Legislator Case Law & Legislation
8/2009 AI generated

Supreme Court dismisses appeal due to vague grounds of appeal failing to specify factual assumptions or legal errors.

Case Number 8/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court rejected the appellant's request to overturn the lower court's decision regarding defamation damages. The appellant argued the lower court misapplied criminal law provisions concerning official acts, but failed to clearly state the factual assumptions accepted by the appellate court or specify the exact legal errors in its reasoning. Consequently, the court ruled the grounds of appeal were too indefinite to be accepted.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(1) and 19 of the Code of Civil Procedure; An appeal ground is inadmissible if it fails to specify the factual assumptions of the appealed decision and to detail the specific insufficiency or contradiction of the court's reasoning.

Keywords

AI generated
indefinite appeal grounds factual assumptions legal reasoning error appellate review standard Code of Civil Procedure

Cited Legislation

AI generated
Article 559(1) and 19 of the Code of Civil Procedure
Article 367(1)(c) of the Criminal Code
Articles 361, 362, 363 of the Criminal Code

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court Case 20/2005
Supreme Court Case 27/1998
Supreme Court Case 339/2003
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 8 / 2009 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 8/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Καλαμίδα, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Ιωάννη - Σπυρίδωνα Τέντε, Βασίλειο Φούκα και Γεώργιο Γεωργέλλη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 3 Νοεμβρίου 2008, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Χ, οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ανδρέα Παπαδόπουλο.

Της αναιρεσιβλήτου: Ψ, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Συμεών Λυμπεράκη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6 Απριλίου 1998 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Λευκάδας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 98/1998 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 916/2002 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 20 Μαρτίου 2003 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Γεωργέλλης, ανέγνωσε την από 8 Νοεμβρίου 2006 έκθεση του κωλυομένου να συμμετέχει στη σύνθεση Αρεοπαγίτη Δημητρίου Κανελλόπουλου, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο πρώτος λόγος αναίρεσης, όπως αυτός συμπληρώνεται και εξειδικεύεται με την παρούσα έκθεση και να απορριφθούν οι λοιποί.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη της παραγράφου 2 του άρθρου μόνου του ν. 1178/1981, όπως αυτή αντικαταστάθηκε με την παράγραφο 4 του άρθρου μόνου του ν. 2243/1994, η κατά το άρθρο 932 του ΑΚ χρηματική ικανοποίηση του αδικηθέντος για ορισμένες πράξεις που τελέστηκαν δια του τύπου ορίζεται, κατά την κρίση του δικαστή, όχι κατώτερη των 10.000.000 δρχ. για τις ημερήσιες εφημερίδες Αθηνών και Θεσσαλονίκης καθώς και για τα περιοδικά που κυκλοφορούν μέσω των Πρακτορείων Εφημερίδων και των 2.000.000 δρχ. για τις άλλες εφημερίδες ή περιοδικά, εκτός αν ζητήθηκε από τον ενάγοντα μικρότερο ποσό και αυτό ανεξάρτητα από την απαίτηση προς αποζημίωση για περιουσιακή ζημία. Η διάταξη αυτή καθορίζει ελάχιστα όρια για τη χρηματική ικανοποίηση που επιδικάζεται εις βάρος του ιδιοκτήτη του εντύπου, του εκδότη, του διευθυντή και του συντάκτη του δημοσιεύματος, όχι δε και του τρίτου, που παρέσχε την πληροφορία. Έπεται, εντεύθεν, ότι τα ελάχιστα όρια χρηματικής ικανοποίησης που ορίζει η παραπάνω διάταξη δεν αφορούν όσους δεν έχουν τις προαναφερόμενες ιδιότητες (ιδιοκτήτη ή εκδότη ή διευθυντή του εντύπου ή συντάκτη του δημοσιεύματος), η δε ευθύνη τους εις ολόκληρον μετά των εν λόγω προσώπων νοείται μόνο στο μέτρο που οι υποχρεώσεις αυτών καλύπτονται.

