Legislator Case Law & Legislation
8/2025 AI generated

Appeal dismissed; oral agreement among co-owners valid without written contract under common sense maxim.

Case Number 8/2025
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal against the First Instance Court's decision regarding the distribution of proceeds from the sale of co-owned property. The appellants argued that the lower court erred by requiring a written agreement for the brothers to equalize payments, claiming the law mandates written contracts for such matters. The court rejected this, ruling that oral agreements are sufficient for known family matters and that the lower court's refusal to apply the maxim of common sense constituted no ground for appeal.

Legislator headnote

AI generated

Art. 1, 7, 8, 9, 26, 29, 496, 513, 974, 976, 994, 999, 1033, 1042, 1045, 1051, 1113, 1192 of the Civil Code; Art. 559(1)(b) of the Code of Civil Procedure: Oral agreements suffice for known family matters among co-owners, and failure to apply the maxim of common sense is not a valid ground for appeal.

Keywords

AI generated
oral agreement validity co-ownership distribution maxim of common sense appeal admissibility family property law civil procedure appeal written contract requirement

Cited Legislation

AI generated
Art. 1, 7, 8, 9(4), 26(12), 29(2) of Law 2882/2001
Art. 559(1)(b) of the Code of Civil Procedure
Art. 495(3) of the Code of Civil Procedure
Art. 176, 183, 191(2) of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 8 / 2025 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 8/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Μουλιανιτάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρουλιώ Δαβίου, Γεώργιο Καλαμαρίδη-Εισηγητή, Αθανάσιο Θεοφάνη, Αγαθή Δερέ, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 20 Σεπτεμβρίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Σ. Π. του Δ. και της Φ., 2) Ν. Π. του Π. και της Ε., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Παχή, και κατέθεσαν προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Μ. χήρας Γ. Π., το γένος Κ. και Σ. Α., 2) Δ. Π. του Γ. και της Μ., 3) Ε. Π. του Γ. και της Μ., κατοίκων ..., 4) Β. Π. του Γ. και της Μ., κατοίκου .... Ο υπό στοιχείο 3 αναιρεσίβλητος, δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο. Οι λοιποί αναιρεσίβλητοι 1η, 2ος και 4η, εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Αναστασία Ασπρίδη, και κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17-2-2017 αγωγή του ήδη αποβιώσαντος Δ. Π. του Ν. και του ήδη β' αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λευκάδας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5/2019 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 20/2022 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδας. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 28-3-2022 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων που παραστάθηκαν, την απόρριψή της, και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά την έννοια του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επισπεύδει τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, αν δε η κλήση επιδόθηκε νομότυπα, προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην προκειμένη περίπτωση από τη με αριθμό ...2022 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδος ..., προκύπτει ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης με πράξη κατάθεσης και ορισμού δικασίμου για την αναφερομένη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, καθώς και κλήση προς συζήτηση, επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα με επιμέλεια των αναιρεσειόντων, οι οποίοι επισπεύδουν τη συζήτηση της υπόθεσης, στον τρίτο αναιρεσίβλητο Ε. Π.. Επομένως, εφόσον, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου, ο εν λόγω αναιρεσίβλητος δεν εμφανίστηκε κατά την ορισθείσα δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, ούτε εκπροσωπήθηκε με δήλωση πληρεξουσίου δικηγόρου κατά το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, πρέπει το Δικαστήριο να προχωρήσει στη συζήτηση της υπόθεσης παρά την απουσία του.

Με την κρινόμενη από 28-03-2022 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η 20/2022 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδας, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία και η οποία αποτελεί κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της υπόθεσης:

Ο Δ. Π., μετά το θάνατο του οποίου κατά την εκδίκαση της υπόθεσης στο δεύτερο βαθμό υπεισήλθε στη δικονομική του θέση, ως κληρονόμος του, ο πρώτος των αναιρεσειόντων και ο δεύτερος των αναιρεσειόντων άσκησαν κατά των εναγομένων και ήδη αναιρεσιβλήτων την από 17-2-2017 αγωγή, με την οποία εξέθεταν ότι είναι (συγ)κύριοι σε ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου ο καθένας του περιγραφομένου στην αγωγή ακινήτου, που βρίσκεται στη θέση "..." του Δήμου ..., το οποίο απέκτησαν εν μέρει με παράγωγο και εν μέρει με πρωτότυπο τρόπο και ότι το υπόλοιπο 1/3 εξ αδιαιρέτου ανήκε στον Γ.

Π., μετά το θάνατο του οποίου περιήλθε στους κληρονόμους του, δηλαδή στους εναγόμενους και ήδη αναιρεσίβλητους. Ότι μετά από απαλλοτρίωση μέρους του ανωτέρω ακινήτου τους και τον καθορισμό προσωρινής και οριστικής τιμής αποζημίωσης και μετά από κοινή αίτηση του πρώτου ενάγοντος, του πατέρα του δεύτερου ενάγοντος και του Γ.

Π., εκδόθηκε η 89/2009 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λευκάδας, με την οποία αναγνωρίστηκε ο πρώτος ενάγων δικαιούχος αποζημίωσης για ακίνητο έκτασης 25.388,94 τ.μ., ο πατέρας του δεύτερου ενάγοντος δικαιούχος αποζημίωσης για ακίνητο έκτασης 24.862,20 τ.μ. και ο δικαιοπάροχος των εναγομένων Γ. Π. δικαιούχος αποζημίωσης για ακίνητο έκτασης 47.320,12 τ.μ.

Ότι είχε συμφωνηθεί μεταξύ των ανωτέρω δικαιούχων της αποζημίωσης ότι ο δικαιοπάροχος των εναγομένων, αφού εισπράξει την αποζημίωση για την ανωτέρω έκταση, θα τη διανείμει στη συνέχεια στους ενάγοντες κατά το ποσοστό (συγ)κυριότητας εκάστου εξ αυτών στο απαλλοτριωθέν ακίνητο, ήτοι κατά το 1/3 εξ αδιαιρέτου.

Ότι οι εναγόμενοι, οι οποίοι εισέπραξαν την αποζημίωση που αναλογούσε στον ως άνω δικαιοπάροχό τους, αν και γνώριζαν ότι οι ενάγοντες είναι (συγ)κύριοι του απαλλοτριωθέντος ακινήτου κατά τα ανωτέρω ποσοστά και αν και γνώριζαν επίσης την ανωτέρω συμφωνία των (συγ)κυρίων για τη διανομή της αποζημίωσης, αρνούνται να αποδώσουν στον πρώτο εξ αυτών (εναγόντων) το ποσό των 148.587 ευρώ και στον δεύτερο εξ αυτών το ποσό των 154.531 ευρώ.

Με αυτά τα δεδομένα ζήτησαν, μετά από παραδεκτό περιορισμό του αιτήματος της ένδικης αγωγής τους από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό, να αναγνωρισθεί η υποχρέωση των εναγομένων να καταβάλουν ο καθένας εξ αυτών, το ποσό των 37.146,75 ευρώ στον πρώτο εξ αυτών (εναγόντων) και το ποσό των 38.632,75 ευρώ στον δεύτερο εξ αυτών.

Επικουρικά, ζήτησαν να αναγνωρισθεί η υποχρέωση των εναγομένων να τους καταβάλουν τα ανωτέρω ποσά με βάση τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού. Ζήτησαν επίσης να αναγνωρισθεί η υποχρέωση των εναγομένων να καταβάλουν, εις ολόκληρον ο καθένας, στον καθένα από αυτούς, το ποσό των 50.000 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστησαν από την παράνομη συμπεριφορά τους.

Το Μονομελές Πρωτοδικείο Λευκάδας με την 5/2019 απόφασή του απέρριψε ως μη νόμιμη την αγωγή ως προς την επικουρική βάση του αδικαιολογήτου πλουτισμού, καθώς και ως προς τη βάση της αδικοπραξίας, δέχθηκε δε κατά τα λοιπά την αγωγή ως προς την κύρια βάση της. Κατά της απόφασης αυτής του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, οι εναγόμενοι άσκησαν την από 12-2-2019 έφεση και το Μονομελές Εφετείο Δυτικής Στερεάς Ελλάδας με την πιο πάνω αναιρεσιβαλλόμενη 20/2022 απόφασή του δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την έφεση και αφού εξαφάνισε την εκκληθείσα απόφαση, κράτησε και δίκασε την υπόθεση και απέρριψε κατ' ουσίαν την αγωγή.

Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Είναι κατά συνέπεια παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 γ' ΚΠολΔ, συντρέχει λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν.

Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λάβει υπόψη του όλα τα υποστατά και, αναλόγως, έγκυρα αποδεικτικά μέσα που προσκομίσθηκαν νόμιμα από τους διαδίκους, είτε για άμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή λυσιτελών ισχυρισμών είτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκλησή τους από τον διάδικο (ΑΠ 1864/2017, ΑΠ 1614/2017).

Διαφορετικά υποπίπτει στην πλημμέλεια που ιδρύει το λόγο αναίρεσης από την ως άνω διάταξη. Μεταξύ των αποδεικτικών μέσων περιλαμβάνονται και οι ένορκες βεβαιώσεις, τις οποίες το Εφετείο, οφείλει να λάβει υπόψη του, εφόσον συντρέχουν σωρευτικά οι, για το παραδεκτό αυτών, απαιτούμενες δύο προϋποθέσεις, δηλαδή να έχουν ληφθεί πριν από τη συζήτηση της υπόθεσης σ' αυτό και να έχει κλητευθεί νόμιμα ο αντίδικος του επισπεύδοντος τη λήψη τους δύο τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες πριν από αυτήν (ΑΠ 2116/2014, ΑΠ 509/2011, ΑΠ 771/2010).

Οι ένορκες βεβαιώσεις αποτελούν ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο και πρέπει να μνημονεύεται σαφώς στην απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη, όπως και κάθε άλλο αποδεικτικό μέσο, άλλως θεμελιώνεται ο παραπάνω λόγος αναίρεσης (ΑΠ 1570/2017, ΑΠ 309/2016). Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 421 ΚΠολΔ, η οποία προστέθηκε με το άρθρο 1 άρθρο δεύτερο Ν. 4335/2015 και ισχύει από 1.1.2016 κατά την ρητή μεταβατική διάταξη του άρθρου 1 άρθρου ενάτου παρ. 4 του ίδιου νόμου, "Οι διάδικοι μπορούν να προσάγουν προαποδεικτικώς ένορκες βεβαιώσεις, εφόσον αυτές λαμβάνονται ενώπιον του ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου της έδρας του δικαστηρίου ή της κατοικίας ή της διαμονής του μάρτυρα ή ενώπιον του προξένου της κατοικίας ή της διαμονής του μάρτυρα κατά τη διαδικασία των επομένων άρθρων", κατά δε τη διάταξη του άρθρου 422 του ίδιου Κώδικα, η οποία προστέθηκε και ισχύει κατά τα αμέσως προεκτιθέμενα, "1.0 διάδικος που επιδιώκει τη λήψη ένορκης βεβαίωσης, σύμφωνα με όσα ορίζονται στο προηγούμενο άρθρο, επιδίδει δύο (2) τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες πριν από τη βεβαίωση στον αντίδικο κλήση, η οποία αναφέρει την αγωγή, το ένδικο βοήθημα ή μέσο, που αφορά η βεβαίωση, τόπο, ημέρα και ώρα που θα δοθεί, το ονοματεπώνυμο, το επάγγελμα και τη διεύθυνση της κατοικίας του μάρτυρα. 2.

Κατά τη βεβαίωση παρίστανται, εφόσον το επιθυμούν, οι διάδικοι. 3. Δεν επιτρέπεται η λήψη ενόρκων βεβαιώσεων πάνω από πέντε (5) για κάθε διάδικο και τρεις (3) για την αντίκρουση". Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 424 του ίδιου Κώδικα, η οποία προστέθηκε και ισχύει κατά τα παραπάνω, "Ένορκη βεβαίωση, που δίδεται κατά παράβαση των προηγουμένων διατάξεων, δεν λαμβάνεται καθόλου υπόψη στο πλαίσιο της δίκης, για την οποία δόθηκε, ούτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων".

Την τήρηση των παραπάνω αναγκαίων προϋποθέσεων έχει υποχρέωση το δικαστήριο της ουσίας να ερευνήσει, όχι μόνο κατ' ένσταση, αλλά και αυτεπαγγέλτως, διότι η έλλειψή τους έχει ως συνέπεια ότι η ένορκη βεβαίωση δεν είναι απλώς άκυρη, αλλά ανύπαρκτη ως αποδεικτικό μέσο (ΑΠ 43/2023, ΑΠ 87/2022, ΑΠ1175/2019, ΑΠ 927/2017).

Εν προκειμένω, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τις προσκομισθείσες με αριθμούς 67/2017, 72/2017, 75/2017 και 76/2017 ένορκες βεβαιώσεις των Π. Π., Α. Π., Σ. Π. και Μ. Τ., αντίστοιχα, ενώπιον της Ειρηνοδίκου ....

Από την παραδεκτή επισκόπηση (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) των διαδικαστικών εγγράφων, προκύπτει ότι οι αναιρεσείοντες, προτιθέμενοι, ενόψει της συζήτησης της αγωγής τους ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, να εξετάσουν μάρτυρες, κοινοποίησαν στους εναγόμενους-αναιρεσίβλητους τις από 14-3-2017, 14-3-2017, 14-3-2017 και 14-2-2017 κλήσεις, με τις οποίες τους κάλεσαν να παρασταθούν κατά την εξέταση των μαρτύρων 1) Α.

Π., 2) Γ. Φ., 3) Π. Π., 4) Σ. Π. και 5) Μ. Τ., αναφέροντας και τα υπόλοιπα απαιτούμενα από το νόμο στοιχεία τους, ενώπιον του Ειρηνοδίκη ..., α) την Παρασκευή, 24 Μαρτίου 2017 και ώρες 09.30 π.μ., 10.00 π.μ., 10.30 π.μ., 11.00 π.μ. 11.30 π.μ., 12.00 μ.μ., 12.30 μ.μ., 13.00 μ.μ., 13.30 μ.μ., 14.00 μ.μ., 14.30 μ.μ., β) τη Δευτέρα, 27 Μαρτίου 2017 και ώρες 09.00 π.μ., 09.30 π.μ., 10.00 π.μ., 10.30 π.μ., 11.00 π.μ. 11.30 π.μ., 12.00 μ.μ., 12.30 μ.μ., 13.00 μ.μ., 13.30 μ.μ., 14.00 μ.μ., 14.30 μ.μ., γ) την Παρασκευή, 31 Μαρτίου 2017 και ώρες 09.00 π.μ., 09.30 π.μ., 10.00 π.μ., 10.30 π.μ., 11.00 π.μ. 11.30 π.μ., 12.00 μ.μ., 12.30 μ.μ., 13.00 μ.μ., 13.30 μ.μ., 14.00 μ.μ., 14.30 μ.μ., δ) την Παρασκευή, 28 Απριλίου 2017 και ώρες 09.00 π.μ., 09.30 π.μ., 10.00 π.μ., 10.30 π.μ., 11.00 π.μ. 11.30 π.μ., 12.00 μ.μ., 12.30 μ.μ., 13.00 μ.μ., 13.30 μ.μ., 14.00 μ.μ., 14.30 μ.μ., ε) τη Δευτέρα, 15 Μαΐου 2017 και ώρες 09.00 π.μ., 09.30 π.μ., 10.00 π.μ., 10.30 π.μ., 11.00 π.μ. 11.30 π.μ., 12.00 μ.μ., 12.30 μ.μ., 13.00 μ.μ., 13.30 μ.μ., 14.00 μ.μ., 14.30 μ.μ., στ) τη Δευτέρα, 29 Μαΐου 2017 και ώρες 09.00 π.μ., 09.30 π.μ., 10.00 π.μ., 10.30 π.μ., 11.00 π.μ. 11.30 π.μ., 12.00 μ.μ., 12.30 μ.μ., 13.00 μ.μ., 13.30 μ.μ., 14.00 μ.μ., 14.30 μ.μ.

