Supreme Court dismisses appeal on insurance claim statute of limitations due to failure to prove unforeseeability of injury. Verdict: dismissed.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against a lower court's decision regarding an insurance claim for personal injury. The appellant argued that the injury's worsening was unforeseeable, but the court found the claim failed to explicitly state this element in the original lawsuit. Consequently, the two-year statute of limitations had expired before the lawsuit was served, rendering the claim time-barred.
Legislator headnote
AI generatedArt. 10 para. 2 of Law 489/1976; Art. 559 no. 11 para. g' of the Code of Civil Procedure: The specific two-year limitation period for claims against insurers under Law 489/1976 begins the day after the accident and expires upon service of the lawsuit, regardless of when the damage was known, and an appeal based on unforeseeability fails if the original claim did not explicitly allege this element.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 8 / 2007 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 8/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές : Δημήτριο Λοβέρδο, Αντιπρόεδρο, Βασίλειο Ρήγα, Γεώργιο Καλαμίδα, Δημήτριο Κανελλόπουλο και Χαράλαμπο Δημάδη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Δεκεμβρίου 2006, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Γιαννέλη, για να δικάσει μεταξύ :
Του αναιρεσείοντος : ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Σίνο.
Της αναιρεσίβλητης : Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρείας με την επωνυμία "METROLIFE ΑΕΓΑ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ανδρέα Καμβύση με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., ο οποίος αναφέρει στις προτάσεις ότι στη θέση της πιο πάνω εταιρείας υπεισήλθε, ως ειδική διάδοχος, η ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "ΦΟΙΝΙΞ METROLIFE ΕΜΠΟΡΙΚΗ Α.Ε.Α.Ε." .
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26-4-2001 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 3215/2002 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 1999/2003 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί ο αναιρεσείων με την από 3 Μαρτίου 2005 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Κανελλόπουλος ανέγνωσε την από 20 Νοεμβρίου 2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της υπό κρίση αιτήσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι.- Κατά τις διατάξεις του άρθρου 10 παρ/φοι 1 και 2 του ν.489/1976 "το πρόσωπο που ζημιώθηκε έχει από την ασφαλιστική σύμβαση και μέχρι το ποσό αυτής ιδία αξίωση κατά του ασφαλιστή. Η αξίωση αυτή παραγράφεται μετά πάροδο δύο (2) ετών από την ημέρα του ατυχήματος, επιφυλασσομένων των κειμένων διατάξεων για την αναστολή και τη διακοπή της παραγραφής".
Από τις διατάξεις αυτές σαφώς προκύπτει, ότι η παραπάνω διετής παραγραφή αρχίζει, ενόψει και του άρθρου 241 ΑΚ, όχι από την ίδια ημέρα, αλλά από την επόμενη ημέρα του ατυχήματος. Μέσα στη διετία αυτή πρέπει να ολοκληρωθεί η άσκηση της αγωγής (ΚΠολΔ 215), δηλαδή κατάθεση στη γραμματεία του δικαστηρίου και επίδοση αυτής στον εναγόμενο.
Αν η επίδοση γίνει μετά τη συμπλήρωση της διετίας επιτρεπτά προτείνεται από τον εναγόμενο ασφαλιστή η ένσταση της διετούς παραγραφής. Για την έναρξη της διετούς αυτής παραγραφής δεν έχει σημασία αν και πότε λαμβάνει γνώση της ζημίας ο ζημιωθείς. Το ΑΚ 937 δεν εφαρμόζεται εν προκειμένω, γιατί αυτή ισχύει στην αξίωση αποζημιώσεως από αδικοπραξία.
Η διάταξη του άρθρου 10 παρ.2 του ν.489/1976, ειδικώς ρυθμίζουσα την αξίωση αποζημιώσεως κατά του ασφαλιστή, ευθυνόμενου έναντι του παθόντος όχι εξ αδικοπραξίας, αλλά εκ του νόμου, επικρατεί της γενικής διάταξης του άρθρου 937 ΑΚ. Η παραπάνω διετής παραγραφή, ως προς την αφετηρία της, καλύπτει όλες τις επελθούσες καθώς και τις προβλεπτές από την αρχή μέλλουσες ζημίες του παθόντος.
