Legislator Case Law & Legislation
8/2022 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against public service holiday bonus abolition ruling as constitutional and proportional.

Case Number 8/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by public employees against the abolition of holiday bonuses and leave allowances. The appellants argued that the legislative change violated constitutional principles of proportionality and fair balance between general interest and individual rights. The court upheld the lower court's decision, ruling that the measure was justified and did not infringe upon protected fundamental rights.

Legislator headnote

AI generated

Articles 25 § 1, 4 § 5, and 1 of the First Additional Protocol to the ECHR; Article 1 of the First Additional Protocol to the ECHR; Article 25 § 4 of the Constitution; Article 1 of the First Additional Protocol to the ECHR; Article 4 § 5 of the Constitution; Article 25 § 4 of the Constitution; Article 1 of the First Additional Protocol to the ECHR; The abolition of holiday bonuses and leave allowances for public servants does not violate the principle of proportionality or fair balance between general interest and individual rights.

Keywords

AI generated
public service benefits holiday bonuses abolition constitutional proportionality general interest balance fundamental rights protection administrative law appeal statutory interpretation

Cited Legislation

AI generated
Article 25 § 1 of the Constitution
Article 4 § 5 of the Constitution
Article 25 § 4 of the Constitution
Article 1 of the First Additional Protocol to the ECHR
Ως προς τους παρόντες διαδίκους, η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (ΚΠολΔ 552, 553, 556, 558, 564, 566 § 1, 144).
Article 108 of the Code of Civil Procedure
Article 110 § 2 of the Code of Civil Procedure
Article 498 § 1 of the Code of Civil Procedure
Article 568 §§ 1 & 2 of the Code of Civil Procedure
Article 576 §§ 1, 2 & 3 of the Code of Civil Procedure
Article 559 number 1 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 189 § 1 of the Code of Civil Procedure
Article 191 § 2 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
OloMAP 1/2016
OloMAP 7/2006

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 8 / 2022 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 8/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Μαντούβαλο - Εισηγητή, Μαρία Σιμιτσή - Βετούλα, Αριστείδη Βαγγελάτο και Κωνσταντίνα Νάκου, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 28 Σεπτεμβρίου 2021, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1)Α. Θ. του Σ., έως και 225)Χ. Μ. του Δ., όλων κατοίκων Δήμου … , Οι 1η, 2η, 4η, 5η, 6η, 7ος, 8η, 9η, 11η, 12η, 15η, 16η, 18ος, 19η, 20η, 22ος, 26η, 27ος, 30η, 32η, 33η, 34η, 35η, 37η, 41η, 43η, 45η, 46ος, 47η, 50η, 52η, 53η, 54η, 57η, 58η, 60η, 61η, 62η, 64η, 69η, 70η, 73η, 75η, 76η, 78η, 79η, 80η, 82η, 83η, 84η, 85η, 86ος,87η, 88η, 89η, 90η, 94η, 96ος, 97η, 100η, 103η, 104η, 106η, 111η, 112η, 115ος, 116ος, 119η, 121η, 122ος, 125η, 126η, 128η, 130η, 131η, 133ος, 135η, 136η, 137η, 138η, 139η, 141ος, 142η, 143η, 144η, 145η, 147η, 149η, 150ος, 152η, 154η, 161η, 162η, 163η, 165η, 166ος, 168η, 169η, 170η, 171η, 173η, 176η, 178ος, 179ος, 180ος, 181ος, 183η, 184η, 185η, 187η, 189η, 190η,191η, 193η, 194η, 195η, 198ος, 200η, 205η, 206ος, 207ος, 208ος, 209η, 210η, 213η, 215η, 219η, 220ος, 222ος, 223η και 225η εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Πέτρο Ζάπρο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις και οι λοιποί δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο.

Του αναιρεσιβλήτου: Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου με την επωνυμία "Κοινωφελής Επιχείρηση Υπηρεσιών Νεάπολης Συκεών", που εδρεύει στην Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Μακρή, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8/7/2015 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4290/2016 του ίδιου Δικαστηρίου και 17948/2018 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 2/8/2019 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Σύμφωνα με τα οριζόμενα στις διατάξεις των άρθρων 108, 110 § 2, 498 § 1, 568 §§ 1 & 2 και 576 §§ 1, 2 & 3 ΚΠολΔ, αν κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος, αφού ελέγξει αυτεπαγγέλτως τη νομιμότητα της δικονομικής απουσίας, συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι.

Για να συμβεί αυτό, όμως, ερευνάται αν απολείπεται ο διάδικος που επισπεύδει τη συζήτηση ή ο αντίδικος αυτού. Στην πρώτη περίπτωση, η επίσπευση προκύπτει από το αντίγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως (ή της κλήσεως με την οποία αυτή φέρεται προς συζήτηση), με την πράξη ορισμού δικασίμου και την πρόσκληση παράστασης κατ' αυτήν, το οποίο ο επισπεύδων επέδωσε προς τον αντίδικό του.

Το αντίγραφο αυτό, με την επ' αυτού σημείωση του δικαστικού επιμελητή που διενήργησε την επίδοση, οφείλει να προσκομίσει ο παριστάμενος αντίδικος του επισπεύδοντος τη συζήτηση. Στη δεύτερη περίπτωση, η επίσπευση της συζήτησης προκύπτει από την έκθεση επιδόσεως του αντιγράφου της αιτήσεως αναιρέσεως (ή της κλήσεως) προς τον αντίδικο, την οποία οφείλει να προσκομίσει ο επισπεύδων, που μετέχει στη συζήτηση.

