Legislator Case Law & Legislation
8/2011 AI generated

Supreme Court partially allowed appeal against inadmissibility ruling due to failure to serve auction notice properly.

Case Number 8/2011
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court partially allowed the National Bank of Greece's appeal against the Second Instance Court's dismissal of its notice of objection. The bank argued the auction was invalid because the seizure report was incorrectly dated and failed to be served, creating a lack of knowledge. The court agreed that the procedural defect regarding the service date rendered the objection admissible despite the missed initial deadline.

Legislator headnote

AI generated

Articles 934 § 1 β and 934 § 1 γ of the Code of Civil Procedure; A notice of objection filed after the initial deadline is admissible if the defendant was unaware of the auction due to a procedural defect in the service of the seizure report.

Keywords

AI generated
admissibility of objection service of seizure report auction notice defect lack of knowledge procedural defect code of civil procedure partial annulment

Cited Legislation

AI generated
Article 934 § 1 β of the Code of Civil Procedure
Article 934 § 1 γ of the Code of Civil Procedure
Article 559 number 14 of the Code of Civil Procedure
Article 562 § 2 of the Code of Civil Procedure
Article 580 § 3 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 178 § 2 of the Code of Civil Procedure
Article 180 § 1 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 189 § 1 of the Code of Civil Procedure
Article 191 § 2 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 8 / 2011 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Α.Κ.

Αριθμός 8/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Φούκα, Γεώργιο Χρυσικό, Ιωάννη Σίδερη και Δημήτριο Κράνη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 20 Σεπτεμβρίου 2010, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θωμά Παπαδούλη.

Των αναιρεσιβλήτων: 1. Ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ EFG EUROBANK ERGASIAS ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ" και τον διακριτικό τίτλο "EUROBANK ERGASIAS", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ηλία Μαρινάκο, 2. Ν. Π. του Χ., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, 3. Γ. Κ. του Α., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Κουκουλά, που δεν κατέθεσε προτάσεις και 4. Α. Α. - Σ., Συμβολαιογράφου, ως επί του πλειστηριασμού ορισθείσης υπαλλήλου, η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο. Στο σημείο αυτό, ο πληρεξούσιο της αναιρεσείουσας ζήτησε και έλαβε από τον Πρόεδρο τον λόγο και δήλωσε ότι παραιτείται από το δικόγραφο της από 11 Φεβρουαρίου 2009 αιτήσεώς του ως προς την τέταρτη και μόνο των αναιρεσιβλήτων.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16 Δεκεμβρίου 2005 ανακοπή της ήδη αναιρεσείουσας που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χαλκίδας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 35/2007 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 92/2008 του Εφετείου Αθηνών (μεταβατική έδρα Χαλκίδας). Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 11 Φεβρουαρίου 2009 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Κράνης, ανέγνωσε την από 2 Αυγούστου 2010 έκθεσή του με την οποία εισηγήθηκε τη μερική παραδοχή της αίτησης αναίρεσης κατά το λόγο της από το άρθρ. 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ και την αναίρεση της προσβαλλόμενης υπ' αριθ. 92/2008 απόφασης του Εφετείου Αθηνών (μεταβατική έδρα Χαλκίδας) σε σχέση ειδικότερα με την κρίση της ότι καλώς απορρίφθηκε ως απαράδεκτη με την πρωτόδικη υπ' αριθ. 35/2007 απόφαση του ΜονΠρΧαλκίδας η από 16.12.2005 ανακοπή της ήδη αναιρεσείουσας κατά το σκέλος της που ζητείται μ' αυτή η απαγγελία της ακυρότητας του διενεργηθέντος στις 21.9.2005 πλειστηριασμού του προσημειωμένου από την αναιρεσείουσα ακινήτου του δεύτερου των αναιρεσιβλήτων, καθώς και των μεταγενέστερων πράξεων της εκτέλεσης.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, οι πληρεξούσιοι των παραστάντων αναιρεσιβλήτων την απόρριψη της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Η αναιρεσείουσα με προφορική δήλωση του πληρεξούσιου δικηγόρου της, που καταχωρήθηκε στα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου, παραιτήθηκε έγκυρα από το δικόγραφο της από 11.2.2009 αίτησής της για αναίρεση της υπ' αριθ.92/2008 απόφασης του Εφετείου Αθηνών αναφορικά ειδικότερα με την τέταρτη των αναιρεσιβλήτων Α. Α.-Σ. και συνεπώς ως προς αυτή η αίτηση αναίρεσης θεωρείται ότι δεν ασκήθηκε και καταργείται αντίστοιχα ως προς την ίδια η δίκη (άρθρ. 573 σε συνδυασμό με άρθρ. 294,295§1,297,299 ΚΠολΔ).