Δεν εφαρμόζεται αν η ζημία είναι από την αρχή απρόβλεπτη, όπως τούτο δύναται να συμβεί επί απρόβλεπτης, κατά τα ιατρικά δεδομένα, επιδεινώσεως της υγείας του παθόντος, γεγονός το οποίο όμως αποτελεί στοιχείο της βάσης της σχετικής αγωγής, σύμφωνα με τα άρθρα 118 και 216 ΑΚ. Και στη διετή αυτή παραγραφή ισχύουν οι γενικές ρυθμίσεις του ΑΚ ως προς τη διακοπή (ΑΚ 255 επ) και αναστολή της παραγραφής (ΑΚ 260 επ.).
Ειδικώς, με την άσκηση της αγωγής, επέρχεται διακοπή της παραγραφής (ΑΚ 261). Εξάλλου, από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 261 ΑΚ και 221 παρ.1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, σε περίπτωση ασκήσεως της αγωγής για μέρος μόνο της αξιώσεως για αποζημίωση, η επίδοση της αγωγής διακόπτει την παραγραφή μόνο για το μέρος αυτό, ως προς το οποίο δημιουργείται αντιστοίχως εκκρεμοδικία.
Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 268 α' ΑΚ, η οποία εφαρμόζεται και στη βραχυπρόθεσμη διετή παραγραφή του άρθρου 10 παρ.2 του ν.489/1976 και κατά την οποία "κάθε αξίωση που βεβαιώθηκε με τελεσίδικη απόφαση ή δημόσιο έγγραφο εκτελεστό παραγράφεται μετά είκοσι χρόνια και αν ακόμη η αξίωση καθαυτή υπαγόταν σε συντομότερη παραγραφή", σε περίπτωση βεβαίωσης με τελεσίδικη απόφαση ή δημόσιο έγγραφο εκτελεστό της ύπαρξης αξίωσης για θετική και αποθετική ζημία από αδικοπραξία, λόγω προκλήσεως παράνομης ζημίας, ήτοι σωματικής βλάβης από αυτοκίνητο για το οποίο έχει ασφαλιστεί η ευθύνη των κατά νόμο οριζόμενων προσώπων, για την πρόκληση ατυχήματος σε τρίτο πρόσωπο, επέρχεται καταρχήν η επιμήκυνση της διετούς παραγραφής του άρθρου 10 παρ.2 του ν.489/1976 σε 20ετή, αρχόμενη από την τελεσιδικία, και ως προς το μέρος της όλης αξίωσης αποζημιώσεως για αποθετική ζημία (απώλεια προσόδων), της αναγόμενης δηλαδή και σε χρόνο μεταγενέστερο εκείνου, για τον οποίο επιδικάστηκε η αποζημίωση.
Και τούτο διότι και το μέρος αυτό της αξίωσης, καίτοι δεν περιέχεται ειδική αναγνωριστική διάταξη στην απόφαση, θεωρείται ότι έχει βεβαιωθεί (εμμέσως) στην περίπτωση αυτή με την παρεμπίπτουσα δικαστική κρίση, - η οποία ήταν αναγκαία- για την ύπαρξη δικαιώματος αποζημιώσεως του παθόντος γενικώς, για κάθε ζημία από την αδικοπραξία.
Η επιμήκυνση όμως του χρόνου της παραγραφής, κατά τους όρους του άρθρου 268 ΑΚ, προϋποθέτει αναγκαίως την ύπαρξη αξίωσης, που δεν έχει υποκύψει ακόμη στη μέχρι της τελεσιδικίας ισχύουσα βραχυχρόνια παραγραφή. Τούτο γιατί η τελεσίδικη επιδίκαση της επίδικης τότε αξίωσης δεν επιφέρει αναβίωση της αξίωσης και κατά το μέρος που δεν έχει ασκηθεί και έχει πλέον αποσβεστεί λόγω παραγραφής, η οποία διέδραμε χωρίς διακοπή κατά το άρθρο 261 ΑΚ, όπως τούτο συμβαίνει με την αξίωση για την επιδίκαση διαφυγόντων εισοδημάτων μεταγενέστερου χρόνου, η παραγραφή για την οποία, εν όσω αποτελεί προβλεπτή ζημία στα πλαίσια του άρθρου 10 παρ.2 του ν.489/1976, άρχισε την επόμενη ημέρα του ατυχήματος (Ολ.ΑΠ 38/96, Ολ.ΑΠ 23/94).