Εάν ο παριστάμενος διάδικος δεν αποδεικνύει τον τρόπο επίσπευσης της συζήτησης, με την προσκομιδή, κατά περίπτωση, ενός εκ των ως άνω εγγράφων, όπως και όταν διαπιστώνεται ότι η κλήτευση του απολειπόμενου στη συζήτηση παραλείφθηκε εντελώς ή υπήρξε μη νόμιμη ή εκπρόθεσμη, ο Άρειος Πάγος αν μεν πρόκειται για απλή ομοδικία κηρύσσει τη συζήτηση απαράδεκτη μόνο ως προς τον απόντα ομόδικο, αν δε για αναγκαστική ομοδικία κηρύσσει τη συζήτηση απαράδεκτη ως προς όλους (ΚΠολΔ 576 § 3).

Στη συγκεκριμένη περίπτωση, εισάγεται προς συζήτηση, μετά από κοινό αίτημα αναβολής των πληρεξουσίων δικηγόρων των διαδίκων (άρθρ. 72 ν. 4722/2020) εκ της δικασίμου της 10-11-2019, η από 2-8-2019 και με αριθμ. καταθ. 15622/1707/2-8-2019 αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ' αριθ. 17948/2018 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης που δίκασε ως Εφετείο.

Από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου προκύπτει ότι κατά τη συζήτηση της αίτησης, που έγινε στη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας (28-9-2021) δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο οι εκ των αναιρεσειόντων 3η, 10η, 13η, 14η, 17η, 21ος, 23ος, 24ος, 25η, 28ος, 29ος, 31η, 36ος, 38η, 39η, 40η, 42η, 44η, 48η, 49ος, 51ος, 55ος, 56ος, 59η, 63η, 65η, 66η, 67ος, 68η, 71ος, 72η, 74ος, 77η, 81η, 91η, 92η, 93ος, 95η, 98η, 99η, 101η, 102η, 105η, 107η, 108ος, 109η, 110η, 113η, 114η, 117η, 118η, 120η, 123η, 124η, 127η, 129η, 132η, 134η, 140η, 146η, 148η, 151η, 153η, 155η, 156ος, 157η, 158η, 159η, 160η, 164η, 167η, 172ος, 174η, 175η, 177ος 182ος, 186ος, 188η, 192ος, 196η, 197ος, 199ος, 201η, 202η, 203ος, 204η, 205η, 211η, 212ος, 214ος, 216ος, 217η 218η, 221η & 224ος.

Εν προκειμένω, προσκομίζεται από τους παρόντες αναιρεσείοντες αντίγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως, με την πράξη ορισμού δικασίμου, όχι όμως και με την πρόσκληση παράστασης κατ' αυτήν. Ούτε προσκομίζεται το αντίγραφο αυτό, με την επ' αυτού σημείωση του δικαστικού επιμελητή ότι διενήργησε την επίδοση, ούτε και η έκθεση επιδόσεως του αντιγράφου της αιτήσεως προς τον αντίδικο. Επομένως από τα έγγραφα της δικογραφίας και τα όσα επικαλούνται οι διάδικοι, οι οποίοι παραστάθηκαν νομίμως κατά την παρούσα συζήτηση, δεν προκύπτει αν οι απόντες αναιρεσείοντες, οι οποίοι είναι απλοί ομόδικοι αυτών επέσπευσαν τη συζήτηση ή κλητεύθηκαν κατ' αυτήν (ούτε και κατά τη δικάσιμο της αναβολής) και επομένως, πρέπει ως προς αυτούς να κηρυχθεί απαράδεκτη η διεξαχθείσα συζήτηση. Ως προς τους παρόντες διαδίκους, η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (ΚΠολΔ 552, 553, 556, 558, 564, 566 § 1, 144). Είναι συνεπώς παραδεκτή (ΚΠολΔ 577 § 1) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των λόγων της (ΚΠολΔ 577 § 3).

Όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 § 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, των σχετικών διαδικαστικών εγγράφων και της προσβαλλόμενης απόφασης, οι αναιρεσείοντες -ενάγοντες άσκησαν ενώπιον του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης κατά του αναιρεσιβλήτου νπιδ που υπάγεται στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, τη με αριθ.

καταθ. 8271/2015 αγωγή, με την οποία ως εργαζόμενοι του αναιρεσίβλητου -εναγόμενου ζητούσαν την καταβολή δώρων εορτών και επιδόματος αδείας που καταργήθηκαν με τη διάταξη της περ. 1 της υποπ. Γ.1 της § Γ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012, προσβάλλοντας τη διάταξη αυτή ως αντισυνταγματική. Η αγωγή απορρίφθηκε ως νόμω αβάσιμη με την υπ' αριθ. 4290/2016 οριστική απόφαση του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών.

Κατά της απόφασης αυτής οι αναιρεσείοντες άσκησαν τη με αριθ. καταθ. 10702/29-6-2017 έφεση και επ' αυτής εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, η οποία δέχθηκε τυπικά και απέρριψε ουσιαστικά την έφεση. Ειδικότερα, το ως Εφετείο δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης έκρινε ότι η επίμαχη διάταξη της περίπτωσης 1 της υποπ.