και ζ) την Τετάρτη 31 Μαΐου 2017 και ώρες 09.00 π.μ., 09.30 π.μ., 10.00 π.μ., 10.30 π.μ., 11.00 π.μ. 11.30 π.μ., 12.00 μ.μ., 12.30 μ.μ., 13.00 μ.μ., 13.30 μ.μ., 14.00 μ.μ., 14.30 μ.μ. Όμως, οι κλήσεις αυτές δεν καθορίζουν επακριβώς τη συγκεκριμένη ημέρα και την ώρα εξέτασης των παραπάνω μαρτύρων, αφού με αυτές καλούνται οι αναιρεσίβλητοι να παραστούν στον ίδιο μεν τόπο, αλλά σε περισσότερες διαφορετικές ημέρες και σε πλείονες διαφορετικές ώρες την κάθε ημέρα, κατά παράβαση των διατάξεων του άρθρου 422 ΚΠολΔ.

Για τον λόγο αυτό και σύμφωνα με τα εκτεθέντα στη ανωτέρω μείζονα σκέψη, οι υπ' αριθμ. 67/15-5-2017, 72/29-5-2017, 75/31-5-2017 και 76/31-5-2017 ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων Π. Π., Α. Π., Σ. Π. και Μ. Τ., αντίστοιχα, οι οποίες συντάχθηκαν ερήμην των κληθέντων αναιρεσιβλήτων, όπως αναφέρεται στις βεβαιώσεις αυτές, δεν λαμβάνονται καθόλου υπόψη, ούτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων.

Επομένως, το Εφετείο, το οποίο είχε υποχρέωση να εξετάσει αυτεπαγγέλτως τη νομιμότητα των προσκομισθέντων αυτών αποδεικτικών μέσων και δεν έλαβε υπόψη για τους ανωτέρω λόγους τις πιο πάνω ένορκες βεβαιώσεις, δεν υπέπεσε στην, από το άρθρο 559 αριθ. 11 γ' ΚΠολΔ, πλημμέλεια, αφού δεν επρόκειτο για νόμιμο αποδεικτικό μέσο.

Επομένως ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτει ότι έγιναν δεκτά από το Εφετείο κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του από τις αποδείξεις, τα ακόλουθα: ?Σύμφωνα με την 1081065/6301/ΔΟ01/4.10.2006 κοινή υπουργική απόφαση των Υπουργών Οικονομίας - Οικονομικών και Πολιτισμού, που δημοσιεύθηκε νόμιμα και η οποία διορθώθηκε με την 1001810/102/ΔΟ010/19.1.2007 κοινή υπουργική απόφαση διόρθωσης - τροποποίησης, που δημοσιεύθηκε νόμιμα, κηρύχθηκε η αναγκαστική απαλλοτρίωση συνολικής έκτασης, εμβαδού 120.909,71 τ.μ., για την προστασία και ανάδειξη του αρχαιολογικού χώρου στην ειδική θέση "..." της δημοτικής ενότητας ...

του πρώην δήμου ... και νυν δήμου ... - ..., στην οποία συμπεριλαμβανόταν και το παρακάτω περιγραφόμενο ακίνητο. Ειδικότερα, στην ευρύτερη απαλλοτριωθείσα έκταση περιλήφθηκε ως μία ενιαία ξεχωριστή ιδιοκτησία, το ακίνητο, που στο σχετικό κτηματολογικό διάγραμμα εμφαίνεται με την ένδειξη "ΙΔΙΟΚΤΗΣΙΑ 3", εμβαδού 97.571,26 τ.μ., αποτελεί δε το νοτιοανατολικό τμήμα της συνολικής απαλλοτριωθείσας έκτασης.

Σύμφωνα με τον κτηματολογικό πίνακα, ως φερόμενοι ιδιοκτήτες του ακινήτου με την ένδειξη "ΙΔΙΟΚΤΗΣΙΑ 3", αναγραφόταν, χωρίς ειδικότερο προσδιορισμό του ιδανικού μεριδίου καθενός, οι Γ. Π. του Ν., Δ. Π. του Ν., Π. Π. του Ν. και Β. χα Ν.. Π. (ήτοι τρία αδέλφια και η μητέρα τους). Μετά την κήρυξη της απαλλοτρίωσης, με επιμέλεια των φερομένων ως ιδιοκτητών των δύο επιμέρους απαλλοτριωθέντων ακινήτων με τις ενδείξεις "ΙΔΙΟΚΤΗΣΙΑ 2" και "ΙΔΙΟΚΤΗΣΙΑ 3", κατατέθηκε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λευκάδας η από 28-9-2007 αίτηση (αριθμ.

έκθ. κατ. ...) με αντικείμενο τον καθορισμό προσωρινής τιμής μονάδας αποζημίωσης των απαλλοτριωθέντων ακινήτων, αιτούντες δε ήταν για το ακίνητο με την ένδειξη "ΙΔΙΟΚΤΗΣΙΑ 2" ο φερόμενος ως κύριος Π. Π. και για το ακίνητο με την ένδειξη "ΙΔΙΟΚΤΗΣΙΑ 3" οι φερόμενοι ως κύριοι, Δ. Π. του Ν. (πρώτος ενάγων - πρώτος εφεσίβλητος), Π.

Π. του Ν. (πατέρας του δεύτερου ενάγοντος - δεύτερου εφεσίβλητου) και ο Γ. Π. του Ν. (σύζυγος της πρώτης των εναγομένων - εκκαλούντων και πατέρας των δεύτερου, τρίτου, τέταρτης των εναγομένων - εκκαλούντων), ενώ, κατά τη συζήτηση της αίτησης, η φερόμενη ως κυρία του ακινήτου με την ένδειξη "ΙΔΙΟΚΤΗΣΙΑ 1" Κ. - Κ.

Ν. άσκησε πρόσθετη παρέμβαση στην ανοιγείσα δίκη. Επί των ανωτέρω αιτήσεως και πρόσθετης παρέμβασης εκδόθηκε η με αριθμό 260/2008 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λευκάδας, η οποία καθόρισε προσωρινή τιμή μονάδας αποζημίωσης για το έδαφος και τα επικείμενα των απαλλοτριούμενων ακινήτων. Στη συνέχεια, οι φερόμενοι ως ιδιοκτήτες και συνιδιοκτήτες των απαλλοτριωθέντων ακινήτων κατέθεσαν ενώπιον του Εφετείου Πατρών την από 15-3-2009 αίτηση για τον προσδιορισμό της οριστικής τιμής μονάδας αποζημίωσης, εκδόθηκε δε η με αριθμό 997/2009 οριστική απόφαση του Εφετείου Πατρών, που καθόρισε την οριστική τιμή μονάδας αποζημίωσης του ακινήτου με την ένδειξη "ΙΔΙΟΚΤΗΣΙΑ 1" στο ποσό των 30 ευρώ ανά τετραγωνικό μέτρο, του ακινήτου με την ένδειξη "ΙΔΙΟΚΤΗΣΙΑ 2" στο ποσό των 35 ευρώ ανά τετραγωνικό μέτρο και του ακινήτου με την ένδειξη "ΙΔΙΟΚΤΗΣΙΑ 3" στο ποσό των 20 ευρώ ανά τετραγωνικό μέτρο, ενώ για καθένα από τα επικείμενα καθορίστηκε η οριστική τιμή μονάδος που ειδικότερα αναφέρεται στην άνω απόφαση.

Μετά τον προσδιορισμό της προσωρινής τιμής μονάδος αποζημίωσης, οι ενδιαφερόμενοι κατέθεσαν ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λευκάδας την από 29-9-2008 αίτηση (αριθμός εκθέσεως καταθέσεως ...2008), με την οποία ζητούσαν την αναγνώριση αυτών ως δικαιούχων της καθορισθείσας αποζημίωσης. Συγκεκριμένα, οι ανωτέρω φερόμενοι μέχρι τότε (στη δίκη προσωρινής τιμής μονάδας αλλά και ακολούθως στη δίκη οριστικής τιμής μονάδας) ως συγκύριοι του ακινήτου με την ένδειξη "ΙΔΙΟΚΤΗΣΙΑ 3" (Δ.

Π. του Ν., Π. Π. του Ν. και Γ. Π. του Ν.) ισχυρίσθηκαν στην από 29-9-2008 κοινή αίτησή τους ότι είχαν αποκτήσει κυριότητα των επιμέρους περιγραφόμενων εδαφικών τμημάτων της απαλλοτριωθείσας έκτασης των 97.571,26 τ.μ., επικαλούμενοι συγκεκριμένους τίτλους κτήσεως, αλλά και έκτακτη χρησικτησία, δηλαδή: Α) Το με αριθμό ...1971 συμβόλαιο αγοραπωλησίας της συμ/φου ... ..., που μεταγράφηκε στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου ..., δυνάμει του οποίου ο Ν.

Π. του Θ. (πατέρας του Δ., Π. και Γ. Π.) και ο υιός του Γ. Π. του Ν. (σύζυγος της πρώτης των εναγομένων και πατέρας των δεύτερου, τρίτου, τέταρτης των εναγομένων) αγόρασαν από τον Π. Σ. του Κ./νου διακριτό τμήμα της συνολικής έκτασης των 97.571,26 τ.μ. ("ΙΔΙΟΚΤΗΣΙΑ 3"), εμβαδού κατά τον μεν τίτλο κτήσεως 50.000 τ.μ., κατά δε νεώτερη καταμέτρηση 47.320,12 τ.μ.

Το εν λόγω ακίνητο περιήλθε, κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου στον καθένα (Ν. Π. και Γ. Π.), ενώ ο Γ. Π., ο οποίος, σύμφωνα με το ανωτέρω αγοραπωλητήριο συμβόλαιο, φερόταν ως συγκύριος του ακινήτου κατά το 1/2 εξ αδιαιρέτου, ισχυρίστηκαν ότι απέκτησε και το υπόλοιπο 1/2 εξ αδιαιρέτου αυτού, αφού ο πατέρας τους Ν. Π. το ίδιο έτος (1971) το μεταβίβασε άτυπα σ' αυτόν (Γ.

Π.), ο οποίος ασκώντας κάθε πράξη νομής που αρμόζει στη φύση και τον προορισμό του ακινήτου κατέστη κύριος αυτού με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας. Β) Το με αριθμό ...1971 συμβόλαιο αγοραπωλησίας της συμβ/φου ... ..., που μεταγράφηκε στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου ... και δυνάμει του οποίου ο Π.

Π. του Ν. (πατέρας του δεύτερου ενάγοντος) αγόρασε από τον Π. Σ. του Κ. διακριτό τμήμα της συνολικής έκτασης των 97.571,26 τ.μ. ("ΙΔΙΟΚΤΗΣΙΑ 3"), εμβαδού κατά τον τίτλο κτήσεως 50.000 τ.μ. Γ) το με αριθμό 4492/15-3-1976 συμβόλαιο δωρεάς της συμβ/φου ... ..., που μεταγράφηκε στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου ... και δυνάμει του οποίου ο Π.

Π. του Ν. (πατέρας του δεύτερου ενάγοντος) μεταβίβασε στον Δ. Π. του Ν. (πρώτο ενάγοντα) λόγω δωρεάς, διακριτό τμήμα του προαναφερόμενου ακινήτου και ειδικότερα το ανατολικά ευρισκόμενο αυτοτελές και ανεξάρτητο τμήμα, το οποίο είχε εμβαδόν κατά το μεν συμβόλαιο δωρεάς 25.000 τ.μ., κατά δε ενώτερη καταμέτρηση 25.388,94 τ.μ., ενώ μετά την εν λόγω δωρεά ο Π.

Π. παρέμεινε αποκλειστικός κύριος του εναπομείναντος τμήματος, το οποίο κατά τον μεν τίτλο κτήσεως είχε εμβαδόν 25.000 τ.μ., κατά δε νεώτερη καταμέτρηση 24.862,20 τ.μ. Επομένως, σύμφωνα με όσα ισχυρίστηκαν οι ανωτέρω και έγιναν δεκτά με την υπ' αριθμ. 89/2009 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λευκάδας, ο πρώτος ενάγων ήταν αποκλειστικός κύριος ακινήτου, εμβαδού 25.388,94 τ.μ., που βρισκόταν στο μέσον της απαλλοτριωθείσας έκτασης, ο Π.

Π. ήταν αποκλειστικός κύριος ακινήτου, εμβαδού 24.862,20 τ.μ., που βρισκόταν στο ανατολικότερο σημείο της απαλλοτριωθείσας έκτασης και ο Γ. Π. ήταν αποκλειστικός κύριος ακινήτου, εμβαδού 47.320,12 τ.μ., που βρισκόταν στο δυτικότερο σημείο της απαλλοτριωθείσας έκτασης. Όσα δε ανέφεραν οι Δ. Π. του Ν., Π. Π. του Ν. και Γ.

Π. του Ν. στην άνω κοινή αίτησή τους για αναγνώριση αυτών ως δικαιούχων αποζημίωσης, τα οποία έγιναν δεκτά με την υπ' αριθμ. 89/2009 απόφαση ξτου Μονομελούς Πρωτοδικείου Λευκάδας (από την οποία όμως δεν απορρέει δεδικασμένο σχετικά με την κυριότητα του απαλλοτριούμενου, όπως λεπτομερώς εκτέθηκε σε προηγούμενη σκέψη της παρούσας) ήταν απολύτως αληθή και αποτύπωναν την πραγματική κατάσταση σχετικά με την κυριότητα των ανωτέρω τριών (3) προσώπων επί του απαλλοτριούμενου ακινήτου.

Ο δε ισχυρισμός των εναγόντων ότι ολόκληρο το ακίνητο που απαλλοτριώθηκε με την ένδειξη "ΙΔΙΟΚΤΗΣΙΑ 3", εκτάσεως 97.571,26 τ.μ. ανήκει κατά το ιδανικό μερίδιο του 1/3 εξ αδιαιρέτου στον καθένα από τους συγκύριους, Δ. Π. του Ν. (πρώτο ενάγοντα), Π. Π. του Ν. (πατέρα του δεύτερου ενάγοντα) και Γ. Π. του Ν. (σύζυγο της πρώτης και πατέρα των υπολοίπων των εναγομένων αντίστοιχα), οι οποίοι το νέμονταν, το καλλιεργούσαν και το εκμεταλλεύονταν και οι τρεις από κοινού, καθόλη του την έκτασή του για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των είκοσι (20) ετών, ουδόλως αποδείχθηκε από τη συνδυαστική εκτίμηση όλων των άνω αποδεικτικών μέσων.

Αντιθέτως, αποδείχθηκε ότι ο Γ. Π. ήταν ο μοναδικός κύριος, νομέας και κάτοχος του ακινήτου, εμβαδού 47.320,12 τ.μ., που βρισκόταν στο δυτικότερο σημείο της απαλλοτριωθείσας έκτασης, το οποίο εκμεταλλευόταν για τη βοσκή των δικών του προβάτων και μόνο και για την καλλιέργεια ελαιοδέντρων και μάλιστα τα όρια του ακινήτου του ξεχώριζαν από τα όρια του όμορου ακινήτου, που ανήκε στον αδελφό του Δ., όπως βεβαίωσε ενόρκως ο εξετασθείς ενώπιον του Ειρηνοδίκη ...

μάρτυρας των εναγομένων Β. Φ. του Σ. (βλ. την υπ' αριθμ. …/2017 ένορκη βεβαίωση του ανωτέρω μάρτυρα). Για το λόγο αυτό άλλωστε, με αιτήσεις του προς την ΣΤ' Εφορεία Προϊστορικών και Κλασσικών Αρχαιοτήτων, ο Γ. Π. (και όχι τα αδέλφια του) είχε αιτηθεί και λάβει άδεια για καλλιέργεια, με απλά μέσα και όχι μηχανικά, ακινήτου, εμβαδού 50 στρεμμάτων περίπου, για τα έτη 1974, 1982 και 1997 (βλ.

