του επίδικου γεωτεμαχίου και επιπλέον επισυνάπτεται στο αγωγικό δικόγραφο και το κτηματολογικό διάγραμμα του επιδίκου, ώστε να εξατομικεύεται πλήρως η ταυτότητά του και να μην επέρχεται σύγχυση και αμφιβολία ως προς αυτή και κατά συνέπεια χωρίς να επέρχεται αοριστία της αγωγής, ούσας αδιάφορης για το ορισμένο της συγκεκριμένης αγωγής η περιγραφή του μείζονος ακινήτου, από την κατάτμηση του οποίου προήλθε το επίδικο σε χρόνο προγενέστερο της έναρξης λειτουργίας του Εθνικού Κτηματολογίου στην περιοχή ( όπου βρίσκεται το επίδικο) και στον οποίο (χρόνο έναρξης ΕΚ) αναφέρονται οι πρώτες εγγραφές.

Επομένως, το Εφετείο απορρίπτοντας σιωπηρά ως αβάσιμο, το σχετικό τρίτο λόγο της έφεσης του εναγομένου-εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, περί αοριστίας της αγωγής, γιατί δεν προσδιορίζεται η θέση του επιδίκου εντός της ευρύτερης έκτασης, ούτε τα όρια, οι πλευρικές διαστάσεις και η θέση της ευρύτερης έκτασης εντός της οποίας βρίσκεται το επίδικο, δεν υπέπεσε στις πλημμέλειες που προβλέπονται από το άρθρο 559 αριθ. 8 και 14 ΚΠολΔ, της, παρά το νόμο, μη κήρυξης απαραδέκτου, αφού σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, στην αγωγή εξατομικεύεται πλήρως η ταυτότητα του επιδίκου και, συνεπώς, ο σχετικός πρώτος λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

ΙΙΙ. Στην περίπτωση που το διατακτικό της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης στηρίζεται αυτοτελώς σε δύο ή περισσότερες επάλληλες αιτιολογίες και με τους λόγους της αναίρεσης πλήττεται η μία μόνον από αυτές, οι λόγοι αυτοί της αναίρεσης είναι απορριπτέοι ως αλυσιτελείς, αφού οι μη πληττόμενες αιτιολογίες στηρίζουν επαρκώς το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης (Ολ ΑΠ 25,26,27/1994). Το ίδιο συμβαίνει και στην περίπτωση που με τους λόγους της αναίρεσης πλήττονται όλες οι αιτιολογίες, αλλά η προσβολή της μίας από αυτές δεν τελεσφορεί (ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 1011/2021, ΑΠ 1259/2008).

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο απέρριψε την έφεση του εναγομένου κρίνοντας ως ουσιαστικά βάσιμη την ένδικη αγωγή διόρθωσης πρώτων κτηματολογικών εγγραφών, όπως και το πρωτόδικο δικαστήριο, δεχόμενο ότι ο ενάγων - αναιρεσίβλητος απέκτησε την κυριότητα με παράγωγο τρόπο (συμβόλαιο δωρεάς νομίμως μεταγραφέν), αλλά και με έκτακτη χρησικτησία με τις ακόλουθες παραδοχές " ...το επίδικο περιήλθε στον ενάγοντα δυνάμει του με αριθμ. .../1984 δωρητηρίου συμβολαίου του συμβολαιογράφου Μεσολογγίου Δ.

Μ. , το οποίο μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Μεσολογγίου και με το οποίο ο παππούς του Α. Σ. του μεταβίβασε το επίδικο..." και ακολούθως "...Κατά συνέπεια ο ενάγων προσμετρώντας στο χρόνο νομής του και τον διαδραμόντα υπέρ των δικαιοπαρόχων του χρόνο έχει καταστεί αποκλειστικός κύριος του επιδίκου με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας." Με τον δεύτερο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο μέμφεται την αναιρεσιβαλλομένη για την πλημμέλεια εκ του αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και δη για ανεπαρκείς αιτιολογίες αναφορικά με την κρίση περί κτήσης της κυριότητας του επιδίκου εκ μέρους του αναιρεσίβλητου με παράγωγο τρόπο και συγκεκριμένα επειδή α) δεν παραπέμπει σε τοπογραφικό διάγραμμα που να συνοδεύει τους τίτλους κτήσης τόσο του ιδίου(αναιρεσίβλητου), όσο και των δικαιοπάροχων του, β) δεν αιτιολογεί γιατί η έκταση του μείζονος ακινήτου , από το οποίο προήλθε το επίδικο, δεν ταυτίζεται σε αριθμητικό μέγεθος σε όλους τους τίτλους κτήσης των δικαιοπαρόχων του και γενικά πως ταυτοποιείται το επίδικο και γ) δεν αναφέρει την κληρονομία ποίων προσώπων αποδέχθηκε η απώτατη δικαιοπάροχος του αναιρεσίβλητου Ε.

Α. το 1950.

Ο λόγος όμως αυτός πρέπει να απορριφθεί πρωτίστως ως αλυσιτελής, καθ' όσον με αυτόν προσβάλλεται η επάλληλη αιτιολογία που στηρίζει την κυριότητα του ενάγοντος στον παράγωγο τρόπο, πλην όμως ουδόλως επλήγη με λόγο αναίρεσης η έτερη επάλληλη αιτιολογία περί κτήσης της κυριότητας του ενάγοντος με έκτακτη χρησικτησία, η οποία, στηρίζει κατά τα προεκτεθέντα, αυτοτελώς το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης.

IV. Κατόπιν τούτων, εφόσον δεν υπάρχει προς έρευνα άλλος αναιρετικός λόγος, πρέπει να απορριφθεί η με αρ. κατ. 23/14-7-2020 αίτηση για αναίρεση της 140/2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδας και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, κατά μερική παραδοχή του σχετικού αιτήματος που προέβαλε με το υπόμνημά του, σε βάρος του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, λόγω της ήττας του (άρθρα 176, 183, 191 §2 ΚΠολΔ), τα οποία όμως πρέπει να καταλογιστούν μειωμένα κατά τα άρθρα 22 §1 του ν. 3693/1957 που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αρ. 18 ΕισΝΚΠολΔ, άρθρο 5 §12 του ν. 1738/1987 και 2 της ΥΑ 134423/1992 (Οικονομικών και Δικαιοσύνης).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την με αρ. κατ. με αρ. κατ. 23/14-7-2020 αίτηση για αναίρεση της 140/2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδας.

ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου εις βάρος του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Δεκεμβρίου 2025.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 8 Ιανουαρίου 2026.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