Γ.1 της § Γ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012, με την οποία ο νομοθέτης προέβη στην πλήρη κατάργηση των επιδομάτων εορτών και αδείας από 1.1.2013, για όλους τους λειτουργούς και υπαλλήλους που αμείβονται από το δημόσιο ταμείο (μεταξύ των οποίων είναι και οι αναιρεσείοντες υπάλληλοι του αναιρεσιβλήτου νπιδ, ως ανήκον στον ευρύτερο δημόσιο τομέα), ψηφίσθηκε ως άμεσο μέτρο για την αντιμετώπιση της, κατά την εκτίμησή του, συνεχιζόμενης οικονομικής και δημοσιονομικής κρίσης.

Το μέτρο αυτό αποτελεί τμήμα ενός ευρύτερου, ολοκληρωμένου προγράμματος δημοσιονομικής προσαρμογής ("Μεσοπρόθεσμο Πλαίσιο Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2012-2015 και 2013-2016") και προώθησης διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων της ελληνικής οικονομίας, το οποίο αποσκοπεί τόσο στην κάλυψη των άμεσων οικονομικών αναγκών της Χώρας και την αντιμετώπιση των ιδιαίτερα αυξημένων ελλειμμάτων, όσο και στη βελτίωση της μελλοντικής δημοσιονομικής κατάστασής της, δηλαδή στην εξυπηρέτηση σκοπών, που συνιστούν σοβαρούς λόγους δημοσίου συμφέροντος, δυνάμενους να δικαιολογήσουν, τη λήψη μέτρων περιστολής μισθολογικών δαπανών του Δημοσίου.

Ενόψει δε της φύσης των επιδομάτων εορτών και αδείας και του λόγου της θέσπισής τους, καθώς και του ύψους, στο οποίο είχαν διαμορφωθεί κατά τον κρίσιμο χρόνο, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι η κατάργησή τους στερείται, προδήλως, εύλογης βάσης, ούτε ότι η επερχόμενη με αυτήν μείωση των συνολικών αποδοχών θέτει σε διακινδύνευση την αξιοπρεπή διαβίωση των υπαλλήλων.

Επομένως, η διάταξη αυτή, με την οποία καταργήθηκαν τα δώρα εορτών και το επίδομα αδείας, δεν παραβιάζει τη δίκαιη ισορροπία μεταξύ των απαιτήσεων του γενικού συμφέροντος και της προστασίας των δικαιωμάτων των αναιρεσειόντων υπαλλήλων του αναιρεσίβλητου νπιδ που υπάγεται στον ευρύτερο δημόσιο τομέα και συνεπώς αυτή δεν αντίκειται στην κατοχυρωμένη από το άρθρο 25 § 1 του Συντάγματος αρχή της αναλογικότητας ούτε στο άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α.

Ούτε η επίδικη διάταξη αντίκειται στα άρθρα 4 § 5 και 25 § 4 του Συντάγματος, δεδομένου ότι πρόκειται για μέτρο που αφορά όλους τους υπαλλήλους του Δημοσίου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα.

Το Σύνταγμα ορίζει, στο μεν άρθρο 4 § 5 ότι "Οι Έλληνες πολίτες συνεισφέρουν χωρίς διακρίσεις στα δημόσια βάρη, ανάλογα με τις δυνάμεις τους", στο δε άρθρο 25 §§ 1 & 4 ότι: "1. Τα δικαιώματα του ανθρώπου ως ατόμου και ως μέλους του κοινωνικού συνόλου και η αρχή του κοινωνικού κράτους δικαίου τελούν υπό την εγγύηση του Κράτους...

Οι κάθε είδους περιορισμοί που μπορούν κατά το Σύνταγμα να επιβληθούν στα δικαιώματα αυτά πρέπει να προβλέπονται είτε απευθείας από το Σύνταγμα είτε από το νόμο, εφόσον υπάρχει επιφύλαξη υπέρ αυτού και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας. 4. Το Κράτος δικαιούται να αξιώνει από όλους τους πολίτες την εκπλήρωση του χρέους της κοινωνικής και εθνικής αλληλεγγύης".

Περαιτέρω, στο άρθρο 79 § 1 του Συντάγματος ορίζεται ότι "Η Βουλή κατά την τακτική ετήσια σύνοδό της ψηφίζει τον προϋπολογισμό των εσόδων και εξόδων του Κράτους για το επόμενο έτος", και στο άρθρο 106 § 1 αυτού, ότι "Για την εδραίωση της κοινωνικής ειρήνης και την προστασία του γενικού συμφέροντος το Κράτος προγραμματίζει και συντονίζει την οικονομική δραστηριότητα στη Χώρα, επιδιώκοντας να εξασφαλίσει την οικονομική ανάπτυξη όλων των τομέων της εθνικής οικονομίας...".

Από το συνδυασμό των ανωτέρω συνταγματικών διατάξεων συνάγεται ότι σε περιπτώσεις παρατεταμένης οικονομικής κρίσης, ο κοινός νομοθέτης δύναται να θεσπίσει μέτρα περιστολής των δημόσιων δαπανών που συνεπάγονται σοβαρή οικονομική επιβάρυνση μεγάλων κατηγοριών του πληθυσμού και, ιδίως, όσων λαμβάνουν μισθό ή σύνταξη από το δημόσιο ταμείο, λόγω της άμεσης εφαρμογής και αποτελεσματικότητας των επιβαλλόμενων σε βάρος τους μέτρων για τον περιορισμό του δημόσιου ελλείμματος.