2. Από την προσκομιζόμενη από την αναιρεσείουσα υπ' αριθ. 11463/29.5.2019 έκθεση του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Χαλκίδας Θεοδόσιου Αγγελή προκύπτει ότι αυτή, που επέσπευσε τη συζήτηση της κρινόμενης αίτησής της για αναίρεση της υπ' αριθ. 92/2008 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, επέδωσε νομότυπα και εμπρόθεσμα και στον δεύτερο των αναιρεσιβλήτων Ν. Π. ακριβές αντίγραφο του δικογράφου της αίτησης αναίρεσης με πράξη κατάθεσής της στη γραμματεία του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου και προσδιορισμένο χρόνο συζήτησής της στο Α1 Τμήμα του Αρείου Πάγου με αριθμό πινακίου 37 την αναφερόμενη στην αρχή της απόφασης αυτής δικάσιμο της 20.9.2010, κατά την οποία ο ως άνω αναιρεσίβλητος κλήθηκε να παραστεί (άρθρ.122§1, 123, 126§1περ.α, 128§§1-3, 230§2, 498§§1&2, 568 ΚΠολΔ). Όμως ο αναιρεσίβλητος αυτός δεν παρέστη κατά την εν λόγω δικάσιμο στο ακροατήριο του Δικαστηρίου κατά την εκφώνηση της υπόθεσης στη σειρά της από το πινάκιο, γι' αυτό πρέπει να δικασθεί ερήμην και να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία του (άρθρ. 576§2 ΚΠολΔ).

3. Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθ. 92/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών (μεταβατική έδρα Χαλκίδας), η οποία ερήμην του δεύτερου και της τέταρτης των εφεσιβλήτων και ήδη αναιρεσιβλήτων, αντιμωλία δε των λοιπών διαδίκων, απέρριψε κατ' ουσίαν την από 29.5.2007 έφεση της ήδη αναιρεσείουσας κατά της υπ' αριθ. 35/2007 οριστικής απόφασης του ΜονΠρΧαλκίδας, που είχε απορρίψει ως απαράδεκτη την από 16.12.2005 ανακοπή της για ακύρωση των εκεί αναφερόμενων πράξεων της αναγκαστικής εκτέλεσης και του πλειστηριασμού του προσημειωμένου απ' αυτή ακινήτου του δεύτερου των αντιδίκων της, που με επίσπευση της πρώτης των αντιδίκων της διενεργήθηκε από την τέταρτη αυτών συμβολαιογράφο Χαλκίδας και κατακυρώθηκε στον τρίτο των αντιδίκων της. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564§1, 566§1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ.577§1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577§3 ΚΠολΔ).

4. Κατά τη διάταξη του άρθρ. 994§4 ΚΠολΔ,ο πλειστηριασμός ακινήτου, με ποινή ακυρότητας, δεν μπορεί να γίνει χωρίς να έχουν τηρηθεί οι διατυπώσεις που ορίζονται στις παραγράφους 1 και 3 εδάφια α',β',γ',ε' και στ' του ίδιου άρθρου, μεταξύ των οποίων είναι και η επίδοση στους ενυπόθηκους ή αναλόγως στους προσημειούχους δανειστές (άρθρ. 41 ΕισΝΚΠολΔ), καθώς και στον ειρηνοδίκη του τόπου της κατάσχεσης, περίληψης της κατασχετήριας έκθεσης μέσα σε προθεσμία 20 ημερών από την ημέρα της κατάσχεσης, που συντελείται, κατά το άρθρ. 993§1 ΚΠολΔ, με τη σύνταξη της οικείας έκθεσης.