Τέλος, το ορισμένο ή αόριστο της αγωγής, ως προς την έκθεση σ' αυτήν των πραγματικών περιστατικών που απαρτίζουν την ιστορική της αιτία εκτιμά κυριαρχικώς το δικαστήριο της ουσίας και δεν υπόκειται κατά τούτο η απόφασή του σε αναιρετικό έλεγχο, εκτός αν το δικαστήριο αυτό έλαβε υπόψη του γεγονότα που δεν αναφέρονται στο δικόγραφο της αγωγής και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ή αν δεν έλαβε υπόψη παρόμοια γεγονότα εκτιθέμενα σ' αυτήν, οπότε μπορούν να θεμελιωθούν οι από το άρθρο 559 αριθ.8 και 14 ΚΠολΔ λόγοι αναιρέσεως.
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του και κατ' εκτίμηση του περιεχομένου της, δέχτηκε τα εξής: Ο ενάγων (ήδη αναιρεσείων) τραυματίστηκε σοβαρότατα σε τροχαίο ατύχημα, που συνέβη στις 18-1-1997 κατά τη σύγκρουση της με αριθμό κυκλοφορίας ... δίκυκλης μοτοσικλέτας, που οδηγούσε αυτός στη λεωφόρο ..., με το με αριθμό κυκλοφορίας ...
ΙΧΕ αυτοκίνητο, που οδηγούσε ο ... στην ίδιο λεωφόρο, αλλά με αντίθετη κατεύθυνση, το οποίο ήταν ασφαλισμένο για τις, από τη λειτουργία του προξενούμενες σε τρίτους, ζημίες στην ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία "ΜΕΤΡΟΛΑΙΦ ΑΕ (ήδη αναιρεσίβλητη). Εναντίον της εταιρίας αυτής ο ενάγων άσκησε κατ' αρχάς την από 8-6-1997 αγωγή του, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία ζητούσε, εκτός των άλλων, να υποχρεωθεί η εταιρία αυτή, στην οποία ήταν ασφαλισμένο το ζημιογόνο όχημα, να του καταβάλει τα εισοδήματα που απώλεσε από την εργασία του στην εταιρία με την επωνυμία "ΤΡΙΝΤΕΛ ΑΕ-ΕΜΠΟΡΙΑ ΤΡΟΦΟΔΟΣΙΑΣ", ως επιθεωρητής πωλήσεων και υπεύθυνος προώθησης των προϊόντων της σε ολόκληρη την Ελλάδα, τα οποία με πιθανότητα και κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων θα αποκέρδαινε, κατά το χρονικό διάστημα από 18-1-1997 έως 18-9-1997, ανερχόμενα στο συνολικό ποσό των 2.800.000 δρχ.
Εναντίον της ίδιας εταιρίας ο ενάγων αργότερα άσκησε, ενώπιον του ίδιου Δικαστηρίου, την από 1-7-1999 αγωγή του, με την οποία ζητούσε, μεταξύ των άλλων, να υποχρεωθεί η παραπάνω ασφαλιστική εταιρία να του καταβάλει, για διαφυγόντα κέρδη, εξαιτίας της ανικανότητάς του προς εργασία στην προαναφερόμενη εταιρία, κατά το χρονικό διάστημα από 20-9-1997 έως 20-6-1999, το συνολικό ποσό των 7.350.000 δρχ.
Οι αγωγές αυτές συνεκδικάσθηκαν ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών στις 14-2-2001 και με την 1848/2001 απόφασή του το Δικαστήριο αυτό επιδίκασε στον ενάγοντα τα πιο πάνω ποσά των 2.800.000 και 7.350.000 δραχμών, που ζητούσε για απώλεια εισοδημάτων από το χρόνο του ατυχήματος έως τις 20-6-1999. Κατά της απόφασης αυτής δεν ασκήθηκε έφεση από κάποιο διάδικο μέρος.