Η δυνατότητα, όμως, αυτή δεν μπορεί να είναι απεριόριστη, αλλά έχει ως όριο τις αρχές της αναλογικότητας, της ισότητας στην κατανομή των δημόσιων βαρών και του σεβασμού της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, οι οποίες επιτάσσουν το βάρος της δημοσιονομικής προσαρμογής να κατανέμεται μεταξύ όλων των κατηγοριών απασχολουμένων τόσο στον δημόσιο, όσο και στον ιδιωτικό τομέα, όπως, επίσης, και των ασκούντων ελευθέριο επάγγελμα, δεδομένου, μάλιστα, ότι η βιωσιμότητα των δημόσιων οικονομικών είναι προς όφελος όλων.

Και τούτο διότι, ενόψει και της καθιερούμενης στο άρθρο 25 § 4 του Συντάγματος αξίωσης του Κράτους να εκπληρώνουν όλοι οι πολίτες το χρέος της κοινωνικής και εθνικής αλληλεγγύης, δεν είναι επιτρεπτό η επιβάρυνση από τα μέτρα που λαμβάνονται προς αντιμετώπιση της δυσμενούς και παρατεταμένης οικονομικής συγκυρίας να κατανέμεται πάντοτε σε συγκεκριμένες κατηγορίες πολιτών, ώστε η σωρευτική επιβάρυνση αυτών να είναι ιδιαίτερα μεγάλη και να είναι πλέον εμφανής η υπέρβαση των ορίων της αναλογικότητας και της ισότητας στην κατανομή των δημόσιων βαρών, αντί της προώθησης διαρθρωτικών μέτρων ή της είσπραξης των φορολογικών εσόδων, από τη μη εφαρμογή των οποίων ευνοούνται, κυρίως, άλλες κατηγορίες πολιτών (ΟλομΣτΕ 481, 431/2018).

Συνεπώς, ο νομοθέτης, εκτιμώντας τις εκάστοτε επικρατούσες κοινωνικές και οικονομικές συνθήκες και λαμβάνοντας υπόψη τη δημοσιονομική κατάσταση της Χώρας, δύναται, καταρχήν, να προβαίνει σε αναμόρφωση του μισθολογίου των δημοσίων λειτουργών και υπαλλήλων, εισάγοντας νέες ρυθμίσεις, η συνταγματικότητα των οποίων υπόκειται σε οριακό μόνο έλεγχο εκ μέρους του δικαστή.

Η αντίληψη αυτή περί των περιθωρίων εκτίμησης που απολαμβάνει ο εθνικός νομοθέτης σε ζητήματα δημοσιονομικής πολιτικής υιοθετείται και από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (Ε.Δ.Δ.Α.), το οποίο παγίως δέχεται ότι στο προστατευτικό πεδίο του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α.

εμπίπτουν μεν οι δεδουλευμένες αποδοχές του δημοσιοϋπαλληλικού δικαίου και η προσδοκία για τη μελλοντική καταβολή τους, εφόσον υφίσταται επαρκής νομική βάση στο εθνικό δίκαιο για την ικανοποίηση των σχετικών αξιώσεων, πλην, με τις διατάξεις αυτές δεν κατοχυρώνεται δικαίωμα σε διαρκή απόληψη αποδοχών και συντάξεων συγκεκριμένου ύψους (ΕΔΔΑ, απόφαση της 19.4.2007 Eskelinen κατά Φινλανδίας, απόφαση της 20.3.2012 Panfile κατά Ρουμανίας), εκτός αν συντρέχει περίπτωση διακινδύνευσης της αξιοπρεπούς διαβίωσης του ενδιαφερομένου (ΟλομΣτΕ 481/2018, 668/2012, σκ. 35).

Περαιτέρω, με την εμφάνιση της οξύτατης δημοσιονομικής κρίσης στις αρχές του έτους 2010, ο νομοθέτης, εκτιμώντας ότι υφίστατο άμεσος κίνδυνος κατάρρευσης της οικονομίας και χρεοκοπίας της Χώρας και ότι ο μόνος τρόπος για να αντιμετωπισθεί η κατάσταση ήταν η προσφυγή στη χρηματοδοτική υποστήριξη από τα κράτη της Ευρωζώνης και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, έλαβε, έναντι της υποστήριξης αυτής, κυριαρχικώς, σειρά μέτρων περιστολής των δημόσιων δαπανών, μεταξύ των οποίων και η διενέργεια περικοπών και μειώσεων των αποδοχών των υπαλλήλων του Δημοσίου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα.

Οι περικοπές και οι μειώσεις αυτές, οι οποίες ξεκίνησαν με την αναδρομική μείωση των αποδοχών κατά 12% και των επιδομάτων εορτών και αδείας κατά 30% και τον ορισμό νέου ορίου στις συνολικές αποδοχές των εργαζομένων στο δημόσιο τομέα (άρθρα 1 §§ 2 & 9, 2 § 1 και 20 § 1 ν. 3833/2010) και συνεχίσθηκαν σε σύντομο χρονικό διάστημα με την περαιτέρω μείωση των αποδοχών κατά 8%, καθώς και με την αποσύνδεση του ύψους των επιδομάτων εορτών και αδείας από το βασικό μισθό, την πρόβλεψη για καθένα από τα επιδόματα αυτά ενός πάγιου και εκ των προτέρων καθορισμένου ποσού και τη θέσπιση μέγιστου ορίου συνολικών αποδοχών για την επιτρεπτή καταβολή των εν λόγω επιδομάτων (άρθρο τρίτο §§ 1 & 6 ν. 3845/2010), την εν συνεχεία αναστολή των διατάξεων περί μισθολογικής εξελίξεως των υπαλλήλων (άρθρο 38 § 5 ν. 3986/2011), την αναδρομική μείωση κατά το ήμισυ, του κινήτρου απόδοσης (άρθρο 55 § 23 περ.