σχετικά την με αριθμό πρωτ. .../1982 απόφαση της άνω Εφορείας Αρχαιοτήτων, με την οποία χορηγήθηκε στον δικαιοπάροχο των εναγομένων Γ. Π. άδεια εκχερσώσεως για 50 στρέμματα στη θέση ... ...). Αντίθετα, τα αδέλφια του, Π. και Δ., με την υπ' αριθμ. πρωτ. ...1997 αίτησή τους προ την άνω Εφορεία, ζήτησαν να προβεί αυτή στις απαραίτητες ενέργειες για απαλλοτρίωση ακινήτου εμβαδού 50 στρεμμάτων, όσο δηλαδή ήταν τα δύο ακίνητά τους, για τα οποία είχαν τίτλους κυριότητας, χωρίς να αιτηθούν την απαλλοτρίωση του όλου ακινήτου εκτάσεως 97.571,26 τ.μ., ακριβώς διότι γνώριζαν ότι δεν είχαν οποιοδήποτε δικαίωμα κυριότητας, νομής και κατοχής στο ακίνητο, εμβαδού 47.320,12 τ.μ.

Πέραν αυτών, επιπρόσθετο στοιχείο του ότι αποκλειστικός κύριος, νομέας και κάτοχος του ακινήτου αυτού ήταν ο δικαιπάροχος των εναγομένων, είναι το ότι το ακίνητο αυτό, έκτασης 47.320,12 τ.μ., αγοράστηκε με δάνειο ποσού 175.000 δραχμών από την Αγροτική Τράπεζα, το οποίο εξόφλησε ο Γ. Π. και στη συνέχεια ο υιός του Δ.

Π., όπως αποδείχθηκε από την κατάθεση του υπαλλήλου της Αγροτικής Τράπεζας Σ. Π. του Χ.. Ο ανωτέρω μάρτυρας κατέθεσε ότι ο Γ. Π. και στη συνέχεια ο υιός του Δ. ήταν αυτοί που είχαν υπογράψει σύμβαση ρύθμισης οφειλής του ποσού του δανείου και επιμελούνταν την εξόφλησή του (βλ. την υπ' αριθμ. .../2017 ένορκη βεβαίωση του άνω μάρτυρα ενώπιον του Ειρηνοδίκη Πρέβεζας, που προσκομίζουν οι εναγόμενοι).

Αντιθέτως, δεν αποδείχθηκε ότι το δάνειο που είχε ληφθεί το αποπλήρωναν από κοινού όλα τα αδέλφια, όπως αναπόδεικτα διατείνονται οι ενάγοντες. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι οι ενάγοντες γνώριζαν καλώς, έχοντας νομικούς παραστάτες, την βαρύτητα της άνω δικαστικής απόφασης αναγνώρισης δικαιούχων, αφού βάσει αυτής θα εισέπραττε έκαστος αυτών την καθορισθείσα αποζημίωση και για το λόγο αυτό εξέθεσαν το πραγματικό ιδιοκτησιακό καθεστώς του απαλλοτριούμενου ακινήτου, ανεξάρτητα από τους ισχυρισμούς που διέλαβαν στην από 28-9-2007 αίτησή τους (αριθμ.

εκθ. κατ. ...), με αντικείμενο τον καθορισμό προσωρινής τιμής μονάδας αποζημίωσης και στην από την από 15-3-2009 αίτησή τους για τον προσδιορισμό της οριστικής τιμής μονάδας αποζημίωσης. Και τούτο διότι, η αναφορά αυτών ως συκυρίων, κατά ποσοστό 1/3 εξ αδαιρέτου του ενιαίου απαλλοτριούμενου ακινήτου, στις δίκες καθορισμού προσωρινής και οριστικής τιμής μονάδας αποζημίωσης, έγινε αποκλειστικά και μόνο για διευκόλυνση της αποδεικτικής διαδικασίας, χωρίς να έχει οποιαδήποτε δυσμενή συνέπεια για αυτούς, αφού στον οικείο κτηματολογικό πίνακα είχε περιληφθεί ως μία ενιαία ξεχωριστή ιδιοκτησία το όλο ακίνητο, που στο σχετικό κτηματολογικό διάγραμμα εμφαίνεται με την ένδειξη "ΙΔΙΟΚΤΗΣΙΑ 3", εμβαδού 97.571,26 τ.μ., με αναγραφόμενους φερόμενους ιδιοκτήτες, χωρίς ειδικότερο προσδιορισμό του ιδανικού μεριδίου καθενός, τους Γ.

Π. του Ν., Δ. Π. του Ν., Π. Π. του Ν. και Β. χα Ν.. Π., κανένας δε τρίτος δεν είχε ασκήσει κύρια παρέμβαση για το ακίνητο αυτό ώστε να διακυβεύεται οποιοδήποτε δικαίωμά τους. Ουδόλως δε μπόρεσαν να αιτιολογήσουν οι ενάγοντες, για ποιο λόγο, στην από 29-9-2008 κοινή αίτησή τους (αριθμ. εκθ. κατ. ...2008), με την οποία ζητούσαν την αναγνώριση αυτών ως δικαιούχων της καθορισθείσας αποζημίωσης, αντί να αναφέρουν ως κύριο της έκτασης του 1/2 εξ αδιαιρέτου των 47.320,12 τ.μ., για το οποίο έγινε επίκληση κτήσης κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία μόνο τον δικαιοπάροχο των εναγομένων Γ.

Π., δεν ανέφεραν και τους εαυτούς τους. Και αυτό διότι, εφόσον επικαλούντο έκτακτη χρησικτησία, ουδεμία δυσμενή επίπτωση έναντι αυτών και υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου θα είχε το γεγονός εάν αντί για ένα πρόσωπο (τον Γ. Π.) αναφέρονταν τρία πρόσωπα ως συγκύριοι του επιδίκου τμήματος (δηλ. του 1/2 εξ αδιαιρέτου του ακινήτου εκτάσεως 47.320,12 τ.μ., για το οποίο δεν υπήρχαν τίτλοι κυριότητας).

Περαιτέρω, ενισχυτικό στοιχείο της κρίσης του Δικαστηρίου ότι το ακίνητο επιφάνειας 47.320,12 τ.μ., ανήκει κατά πλήρη κυριότητα στον δικαιοπάροχο των εναγομένων, αποτελεί το γεγονός ότι οι ενάγοντες, πριν την κατάθεση της άνω αίτησης αναγνώρισης δικαιούχων, στην οποία, σύμφωνα με όσα οψίμως ισχυρίζονται στην κρινόμενη αγωγή τους, περιέλαβαν εν γνώσει τους αναληθείς πραγματικούς ισχυρισμούς σχετικά με το δικαίωμα κυριότητας εκάστου αυτών επί του απαλλοτριούμενου ακινήτου, τους οποίους υποστήριξαν στην άνω δίκη, δεν φρόντισαν, προς διασφάλιση των συμφερόντων τους, που αφορούσαν στην καταβολή ιδιαίτερα υψηλών χρηματικών ποσών (148.587 ευρώ και 154.531 ευρώ αντίστοιχα) να υπογράψουν ιδιωτικό συμφωνητικό, με το οποίο ο Γ.

Π., να αναγνωρίζει την υποχρέωσή του να τους καταβάλει μέρος της αποζημίωσης που θα ελάμβανε ο ίδιος, το οποίο όμως αντιστοιχεί σε ποσοστό συγκυριότητας των ιδίων επί του όλου ακινήτου. Ο δε ισχυρισμός αυτών ότι, καίτοι έγινε σ' αυτούς σχετική υπόμνηση από τους δικηγόρους τους να προβούν στην άνω διασφαλιστική των οικονομικών συμφερόντων τους ενέργεια, αυτοί δεν έπραξαν τούτο, διότι, λόγω της αδελφικής τους σχέσης βασίστηκαν στην προφορική δέσμευση που είχε αναλάβει έναντι αυτών ο δικαιοπάροχος των εναγομένων, δεν αποδεικνύεται βάσιμο.

Και αυτό διότι αποδείχθηκε ότι τα τρία αδέλφια δεν διατηρούσαν μεταξύ τους αγαστές σχέσεις, αντιθέτως υπήρχαν διαφωνίες και έριδες μεταξύ τους σχετικά με ευρισκόμενο στην πόλη της ... κληρονομιαίο ακίνητο (οικόπεδο με οικία), που κατέλειπε σ' αυτούς με διαθήκη ο πατέρας τους Ν. Π.. Μάλιστα, η διαφορά τους αυτή τους είχε οδηγήσει στο παρελθόν στα δικαστήρια, όπως προκύπτει από την προσκομιζόμενη με ημερομηνία ...1996 αίτηση ασφαλιστικών μέτρων νομής, που είχαν ασκήσει ενώπιον του Ειρηνοδικείου ...

ο Π. Π. και ο Γ. Π. σε βάρος του αδελφού τους Δ. Π.. Το γεγονός της ανυπαρξίας αγαστών σχέσεων μεταξύ των τριών αδελφών επιβεβαίωσε και ο μάρτυρας των εναγομένων Β. Φ. (βλ. την υπ' αριθμ. …/2017 ένορκη βεβαίωση ενώπιον του Ειρηνοδικείου ...), ο οποίος κατέθεσε ενόρκως ότι από πολλών ετών τα αδέλφια ήταν τσακωμένα γιατί "δεν τα έβρισκαν στην μοιρασιά για το σπίτι στη ..., γιατί ο Δ.

ήθελε να πάρει όλο το σπίτι, τον επάνω όροφο δικό του". Επομένως, εφόσον οι σχέσεις μεταξύ των τριών αδελφών ήταν διαταραγμένες, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, τα δύο αδέλφια, που με τη συναίνεσή τους περιέλαβαν στην αίτηση αναγνώρισης δικαιούχων αναληθείς ισχυρισμούς για την κυριότητα του απαλλοτριούμενου ακινήτου, οι οποίοι (ισχυρισμοί) έβλαπταν καταφανώς τα οικονομικά τους συμφέροντα, αφού καθιστούσαν τον έτερο αδελφό τους (Γ.

Π.) δικαιούχο αποζημίωσης ποσού, που κατά τους ισχυρισμούς τους αναλογούσε σ' αυτούς, οπωσδήποτε θα είχαν φροντίσει να διασφαλιστούν είτε σε χρόνο πριν την έκδοση της άνω δικαστικής απόφασης αναγνώρισης δικαιούχων, είτε σε προγενέστερο χρόνο, αλλά πάντως πριν το θάνατο του αδελφού τους Γ. (στις ...2014), ο οποίος, κατά τους ισχυρισμούς τους, είχε προφορικά και μόνο δεσμευθεί απέναντί τους και ήδη από το έτος 2013 ήταν σοβαρά ασθενής, γεγονός που τουλάχιστον ο Π.

Π. (δικαιοπάροχος του δεύτερου ενάγοντος) γνώριζε, όπως βεβαίωσε ενόρκως ο άνω εξετασθείς μάρτυρας. Όταν δε, μετά την πάροδο χρονικού διαστήματος επτά (7) περίπου ετών από την έκδοση της υπ' αριθμ. 89/2009 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λευκάδας (περί αναγνώρισης δικαιούχων) και ενώ είχε ήδη αποβιώσει ο δικαιοπάροχος των εναγομένων (Γ.

Π.), ο οποίος φέρεται να τους οφείλει τα άνω ποσά, το πρώτον οι ενάγοντες όχλησαν τους εναγόμενους προς καταβολή των άνω ποσών, ουδέν ανέφεραν περί συγκυριότητας των τριών αδελφών κατά ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου στο απαλλοτριούμενο ακίνητο. Ειδικότερα, στην από 2...2016 εξώδικη πρόσκληση με δήλωση και διαμαρτυρία των νυν εναγόντων, που επέδωσαν στους εναγομένους στις 7-11-2016, με την οποία τους ζητούν να αναγνωρίσουν εγγράφως την υποχρέωσή τους για απόδοση του χρηματικού ποσού που αντιστοιχεί στην αποζημίωση για εδαφική έκταση 15.772 τ.μ., αναφέρουν ότι έκαστος αυτών είναι αποκλειστικός κύριος διακριτού τμήματος του όλου απαλλοτριούμενου ακινήτου (και συγκεκριμένα εκ των εναγόντων, ο μεν Δ.

Π. έκτασης 25.388,94 τ.μ., ο δε Ν. Π., ως μοναδικός εκ διαθήκης κληρονόμος του Π. Π., έκτασης 24.862,20 τ.μ.) και συγκύριος κατά ποσοστό 1/6 εξ αδιαιρέτου, της έκτασης των 47.320,12 τ.μ., διότι το έτος 1976 ο πατέρας και παππούς τους αντίστοιχα Ν. Π., δώρισε άτυπα εξίσου σε καθένα από τα τρία παιδιά του το 1/2 εξ αδιαιρέτου διακριτού τμήματος του όλου απαλλτριούμενου ακινήτου επιφάνειας 47.320,12 τ.μ., που είχε αποκτήσει με το υπ' αριθμ. .../1971 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο.

Επιπροσθέτως, στην άνω εξώδικη δήλωσή τους δεν αναφέρουν το πραγματικό γεγονός ότι ενώπιον του Δικαστηρίου, που δίκασε την κοινή αίτηση των τριών αδελφών αναγνώρισης δικαιούχων, ισχυρίστηκαν ότι αποκλειστικός κύριος του διακριτού τμήματος των 47.320,12 τ.μ., είχε καταστεί με παράγωγο τρόπο ο δικαιοπάροχος των εναγομένων (για το 1/2 αδιαίρετα) και με πρωτότυπο τρόπο, δηλ.

με έκτακτη χρησικτησία (για το υπόλοιπο 1/2 αδιαίρετα), αλλά ότι δήθεν "... εμφιλοχώρησαν από παραδρομή σφάλματα ως προς την ακριβή περιγραφή και την έκταση των εδαφικών εκτάσεων στις οποίες είμαστε πραγματικά δικαιούχοι και ειδικότερα προσκομίστηκε από το δικαιοπάροχό σας το ως άνω .../1971 συμβόλαιο αγοραπωλησίας ως τίτλος κτήσης κυριότητας του δικαιοπαρόχου σας από το οποίο όμως συνάγεται ότι εκείνος ήταν συγκύριος μόνο κατά το 1/2 εξ αδιαιρέτου της συνολικής έκτασης των 47.320,12 τ.μ.

και όχι αποκλειστικός κύριος της έκτασης αυτής, αφού είναι προφανές, όπως προκύπτει από τον παραπάνω τίτλο ότι το υπόλοιπο 1/2 εξ αδιαιρέτου ανήκε στον πατέρα μας Ν. Π., ο οποίος, όπως εκτέθηκε, το παραχώρησε άτυπα εξίσου και στα τρία παιδιά του, κατά το 1/6 εξ αδιαιρέτου στον καθένα μας". Αποκρύπτοντας δε το γεγονός ότι η υπ' αριθμ. 89/2009 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λευκάδας, αναφορικά με το ακίνητο εκτάσεως 47.320,12 τ.μ., για το οποίο αναγνώρισε δικαιούχο αποζημίωσης τον δικαιοπάροχο των εναγομένων, δεν στηρίχθηκε μόνο σε παράγωγο τρόπο κτήσης κυριότητας του Γ.

Π., αλλά και σε πρωτότυπο, κάνουν λόγο για εσφαλμένη παραδοχή της άνω δικαστικής απόφασης, η οποία έπρεπε να αναγνωρίσει τον ανωτέρω δικαιούχο αποζημίωσης έκτασης 31.546,88 τ.μ. Στη συνέχεια, σε πλήρη ανακολουθία με όσα υποστήριξαν στην άνω εξώδικη δήλωσή τους και αφού είχε εισπράξει έκαστος των εναγόντων το ποσό που αντιστοιχούσε στο διακριτό τμήμα, για το οποίο έκαστος αυτών είχε αναγνωριστεί δικαιούχος αποζημίωσης, στο δικόγραφο της κρινόμενης αγωγής τους προβάλουν τελείως διαφορετικούς ισχυρισμούς, εμφανίζοντας μια όλως διαφορετική πραγματική κατάσταση, με ιστορούμενες αλλεπάλληλες άτυπες μεταβιβάσεις, μεταξύ των τριών αδελφών, των αρχικώς διακριτών τμημάτων του όλου απαλλοτριούμενου ακινήτου, προκειμένου να καταλήξουν σε συγκυριότητα του όλου απαλλοτριούμενου ακινήτου, κατά ποσοστό 1/3 αδιαίρετα για έκαστο από τα τρία αδέλφια.