Η παραπάνω διάταξη αφορά, κατά τη σαφή έννοιά της, στην καθόλου παράλειψη των σχετικών διατυπώσεων, όχι δε και την περίπτωση που αυτές έλαβαν μεν χώρα, αλλά με τρόπο δικονομικώς άκυρο. Στην περίπτωση αυτή η ακυρότητα της αντίστοιχης πράξης, ως ακυρότητα ενδιάμεσης πράξης της εκτελεστικής διαδικασίας, απαγγέλλεται κατόπιν ανακοπής που πρέπει να ασκείται έως την έναρξη του πλειστηριασμού (άρθρ.934§§1β και 2 ΚΠολΔ) και για την ευδοκίμησή της απαιτείται η επίκληση και η απόδειξη δικονομικής βλάβης κατά το άρθρ. 159 αριθ. 3 ΚΠολΔ (ΑΠ 116/1998? ΑΠ 916/2004).

Ευνόητο είναι ότι η ακύρωση μιας ενδιάμεσης πράξης της εκτελεστικής διαδικασίας επιδρά ακυρωτικώς και στον εν συνεχεία πλειστηριασμό, ο οποίος, αν αφορά ακίνητο και πρόκειται για εκτέλεση προς ικανοποίηση χρηματικής απαίτησης, κηρύσσεται άκυρος κατόπιν ανακοπής που πρέπει να ασκείται μέσα σε προθεσμία 90 ημερών, αφότου μεταγραφεί η περίληψη της οικείας κατακυρωτικής έκθεσης, καθώς η ακυρότητα αφορά την τελευταία πράξη της εκτέλεσης.

Για να ασκηθεί, δηλαδή, παραδεκτά ανακοπή κατά του πλειστηριασμού λόγω δικονομικών ακυροτήτων της προδικασίας του, απαιτείται να έχει προσβληθεί ως άκυρη και η ελαττωματική πράξη της προδικασίας του μέσα στην προθεσμία του άρθρ. 943§1β ΚΠολΔ. Αν όμως δεν πρόκειται για ελάττωμα απλώς ή αταξία της προδικασίας του πλειστηριασμού, αλλά για παντελή έλλειψη όλων ή μιας των διατυπώσεων που τάσσει ο νόμος για τη διενέργειά του και παρά την έλλειψη αυτή ο πλειστηριασμός διενεργηθεί, τότε είναι άκυρος ανεξάρτητα από βλάβη και η ακυρότητά του κηρύσσεται ύστερα από ανακοπή οποιουδήποτε έχει έννομο συμφέρον μέσα στην προθεσμία του άρθρ. 934§1γ ΚΠολΔ, αφού πρόκειται για λόγο ακυρότητας του ίδιου του πλειστηριασμού και όχι διατύπωσης της προδικασίας του που ποτέ δεν έγινε (ΟλΑΠ 3/2007).Τα ίδια, αναλόγως, ισχύουν και στην περίπτωση που όλες ή κάποιες από τις διατυπώσεις του πλειστηριασμού δεν παραλείφθηκαν, αλλά έγιναν εκπρόθεσμα ή με τρόπο που τις καθιστά δικονομικώς ανυπόστατες.

Με ανυπαρξία επίδοσης περίληψης της κατασχετήριας έκθεσης ακινήτου εξομοιώνεται και η επίδοσή της σε κατοικία διαφορετική από την πραγματική κατοικία αυτού που αφορά η επίδοση, αφού εξ αιτίας της εσφαλμένης αυτής επίδοσης αυτός έχει άγνοια του επισπευδόμενου πλειστηριασμού και μπορεί, αν διενεργηθεί, να τον προσβάλει, χωρίς άλλο, ως άκυρο μέσα στην προθεσμία του άρθρ. 934§1γ ΚΠολΔ, με ανακοπή, στην οποία θα επικαλείται για το παραδεκτό της ότι ο επισπεύδων την εκτέλεση γνώριζε την πραγματική κατοικία του ή ότι ο ίδιος είχε έγκαιρα γνωστοποιήσει σ' αυτόν την τυχόν μεταβολή της (πρβλ.