α' ν. 4002/2011), καθώς και την καθιέρωση νέου ενιαίου μισθολογίου -βαθμολογίου (ν. 4024/2011) με συνέπεια την περαιτέρω περικοπή των αποδοχών, εντάσσονται στις δέσμες μέτρων που είχαν ως βάση τις προβλέψεις του πρώτου "Μνημονίου Συνεννόησης" και του πρώτου "Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής" (ετών 2012-2015) και απέβλεπαν στην άμεση μείωση των κρατικών δαπανών για την εξεύρεση πόρων προς αντιμετώπιση της έκτακτης ανάγκης στην οποία βρέθηκε η Χώρα.

Για τους λόγους δε αυτούς, όπως έχει κριθεί, ειδικώς τα θεσπισθέντα με τους ανωτέρω νόμους 3833/2010, 3845/2010 και 4024/2011 μισθολογικά μέτρα (περικοπές αποδοχών και επιδομάτων) δεν παρίσταντο, καταρχήν, απρόσφορα, και μάλιστα προδήλως, ούτε μη αναγκαία, για την επίτευξη των επιδιωκόμενων με αυτά ως άνω σκοπών (ΟλομΣτΕ 3372, 3373/2015, 3404-3406/2014, 668/2012).

Στη συνέχεια και προς εφαρμογή του εγκριθέντος με το ν. 4046/2012 δεύτερου Μνημονίου Συνεννόησης, δημοσιεύθηκε ο ν. 4093/2012, με τις διατάξεις του οποίου ο νομοθέτης, αφού διαπίστωσε ότι η οικονομική ύφεση συνεχίζεται και ότι η Χώρα εξακολουθεί να έχει συνεχή προβλήματα με τη φορολογική "συμμόρφωση", την είσπραξη ληξιπρόθεσμων οφειλών προς το Κράτος και την προώθηση των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων, αποφάσισε να λάβει και πάλι, μεταξύ άλλων, ως άμεσο μέτρο για την αντιμετώπιση της παρατεταμένης οικονομικής και δημοσιονομικής κρίσης, την περαιτέρω μείωση των αποδοχών των μισθοδοτουμένων από το Δημόσιο, στο πλαίσιο δε αυτό, με την επίμαχη διάταξη της περίπτωσης 1 της υποπ.

Γ.1 της § Γ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012 καταργήθηκαν πλήρως, από 1.1.2013, τα επιδόματα εορτών και αδείας για όλους τους λειτουργούς και υπαλλήλους που αμείβονται από το δημόσιο ταμείο. [Επιπλέον, στην ίδια υποπ. Γ.1 της § Γ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012 προβλέφθηκαν, εκτός από τις μειώσεις των "ειδικών μισθολογίων", μεταξύ άλλων και αναστολή, έως τις 31.12.2016, αφενός της καταβολής κινήτρου επίτευξης στόχων και κινήτρου επίτευξης δημοσιονομικών στόχων και αφετέρου της κατανομής, σε δύο επόμενα έτη, της υπερβάλλουσας το ποσοστό 25% μείωσης, βάσει του ν. 4024/2011, των καταβαλλόμενων συνολικών μηνιαίων αποδοχών, μείωση της αντιμισθίας των προέδρων των δημοτικών και περιφερειακών συμβουλίων κατά 50%, κατάργηση της αποζημίωσης των μελών των δημοτικών συμβουλίων, των οικονομικών επιτροπών των δήμων κ.λπ., ένταξη των υπαλλήλων της Βουλής και της Προεδρίας της Δημοκρατίας στο ν. 4024/2011].

Όπως προειπώθηκε, από καμία συνταγματική διάταξη ή αρχή δεν κωλύεται, καταρχήν, ο νομοθέτης, εκτιμώντας τις εκάστοτε συνθήκες και λαμβάνοντας υπόψη τη δημοσιονομική κατάσταση της Χώρας, να προβαίνει σε αναμόρφωση του μισθολογίου των δημοσίων λειτουργών και υπαλλήλων, εισάγοντας νέες ρυθμίσεις, οι οποίες υπόκεινται σε οριακό, μόνο, δικαστικό έλεγχο.

Δύναται, επομένως, ο νομοθέτης, για λόγους που αυτός εκτιμά και η κατ' ουσίαν αξιολόγηση των οποίων δεν υπόκειται σε δικαστικό έλεγχο, να θεσπίσει μέτρα περιστολής των δημόσιων δαπανών που συνεπάγονται οικονομική επιβάρυνση μεγάλων κατηγοριών του πληθυσμού και, ιδίως, όσων λαμβάνουν μισθό, σύνταξη ή άλλες παροχές από το δημόσιο ταμείο, λόγω της ανάγκης άμεσης απόδοσης και αποτελεσματικότητας των επιβαλλόμενων μέτρων για τον περιορισμό του δημόσιου ελλείμματος.

Στις περιπτώσεις δε αυτές, το επίπεδο αξιοπρεπούς διαβίωσης δεν προσδιορίζεται με βάση τις προηγούμενες αποδοχές των προσώπων αυτών, αλλά με βάση τις γενικότερα επικρατούσες συνθήκες και σε συνάρτηση με το επίπεδο διαβίωσης του πληθυσμού της Χώρας εν γένει.