Στη προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση του δέχθηκε ανελέγκτως τα εξής : Ο εναγόμενος που ήταν αιρετός Πρόεδρος του Νομαρχιακού Συμβουλίου της Νομαρχιακής Αυτοδιοικήσεως ..... με σκοπό να προσβάλλει την προσωπικότητα της εναγούσης και ήδη αναιρεσίβλητης που ήταν αποσπασμένη υπάλληλος του Πολεοδομικού Γραφείου της ίδιας Νομαρχιακής αυτοδιοίκησης και υπαγόταν διοικητικώς στον εναγόμενο, ισχυρίστηκε δημοσίως, εντελώς κακόπιστα και εκτός πάσης δεοντολογίας, ότι το πτυχίο που αυτή κατέχει (δίπλωμα της Σχολής Αρχιτεκτόνων Μηχανικών του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου) δεν είναι νόμιμο μολονότι γνώριζε από μεγάλο αριθμό δημοσίων εγγράφων που είχε στην κατοχή του ότι αυτή ήταν νόμιμος κάτοχος του ανωτέρω πτυχίου.

Στη δημόσια ανακοίνωση του ανωτέρω ψευδούς ισχυρισμού προέβη ο εναγόμενος: α) με σχετικές δηλώσεις του στη συνεδρίαση του Νομαρχιακού Συμβουλίου ..... στις 3-12-1997, στην οποία μάλιστα κάλεσε να παραστούν και δημοσιογράφοι της τοπικής τηλεόρασης για να μεταδώσουν την είδηση ότι η ενάγουσα δεν είναι κάτοχος νομίμου πτυχίου της παραπάνω σχολής.

Τα τοπικά δε μέσα μαζικής ενημέρωσης σε ειδική εκπομπή της επόμενης της συνεδριάσεως ημέρας (4-12-1997) μετέδωσαν στο κοινό την παραπάνω ψευδή είδηση, β) με την από 18-12-1997 αναφορά του στον Εισαγγελέα Πλημ/κών Λευκάδος, η οποία, όμως τέθηκε στο αρχείο ως προφανώς αβάσιμος με πράξη του εν λόγω Εισαγγελέα, που επικυρώθηκε από τον Εισαγγελέα Εφετών Πατρών, Με την αναφορά του αυτή ο εναγόμενος αμφισβητούσε την τήρηση όλων των νομίμων διαδικασιών για την απόκτηση του ανωτέρω πτυχίου, υπαινισσόμενος και την τέλεση από την ενάγουσα αξιοποίνων πράξεων για να το αποκτήσει, γ) Με σχετική συνέντευξη που έδωσε υπό την ανωτέρω ιδιότητα στον τοπικό ραδιοφωνικό σταθμό .....

στις 13-1-1997. δ) Με αποστολή ειδικού εγγράφου (φαξ) που έστειλε στον διευθυντή της εφημερίδος "....." για την καταχώριση σχετικού δημοσιεύματος στην εν λόγω ημερήσια εφημερίδα των Αθηνών. Με βάση δε το εν λόγω έγγραφο στο φύλλο της 2-2-1997 της εφημερίδος αυτής και σε ειδική στήλη καταχωρήθηκε η σχετική είδηση ότι η ενάγουσα δεν είναι νόμιμος κάτοχος του προαναφερόμενου πτυχίου καθώς και ότι εκ του λόγου αυτού τίθεται ζήτημα εγκυρότητας των διοικητικών πράξεων της εναγούσης.

Κατέληξε δε το Εφετείο ότι ενόψει όλων των ανωτέρω ο εναγόμενος με τις παραπάνω ψευδείς ανακοινώσεις, στις οποίες προέβη εν γνώσει της αναληθείας των, προσέβαλε την τιμή και την υπόληψη της εναγούσης και γι αυτό αυτή δικαιούται χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης κατά τα άρθρα 57, 59και 932 Α.Κ., το εύλογο ποσό της οποίας ενόψει του είδους της προσβολής και των εν γένει συνθηκών πρέπει να ορισθεί στο ποσό των 10.000.000 δραχμών, που είναι και το κατώτερο όριο κατά την παράγραφο 4 του άρθρου μόνου του Ν. 1178/1981.