Συγκεκριμένα, ισχυρίζονται ότι μετά τη σύνταξη των άνω συμβολαιογραφικών πράξεων, δυνάμει των οποίων ο κάθε ένας απέκτησε διακριτό τμήμα ιδιοκτησίας, ακολούθησαν οι ακόλουθες ενέργειες και δη ο πατέρας Ν. Π. του Θ., περί το έτος 1976, παραχώρησε άτυπα και ισομερώς και στα τρία παιδιά του το ιδανικό μερίδιο του 1/2 εξ αδιαιρέτου του ακινήτου, εμβαδού 47.320,12 τ.μ.

μέτρων που είχε αποκτήσει κατά τα παραπάνω εκτιθέμενα και ειδικότερα παραχώρησε το ιδανικό μερίδιο του 1/3 εξ αδιαιρέτου (1/6 εξ αδιαιρέτου του όλου ακινήτου) στον πρώτο ενάγοντα Δ. Π. του Ν., το ιδανικό μερίδιο του 1/3 εξ αδιαιρέτου (1/6 εξ αδιαιρέτου του ακινήτου) στον Π. Π. του Ν. (πατέρα του δευτέρου ενάγοντα) και το ιδανικό μερίδιο του 1/3 εξ αδιαιρέτου (1/6 εξ αδιαιρέτου του ακινήτου) στον Π.

Π. του Ν.. Από το υπόλοιπο ιδανικό μερίδιο του 1/2 εξ αδιαιρέτου του ίδιου ακινήτου, ο συγκύριος Γ. Π. του Ν. μεταβίβασε επίσης το έτος 1976, άτυπα, το ιδανικό μερίδιο του 1/3 εξ αδιαιρέτου (1/6 του ακινήτου) στον πρώτο ενάγοντα Δ. Π. του Ν. και το ιδανικό μερίδιο του 1/3 εξ αδιαιρέτου (1/6 του ακινήτου) στον Π. Π. του Ν. (πατέρα του δεύτερου ενάγοντα), ενώ παρακράτησε για τον εαυτό του το υπόλοιπο ιδανικό μερίδιο του 1/3 εξ αδιαιρέτου (1/6 του ακινήτου) και συνεπώς, από το έτος 1976, ο καθένας από τα τρία αδέλφια, ασκώντας τη συννομή και τη συγκατοχή του ακινήτου των 47.320,12 τ.μ., ήδη από το έτος 1996 είχε αποκτήσει τη συγκυριότητα του ακινήτου αυτού κατά το ιδανικό μερίδιο του 1/3 εξ αδιαιρέτου ο καθένας με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας.

Περαιτέρω, ο Π. Π. του Ν. (πατέρας του δεύτερου ενάγοντα) επίσης το έτος 1976, ως αποκλειστικός κύριος του ακινήτου εκτάσεως 24.862,20 τ.μ., που είχε αποκτήσει κατά τα παραπάνω, μεταβίβασε άτυπα το ιδανικό μερίδιο του 1/3 εξ αδιαιρέτου του ακινήτου αυτού στον πρώτο ενάγοντα Δ. Π. του Ν. και το ιδανικό μερίδιο του 1/3 εξ αδιαιρέτου στον Γ.

Π. του Ν. (πατέρα του δευτέρου) ενώ παρακράτησε για τον εαυτό του το υπόλοιπο ιδανικό μερίδιο του 1/3 εξ αδιαιρέτου και συνεπώς, από το έτος 1976, ο καθένας από τα τρία αδέλφια, ασκώντας τη συννομή και τη συγκατοχή του ακινήτου των 24.862,20 τ.μ., ήδη από το έτος 1996, απέκτησαν τη συγκυριότητα του ακινήτου αυτού κατά το ιδανικό μερίδιο του 1/3 εξ αδιαιρέτου ο καθένας με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας.

Ο Δ. Π. του Ν. (πρώτος ενάγων) επίσης το έτος 1976, ως αποκλειστικός κύριος του ακινήτου εκτάσεως 25.388,94 τ.μ., που είχε αποκτήσει με το ως άνω ...1976 συμβόλαιο δωρεάς, μεταβίβασε άτυπα το ιδανικό μερίδιο του 1/3 εξ αδιαιρέτου του ακινήτου αυτού στον Π. Π. του Ν. και το ιδανικό μερίδιο του 1/3 εξ αδιαιρέτου στον Γ. Π. του Ν., ενώ παρακράτησε για τον εαυτό του το υπόλοιπο ιδανικό μερίδιο του 1/3 εξ αδιαιρέτου και συνεπώς, από το έτος 1976, ο καθένας από τα τρία αδέλφια, ασκώντας τη συννομή και συγκατοχή του εν λόγω ακινήτου εκτάσεως 25.388,94 τ.μ.

μέτρων, ήδη από το έτος 1996, απέκτησαν τη συγκυριότητα του ακινήτου αυτού κατά το ιδανικό μερίδιο του 1/3 εξ αδιαιρέτου ο καθένας με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας. Πλην όμως ουδόλως αποδείχθηκαν βάσιμοι οι άνω ισχυρισμοί των εναγόντων. Αντιθέτως, έρχονται σε αντίθεση με το αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι ο δεύτερος ενάγων (κληρονόμος του Π.

Π.υ του Ν.), στην αποδοχή κληρονομιάς με αριθμό ...2016 της συμ/φου ... ..., αποδέχθηκε διαιρετό εδαφικό τμήμα στη θέση ..., εμβαδού 24.862,20 τ.μ. με τα επ' αυτού 62 ελαιόδεντρα, ήτοι το ακίνητο που φερόταν ότι είχε περιέλθει στον δικαιοπάροχο πατέρα του Π. Π. με το υπ' αριθμ. .../1971 συμβόλαιο. Το γεγονός ότι λίγους μήνες αργότερα και συγκεκριμένα στις 2-3-2017, σε χρόνο που είχε ήδη ασκήσει την κρινόμενη αγωγή του σε βάρος των εναγομένων, ο ίδιος προέβη σε τροποποίηση της αρχικής του δήλωσης (βλ.

την υπ' αριθμ. ...2017 πράξη τροποποίησης της υπ' αριθμ. .../2016 πράξης δήλωσης αποδοχής κληρονομίας της αυτής ως άνω συμ/φου), αποδεχόμενος πλέον ιδανικό μερίδιο 1/3 εξ αδιαιρέτου στο ενιαίο ακίνητο των 97.571,26 τ.μ., ουδόλως μπορεί να οδηγήσει σε διαφορετική κρίση, αφού η ενέργειά του αυτή έγινε καταφανώς προς ενίσχυση των αγωγικών του ισχυρισμών και μόνο.

Τέλος, πρέπει να αναφερθεί ότι, μόνο το γεγονός ότι ο δικαιοπάροχος των εναγομένων, στη δήλωση ακίνητης περιουσιακής κατάαστασης Ε9 έτους 2011 αναγράφει (στη σελίδα 3 της οποίας και στο σημείο που παρατίθεται η καταγραφή των αγροτεμαχίων), ως υπό στοιχείο 1 ακίνητο, το ακίνητο στη θέση ... (δηλαδή το απαλλοτριωθέν ακίνητο), με αναγραφόμενη έκταση 97.500 τ.μ.

και ποσοστό συνιδιοκτησίας αυτού 33,33% (δηλαδή 1/3 εξ αδιαιρέτου), δεν μπορεί να αποτελέσει πειστική απόδειξη των αγωγικών ισχυρισμών των εναγόντων, διότι αναιρείται από το σύνολο όλων των προαναφερόμενων αποδεικτικών στοιχείων. Άλλωστε, ούτε ο πρώτος ενάγων, ούτε ο δικαιοπάροχος του δεύτερου ενάγοντος στις αντίστοιχες δηλώσεις ακίνητης περιουσιακής κατάστασης Ε9 (του έτους 2010 ο πρώτος και του έτους 2011 ο δεύτερος) δηλώνουν συγκυριότητα σε ακίνητο στη θέση ...

με αναγραφόμενη έκταση 97.500 τ.μ. και ποσοστό συνιδιοκτησίας αυτού 33,33%. Ενδεικτικό δε στοιχείο του ότι οι άνω δηλώσεις ακίνητης περιουσίας δεν μπορούν να θεωρηθούν ουσιώδες και αξιόπιστο αποδεικτικό μέσο είναι το ότι ο δικαιοπάροχος του δεύτερου ενάγοντος, Π. Π. του Ν., ενώ τα έτη 2011, 2012 και 2013 δηλώνει ένα ακίνητο με αριθμό ταυτότητας 00720939518 στη θέση ..., συνολικής επιφάνειας 24.862,20 τ.μ. (ειδικότερα 20.000 τ.μ.

μονοετής καλλιέργεια και 4.862,20 τ.μ. ελιές), με ποσοστό συνιδιοκτησίας 100%, στη συνέχεια, κατά πλήρη αταξία και όλως αυθαιρέτως, από το έτος 2014 και έπειτα, δηλώνει το ίδιο ακίνητο (με τον αυτό αριθμό ταυτότητας) στη θέση ... με συνολική επιφάνεια 97.571,26 τ.μ. (χαρακτηριζόμενο όλο ως μονοετής καλλιέργεια, με ουδεμία αναφορά σε ελιές) και ποσοστό συνιδιοκτησίας 33,33%.

Στο σημείο αυτό θα πρέπει να αναφερθεί ότι ο προβαλλόμενος, παραδεκτώς, με τον πέμπτο λόγο της κρινόμενης έφεσης, ισχυρισμός των εκκαλούντων περί πλαστότητας των προσκομισθέντων από τους ενάγοντες δηλώσεων Ε9 των ετών 2011, 2013 και 2014 του δικαιοπαρόχου αυτών (εκκαλούντων - εναγομένων) Γ. Π., κρίνεται αβάσιμος και απορριπτέος, διότι κατά την κρίση του Δικαστηρίου αυτού, δεν δημιουργούνται σοβαρές υπόνοιες πλαστογραφίας εναντίον των μηνυομένων προσώπων για το αδίκημα αυτό, δεδομένου ότι δεν αρκεί απλώς να αποδίδεται η πλαστογραφία σε ορισμένο πρόσωπο και η υποβολή μήνυσης κατ' αυτού.

Μετά ταύτα, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν, ο δικαιοπάροχος των εναγομένων, ως αποκλειστικός κύριος απαλλοτριωθέντος ακινήτου επιφάνειας 47.320,12 τ.μ., ορθώς αναγνωρίστηκε αποκλειστικός δικαιούχος της αποζημίωσης για την άνω απαλλοτριωθείσα έκταση των 47.320,12 τ.μ., εκ του ακινήτου με την ένδειξη "ΙΔΙΟΚΤΗΣΙΑ 3", με την με αριθμό 89/2009 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λευκάδας περί αναγνώρισης δικαιούχων.

Μετά δε τον επισυμβάντα θάνατο αυτού στις ...2014 αυτός κληρονομήθηκε από τους εναγομένους ως εξ αδιαθέτου κληρονόμους του, οι οποίοι αποδέχθηκαν την κληρονομία του, δυνάμει της με αριθμ. ...2015 δήλωσης αποδοχής κληρονομίας της Συμβολαιογράφου ... .... Ακολούθως, οι εναγόμενοι, ως κληρονόμοι του Γ. Π., το Φεβρουάριο του 2017 εισέπραξαν το συνολικό ποσό των 971.872,40 ευρώ και ειδικότερα το ποσό των 242.968 ευρώ ο καθένας, ως αποζημίωση για τη συντελεσθείσα απαλλοτρίωση της επίδικης ιδιοκτησίας, για την οποία είχε αναγνωρισθεί ως δικαιούχος της αποζημίωσης ο δικαιοπάροχός τους δυνάμει της άνω υπ' αριθμ. 89/2009 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λευκάδας.

Οι δε ενάγοντες, οι οποίοι έχουν εισπράξει ήδη ποσό αποζημίωσης, ύψους 520.168 ευρώ και 514.225 ευρώ αντίστοιχα, κανένα επιπλέον ποσό αποζημίωσης δεν δικαιούνται να λάβουν από τους εναγομένους?. Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο έκανε δεκτή κατ' ουσίαν την έφεση των αναιρεσιβλήτων και, όπως προεκτέθηκε, αφού εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, που είχε κάνει δεκτή την αγωγή των αναιρεσειόντων, κράτησε και δίκασε την υπόθεση και απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη των αγωγή των τελευταίων.

Σύμφωνα με το άρθρο 559 αρ. 11 γ' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338, 339, 340 και 346 του ιδίου Κώδικα, συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να διαγνώσει την αλήθεια των πραγματικών ισχυρισμών, που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι (Ολ ΑΠ 23/2008).

Δεν επιβάλλεται, όμως, η διενέργεια ειδικής μνείας ή ξεχωριστής αξιολόγησης ενός εκάστου αποδεικτικού στοιχείου στη δικαστική απόφαση, αλλά αρκεί η γενική μνεία των κατ' είδος αποδεικτικών μέσων. Δεν αποκλείεται, βεβαία, το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύσει και εξάρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της, κατά την ελεύθερη κρίση του, μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί για τον αναιρετικό έλεγχο να προκύπτει με βεβαιότητα το ότι από τη γενική, κατ' είδος αναφορά στα αποδεικτικά μέσα, καθίσταται βέβαιο ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που υποβλήθηκαν στην κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, χωρίς κανένα να παραληφθεί (ΟλΑΠ 8/2016, ΑΠ 552/2024).

Για να ιδρυθεί ο ανωτέρω λόγος αρκεί, παρά τη βεβαίωση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, να καταλείπονται, με βάση το όλο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, αμφιβολίες για το αν το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο λήφθηκε υπόψη και συνεκτιμήθηκε μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις για το σχηματισμό δικανικής πεποίθησης επί ενός ουσιώδους ισχυρισμού (Ολ ΑΠ 2/2008, ΑΠ 1520/2021, ΑΠ 410/2021, ΑΠ 573/2018).

Στην προκείμενη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες, υπό την επίκληση της παράβασης του άρθρου 559 αρ. 11 γ' ΚΠολΔ, μέμφονται την προσβαλλόμενη απόφαση για τη μη λήψη υπόψη αποδεικτικών μέσων που προσκόμισαν ενώπιόν του με επίκληση και από τα οποία αποδεικνύονται πλήρως όσα ισχυρίστηκαν με την αγωγή τους ως προς την κατά το 1/3 εξ αδιαιρέτου (συγ)κυριότητα των τριών αδελφών στο απαλλοτριωθέν ακίνητο.

Ειδικότερα, με το δεύτερο λόγο αναίρεσης ισχυρίζονται οι αναιρεσείοντες ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του κατά την κατάρτιση του αποδεικτικού του πορίσματος την από 14-5-2018 ένορκη μαρτυρική κατάθεση ενώπιον του Πταισματοδίκη Λευκάδας της δικηγόρου Λευκάδας Πηνελόπης Κύρκου. Με τον τρίτο λόγο αναίρεσης διατείνονται οι αναιρεσείοντες ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη:

α) δήλωση ακίνητης περιουσιακής κατάστασης Ε9 έτους 2011 του εκ των τριών (συγ)κυρίων αδελφών, Γ. Ν.. Π., δικαιοπαρόχου των αναιρεσιβλήτων, την οποία είχε υποβάλει ο ίδιος ο Γ. Π. και στην οποία ανέφερε, ως υπό στοιχείο 1 ακίνητο, το απαλλοτριωθέν στη θέση "..." με έκταση 97.500 τ.μ., με ποσοστό συνιδιοκτησίας στο ακίνητο 33,33%, ήτοι το 1/3 εξ αδιαιρέτου αυτού και ότι συνεπώς, με την ανωτέρω φορολογική του δήλωση ο ανωτέρω Γ.