Εν προκειμένω, με την επίμαχη διάταξη του ν. 4093/2012 ο νομοθέτης προέβη στην πλήρη κατάργηση των επιδομάτων εορτών και αδείας για τους λειτουργούς και υπαλλήλους του Δημοσίου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα και για τους στρατιωτικούς, ως άμεσο μέτρο για την αντιμετώπιση της, κατά την εκτίμησή του, συνεχιζόμενης οικονομικής και δημοσιονομικής κρίσης.

Το μέτρο δε αυτό αποτελεί τμήμα ενός ευρύτερου, ολοκληρωμένου προγράμματος δημοσιονομικής προσαρμογής ("Μεσοπρόθεσμο Σχέδιο Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2013-2016") και προώθησης διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων της ελληνικής οικονομίας, το οποίο αποσκοπεί τόσο στην κάλυψη των άμεσων οικονομικών αναγκών της Χώρας και την αντιμετώπιση των ιδιαίτερα αυξημένων ελλειμμάτων, όσο και στη βελτίωση της μελλοντικής δημοσιονομικής κατάστασής της (βλ.

σχετικές αναφορές στο εγκριθέν με το ν. 4046/2012 Μνημόνιο Οικονομικής και Χρηματοπιστωτικής Πολιτικής καθώς και στην αιτιολογική έκθεση του Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2013-2016), δηλαδή στην εξυπηρέτηση σκοπών, που συνιστούν σοβαρούς λόγους δημοσίου συμφέροντος, δυνάμενους να δικαιολογήσουν, κατ' αρχήν, τη λήψη μέτρων περιστολής μισθολογικών δαπανών του Δημοσίου, δεδομένου ότι συνδέεται με την εκπλήρωση υποχρεώσεων που απορρέουν από τη συμμετοχή της Ελληνικής Δημοκρατίας στην Οικονομική και Νομισματική Ένωση.

Εξάλλου, τα επιδόματα εορτών και αδείας δεν συνιστούν απόλυτα προνόμια και ο περιορισμός των αποδοχών των δημοσίων υπαλλήλων με την κατάργησή τους δικαιολογείται για λόγους γενικού συμφέροντος, που αποσκοπεί στη διασφάλιση της δημοσιονομικής εξυγίανσης και στη μείωση των δημοσίων δαπανών της Χώρας και, κατά συνέπεια, το μέτρο αυτό ανταποκρίνεται επίσης στους σκοπούς που επιδιώκει η Ευρωπαϊκή Ένωση, δηλαδή στη διασφάλιση της δημοσιονομικής πειθαρχίας των κρατών-μελών που έχουν ως νόμισμα το ευρώ και στην εξασφάλιση της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας της ζώνης του ευρώ.

Επομένως, το επίδικο μέτρο της κατάργησης των επιδομάτων εορτών και αδείας, το οποίο, λόγω της φύσης του, συμβάλλει άμεσα στην περιστολή των δημόσιων δαπανών, τεκμηριώνεται επαρκώς με βάση τα ανωτέρω στοιχεία, δεν παρίσταται δε απρόσφορο, και μάλιστα προδήλως, για την επίτευξη των επιδιωκόμενων ως άνω σκοπών, ούτε μπορεί να θεωρηθεί ότι δεν ήταν αναγκαίο, δεδομένου ότι με αυτό το μέτρο, το οποίο εφαρμόζεται γενικά σε όλους τους μισθωτούς του δημόσιου τομέα, γίνεται προσπάθεια εξοικονόμησης και περιορισμού των διογκωμένων δαπανών της Γενικής Κυβέρνησης, η οποία υπαγορεύεται από επιταγές της Ευρωπαϊκής Ένωσης για μείωση του υπερβολικού δημοσίου ελλείμματος (πρβλ.

αποφάσεις ΔΕΕ C-49/18, Carlos Escribano Vindel, σκ. 67 και C-64/16, Associacao Sindical dos Juizes Portugueses, σκ. 49 και 52). Εξάλλου, κατά τη λήψη του επίμαχου μέτρου της κατάργησης των εν λόγω επιδομάτων εορτών και αδείας, ο νομοθέτης είχε πλήρη επίγνωση όχι μόνο του εν γένει επιπέδου διαβίωσης του πληθυσμού της Χώρας, αλλά και ειδικά του επιπέδου διαβίωσης των υπαλλήλων δημόσιου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα.

Συγκεκριμένα, και όπως προκύπτει από τα δημοσιευμένα και διαθέσιμα στις υπηρεσίες του Ελληνικού Δημοσίου, κατά τον κρίσιμο χρόνο θέσπισης του ν. 4093/2012 (12.11.2012), στοιχεία της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής (ΕΛΣΤΑΤ), δηλαδή της κατά τα άρθρα 1 § 2 & 10 του ν. 3832/2010 (ΦΕΚ Α'38), όπως ισχύει, ανεξάρτητης αρχής, η οποία αποτελεί την εθνική στατιστική αρχή, σύμφωνα με το άρθρο 5 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθμ. 223/2009 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 11ης Μαρτίου 2009 (L 87/164), και υπάγεται στον έλεγχο της Βουλής των Ελλήνων, το 2011 το όριο κινδύνου φτώχειας ανά άτομο μετά τις κοινωνικές μεταβιβάσεις (ΕΚΑΣ και λοιπά κοινωνικά επιδόματα) είχε διαμορφωθεί στα 6.591 ευρώ (βλ.