ΟλΑΠ 3/2007). Άγνοια του πλειστηριασμού για τον ενδιαφερόμενο και επομένως ακυρότητά του συνεπάγεται και η επίδοση σ' αυτόν περίληψης της κατασχετήριας έκθεσης, στην οποία ως χρόνος πλειστηριασμού αναγράφεται ημερομηνία διαφορετική και μάλιστα μεταγενέστερη από την ημερομηνία διενέργειας του πλειστηριασμού.

Συνεπώς και στην περίπτωση αυτή δικαιολογείται ανακοπή για ακύρωση του πλειστηριασμού μέσα στην προθεσμία του άρθρ. 934§1γ ΚΠολΔ, δηλαδή δεν είναι αναγκαίο να έχει προηγουμένως προσβληθεί ως άκυρη και η ίδια η κρίσιμη πράξη της προδικασίας του πλειστηριασμού με ανακοπή, για την άσκηση της οποίας, άλλωστε, λόγω της άγνοιας του ενδιαφερομένου, θα έχει περάσει συνήθως η προθεσμία του άρθρ. 934§1β ΚΠολΔ και θα πρέπει έτσι να γίνει επίκληση της δυνατότητας επαναφοράς των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση κατά τα άρθρ. 152 επ.

ΚΠολΔ. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατά το άρθρ. 561§2 ΚΠολΔ, επισκόπηση του δικογράφου της από 16.5.2005 ανακοπής της αναιρεσείουσας, επί της οποίας εκδόθηκε η απορριπτική αυτής υπ' αριθ. 35/2007 απόφαση του ΜονΠρΧαλκίδας και κατ' έφεση η προσβαλλόμενη ήδη υπ' αριθ. 92/2008 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών (μεταβατική έδρα Χαλκίδας), η αναιρεσείουσα ισχυρίσθηκε με την ανακοπή της, ότι με επίσπευση της πρώτης των αντιδίκων της κατασχέθηκε αναγκαστικά με την υπ' αριθ. 687/7.3.2005 έκθεση της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Χαλκίδας Μ.

Μ.-Δ. το προσημειωμένο απ' αυτή (αναιρεσείουσα) ακίνητο του δεύτερου των αντιδίκων της (οφειλέτη της), το οποίο στη συνέχεια εκπλειστηριάσθηκε στις 21.9.2005 ενώπιον της τέταρτης των αντιδίκων της συμβολαιογράφου Χαλκίδας και κατακυρώθηκε στον τρίτο των αντιδίκων της, μολονότι στη υπ' αριθ. 697/2005 πρώτη επαναληπτική περίληψη της κατασχετήριας έκθεσης της ως άνω δικαστικής επιμελήτριας, που επιδόθηκε σ' αυτή (αναιρεσείουσα) και στον Ειρηνοδίκη Χαλκίδας, αναγράφεται ως χρόνος πλειστηριασμού η 21.11.2005.

Ισχυριζόμενη, λοιπόν, ακολούθως η αναιρεσείουσα ότι ο ως άνω πλειστηριασμός, που διενεργήθηκε σε διαφορετική ημερομηνία και μάλιστα προηγούμενη από την αναγραφόμενη στην επιδοθείσα σ' αυτή και στον Ειρηνοδίκη Χαλκίδας πρώτη επαναληπτική περίληψη της κατασχετήριας έκθεσης, διενεργήθηκε άκυρα, ζήτησε να κηρυχθεί άκυρος αυτός, όπως και οι ως άνω πράξεις της προδικασίας του, δηλαδή η κατασχετήρια έκθεση και πρώτη επαναληπτική περίληψη αυτής, καθώς και οι εν συνεχεία του πλειστηριασμού πράξεις, δηλαδή η υπ' αριθ. 5135/21.9.2005 έκθεση πλειστηριασμού και η υπ' αριθ. 5170/2005 περίληψη της κατακυρωτικής έκθεσης της τέταρτης των καθ' ων η ανακοπή συμβολαιογράφου Χαλκίδας Α.