Π. αναγνώρισε ο ίδιος ότι είναι (συγ)κύριος του απαλλοτριωθέντος ακινήτου κατά το 1/3 εξ αδιαιρέτου. Και β) την ... δήλωση του δευτέρου των αναιρεσιβλήτων, με την οποία αυτός τροποποίησε, μετά το θάνατο του πατέρα του Γ. Π., ως κληρονόμος του, την ανωτέρω δήλωση ακίνητης περιουσίας έτους 2011 του πατέρα του ως προς το δηλωθέν ποσοστό συγκυριότητας του τελευταίου στο απαλλοτριωθέν ακίνητο, προφανώς, διότι το ποσοστό αυτό που είχε δηλώσει ο πατέρας του δεν εξυπηρετούσε το σκοπό του να μην καταβάλει το ποσό της αποζημίωσης που είχε εισπράξει επιπλέον του ποσοστού (συγ)κυριότητας του δικαιοπαρόχου του και το οποίο ποσό δεν δικαιούταν.

Με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης ισχυρίζονται οι αναιρεσείοντες ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη: α) την από 28-9-2007 και με αριθ. έκθ. κατάθ. 71/2007, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λευκάδας, κοινή αίτηση των τριών ανωτέρω αδελφών για τον καθορισμό προσωρινής τιμής μονάδος του απαλλοτριωθέντος ακινήτου, μεταξύ των οποίων και ο δικαιοπάροχος των αναιρεσιβλήτων Γ.

Π., με την οποία αίτηση οι αιτούντες αδελφοί δηλώνουν και οι τρεις, άρα και ο προαναφερθείς Γ. Π., ότι είναι (συγ)κύριοι του απαλλοτριωθέντος ακινήτου κατά ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου ο καθένας τους, β) την 260/2008 απόφαση του παραπάνω Δικαστηρίου, για τον καθορισμό προσωρινής τιμής μονάδος του απαλλοτριωθέντος ακινήτου, με την οποία έγινε δεκτό ότι οι ανωτέρω αιτούντες είναι (συγ)κύριοι του απαλλοτριωθέντος ακινήτου κατά το 1/3 εξ αδιαιρέτου ο καθένας τους, γ) την από 15-3-2009 και με αριθ.

έκθ. κατάθ. …/2009, ενώπιον του Εφετείου Πατρών, κοινή αίτηση των τριών παραπάνω αδελφών, για τον καθορισμό οριστικής τιμής μονάδος για το απαλλοτριωθέν ακίνητο, στην οποία αυτοί αναφέρουν και αναγνωρίζουν και πάλι ότι είναι (συγ)κύριοι του εν λόγω ακινήτου κατά το 1/3 εξ αδιαιρέτου ο καθένας τους, δ) την 997/2009 απόφαση καθορισμού οριστικής τιμής μονάδος του ανωτέρω Δικαστηρίου, με την οποία έγινε δεκτό ότι οι τρεις αδελφοί είναι εξ αδιαιρέτου συγκύριοι του απαλλοτριωθέντος ακινήτου κατά το 1/3 ο καθένας τους, ε) δηλώσεις περιουσιακής κατάστασης Ε9 των ετών 2013 και 2014 του ανωτέρω δικαιοπαρόχου των αντιδίκων τους Γ.

Π., για τις οποίες ο δεύτερος των αντιδίκων τους υπέβαλε, για λογαριασμό του πατέρα του, διορθωτικές δηλώσεις Ε9, με τις οποίες, ενώ ο πατέρας του δήλωνε, σχετικά με το απαλλοτριωθέν ακίνητο στη θέση "...", ποσοστό (συγ)κυριότητάς του σ' αυτό 33,33%, ήτοι ότι είναι (συγ)κύριος αυτού κατά το 1/3 εξ αδιαιρέτου και συνολική έκτασή του 97.571 τ.μ., διόρθωσε (ο δεύτερος αναιρεσίβλητος) αφενός μεν την έκταση του παραπάνω ακινήτου σε 47.320 τ.μ., ώστε να ταυτίζεται με την έκταση του απαλλοτριωθέντος που αναφέρεται στην 89/2009 απόφαση αναγνώρισης δικαιούχων του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λευκάδας, αφετέρου δε το ποσοστό (συγ)κυριότητας του δικαιοπαρόχου του Γ.

Π. στο εν λόγω ακίνητο από 33,33% σε 100%, στ) δήλωση περιουσιακής κατάστασης Ε9 έτους 2005 του εκ των τριών ανωτέρω αδελφών Δ. Π., με την οποία, αναφορικά με το ακίνητο που αγοράστηκε με το προαναφερθέν .../1971 συμβόλαιο των 50.000 τ.μ., δηλώνει, πριν την κήρυξη της απαλλοτρίωσης, σε ανύποπτο, δηλαδή, χρόνο, ποσοστό (συγ)κυριότητάς του σ' αυτό 33,33%, ήτοι το 1/3 εξ αδιαιρέτου, ζ) τον από μηνός Μαΐου 2001 κτηματολογικό πίνακα και διάγραμμα της ανωτέρω απαλλοτρίωσης, στον οποίο πίνακα φέρονται ως (συγ)κύριοι του απαλλοτριωθέντος ακινήτου οι τρεις ανωτέρω αδελφοί, η) την .../1979 δημόσια διαθήκη του πατέρα των τριών αδελφών Ν.

Π. του Θ., η οποία δημοσιεύθηκε με τα 39/1996 πρακτικά του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λευκάδας και με την οποία διαθήκη ο ανωτέρω εγκαθιστά κληρονόμους του τα τρία παραπάνω άρρενα τέκνα του κατά το 1/3 εξ αδιαιρέτου το καθένα τους σε ολόκληρη την περιουσία του, εκφράζοντας, έτσι, και με τον τρόπο αυτό, την επιθυμία του να καταστούν τα εν λόγω τέκνα του εξ αδιαιρέτου συγκύριοι κατ' ίσα μέρη, ήτοι κατά το 1/3 το καθένα τους σε όλα τα ακίνητα και συνεπώς και στο απαλλοτριωθέν, θ) το 35120/3861/13-7-1976 έγγραφο της Διεύθυνσης Αρχαιοτήτων του Υπουργείου Πολιτισμού και Επιστημών προς την Εφορία Κλασσικών Αρχαιοτήτων Δελφών, από το οποίο προκύπτει ότι με το έγγραφο αυτό έγινε δεκτή αίτηση των παραπάνω τριών αδελφών για την άροση του ανωτέρω όλου απαλλοτριωθέντος ακινήτου και όχι τριών διαιρετών τμημάτων αυτού, αναλόγων, δηλαδή, προς τον αριθμό των συγκυρίων αδελφών και όπως θα συνέβαινε, αν αυτοί (αδελφοί) δεν ήταν (συγ)κύριοι, αλλά ο καθένας τους ήταν κύριος διαιρετού τμήματος του παραπάνω ακινήτου και ι) την από μηνός Νοεμβρίου 2008 έκθεση φωτοερμηνείας του δασολόγου Β.

Ν., σύμφωνα με την οποία, η σύνταξή της ανατέθηκε και από τους τρεις ανωτέρω αδελφούς από κοινού, όχι για διαιρετό τμήμα καθενός τούτων στο όλο απαλλοτριωθέν ακίνητο, όπως θα συνέβαινε αν ήταν κύριος ο καθένας τους τέτοιου τμήματος, αλλά στο όλο παραπάνω ακίνητο έκτασης 97.571,26 τ.μ. Με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης διατείνονται οι αναιρεσείοντες ότι η αναφορά των τριών ως άνω αδελφών στην αίτηση αναγνώρισης δικαιούχων, όχι ως (συγ)κυρίων του όλου απαλλοτριωθέντος ακινήτου, όπως πράγματι ήταν, αλλά ως κυρίων διαιρετών τμημάτων του ακινήτου αυτού που είχαν αποκτήσει με τα προαναφερθέντα συμβόλαια, έγινε μετά από συμφωνία τους προκειμένου να αντιμετωπίσουν τον ισχυρισμό του Ελληνικού Δημοσίου, τότε καθού στην ως άνω αίτηση, καθόσον τούτο αρνούνταν την ύπαρξη δικαιωμάτων των τριών αδελφών στο απαλλοτριωθέν ακίνητο, ισχυριζόμενο ότι επρόκειτο για δασικό ακίνητο και του οποίου ισχυρισμού η ανταπόδειξη, ενόψει της φύσης του, ήταν άκρως δυσχερής έως αδύνατη με την επίκληση (συγ)κυριότητας των τριών αδελφών στο απαλλοτριωθέν ακίνητο με έκτακτη χρησικτησία, ενώ ευχερέστερη, λόγω της ύπαρξης των παραπάνω συμβολαίων, με την επίκληση αποκλειστικής κυριότητας καθενός τούτων στο διαιρετό τμήμα που απέκτησε με το συμβόλαιό του.

Ότι για το λόγο αυτό και προς απόδειξη του ανωτέρω ισχυρισμού τους επικαλέστηκαν και προσκόμισαν ενώπιον του Εφετείου, α) τις ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λευκάδας, από 26-11-2008 προτάσεις του Ελληνικού Δημοσίου κατά των τριών αδελφών, για την απόκρουση της προαναφερθείσας αίτησης αυτών αναγνώρισης αυτών ως δικαιούχων της αποζημίωσης, με τις οποίες προτάσεις του το Ελληνικό Δημόσιο ζήτησε την απόρριψη της αίτησης, επικαλούμενο το δασικό χαρακτήρα της απαλλοτριωθείσας έκτασης, β) το ...2001 έγγραφο της Διεύθυνσης Δασών Αιτωλοακαρνανίας προς την Κτηματική Υπηρεσία Αιτωλοακαρνανίας, με τη συνημμένη σε αυτό από ...2001 έκθεση φωτοερμηνείας του δασολόγου της Διεύθυνσης Δασών Αιτ/νίας Π.

Ι., σύμφωνα με την οποία η ανωτέρω απαλλοτριωθείσα έκταση ήταν ανέκαθεν δάσος, γ) το 1838/9-10-2001 έγγραφο της Διεύθυνσης Δασών Αιτ/νίας προς το Τμήμα Απαλλοτριώσεων του Υπουργείου Πολιτισμού και Επιστημών, σύμφωνα με το οποίο η παραπάνω έκταση χαρακτηρίζεται ως δασική και δ) το 3134/Φ520/738/20-11-2008 έγγραφο της Κτηματικής Υπηρεσίας Αιτ/νίας προς την Κτηματική Υπηρεσία Λευκάδας, στο οποίο και πάλι η ανωτέρω έκταση χαρακτηρίζεται ως δασική.

Ότι όμως, το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τα ανωτέρω έγγραφα κατά την κατάστρωση του αποδεικτικού του πορίσματος, με βάση το οποίο απέρριψε την αγωγή τους. Με τον πρώτο μέρος του έκτου λόγου αναίρεσης διατείνονται οι αναιρεσείοντες ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη την από Νοεμβρίου 2008 έκθεση φωτοερμηνείας του δασολόγου Β.

Ν., που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, στην οποία αναφέρεται ότι στην ιδιοκτησία (3), η οποία είναι η απαλλοτριωθείσα ιδιοκτησία των τριών αδελφών, υπάρχει φράκτης στο ανατολικό και νοτιοανατολικό όριο αυτής (δηλαδή στα παραπάνω όρια της όλης ιδιοκτησίας 3 με τις άλλες ξένες ιδιοκτησίες), χωρίς να αναφέρεται ότι ένα τμήμα της ιδιοκτησίας αυτής ξεχωρίζει από άλλο τμήμα της και όπως, αν έτσι είχαν τα πράγματα, θα αναφερόταν.

Ότι από το έγγραφο αυτό αποδεικνύεται πλήρως ότι το όλο απαλλοτριωθέν ακίνητο αποτελούσε ενιαία ιδιοκτησία, (συγ)κυριότητας των τριών αδελφών, χωρίς οποιοδήποτε εντός αυτού διαχωριστικό του σε επιμέρους τμήματα. Ότι το Εφετείο μη λαμβάνοντας υπόψη όλα τα ανωτέρω έγγραφα, που αποδείκνυαν τους ισχυρισμούς της αγωγής τους, υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 11 γ' ΚΠολΔ.

Όπως, όμως, προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο οδηγήθηκε στο αποδεικτικό του πόρισμα ύστερα από την εκτίμηση των εκεί αναφερομένων αποδεικτικών μέσων και ειδικότερα "Από όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που οι διάδικοι μετ' επικλήσεως προσκομίζουν, ακόμα και αυτά που προσκομίζουν για πρώτη φορά στο παρόν δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, τα οποία παραδεκτώς λαμβάνονται υπόψη, διότι, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, δεν συντρέχουν οι τιθέμενες από το άρθρο 529 παρ. 2 του ΚΠολΔ προϋποθέσεις αποκλεισμού αυτών ως απαραδέκτων και τα οποία το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη του, είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, για ορισμένα από τα οποία γίνει ειδική αναφορά κατωτέρω, χωρίς όμως να έχει παραληφθεί κάποιο για την ουσιαστική διάγνωση της ένδικης διαφοράς, από α) τη με αριθμό ...2017 ένορκη βεβαίωση του μάρτυρα Β.

Φ. του Σ., που ελήφθη ενώπιον του Ειρηνοδίκη ... και β) τη με αριθμό ...2017 ένορκη βεβαίωση του μάρτυρα Σ. Π. του Χ., που ελήφθη ενώπιον του Ειρηνοδίκη Πρέβεζας, τις οποίες προσκομίζουν και επικαλούνται οι εναγόμενοι και οι οποίες ελήφθηκαν κατόπιν νόμιμης κλήτευσης των εναγόντων... από τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, που λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο και χωρίς απόδειξη..., αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά...".

Από την κατηγορηματική αυτή διαβεβαίωση, αλλά και από το σύνολο των παραδοχών της προσβαλλόμενης απόφασης, όπως αυτές εκτέθηκαν ανωτέρω, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έλαβε υπόψη και τα ανωτέρω έγγραφα που επικαλούνται οι αναιρεσείοντες, τα οποία συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις προς συναγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος.

Πλην όμως, το δικαστήριο της ουσίας, κατά την ελεύθερη κρίση του, εκτίμησε διαφορετικά και όχι σύμφωνα με τις απόψεις των αναιρεσειόντων την αποδεικτική τους δύναμη και δεν δέχθηκε τη βασιμότητα των ισχυρισμών τους.

Συνεπώς, οι δεύτερος, τρίτος, τέταρτος και πέμπτος λόγοι, καθώς και ο έκτος λόγος κατά το πρώτο μέρος του, αναφορικά με την παράβαση του άρθρου 559 αρ. 11 γ' ΚΠολΔ, είναι αβάσιμοι. Κατά το άρθρο 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Έλλειψη νόμιμης βάσης, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία σύμφωνα με το νόμο είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή, ότι δε συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.

Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της απόφασης, δημιουργούνται αμφιβολίες, για το αν παραβιάστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται ο λόγος αυτός σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται, όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ειδικότερα, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται σαφώς, πλήρως και χωρίς αντιφάσεις.

Ως ζητήματα, τέλος, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα του δικαστηρίου ή των διαδίκων, που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης (ΑΠ 778/2024, ΑΠ 1551/2021, ΑΠ 1304/2021).

Ο από την ανωτέρω διάταξη λόγος αναίρεσης είναι δυνατόν να φέρεται ότι πλήττει την προσβαλλομένη απόφαση γιατί παραβίασε εκ πλαγίου κανόνα δικαίου, αλλά στην πραγματικότητα, υπό το πρόσχημα ότι κατά την εκτίμηση των αποδείξεων παραβιάστηκε κανόνας δικαίου, να πλήττει την απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, οπότε ο λόγος αναίρεσης θα απορριφθεί ως απαράδεκτος, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, διότι πλήττει την ανέλεγκτη, περί την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου (ΑΠ 1392/2023, ΑΠ 536/2022, ΑΠ 1055/2018, ΑΠ 1225/2018).

Στην προκείμενη περίπτωση, με το δεύτερο μέρος του έκτου λόγου αναίρεσης και υπό την επίκληση της αναιρετικής πλημμέλειας από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, διατείνονται οι αναιρεσείοντες ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι ελλιπής ως προς τις αιτιολογίες της σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Ότι ειδικότερα, δεν αναφέρεται στην απόφαση, όπως θα έπρεπε για την πληρότητας της αιτιολογίας της, πώς ξεχώριζαν τα όρια της ιδιοκτησίας του δικαιοπαρόχου των αναιρεσιβλήτων από την ιδιοκτησία του αδελφού του Δ., τον οποίο διαχωρισμό δέχθηκε το Εφετείο, από τι αποτελούνταν τα όρια αυτά, ώστε να είναι διακριτά και να αποτελούν τα όρια των ιδιοκτησιών των δύο παραπάνω αδελφών που δέχθηκε το Εφετείο και αν υπήρχαν και όρια μεταξύ των ιδιοκτησιών των δύο άλλων αδελφών Π.