έκδοση ΕΛΣΤΑΤ, Συνθήκες Διαβίωσης στην Ελλάδα, 2.11.2012), τη στιγμή που το μέσο ετήσιο ισοδύναμο ατομικό εισόδημα ανήρχετο στα 12.637,08 ευρώ (βλ. το από 2.11.2012 Δελτίο Τύπου της ΕΛΣΤΑΤ με τίτλο "Έρευνα Εισοδήματος και Συνθηκών Διαβίωσης των Νοικοκυριών 2011"). Παράλληλα, με τον ν. 4014/2011 θεσπίστηκε, όπως εκτέθηκε προηγουμένως, νέο, ενιαίο μισθολόγιο των δημοσίων υπαλλήλων (και του ευρύτερου δημόσιου τομέα), με το βασικό μισθό υπαλλήλου κατηγορίας ΥΕ με βαθμό ΣΤ να διαμορφώνεται στα 780 ευρώ, τον βασικό μισθό υπαλλήλου κατηγορίας ΔΕ με βαθμό ΣΤ να διαμορφώνεται στα 858 ευρώ, τον βασικό μισθό υπαλλήλου κατηγορίας ΤΕ με βαθμό ΣΤ να διαμορφώνεται στα 1037 ευρώ και τον βασικό μισθό υπαλλήλου κατηγορίας ΠΕ με βαθμό ΣΤ να διαμορφώνεται στα 1092 ευρώ (άρθρο 13 του ν. 4024/2011), ενώ με τον ν. 4093/2012 ο κατώτατος βασικός μισθός στον ιδιωτικό τομέα διαμορφώθηκε στα 586,08 ευρώ και το κατώτατο ημερομίσθιο στα 26,18 ευρώ.

Κατά συνέπεια, οι αποδοχές των δημοσίων υπαλλήλων (και του ευρύτερου δημόσιου τομέα), ακόμη και μετά την κατάργηση των επίμαχων επιδομάτων, εξασφάλιζαν αξιοπρεπές επίπεδο διαβίωσης, τόσο σε σχέση με όσους διαβιούσαν στα όρια της φτώχειας όσο και με όσους απασχολούνταν στον ιδιωτικό τομέα με τον κατώτατο βασικό μισθό και ημερομίσθιο.

Εξάλλου, ενόψει του ότι η εκτίμηση του νομοθέτη ως προς τα ληπτέα μέτρα για την αντιμετώπιση της διαπιστωθείσης από αυτόν κρίσιμης κατάστασης υπόκειται, κατά τα ανωτέρω, σε οριακό μόνο δικαστικό έλεγχο, δεδομένου ότι ο νομοθέτης απολαμβάνει μεγάλης ελευθερίας επιλογής στη χάραξη της οικονομικής και κοινωνικής πολιτικής, ιδίως όταν η επιλογή αυτή αναφέρεται σε χορήγηση παροχών και εντάσσεται σε πρόγραμμα δημοσιονομικής προσαρμογής που αποσκοπεί στη δημοσιονομική εξυγίανση, ενόψει των περιορισμένων πόρων του κράτους (βλ.

απόφαση Ε.Δ.Δ.Α., Κουφάκη και ΑΔΕΔΥ κατά Ελλάδος, της 7.5.2013, σκ. 39), τυχόν ύπαρξη εναλλακτικών λύσεων για το νομοθέτη δεν καθιστά από μόνη της μη αιτιολογημένη την επίδικη ρύθμιση, ούτε, άλλωστε, υπόκειται σε δικαστικό έλεγχο η συγκεκριμένη επιλογή, αν, δηλαδή, ο νομοθέτης επέλεξε τον καλύτερο τρόπο χειρισμού του προβλήματος ή αν έπρεπε να είχε ασκήσει διαφορετικά την εξουσία του (πρβλ.

Ε.Δ.Δ.Α., Κουφάκη και ΑΔΕΔΥ κατά Ελλάδος, σκ. 48). Περαιτέρω, ενόψει της φύσης των επιδομάτων εορτών και αδείας και του λόγου της θέσπισής τους, καθώς και του ύψους, στο οποίο είχαν διαμορφωθεί κατά τον κρίσιμο χρόνο, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι η κατάργησή τους στερείται, προδήλως, εύλογης βάσης, ούτε ότι η επερχόμενη με αυτήν μείωση των συνολικών αποδοχών θέτει σε διακινδύνευση την αξιοπρεπή διαβίωση των υπαλλήλων (πρβλ.

ΟλομΣτΕ 3404-3406/2014, 3177/2014, πρβλ. και Ε.Δ.Δ.Α., Κουφάκη και ΑΔΕΔΥ κατά Ελλάδος, σκ. 31, 45 και 46). Εξάλλου, εκ μόνου του λόγου ότι άλλες ρυθμίσεις του ν. 4093/2012, οι οποίες αφορούν διαφορετικά θέματα (μισθούς και συντάξεις), κρίθηκαν αντισυνταγματικές, δεν προκύπτει αναγκαίως αντισυνταγματικότητα και της επίδικης ρύθμισης.