Με βάση τις ανωτέρω παραδοχές το Εφετείο απέρριψε τις αντίθετες εφέσεις των διαδίκων αυτών κατά της πρωτόδικης απόφασης η οποία είχε δεχθεί την αγωγή της εναγούσης για το ίδιο χρηματικό ποσό. Το Εφετείο έκρινε ότι το εύλογο ποσό της χρηματικής ικανοποιήσεως που δικαιούται η ενάγουσα ανέρχεται στον ποσό των 10.000.000 δραχμών αφού συνεκτίμησε μεταξύ των άλλων και όλους τους προαναφερθέντες τρόπους με τους οποίους διαπράχθηκε η αδικοπραξία, αιτιολογία η οποία και στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό και δεν προσδιόρισε την χρηματική ικανοποίηση στο ποσό τούτο ως το ελάχιστο ποσό κατ' εφαρμογή της διάταξης της παραγράφου 2 του άρθρου μόνου του νόμου 1178/1981 που αντικαταστάθηκε με την παράγραφο 4 του άρθρου μόνου του νόμου 2243/1994, η δε κατά τα ανωτέρω αναφορά στη τελευταία αυτή διάταξη συνιστά πλεοναστική αιτιολογία που δεν στηρίζει το διατακτικό.

Συνεπώς ο πρώτος λόγος της αναίρεσης από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. με τον οποίο αποδίδεται ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση της τελευταίας αυτής διατάξεως, δια της επεκτάσεως της εφαρμογής της και στον ενάγοντα, ο οποίος όμως δεν είχε την ιδιότητα του εκδότη, του διευθυντή του εντύπου ή του συντάκτη του δημοσιεύματος, πρέπει ν' απορριφθεί καθόσον δεν πρόκειται για προσδιορισμό της χρηματικής ικανοποιήσεως στο ως άνω ποσό κατ' εφαρμογή της διάταξης αυτής,

Κατά το άρθρο 932 ΑΚ, σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη κατά την κρίση του χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Αυτό ισχύει ιδίως για εκείνον που έπαθε προσβολή της υγείας, της τιμής ή της αγνείας του ή στερήθηκε την ελευθερία του.

Σε περίπτωση θανάτωσης προσώπου η χρηματική αυτή ικανοποίηση μπορεί να επιδικαστεί στην οικογένεια του θύματος λόγω ψυχικής οδύνης. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, ότι το δικαστήριο της ουσίας κρίνει αν ο αιτών υπέστη ηθική βλάβη και ποιο το επιδικαστέο ποσό της χρηματικής ικανοποίησης για την αποκατάστασή της, με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και της λογικής, λαμβάνοντας ιδίως υπόψη, το είδος της προσβολής, την έκταση της βλάβης, τις συνθήκες τελέσεως της αδικοπραξίας, τη βαρύτητα του πταίσματος, την οικονομική, κοινωνική και προσωπική κατάσταση των μερών.

Επομένως, ο προσδιορισμός του ποσού της εύλογης κατά τα ανωτέρω χρηματικής ικανοποίησης επαφίεται στην ελεύθερη εκτίμηση του δικαστηρίου, η σχετική κρίση του οποίου δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, αφού σχηματίζεται ύστερα από την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, χωρίς υπαγωγή σε νομική έννοια, ώστε να μπορεί να νοηθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου είτε ευθέως, είτε εκ πλαγίου, για έλλειψη νόμιμης βάσης (ΟλΑΠ 13/2002, ΑΠ 674/2004, ΑΠ 112/99, ΑΠ 289/97).

Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, με τον οποίο ο αναιρεσείων προβάλλει την αιτίαση, ότι το Εφετείο με ανεπαρκείς αιτιολογίες καθόρισε το ποσό των 10.000.000 δρχ., ως εύλογη χρηματική ικανοποίηση της αναιρεσίβλητης, "ενόψει του είδους της προσβολής και των εν γένει συνθηκών", όπως δέχτηκε, χωρίς όμως να αναλύει και να εξειδικεύει τα στοιχεία αυτά, δηλαδή το είδος, τη βαρύτητα και τις συνθήκες τέλεσης της προσβολής, τον τόπο, χρόνο και το μέσο τέλεσης, την υπαιτιότητά του, τη δημοσιότητα που έλαβε η προσβολή, καθώς και την επαγγελματική, κοινωνική και οικονομική κατάσταση των μερών, είναι προεχόντως απαράδεκτος.