και Δ., όπως θα έπρεπε να υπάρχουν, αν δεν επρόκειτο για ενιαία ιδιοκτησία, αλλά για ακίνητο χωρισμένο σε τρία διακεκριμένα τμήματα, αποκλειστικής κυριότητας εκάστου των τριών παραπάνω αδελφών. Επίσης, με τον έβδομο λόγο αναίρεσης και υπό την επίκληση της ίδιας πιο πάνω αναιρετικής πλημμέλειας από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, διατείνονται οι αναιρεσείοντες με το πρώτο σκέλος του λόγου αυτού ότι οι αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασης είναι ελλιπείς, καθώς δεν αναφέρεται σ' αυτήν ο τρόπος με τον οποίο ο δικαιοπάροχος των αναιρεσιβλήτων κατέστη αποκλειστικός κύριος του τμήματος των 47.320,12 τ.μ., όπως και με την εκδοχή ότι αναφέρεται ως τρόπος κτήσης της κυριότητας του τμήματος αυτού από τον Γ.

Π. η έκτακτη χρησικτησία, δεν αναφέρονται στην απόφαση οι διανοία κυρίου πράξεις νομής του στο ανωτέρω τμήμα. Με το δεύτερο σκέλος του ίδιου ως άνω λόγου, μέμφονται οι αναιρεσείοντες την προσβαλλόμενη απόφαση για ελλιπείς αιτιολογίες, καθώς, όπως ισχυρίζονται, ενώ έγινε δεκτό από την απόφαση ότι ο πατέρας των τριών αδελφών Ν.

Π. με το .../1971 συμβόλαιο είχε καταστεί συγκύριος κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου του ανωτέρω ακινήτου των 47.320,12 τ.μ. και ότι μεταβίβασε άτυπα το έτος 1971 το ποσοστό του αυτό στον δικαιοπάροχο των αναιρεσιβλήτων Γ. Π., δεν αναφέρεται στη συνέχεια στην απόφαση, γιατί ο προαναφερθείς πατέρας των τριών αδελφών μεταβίβασε το παραπάνω μερίδιό του μόνο στο ένα από τα τρία παιδιά του και όχι σε κάποιο άλλο από τα υπόλοιπα δύο παιδιά του, ή γιατί να μην το μεταβιβάσει από κοινού και στα τρία παιδιά του.

Ότι επίσης, δεν αναφέρεται στην απόφαση, γιατί, αφού αυτή ήταν η πρόθεση του πατέρα των τριών αδελφών, δηλαδή να μεταβιβάσει το μερίδιό του στο ανωτέρω ακίνητο στο δικαιοπάροχο των αναιρεσιβλήτων μόνο, να μην αγοράσει το ακίνητο αυτό εξ ολοκλήρου στο όνομα του εν λόγω δικαιοπαρόχου των αναιρεσιβλήτων.

Με το τρίτο σκέλος του ίδιου πιο πάνω λόγου, διατείνονται οι αναιρεσείοντες ότι το Εφετείο, ενώ δέχθηκε ότι τα αναφερόμενα στην αίτηση αναγνώρισης δικαιούχων της αποζημίωσης σχετικά με την αποκλειστική κυριότητα του δικαιοπαρόχου των αναιρεσιβλήτων στο ανωτέρω διαιρετό τμήμα του όλου απαλλοτριωθέντος ακινήτου ήταν "απολύτως αληθή και ότι αποτυπώνουν την πραγματική κατάσταση", δεν εκθέτει περαιτέρω στην απόφασή του, γιατί δεν θεώρησε ότι ήταν απολύτως αληθείς και γιατί δεν αποτυπώνουν την πραγματική κατάσταση οι δύο, μάλιστα, αιτήσεις των τριών αδελφών για τον καθορισμό της τιμής μονάδος αποζημίωσης και με τις οποίες αιτήσεις οι εν λόγω αδελφοί δηλώνουν και αναγνωρίζουν ότι είναι συγκύριοι του όλου απαλλοτριωθέντος ακινήτου κατά ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου ο καθένας.

Ότι δεν αναφέρει επίσης το Εφετείο στις αιτιολογίες της απόφασής του, γιατί απέδωσε μεγαλύτερη βαρύτητα στην παραπάνω αίτηση αναγνώρισης δικαιούχων από αυτή που απέδωσε στις αιτήσεις καθορισμού, αν και οι αιτήσεις αυτές ήταν δύο, ενώ η πρώτη ήταν μόνο μία. Με το τέταρτο σκέλος του ίδιου πιο πάνω λόγου, ισχυρίζονται οι αναιρεσείοντες ότι, ενώ το Εφετείο δέχθηκε ότι ο δικαιοπάροχος των αναιρεσιβλήτων και όχι τα και τα δύο άλλα αδέλφια, ζήτησε από την αρχαιολογική υπηρεσία άδεια καλλιέργειας με απλά μέσα του παραπάνω ακινήτου των 50 στρεμμάτων, δεν αναφέρει στη συνέχεια στην αιτιολογία του αυτή, γιατί για την παροχή της εν λόγω άδειας θα έπρεπε να συμπράξουν και οι ανωτέρω δύο αδελφοί του Γ.

Π., γιατί η υποβολή των ανωτέρω αίτησης μόνο από τον Γ. Π. απέκλειε την προαναφερθείσα συμφωνία των τριών αδελφών για τις μεταξύ τους μεταβιβάσεις της νομής των παραπάνω τμημάτων του απαλλοτριωθέντος ακινήτου και την εν συνεχεία διενέργεια πράξεων συννομής διανοία συγκυρίου και των τριών αδελφών επί του όλου ακινήτου και γιατί το ότι ζήτησε την παραπάνω άδεια μόνο ο Γ.

Π. καθιστούσε αδύνατη την από κοινού και από τα τρία αδέλφια καλλιέργεια του ανωτέρω τμήματος. Με το πέμπτο σκέλος του αυτού ως άνω λόγου αναίρεσης, διατείνονται οι αναιρεσείοντες ότι, ενώ δέχεται το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του ότι οι εκ των τριών αδελφών Δ. και Π. υπέβαλαν αίτηση στην αρχαιολογική υπηρεσία για την απαλλοτρίωση μόνο του ανωτέρω τμήματος των 50 στρεμμάτων, από το οποίο ο δεύτερος είχε δωρίσει το έτος 1976 στον πρώτο το προαναφερθέν διαιρετό τμήμα του και δεν υπέβαλαν και για το υπόλοιπο τμήμα του όλου απαλλοτριωθέντος ακινήτου που δέχθηκε το Εφετείο ότι ανήκει στον Γ.

Π., δεν αναφέρει το Εφετείο, πώς οι ανωτέρω Δ. και Π. Π. θα μπορούσαν να υποβάλουν αίτηση και για το υπόλοιπο τμήμα, αφού αυτό, σύμφωνα με το προαναφερθέν .../1971 συμβόλαιο, ανήκε στον πατέρα τους και στον αδελφό τους Γ. κατά το 1/2 εξ αδιαιρέτου στον καθένα. Ότι επίσης, δεν αναφέρει στο Εφετείο στην αιτιολογία της απόφασής του, αν για το παραπάνω, ανήκον στους Ν.

και Γ. Π. τμήμα, υπέβαλαν ή όχι αυτοί την παραπάνω αίτηση, οπότε, αν την είχαν υποβάλει , τότε θα ήταν περιττή η υποβολή σχετικής αίτησης και εκ μέρους των ανωτέρω Δ. και Π.. Ότι εξάλλου, ενώ δέχεται το Εφετείο ότι ο Π. Π. δώρισε με το προαναφερθέν συμβόλαιο το έτος 1976 στον αδελφό του Δημήτριο από το ακίνητο των 50 στρεμμάτων, που είχε αγοράσει με το .../1971 συμβόλαιο, τμήμα αυτού 25 στρεμμάτων, δεν εξηγεί, γιατί, αν δεν υπήρχε μεταξύ των τριών αδελφών και του πατέρα τους ή προαναφερθείσα για κατ' ισομερία συγκυριότητά τους στο απαλλοτριωθέν ακίνητο συμφωνία τους, να μεταβιβάσει ο Π.

στον αδελφό του Δ. το παραπάνω τμήμα και γιατί τότε οι δύο αδελφοί Π. και Δ. δεν αγόρασαν από τον ανωτέρω αρχικό πωλητή ο δεύτερος το τμήμα που του δώρησε ο πρώτος και ο πρώτος το τμήμα που του απέμεινε μετά τη δωρεά. Με το έκτο σκέλος του αυτού ως άνω λόγου, ισχυρίζονται οι αναιρεσείοντες ότι, ενώ δέχεται το Εφετείο με την απόφασή του ότι το ακίνητο που αγοράστηκε με το .../1971 συμβόλαιο, αγοράστηκε με δάνειο και ότι το δάνειο αυτό πλήρωνε ο δικαιοπάροχος των αναιρεσιβλήτων Γ.

Π., δεν αναφέρει για την πληρότητα της αιτιολογίας, πώς το δάνειο αυτό πλήρωνε μόνο ο Γ. Π., ενώ σύμφωνα με τις λοιπές παραδοχές του, το εν λόγω ακίνητο δεν είχε αγοραστεί μόνο από τον Γ. Π., αλλά κατά το ήμισυ από αυτόν και τον πατέρα του Ν. Π. και εμφανίζεται έτσι με τις παραδοχές του Εφετείου, ο Γ. Π. να εξοφλεί δάνειο για την αγορά ακινήτου, που όμως, είχε αγοραστεί μόνο κατά το ήμισυ από τον ίδιο.

Ότι επίσης, δεν αναφέρει το Εφετείο, γιατί ο Γ. Π. πλήρωνε το παραπάνω δάνειο, αφού θα μπορούσε κάλλιστα ο πατέρας του να μεταβιβάσει το ανωτέρω ποσοστό συγκυριότητάς του στα άλλα, ή σε κάποιο άλλο από τα δύο άρρενα τέκνα του. Ότι επίσης, δεν αναφέρει το Εφετείο στην αιτιολογία του, γιατί από το ότι πλήρωνε το πιο πάνω δάνειο ο Γ.

Π., αποκλείεται τα χρήματα για την πληρωμή του δανείου αυτού να μην κατέβαλαν και οι τρεις αδελφοί και ο πατέρας τους από κοινού, ο δε Γ. Π. απλώς να μετέβαινε για την καταβολή των χρημάτων των δόσεων του δανείου αυτού στη δανείστρια Τράπεζα. Με το έβδομο σκέλος του ίδιου πιο πάνω λόγου, ισχυρίζονται οι αναιρεσείοντες ότι δέχθηκε το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του ότι, ενώ οι εκ των τριών αδελφών Π.

και Δ. γνώριζαν, επειδή είχαν νομικούς παραστάτες, τη βαρύτητα της απόφασης αναγνώρισης δικαιούχων αποζημίωσης, δεν αναφέρει γιατί ο Γ. Π. δεν γνώριζε και αυτός, λόγω των νομικών παραστατών του, τη βαρύτητα της δήλωσής του στις δύο παραπάνω αιτήσεις καθορισμού τιμής μονάδος, ότι είναι συγκύριος του όλου απαλλοτριωθέντος ακινήτου κατά το 1/3 εξ αδιαιρέτου και γιατί οι αιτήσεις αυτές και η παραπάνω δι' αυτών δήλωση του Γ.

Π. έχουν μικρότερη βαρύτητα σε σχέση με την απόφαση αναγνώρισης δικαιούχων. Με το όγδοο σκέλος του ίδιου πιο πάνω λόγου, οι αναιρεσείοντες διατείνονται ότι, ενώ το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του ότι η αναφορά των τριών αδελφών στις αιτήσεις καθορισμού τιμής μονάδος ως εξ αδιαιρέτου συγκυρίων του όλου απαλλοτριωθέντος ακινήτου κατά ποσοστό 1/3 εκάστου "έγινε αποκλειστικά και μόνο για τη διευκόλυνση της αποδεικτικής διαδικασίας", δεν αναφέρει στην αιτιολογία αυτή, σε τι συνίστατο η αποδεικτική διαδικασία, η οποία διευκολύνθηκε με την παραπάνω αναφορά, ποιο ήταν το αποδεικτέο αυτής θέμα, η απόδειξη του οποίου διευκολύνθηκε με την εν λόγω αναφορά, γιατί η παραπάνω αναφορά διευκόλυνε και με ποιον τρόπο την αποδεικτική αυτή διαδικασία, γιατί η αποδεικτική αυτή διαδικασία δεν θα διευκολυνόταν αν στις παραπάνω αιτήσεις αναγραφόταν όχι αυτό που αναγράφηκε, αλλά ότι οι τρεις αδελφοί ήταν καθένας τους αποκλειστικός κύριος διαιρετού τμήματος του απαλλοτριωθέντος ακινήτου, γιατί για τον ίδιο λόγο της διευκόλυνσης της οικείας αποδεικτικής διαδικασίας δεν αναγράφηκε και στην αίτηση αναγνώρισης δικαιούχων, ότι οι τρεις αδελφοί ήταν συγκύριοι του απαλλοτριωθέντος ακινήτου κατά το 1/3 εξ αδιαιρέτου ο καθένας και γιατί, παρά τη μη διευκόλυνση αυτή, διεξήχθη η εν λόγω αποδεικτική διαδικασία, ενώ για τη διεξαγωγή της αποδεικτικής διαδικασίας στη δίκη καθορισμού τιμής μονάδος απαιτούνταν η διευκόλυνση αυτής με τον παραπάνω τρόπο.

Με το ένατο σκέλος του αυτού ως άνω αναιρετικού λόγου, διατείνονται οι αναιρεσείοντες ότι, ενώ το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του ότι η αναφορά των τριών αδελφών στις αιτήσεις καθορισμού τιμής μονάδος ως εξ αδιαιρέτου συγκυρίων του όλου απαλλοτριωθέντος ακινήτου κατά ποσοστό 1/3 ο καθένας "δεν είχε οποιαδήποτε δυσμενή συνέπεια γι' αυτούς, αφού στον οικείο κτηματολογικό πίνακα είχε περιληφθεί ως μία ενιαία ιδιοκτησία το όλο ακίνητο...

με αναγραφόμενους φερόμενους ιδιοκτήτες, χωρίς ειδικότερο προσδιορισμό του ιδανικού μεριδίου καθενός τους", δεν αναφέρει στη συνέχεια για την πληρότητα της αιτιολογίας, γιατί δεν συνιστά δυσμενή συνέπεια για τον Γ. Π. και τους κληρονόμους του - αναιρεσίβλητους η αναγνώρισή του με τις παραπάνω αιτήσεις του ότι είναι συγκύριος του απαλλοτριωθέντος ακινήτου κατά το 1/3 εξ αδιαιρέτου αυτού, αφού αποτελεί δικαστική ομολογία του του γεγονότος τούτου, γιατί, αντίστοιχα συνιστά δυσμενή για τους ίδιους (τους αναιρεσείοντες) συνέπεια η αναγραφή στην αίτηση αναγνώρισης δικαιούχων ως κυρίου εκάστου των τριών αδελφών διακεκριμένου τμήματος του απαλλοτριωθέντος ακινήτου, γιατί οι αιτήσεις καθορισμού τιμής μονάδος με το παραπάνω περιεχόμενό τους δεν είχαν δυσμενείς συνέπειες για τον Γ.

Π., ενώ αντίθετα, είχε για τους άλλους δύο αδελφούς τέτοιες δυσμενείς συνέπειες η ανωτέρω αναγραφή στην αίτηση αναγνώρισης δικαιούχων και γιατί η αναφορά στον κτηματολογικό πίνακα της παραπάνω απαλλοτρίωσης του όλου απαλλοτριωθέντος ακινήτου ως μιας ενιαίας ιδιοκτησίας με φερόμενους ιδιοκτήτες τα τρία αδέλφια χωρίς ειδικότερο προσδιορισμό του ιδανικού μεριδίου καθενός τούτων, αναιρεί την παραπάνω δυσμενή συνέπεια που επάγεται για τον Γ.