Αντίθετη εκδοχή θα ισοδυναμούσε με αφηρημένο έλεγχο συνταγματικότητας του νόμου, ο οποίος, σύμφωνα με το Σύνταγμα, δεν έχει ανατεθεί στη Δικαστική εξουσία. Ενόψει αυτών, η διάταξη της περίπτωσης 1 της υποπ. Γ.1 της § Γ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012, με την οποία, κατ' εκτίμηση του δημοσιονομικού κόστους (ετήσια εξοικονόμηση δαπάνης ποσού 469.600.000 ευρώ, βλ.

έκθεση του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους που συνόδευε το σχέδιο του ν. 4093/2012 κατά την υποβολή του προς ψήφιση στη Βουλή) καταργήθηκαν τα δώρα εορτών και το επίδομα αδείας, δεν παραβιάζει τη δίκαιη ισορροπία μεταξύ των απαιτήσεων του γενικού συμφέροντος και της προστασίας των δικαιωμάτων των αναιρεσειόντων υπαλλήλων του αναιρεσίβλητου Ν.Π.Ι.Δ.

με την επωνυμία "Κοινωφελής Επιχείρηση Υπηρεσιών Νεάπολης Σικυών" που υπάγεται στον ευρύτερο δημόσιο τομέα και συνεπώς αυτή δεν αντίκειται στην κατοχυρωμένη από το άρθρο 25 § 1 του Συντάγματος αρχή της αναλογικότητας ούτε στο άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α. Τέλος, η επίδικη διάταξη δεν αντίκειται στα άρθρα 4 § 5 και 25 § 4 του Συντάγματος, δεδομένου ότι πρόκειται για μέτρο που αφορά όλους τους υπαλλήλους του Δημοσίου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα, ενώ διαφορετικό είναι το ζήτημα της χορήγησης των επιδομάτων εορτών και αδείας στους υπαλλήλους του ιδιωτικού τομέα, οι οποίοι αποτελούν διαφορετική κατηγορία, σε βάρος της οποίας έχουν επιβληθεί άλλα οικονομικής φύσεως μέτρα (ΑΠ 1280/2020, ΟλομΣτΕ 1307, 1308/2019).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλομΑΠ 1/2016, ΟλομΑΠ 7/2006).

Στην προκειμένη περίπτωση, το ως Εφετείο δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης με το να οδηγηθεί στην προαναφερθείσα κρίση και να απορρίψει κατ' ουσίαν την έφεση, επικυρώνοντας την Πρωτόδικη (Ειρηνοδικείου) απόφαση που απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προαναφερθείσες Συνταγματικές, υπερνομοθετικές και νομοθετικές ουσιαστικές διατάξεις, κρίνοντας εν κατακλείδι ότι η επίμαχη διάταξη της περ. 1 της υποπ.

Γ.1 της § Γ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012, με την οποία καταργήθηκαν τα δώρα εορτών και το επίδομα αδείας, δεν είναι αδικαιολόγητη και δεν παραβιάζει τη δίκαιη ισορροπία μεταξύ των απαιτήσεων του γενικού συμφέροντος και της προστασίας των δικαιωμάτων των αναιρεσειόντων υπαλλήλων του αναιρεσίβλητου νπιδ που υπάγεται στον ευρύτερο δημόσιο τομέα και συνεπώς αυτή δεν αντίκειται στην κατοχυρωμένη από το άρθρο 25 § 1 του Συντάγματος αρχή της αναλογικότητας ούτε στο άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α., ούτε αντίκειται στα άρθρα 4 § 5 και 25 § 4 του Συντάγματος, και δεν έσφαλε και ο μοναδικός λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 (αληθώς 560 αριθ. 1) ΚΠολΔ, διότι (δήθεν) ο νομοθέτης αδικαιολόγητα και κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 4 § 5 και 25 §§ 1 & 4 του Συντάγματος και 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α., με τη διάταξη της περ. 1 της υποπ.

Γ.1 της § Γ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012 κατήργησε τα δώρα εορτών και το επίδομα αδείας, είναι αβάσιμος.

Μετά από όλα αυτά και μη προβαλλομένου ετέρου λόγου αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες λόγω της ήττας τους στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου (ΚΠολΔ 176, 183, 189 § 1, 191 § 2), κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση για τους αναιρεσείοντες με αύξ. αριθμ.: 3η, 10η, 13η, 14η, 17η, 21ος, 23ος, 24ος, 25η, 28ος, 29ος, 31η, 36ος, 38η, 39η, 40η, 42η, 44η, 48η, 49ος, 51ος, 55ος, 56ος, 59η, 63η, 65η, 66η, 67ος, 68η, 71ος, 72η, 74ος, 77η, 81η, 91η, 92η, 93ος, 95η, 98η, 99η, 101η, 102η, 105η, 107η, 108ος, 109η, 110η, 113η, 114η, 117η, 118η, 120η, 123η, 124η, 127η, 129η, 132η, 134η, 140η, 146η, 148η, 151η, 153η, 155η, 156ος, 157η, 158η, 159η, 160η, 164η, 167η, 172ος, 174η, 175η, 177ος 182ος, 186ος, 188η, 192ος, 196η, 197ος, 199ος, 201η, 202η, 203ος, 204η, 205η, 211η, 212ος, 214ος, 216ος, 217η 218η, 221η & 224ος.

Απορρίπτει την από 2-8-2019 και με αριθμ. καταθ. 15622/1707/2-8-2019 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 17948/2018 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης δικάσαντος ως Εφετείου. Και

Καταδικάζει τους παρόντες αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 14 Δεκεμβρίου 2021.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 11 Ιανουαρίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