Από τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθ. 4, 562 παρ. 2, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ προκύπτει, ότι αν η αγωγή κρίθηκε κατ' ουσίαν βάσιμη ή αβάσιμη, για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός ο λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προσάπτεται στο δικαστήριο της ουσίας ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ), η οποία μπορεί να συντελεστεί και με τη μη εφαρμογή διατάξεων που ήταν εφαρμοστέες, δεν αρκεί να εκτίθεται στο αναιρετήριο το κατά την εκδοχή του αναιρεσείοντος ερμηνευτικό ή υπαγωγικό σφάλμα, αλλά πρέπει επιπλέον να αναφέρονται, με πληρότητα και σαφήνεια, τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε το δικαστήριο, ως θεμελιωτικά της κρίσης του για το βάσιμο ή μη της αγωγής, διότι μέσω των πραγματικών αυτών παραδοχών πραγματώνεται εκάστοτε η συγκεκριμένη ερμηνεία και εφαρμογή του κανόνα του ουσιαστικού δικαίου και μόνο ενόψει αυτών, μπορεί να ελεγχθεί αν η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στην απόφαση οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό, από το οποίο και εξαρτάται τελικά η ευδοκίμηση της αναίρεσης (ΚΠολΔ 578, Ολ ΑΠ 20/2005, Ολ ΑΠ 27/98).

Περαιτέρω, με τον αναιρετικό λόγο του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, με τον οποίο αποδίδεται η πλημμέλεια, ότι η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση εξαιτίας ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ελέγχεται η ορθότητα της ελάσσονος πρότασης του νομικού συλλογισμού, από την άποψη αν οι παραδοχές της απόφασης πληρούν το πραγματικό του κανόνα δικαίου που εφάρμοσε (ΑΠ 339/2003 ΕλλΔ 45.427).

Επομένως ο λόγος αυτός, για να είναι ορισμένος και κατά συνέπεια παραδεκτός, πρέπει να διαλαμβάνει, πλην άλλων, 1) τις πραγματικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα δεκτά γενόμενα από αυτήν πραγματικά περιστατικά και 2) εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου, ήτοι σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια ή η αντίφαση των αιτιολογιών, δηλαδή ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση ή πού εντοπίζονται οι αντιφάσεις.

Η αοριστία δε του λόγου αναίρεσης δεν μπορεί να θεραπευτεί με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο (Ολ ΑΠ 20/2005, 32/96, 27/98). Με τον τρίτο, από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης, ο αναιρεσείων προβάλλει την αιτίαση, ότι το Εφετείο, με το να δεχτεί ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή του άρθρου 367 παρ. 1 περ.

γ' του ΠΚ, κρίνοντας ότι οι πράξεις του έχουν χαρακτήρα συκοφαντικής δυσφήμησης και όχι εξύβρισης ή απλής δυσφήμησης και να απορρίψει έτσι την ένστασή του περί άρσης του άδικου χαρακτήρα των πράξεών του που τέλεσε ως Νομάρχης ....., παραβίασε, ευθέως και εκ πλαγίου, τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 361, 362, 363 και 367 ΠΚ.

Όμως ο αναιρεσείων, δεν παραθέτει στο αναιρετήριο με πληρότητα τις πραγματικές παραδοχές του Εφετείου, ήτοι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε το Δικαστήριο αυτό της ουσίας, ως θεμελιωτικά της κρίσης του για την κατά ένα μέρος ουσιαστική βασιμότητα της αγωγής, και ουσιαστικό αβάσιμο της προαναφερόμενης ένστασής του, με τις οποίες (παραδοχές) συντελέστηκε η προβαλλόμενη από αυτόν παραβίαση, ευθέως και εκ πλαγίου, των πιο πάνω ουσιαστικών διατάξεων, ούτε εξειδικεύει τα σφάλματα του Εφετείου, ήτοι σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια ή η αντίφαση των σχετικών αιτιολογιών, δηλαδή ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση ή πού εντοπίζονται οι αντιφάσεις.

Επομένως, ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι προεχόντως αόριστος.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 20-3-2003 αίτηση του Χ για αναίρεση της υπ' αριθ. 916/ 2002 αποφάσεως του Εφετείου Πατρών. Και

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες (2.000) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Δεκεμβρίου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 2 Ιανουαρίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ O ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