Π. και τους κληρονόμους του η αναγραφή του στις αιτήσεις καθορισμού τιμής μονάδος ως εξ αδιαιρέτου συγκυρίου του όλου απαλλοτριωθέντος ακινήτου και γιατί η ίδια αυτή αναφορά στον παραπάνω κτηματολογικό πίνακα δεν αναιρεί την παραπάνω δυσμενή για τους δύο άλλους αδελφούς συνέπεια, την οποία δέχθηκε γι' αυτούς το Εφετείο από την ανωτέρω αναγραφή στην αίτηση αναγνώρισης δικαιούχων.

Με το δέκατο σκέλος του αυτού πιο πάνω αναιρετικού λόγου, ισχυρίζονται οι αναιρεσείοντες ότι το Εφετείο, ενώ δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του ότι οι δύο ανωτέρω αδελφοί που ισχυρίστηκαν ότι είναι συγκύριοι του απαλλοτριωθέντος ακινήτου κατά το 1/3 εξ αδιαιρέτου ο καθένας τους "δεν φρόντισαν, προς διασφάλιση των συμφερόντων τους...

να υπογράψουν ιδιωτικό συμφωνητικό, με το οποίο ο Γ. Π. να αναγνωρίζει την υποχρέωσή του να τους καταβάλει το μέρος της αποζημίωσης", χωρίς όμως το Εφετείο να αναφέρει, από πού προβλέπεται για την κατοχύρωση των συμφερόντων των παραπάνω δύο αδελφών, η υπογραφή του ιδιωτικού αυτού συμφωνητικού, πώς το εν λόγω ιδιωτικό συμφωνητικό, με το προαναφερθέν περιεχόμενο που δέχθηκε το Εφετείο ότι έπρεπε να έχει, θα διασφάλιζε τα συμφέροντα των αδελφών αυτών, γιατί το ιδιωτικό αυτό συμφωνητικό θα αποδείκνυε τη συγκυριότητα των τριών αδελφών κατ' ίσα μέρη στο απαλλοτριωθέν ακίνητο, που είναι το κρίσιμο αποδεικτέο θέμα στην προκείμενη δίκη και δεν αποδεικνύουν τη συγκυριότητά τους αυτή οι δύο παραπάνω αιτήσεις καθορισμού τιμής μονάδος, ο κτηματολογικός πίνακας με το προαναφερθέν περιεχόμενό του και το .../1971 συμβόλαιο, με το οποίο ο Γ.

Π. αγόρασε μόνο το 1/2 εξ αδιαιρέτου του αναφερομένου στο συμβόλαιο αυτό ακινήτου των 50 στρεμμάτων και επίσης, δεν αναφέρει το Εφετείο, γιατί δεν έπρεπε να φροντίσει και ο Γ. Π. να υπογράψουν ο ίδιος και τα δύο υπόλοιπα αδέλφια του ιδιωτικό συμφωνητικό για τη διασφάλιση των συμφερόντων του, ενόψει του παραπάνω περιεχομένου των δύο αιτήσεων καθορισμού τιμής μονάδος.

Με το ενδέκατο σκέλος του ίδιου πιο πάνω αναιρετικού λόγου, διατείνονται οι αναιρεσείοντες ότι ενώ το Εφετείο απέρριψε με την προσβαλλόμενη απόφασή του τον ισχυρισμό των δύο αδελφών Π. και Δ. για προφορική, λόγω της αδελφικής σχέσης τους, συμφωνία τους με τον έτερο αδελφό τους Γ. για την καταβολή εκ μέρους του τελευταίου του ποσού της αποζημίωσης που θα εισέπραττε αυτός πλέον του ανωτέρω ποσοστού του του 1/3 εξ αδιαιρέτου στο απαλλοτριωθέν ακίνητο, με την αιτιολογία ότι "τα τρία αδέλφια δεν διατηρούσαν μεταξύ τους αγαστές σχέσεις, αλλά αντιθέτως υπήρχαν διαφωνίες και έριδες μεταξύ τους σχετικό με ευρισκόμενο στη ...

κληρονομιαίο ακίνητο (πρόκειται για ακίνητο διάφορο του απαλλοτριωθέντος), δεν αναφέρει το Εφετείο, γιατί για το κύρος της παραπάνω προφορικής συμφωνίας που επικαλέστηκαν οι δύο αδελφοί, οι σχέσεις των τριών αδελφών θα έπρεπε να είναι αγαστές, σε τι συνίστατο και μεταξύ ποίων εκ των τριών αδελφών είχαν ανακύψει οι παραπάνω διαφωνίες, τις οποίες δέχθηκε το Εφετείο ως αιτία που κατέστησε τις σχέσεις τους μη αγαστές, γιατί οι διαφωνίες τους για το ανωτέρω κληρονομιαίο ακίνητο είχαν καταστήσει τις σχέσεις τους, αν και αδέλφια, μη αγαστές, γιατί, αν και οι παραπάνω διαφωνίες, τις οποίες δέχθηκε το Εφετείο, εκδηλώθηκαν, σύμφωνα με τις παραδοχές του, το έτος 1996, συνέχιζαν και μετά την πάροδο του παραπάνω μεγάλου χρόνου να καθιστούν τις σχέσεις των τριών αδελφών μη αγαστές, γιατί, λόγω του ανωτέρω κληρονομιαίου ακινήτου, ήταν μη αγαστές οι σχέσεις μεταξύ των Π.

και Δ. έναντι του Γ., όπως δέχθηκε, αν και, κατά τις παραδοχές του Εφετείου, την αναφερόμενη από ...1996 αίτηση ασφαλιστικών μέτρων νομής για το παραπάνω ακίνητο, στην οποία στήριξε την απορριπτική της αγωγής παραδοχή του για μη αγαστές σχέσεις μεταξύ των τριών αδελφών, είχαν ασκήσει, όχι οι Π. και Δ. κατά του Γ., αλλά οι Π.

και Γ. κατά του Δ. και γιατί, ενόψει των μη αγαστών σχέσεων, που δέχθηκε το Εφετείο, θα έπρεπε οι δύο αδελφοί να είχαν μεριμνήσει να διασφαλισθούν, ενόψει του περιεχομένου της παραπάνω αίτησης αναγνώρισης δικαιούχων και δεν θα έπρεπε, ενόψει των ίδιων αυτών σχέσεων και του παραπάνω περιεχομένου των δύο αιτήσεων καθορισμού τιμής μονάδος, να μην είχε μεριμνήσει να διασφαλιστεί ο δικαιοπάροχος των αναιρεσιβλήτων Γ.

Π.. Με το δωδέκατο σκέλος του ίδιου πιο πάνω λόγου αναίρεσης, διατείνονται οι αναιρεσείοντες ότι ενώ το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του ότι δεν ανέφεραν (οι αναιρεσείοντες) στην από 2...2016 εξώδικη πρόσκλησή τους προς τους αναιρεσίβλητους ότι οι τρεις παραπάνω αδελφοί ήταν συγκύριοι του απαλλοτριωθέντος ακινήτου κατά το 1/3 εξ αδιαιρέτου ο καθένας τους, αλλά ότι αυτοί ήταν συγκύριοι κατά το 1/6 εξ αδιαιρέτου ο καθένας τους στο ακίνητο που αγοράστηκε με το ανωτέρω .../1971 συμβόλαιο, λόγω της προαναφερθείσας μεταβίβασής του εκ μέρους του πατέρα τους Ν., δεν αναφέρει το Εφετείο στην προσβαλλόμενη απόφασή του, ποια είναι η διαφορά μεταξύ αυτού που δέχθηκε ότι ανέφεραν στην παραπάνω εξώδικη πρόσκλησή τους και εκείνου που, κατά τις παραδοχές του, θα έπρεπε να είχαν αναφέρει, καθόσον είτε ανέφεραν στην ανωτέρω εξώδικη πρόσκλησή τους αυτό που παραπάνω ανέφεραν, είτε ανέφεραν αυτό που, κατά το Εφετείο, έπρεπε να είχαν αναφέρει, ουδεμία διαφορά υφίσταται ως προς το ποσό που έχουν εισπράξει οι αναιρεσίβλητοι επιπλέον εκείνου που αντιστοιχεί στο εξ 1/3 ποσοστό συγκυριότητας του δικαιοπαρόχου τους στο όλο απαλλοτριωθέν ακίνητο και το οποίο ποσό οφείλουν για το λόγο αυτό να τους επιστρέψουν.

Ισχυρίζονται, επίσης, με το ίδιο σκέλος ότι το Εφετείο δεν αναφέρει στην απόφασή του, γιατί συνιστά απόκρυψη από μέρους τους η μη αναφορά στην παραπάνω εξώδικη πρόσκλησή τους του ότι με την 89/2009 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λευκάδας, αναγνωρίστηκε δικαιούχος της αποζημίωσης για το προαναφερθέν ακίνητο των 47.320,12 τ.μ.

ο δικαιοπάροχος των αναιρεσιβλήτων Γ. Π., ότι οι αντίδικοί τους αγνοούσαν το γεγονός τούτο και γιατί θα έπρεπε να αναφέρουν στους αναιρεσίβλητους το εν λόγω γεγονός και όχι την κατ' αυτών αξίωσή τους από το γεγονός της κατ' ίσα μέρη εξ αδιαιρέτου συγκυριότητας των τριών αδελφών στο όλο απαλλοτριωθέν ακίνητο, όπως επίσης, δεν αναφέρει το Εφετείο στις αιτιολογίες του, γιατί στην ανωτέρω εξώδικη πρόσκλησή τους θα έπρεπε να αναφέρουν τι ισχυρίστηκαν οι τρεις αδελφοί με την αίτηση αναγνώρισης δικαιούχων και γιατί θα έπρεπε να αναφέρουν τι ισχυρίστηκαν οι αδελφοί αυτοί με τις παραπάνω δύο αιτήσεις τους καθορισμού τιμής μονάδος.

Με το δέκατο τρίτο σκέλος του αυτού πιο πάνω αναιρετικού λόγου διατείνονται οι αναιρεσείοντες ότι το Εφετείο, ενώ δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του ότι δεύτερος από αυτούς τροποποίησε, για την ενίσχυση των αγωγικών ισχυρισμών και μόνο, με την .../2017 δήλωση, την .../2016 δήλωση αποδοχής κληρονομίας του πατέρα του Π., ώστε να είναι συγκύριος του όλου απαλλοτριωθέντος ακινήτου κατά το 1/3 εξ αδιαιρέτου, όπως και ότι ο εκ των τριών αδελφών Π., ενώ στις φορολογικές δηλώσεις των ετών 2011, 2012 και 2013 δήλωνε συγκυρότητα 100% σε ακίνητο εμβαδού 24.862,20 τ.μ., στη φορολογική δήλωση του έτους 2014 δήλωσε το ίδιο ακίνητο με έκταση 97.571,20 τ.μ.

και ποσοστό συγκυριότητάς του 33,33%, πλην, όμως, δεν αναφέρει το Εφετείο, γιατί η ανωτέρω τροποιητική δήλωση του δεύτερου από αυτούς έγινε για την ενίσχυση της αγωγής και όχι για την απόδοση της αλήθειας ως προς το ποσοστό (συγ)κυριότητάς του στο όλο απαλλοτριωθέν ακίνητο και, συνεπώς και του μέρους της αποζημίωσης που δικαιούται από την απαλλοτρίωση του ακινήτου αυτού, επίσης, από πού συνήγαγε το Εφετείο ότι η ανωτέρω τροποποίηση έγινε για την παραπάνω αιτία που δέχθηκε και γιατί οι τροποποιήσεις του δεύτερου των αντιδίκων τους στις παραπάνω φορολογικές δηλώσεις του πατέρα του δεν οδήγησαν το Εφετείο σε αποδεικτικό πόρισμα αντίθετο από το προαναφερθέν, στο οποίο το οδήγησαν οι ανωτέρω τροποποιήσεις του δεύτερου από αυτούς και του πατέρα του Π., ήτοι γιατί το Εφετείο, βάσει των εν λόγω τροποποιήσεων του δεύτερου αναιρεσίβλητου, δεν δέχθηκε την παραπάνω αγωγή, αφού από τις εν λόγω τροποποιήσεις αποδεικνύεται η κατά ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου συγκυριότητα καθενός των τριών αδελφών στο απαλλοτριωθέν ακίνητο, δηλαδή αποδεικνύεται η βάση της αγωγής τους.

Με το δέκατο τέταρτο σκέλος του ίδιου πιο πάνω αναιρετικού λόγου, διατείνονται οι αναιρεσείοντες ότι ενώ το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του ότι η προαναφερθείσα, με το προεκτεθέν περιεχόμενο, δήλωση περιουσιακής κατάστασης Ε9 έτους 2011 του δικαιοπαρόχου των αντιδίκων τους Γ. Π. "δεν μπορεί να αποτελέσει πειστική απόδειξη των αγωγικών ισχυρισμών, διότι αναιρείται από το σύνολο όλων των προαναφερόμενων αποδεικτικών στοιχείων", δεν αναφέρει στην αιτιολογία του αυτή, ποια είναι όλα τα προαναφερόμενα αποδεικτικά στοιχεία, από το σύνολο των οποίων κρίνει ότι αναιρείται η παραπάνω δήλωση του Γ.

Π., γιατί κρίνει πειστικότερο το σύνολο των λοιπών, πλην μη κατονομαζομένων, αποδεικτικών στοιχείων από την παραπάνω δήλωση του Γ. Π. προς την Εφορία, καίτοι αυτή συνιστά εξώδικη ομολογία του και γιατί, ενόψει της φύσης αυτής της ανωτέρω δήλωσης του Γ. Π., δεν θεωρεί και δεν κρίνει αυτή ως αναιρούσα το σύνολο των λοιπών αποδεικτικών στοιχείων.

Τέλος, με το δέκατο πέμπτο σκέλος του ίδιου πιο πάνω αναιρετικού λόγου, διατείνονται οι αναιρεσείοντες ότι το Εφετείο απέρριψε με την προσβαλλόμενη απόφασή του τον ουσιώδη και νόμιμο ισχυρισμό, που προέβαλαν και με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, με την αιτιολογία ότι οι εκ των τριών αδελφών δικαιοπάροχοί τους Δ.

Π. και Π. Π. στις δηλώσεις περιουσιακής κατάστασης Ε9 του έτους 2010 ο πρώτος και του έτους 2011 ο δεύτερος δεν δηλώνουν συγκυριότητα σε ακίνητο στη θέση "..." με φερόμενη έκταση 97.500 τ.μ. και ποσοσστό συνιδιοκτησίας 33,33%. Ότι, ωστόσο, δέχεται στη συνέχεια ότι οι άνω δηλώσεις ακίνητης περιουσίας δεν μπορούν να θεωρηθούν ουσιώδεις και αξιόπιστο αποδεικτικό μέσο.

Ότι όμως, οι απορριπτικές αυτές αιτιολογίες του παραπάνω ουσιώδους ισχυρισμού τους είναι αντιφατικές, διότι δεν μπορεί να συμβαίνουν και τα δύο που δέχθηκε το Εφετείο ότι συμβαίνουν, δηλαδή και να αποδεικνύεται ότι οι ανωτέρω δικαιοπάροχοί τους δεν είναι συγκύριοι του απαλλοτριωθέντος ακινήτου κατά το 1/3 εξ αδιαιρέτου αυτού από το ότι δεν το δήλωσαν στις παραπάνω δηλώσεις περιουσιακής κατάστασης, αλλά και οι δηλώσεις αυτές να μην είναι ουσιώδη και αξιόπιστα αποδεικτικά μέσα, καθόσον, αν οι δηλώσεις αυτές δεν είναι ουσιώδη αποδεικτικά μέσα, τότε δεν είναι δυνατόν να απορρίπτεται ο παραπάνω ισχυρισμός τους βάσει των εν λόγω δηλώσεων και συγκεκριμένα, ενόψει του ανωτέρω ελλείποντος περιεχομένου αυτών, που δέχθηκε το Εφετείο.