Α.-Σ., επικαλούμενη (η αναιρεσείουσα) βλάβη της από τη διενέργεια του πλειστηριασμού σε ημερομηνία διαφορετική από τη γνωστοποιηθείσα σ' αυτή και στον Ειρηνοδίκη Χαλκίδας, αφού έτσι εμποδίσθηκε να αναγγείλει την ασφαλισμένη με την προσημείωση υποθήκης απαίτησή της και να συμμετάσχει στον πλειστηριασμό του ακινήτου η ίδια ή και τρίτοι, που πληροφορήθηκαν τον πλειστηριασμό από την επιδοθείσα στον Ειρηνοδίκη Χαλκίδας πρώτη επαναληπτική περίληψη της κατασχετήριας έκθεσης.

Το Εφετείο θεώρησε με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως άλλωστε και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, ότι με την ένδικη ανακοπή ζητείται η ακύρωση των παραπάνω πράξεων εκτέλεσης για το λόγο ότι στην επαναληπτική περίληψη της κατασχετήριας έκθεσης που κοινοποιήθηκε στην αναιρεσείουσα, και ακολούθως και στις λοιπές εκθέσεις, εκ παραδρομής παρεισέφρησε εσφαλμένη αναγραφή της ημέρας του πλειστηριασμού, εκείνη της 21.9.2005, οπότε και ο πλειστηριασμός έλαβε χώρα, αντί της ορθής 21.11.2005.

Η εκτίμηση όμως αυτή από το Εφετείο της ένδικης ανακοπής είναι εσφαλμένη, αφού, κατά τα προεκτεθέντα, ως λόγος ανακοπής δεν προβάλλεται ότι εσφαλμένα και εκ παραδρομής αναγράφηκε στην επαναληπτική περίληψη της κατασχετήριας έκθεσης και ακολούθως και στις λοιπές εκθέσεις η 21.9.2005 ως ημέρα του πλειστηριασμού αντί της ορθής 21.11.2005, αλλά διατυπώνεται η αιτίαση ότι ο πλειστηριασμός διενεργήθηκε στις 21.9.2005, μολονότι η ημερομηνία αυτή ως χρόνος του πλειστηριασμού ήταν άγνωστη στην αναιρεσείουσα και ενδεχομένως και σε τρίτους, αφού στην επιδοθείσα σ' αυτή και στον Ειρηνοδίκη Χαλκίδας πρώτη επαναληπτική περίληψη της κατασχετήριας έκθεσης αναγράφεται ως χρόνος του πλειστηριασμού η 21.11.2005.

Ωστόσο η παραπάνω εσφαλμένη εκτίμηση από το Εφετείο του λόγου της ανακοπής δεν άσκησε ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της κατ' έφεση δίκης αφού είτε με την εσφαλμένη είτε με την ορθή εκτίμηση του λόγου της ανακοπής από το Εφετείο δεν επηρεάζεται και δεν διαφοροποιείται η περαιτέρω κρίση του, σύμφωνα με την οποία " ο λόγος της ανακοπής απαραδέκτως προβάλλεται, δεδομένου ότι για την ως άνω αταξία (δηλαδή για το σφάλμα στην αναγραφή του χρόνου πλειστηριασμού στην επαναληπτική περίληψη της κατασχετήριας έκθεσης που επιδόθηκε στην αναιρεσείουσα και στον Ειρηνοδίκη Χαλκίδας) δεν προσβλήθηκε η ενδιάμεση διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης εντός των προθεσμιών των παραγράφων 1 και 2 του άρθρ. 934 ΚΠολΔ και δη μέχρι την έναρξη του πλειστηριασμού (άρθρ. 934§1β ΚΠολΔ), ούτε μπορεί πλέον να προσβληθεί το πρώτον με την κρινόμενη ανακοπή και, κατά συνέπεια, επήλθε έκπτωση της ανακόπτουσας από το δικαίωμα να προσβάλει τις παραπάνω πράξεις και τον διενεργηθέντα πλειστηριασμό".

Η κρίση όμως αυτή καθαυτή του Εφετείου ναι μεν είναι ορθή ως προς τις πράξεις της προδικασίας του πλειστηριασμού, οι οποίες έπρεπε να προσβληθούν ως άκυρες με ανακοπή εντός της προθεσμίας του άρθρ. 934§1β ΚΠολΔ και συνεπώς, εφόσον αυτό δεν συνέβη, απαράδεκτα προσβλήθηκαν το πρώτον με την ένδικη ανακοπή, όμως κατά τα λοιπά η κρίση του Εφετείου είναι εσφαλμένη ως προς τον διενεργηθέντα πλειστηριασμό και τις εν συνεχεία αυτού πράξεις, αφού κατά τα προεκτεθέντα η επίδοση στην αναιρεσείουσα και στον Ειρηνοδίκη Χαλκίδας επαναληπτικής περίληψης της κατασχετήριας έκθεσης, στην οποία ως χρόνος του πλειστηριασμού αναγράφεται η 21.11.2005, ενώ αυτός διενεργήθηκε στις 21.9.2005, εξομοιώνεται ουσιαστικά με έλλειψη επίδοσης , που συνεπάγεται για την αναιρεσείουσα, αλλά ενδεχομένως και για τρίτους ενδιαφερομένους, άγνοια του πλειστηριασμού.

Συνεπώς ο πλειστηριασμός, όπως και οι μεταγενέστερες αυτού πράξεις εκτέλεσης, παραδεκτά προσβλήθηκαν αυτοτελώς με την ένδικη ανακοπή μέσα στην προθεσμία του άρθρ. 934§1γ ΚΠολΔ, δηλαδή μολονότι δεν προσβλήθηκαν εμπρόθεσμα οι πράξεις της προδικασίας του. Συνακόλουθα το Εφετείο, που απέρριψε στο σύνολό της την ένδικη ανακοπή ως απαράδεκτη, παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτο και είναι αντίστοιχα ουσιαστικά βάσιμος ο λόγος αναίρεσης από το άρθρ. 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ, που παραδεκτά κατά το άρθρ. 562§2 ΚΠολΔ προβάλλεται με το δικόγραφο της αναίρεσης, αφού το αντίστοιχο σφάλμα της πρωτόδικης απόφασης αποτέλεσε και λόγο της έφεσης της αναιρεσείουσας. Πρέπει έτσι κατά παραδοχή του λόγου αυτού να γίνει αντίστοιχα δεκτή η αίτηση αναίρεσης και να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη εφετειακή απόφαση κατά το σχετικό κεφάλαιό της. Κατά το κεφάλαιο αυτό η υπόθεση πρέπει να παραπεμφθεί για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές (άρθρ.580§3 ΚΠολΔ). Οι τρείς πρώτοι των αναιρεσιβλήτων, ως ηττηθέντες, πρέπει να καταδικασθούν στη δικαστική δαπάνης της αναιρεσείουσας, κατά το σχετικό αίτημά της, όπως στο διατακτικό ειδικότερα (άρθρ. 176, 178§2, 180§1, 183, 189§1, 191§2 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Κηρύσσει καταργημένη τη δίκη ως προς την τέταρτη των αναιρεσιβλήτων Α. Α.-Σ.

Αναιρεί εν μέρει την υπ' αριθ. 92/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών (μεταβατική έδρα Χαλκίδας) κατά το κεφάλαιο που αφορά την κρίση της περί απαραδέκτου της από 16.12.2005 ανακοπής της ήδη αναιρεσείουσας κατά το μέρος που ζητείται μ' αυτή η απαγγελία της ακυρότητας του διενεργηθέντος στις 21.9.2005 πλειστηριασμού του προσημειωμένου από την αναιρεσείουσα ακινήτου του δεύτερου των αναιρεσιβλήτων, καθώς και των μεταγενέστερων πράξεων της εκτέλεσης.

Παραπέμπει ως προς το κεφάλαιο αυτό την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο Αθηνών, που θα συγκροτηθεί από δικαστές άλλους από αυτούς που εξέδωσαν την παραπάνω απόφαση. Και

Καταδικάζει τους τρεις πρώτους των αναιρεσιβλήτων στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, την οποία ορίζει σε τρεις χιλιάδες (3000) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 2 Νοεμβρίου 2010.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 10 Ιανουαρίου 2011.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