Ότι λόγω των παραπάνω ελλείψεων και αντιφάσεων των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασή του, το Εφετείο παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1, 7, 8, 9 παρ.4, 26 παρ. 12 και 29 παρ. 2 του Ν. 2882/2001 και 496 επ. 513 επ. 974, 976, 994, 999, 1033, 1042 επ., 1045 επ., 1051, 1113 επ. και 1192 επ. του ΑΚ, με αποτέλεσμα να υποπέσει στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ.

Ωστόσο, οι λόγοι αυτοί, έκτος κατά το δεύτερο σκέλος του και έβδομος ως προς όλα τα ανωτέρω σκέλη του, είναι αβάσιμοι. Και, τούτο, διότι, το Εφετείο, με το να δεχθεί την έφεση των αναιρεσιβλήτων και να απορρίψει την αγωγή των αναιρεσειόντων ως ουσιαστικά αβάσιμη και ειδικότερα με τις παραδοχές του, όπως αυτές εκτέθηκαν ανωτέρω, σύμφωνα με τις οποίες, α) ο δικαιοπάροχος των αναιρεσιβλήτων Γ.

Π. κατ' αρχήν απέκτησε την κυριότητα, μαζί με τον πατέρα του Ν. Π., τμήματος του όλου απαλλοτριωθέντος ακινήτου, εμβαδού 47.320,12 τ.μ. κατά το 1/2 εξ αδιαιρέτου ο καθένας, δυνάμει του νομίμως μεταγεγραμμένου .../1971 συμβολαίου της συμβολαιογράφου ... ... και στη συνέχεια, μετά την άτυπη μεταβίβαση προς αυτόν από τον πατέρα του το έτος 1971 του υπολοίπου ποσοστού 1/2 εξ αδιαιρέτου επί του ακινήτου, απέκτησε την πλήρη κυριότητα του τμήματος αυτού με έκτακτη χρησικτησία, καθώς νεμόταν επί είκοσι και πλέον έτη ολόκληρο το τμήμα αυτό ως αποκλειστικός κύριος αυτού με τις αναφερόμενες στην απόφαση πράξεις νομής, β) ότι μετά το θάνατο του Γ.

Π. οι αναιρεσίβλητοι, ως κληρονόμοι του, μετά τη συντελεσθείσα απαλλοτρίωση του όλου ακινήτου εμβαδού 97.571,26 τ.μ., τμήμα του οποίου αποτελούσε το ανωτέρω ακίνητο των 47.320,12 τ.μ., εισέπραξαν ως αποζημίωση για το τμήμα αυτό το ποσό των 971.872,40 ευρώ, για την οποία είχε αναγνωρισθεί δικαιούχος ο δικαιοπάροχός τους με την 89/2009 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λευκάδας και γ) ότι οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες, οι οποίοι είναι κύριοι των υπολοίπων τμημάτων του όλου απαλλοτριωθέντος ακινήτου και όχι (συγ)κύριοι αυτού με τον δικαιοπάροχο των αναιρεσιβλήτων κατά το 1/3 εξ αδιαιρέτου ο καθένας, όπως αβάσιμα ισχυρίστηκαν με την αγωγή τους, και οι οποίοι ήδη έχουν εισπράξει το ποσό των 520.168 ευρώ ο πρώτος και το ποσό των 514.224 ευρώ ο δεύτερος, δεν δικαιούνται να λάβουν κανένα επιπλέον ποσό αποζημίωσης από τους εναγόμενους - αναιρεσίβλητους, δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις ανωτέρω αναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, καθόσον διέλαβε σ' αυτήν επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο.

Οι δε συγκεκριμένες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, τις οποίες επικαλούνται οι αναιρεσείοντες με τους ανωτέρω λόγους, όπως και τα όσα περαιτέρω οι ίδιοι επίσης ισχυρίζονται με τους ίδιους λόγους κατά των παραδοχών του Εφετείου, ως ελλείψεις της προσβαλλόμενης απόφασής του, αποτελούν πραγματικά επιχειρήματα του Δικαστηρίου ή των αναιρεσειόντων, συναγόμενα από τις αποδείξεις, για τα οποία, η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, σύμφωνα με την προεκτεθείσα νομική σκέψη, δεν ιδρύουν τον από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης.

Συνεπώς, όσα αντίθετα υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες με τους εξεταζόμενους αυτούς λόγους είναι αβάσιμα. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 16 ΚΠολΔ, υφίσταται λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο, κατά παράβαση του νόμου, δέχθηκε, ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο ή ότι υπάρχει δεδικασμένο με βάση απόφαση που εξαφανίσθηκε, ύστερα από ένδικο μέσο, ή αναγνωρίστηκε, ως ανύπαρκτη.

Πρόκειται, δηλαδή, για απόφαση, η οποία παραβιάζει τις διατάξεις των άρθρων 321, 324 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 19/2005). Επομένως, για να θεμελιωθεί ο παραπάνω λόγος, προϋποτίθεται ότι το δικαστήριο της ουσίας επιλήφθηκε αυτεπάγγελτα ή κατά πρόταση κάποιου από τους διαδίκους της έρευνας για τη συνδρομή ή όχι των προϋποθέσεων του δεδικασμένου. 'Αρα, είναι ανάγκη η προσβαλλόμενη απόφαση να περιέχει θετική ή αρνητική κρίση για παραδοχή ή όχι του δεδικασμένου.

Διαφορετικά ο σχετικός λόγος απορρίπτεται ως ερειδόμενος σε αναληθή προϋπόθεση (ΑΠ 258/2023, ΑΠ 509/2022, ΑΠ 2016/2017). Στην προκείμενη περίπτωση, με τον όγδοο λόγο αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες διατείνονται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε "ως απολύτως αληθή τα όσα ανέφεραν οι ανωτέρω τρεις αδελφοί στην κοινή αίτησή τους για αναγνώριση αυτών ως δικαιούχων αποζημίωσης, τα οποία έγιναν δεκτά με την 89/2009 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λευκάδας, από την οποία όμως δεν απορρέει δεδικασμένο σχετικά με την κυριότητα του απαλλοτριούμενου" και ότι αυτά που ανέγραψαν στην παραπάνω αίτησή τους οι τρεις αδελφοί ήταν ότι ο καθένας τους ήταν αποκλειστικός κύριος διακεκριμένου τμήματος του απαλλοτριωθέντος ακινήτου.

Ότι, όμως, από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης συνάγεται ότι το Εφετείο, παρά τα όσα αντίθετα αναφέρει στην απόφασή του, κατέληξε στο απορριπτικό για την αγωγή τους πόρισμα, δεχθέν, εμμέσως, πλην σαφώς, την ύπαρξη δεδικασμένου ως προς την αποκλειστική κυριότητα του δικαιοπαρόχου των αναιρεσιβλήτων Γ.

Π. στο τμήμα των 47.320,12 τ.μ. του απαλλοτριωθέντος ακινήτου, από την παραπάνω 89/2009 απόφαση αναγνώρισης δικαιούχων, καίτοι η απόφαση αυτή δεν παράγει δεδικασμένο ως προς το ζήτημα της κυριότητας επί του παραπάνω τμήματος, παρά μόνο ως προς το ποιος είναι δικαιούχος της αποζημίωσης. Ότι με τον τρόπο αυτό η προσβαλλόμενη απόφαση υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 16 ΚΠολΔ.

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως στηριζόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση και επομένως ως αβάσιμος. Και, τούτο, διότι, το Εφετείο, όπως προκύπτει από τις ανωτέρω εκτιθέμενες παραδοχές της απόφασής του, δεν επιλήφθηκε της έρευνας για τη συνδρομή ή όχι των προϋποθέσεων της ύπαρξης δεδικασμένου, που απορρέει από την 89/2009 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λευκάδας, με την οποία αναγνωρίστηκαν οι δικαιούχοι της αποζημίωσης για τη συντελεσθείσα απαλλοτρίωση.

Σε κάθε δε περίπτωση, ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος και για τον επί πλέον λόγο ότι, όπως προκύπτει από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασής του, το Εφετείο κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα μετά την συνεκτίμηση των αναφερομένων ειδικότερα στην απόφαση αποδεικτικών μέσων και όχι επειδή δέχθηκε, έστω και εμμέσως, την ύπαρξη δεδικασμένου από την πιο πάνω 89/2009 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λευκάδας.

Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και, συνακόλουθα, στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου έφεσης, όχι, όμως, και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, ούτε οι αιτιολογημένες αρνήσεις και οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΟλΑΠ 14/2004, ΑΠ 43/2023, ΑΠ87/2013).

Εν προκειμένω, με τον ένατο λόγο αναίρεσης διατείνονται οι αναιρεσείοντες ότι το Εφετείο απέρριψε τον ουσιώδη ισχυρισμό τους για (συγ)κυριότητα των τριών αδελφών στο όλο απαλλοτριωθέν ακίνητο κατά ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου εκάστου, η οποία (συγ)κυριότητά τους αυτή προέκυπτε, πλην άλλων και από τις προαναφερθείσες αιτήσεις για τον καθορισμό τιμής μονάδος, καθώς δέχθηκε ότι τούτο αναφέρθηκε, δηλαδή η εξ αδιαιρέτου κατά το εν λόγω ποσοστό (συγ)κυριότητα των τριών αδελφών στις εν λόγω αιτήσεις "αποκλειστικά και μόνο για τη διευκόλυνση της αποδεικτικής διαδικασίας", καίτοι οι αναιρεσίβλητοι, όπως τούτο προκύπτει από την έφεσή τους και από τις προτάσεις τους στο Εφετείο, δεν πρόβαλαν τέτοιο ισχυρισμό για διευκόλυνση της αποδεικτικής διαδικασίας.

Ότι το Εφετείο, που έλαβε υπόψη του τον παραπάνω μη προταθέντα από τους αναιρεσιβλήτους ισχυρισμό και οδηγήθηκε με βάση αυτόν στο απορριπτικό της αγωγής τους πόρισμα, υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, ως λαβών υπόψη τα ανωτέρω μη προβληθέντα πράγματα. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθώς η ανωτέρω παραδοχή του Εφετείου, δεν αποτελεί ?πράγμα? κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ και ειδικότερα αυτοτελή ισχυρισμό, αλλά πραγματικό επιχείρημα του δικαστηρίου της ουσίας, που προέκυψε από τις αποδείξεις, με αποτέλεσμα να μην ιδρύεται εν προκειμένω ο προβλεπόμενος από την ως άνω διάταξη αναιρετικός λόγος.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 εδ. β' ΚΠολΔ, η παράβαση των διδαγμάτων κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς. Ως διδάγματα κοινής πείρας θεωρούνται οι γενικές και αφηρημένες αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων, που αντλούνται από την εμπειρική πραγματικότητα με τη βοήθεια της επιστημονικής έρευνας ή της επαγγελματικής ενασχόλησης και έχουν γίνει κοινό κτήμα και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο για την εύρεση, με βάση αυτά, της αληθινής έννοιας κανόνα δικαίου, ιδίως όταν αυτός περιέχει νομικές έννοιες, δηλαδή, για την εξειδίκευση των αορίστων νομικών εννοιών ή για την υπαγωγή ή όχι στον κανόνα αυτό των πραγματικών γεγονότων της διαφοράς (ΑΠ 604/2022, ΑΠ 87/2013, ΑΠ 1662/2010).

Δεν ιδρύεται, όμως, ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης όταν το δικαστήριο παραβιάζει τα διδάγματα αυτά κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών γεγονότων, δηλαδή της ουσίας της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 884/2022, ΑΠ 589/2020, 334/2019, ΑΠ 757/2015). Έτσι, αποκλείεται η αναίρεση, για εσφαλμένη χρησιμοποίηση των διδαγμάτων της κοινής πείρας προς έμμεση απόδειξη ή προς εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας μέσων που προσκομίσθηκαν (ΑΠ 1177/2018, ΑΠ 2157/2014).

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον δέκατο λόγο αναίρεσης, διατείνονται οι αναιρεσείοντες ότι το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του ότι οι δικαιοπάροχοί τους Δ. και Π. "δεν φρόντισαν, προς διασφάλιση των συμφερόντων τους... να υπογράψουν ιδιωτικό συμφωνητικό, με το οποίο ο Γ. Π. να αναγνωρίζει την υποχρέωσή του να τους καταβάλει μέρος της αποζημίωσης που θα λάμβανε ο ίδιος".

Ότι, όμως, αποτελεί δίδαγμα της κοινής πείρας ότι μεταξύ αδελφών, λόγω ακριβώς της αδελφικής σχέσης και συγγένειας, για θέματα, όπως τα παραπάνω, δεν συντάσσονται ιδιωτικά συμφωνητικά, αλλά αρκούν οι προφορικές συμφωνίες τους, οι οποίες και αυτές ακόμα είναι περιττές για θέματα που είναι γνωστά στα αδέλφια και συνεπώς αυτονόητα, όπως στην ένδικη υπόθεση και συγκεκριμένα, αφού οι ανωτέρω τρεις αδελφοί ήταν εξ αδιαιρέτου (συγ)κύριοι κατ' ίσα μέρη του όλου απαλλοτριωθέντος ακινήτου, ήταν αυτονόητη η υποχρέωση όποιου από αυτούς εισέπραττε από την απαλλοτρίωση ποσό μεγαλύτερο της μερίδας του, να αποδώσει το επιπλέον στους δύο άλλους, χωρίς να χρειάζεται για την υποχρέωση αυτή αποτύπωσή της σε ιδιωτικό συμφωνητικό, ούτε καν η εν προκειμένω λαβούσα χώρα προφορική, για την καταβολή αυτή εκ μέρους του Γ.

Π., συμφωνία μεταξύ αυτού και των λοιπών δύο αδελφών του. Ότι το Εφετείο, απορρίπτοντας την αγωγή τους, επειδή έκρινε ότι η επικληθείσα με την αγωγή τους προφορική συμφωνία μεταξύ των ανωτέρω αδελφών για την καταβολή των αιτηθέντων με την αγωγή ποσών δεν έγινε με ιδιωτικό συμφωνητικό, παρέβη, κατά την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων της εκδικαζομένης υπόθεσης στους κανόνες δικαίου των άρθρων 1, 7, 8, 9 παρ.4, 26 παρ. 12 και 29 παρ. 2 του Ν. 2882/2001 και 496 επ. 513 επ. 974, 976, 994, 999, 1033, 1042 επ., 1045 επ., 1051, 1113 επ.

και 1192 επ. του ΑΚ, το προαναφερθέν δίδαγμα της κοινής πείρας, με αποτέλεσμα να υποπέσει στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 1 β' του ΚΠολΔ. Το ανωτέρω αναφερόμενο, ως δίδαγμα της κοινής πείρας, δεν έχει το χαρακτήρα με την έννοια που εκτέθηκε στην αμέσως παραπάνω νομική σκέψη, δεδομένου ότι οι αναιρεσείοντες μέμφονται την προσβαλλόμενη απόφαση για μη χρήση των διδαγμάτων της κοινής πείρας και όχι για την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε αυτούς, με αποτέλεσμα να μην ιδρύεται εν προκειμένω ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 β' ΚΠολΔ, προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης.

Συνεπώς ο εξεταζόμενος αυτός λόγος είναι απαράδεκτος. Κατόπιν των ανωτέρω και δεδομένου ότι δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, η ένδικη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να διαταχθεί, σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ, η εισαγωγή του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες παραβόλου στο δημόσιο ταμείο. Τέλος, οι αναιρεσείοντες πρέπει να καταδικαστούν, λόγω της ήττας τους, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, κατά το νόμιμο αίτημά τους (άρθρ. 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), πλην του τρίτου εξ αυτών, ο οποίος δεν παραστάθηκε και δεν υπέβαλε σχετικό αίτημα, όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 28-3-2022 αίτηση των 1) Σ. Π. και 2) Ν.. Π. για αναίρεση της 20/2022 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδας. Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της πρώτης, του δεύτερου και της τέταρτης των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 17 Απριλίου 2024.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 7 Ιανουαρίου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ και ταύτης αποχωρησάσης από την Υπηρεσία, η αρχαιότερη της συνθέσεως Αρεοπαγίτης, και ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