Αντίθετα, η εναγόμενη ασφαλιστική εταιρία στις 27-4-2001, αποδεχόμενη την 1848/2001 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατέβαλε σε εκτέλεση αυτής στον ενάγοντα το συνολικό ποσό των 13.275.675 δραχμών, για πλήρη και ολοσχερή εξόφληση των απαιτήσεων του ενάγοντος από την πρώτη πιο πάνω αγωγή του, κατά κεφάλαιο τόκους και δικαστικά έξοδα και το ποσό των 12.615.204 δραχμών, για πλήρη και ολοσχερή εξόφληση αυτού από τις απαιτήσεις τής δεύτερης πιο πάνω αγωγής του κατά κεφάλαιο, τόκους και δικστικά έξοδα.
Η απόφαση αυτή δεν έχει ακόμη τελεσιδικήσει, εφόσον δεν έχει επιδοθεί στους διαδίκους. Στη συνέχεια ο ενάγων άσκησε κατά της ασφαλιστικής εταιρίας "ΜΕΤΡΟΛΑΙΦ ΑΕ" ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και την από 26-4-2001 τρίτη αγωγή, με την οποία ζητεί διαφυγόντα κέρδη του χρονικού διαστήματος από 21-6-1999 έως 21-6-2001, από απώλεια εισοδημάτων, που είχε εξαιτίας των συνεπειών του ένδικου τροχαίου ατυχήματος, χωρίς να αναφέρει σ' αυτήν (αγωγή), ότι η επίμαχη ζημία του από διαφυγόντα κέρδη, οφειλόμενη σε επιδείνωση της υγείας του, ήταν από την αρχή απρόβλεπτη.
Αλλά η ένδικη, τρίτη κατά σειρά αγωγή του, επιδόθηκε στην εναγόμενη ασφαλιστική εταιρία στις 15-5-2001. Κατά συνέπεια, δέχτηκε το Εφετείο, η περιεχόμενη στην αγωγή αυτή αξίωση αποζημιώσεως, για απώλεια εισοδημάτων του χρονικού διαστήματος από 21-6-1999 έως 26-6-2001, αφορώσα χρονικό διάστημα διαφορετικό από εκείνα που αναφέρονται στις δύο προηγούμενες αγωγές του κατά της ασφαλιστικής εταιρίας, υπέκυψε στη διετή παραγραφή του άρθρου 10 του ν.489/1976, η οποία άρχισε, κατ' άρθρο 241 ΑΚ, από την επομένη του τροχαίου ατυχήματος (19-1-1997) και συμπληρώθηκε στις 19-1-1999.
η βραχυπρόθεσμη δε διετής αυτή παραγραφή, συνεχίζει το Εφετείο, δεν διακόπηκε με την επίδοση στην εναγομένη των δύο πιο πάνω προηγούμενων αγωγών του ενάγοντος κατ' αυτής, καθ' όσον αυτές ασκήθηκαν για μέρος μόνο της αξίωσης του ενάγοντος για αποζημίωση μέλλουσας αποθετικής ζημίας από το επίμαχο τροχαίο συμβάν και όχι για όλες τις μελλοντικές αξιώσεις του από την ίδια αιτία.
Ακολούθως το Εφετείο, με βάση τις πιο πάνω παραδοχές και κατά παραδοχή της σχετικής ένστασης της εναγόμενης ήδη αναιρεσίβλητης εταιρίας, ότι οι ένδικες αξιώσεις έχουν υποπέσει στην πιο πάνω διετή παραγραφή, την οποία αυτή παραδεκτώς είχε προβάλει ενώπιον του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και με την έφεσή της είχε επαναφέρει σ' αυτό (το εφετείο), απέρριψε την ένδικη αγωγή ως αβάσιμη ουσιαστικά.
Με αυτά που δέχτηκε το Εφετείο, κρίνοντας ειδικότερα, α) ότι η παραπάνω διετής παραγραφή άρχισε την επόμενη ημέρα του ατυχήματος, διότι πρόκειται για αξίωση αποζημίωσης κατά του ασφαλιστή, χωρίς να έχει σημασία αν και πότε ο ενάγων παθών έλαβε γνώση της ζημίας του, β) ότι η διετής αυτή παραγραφή δεν διακόπηκε με την επίδοση στην αναιρεσίβλητη των δύο προηγούμενων αγωγών, διότι αυτές ασκήθηκαν για μέρος μόνο της αξίωσης για αποζημίωση, που είναι διάφορο του μέρους της αξίωσης που ασκήθηκε με την ένδικη αγωγή και γ) ότι η 1848/2001 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία βεβαιώθηκε η ύπαρξη αξιώσεως του ενάγοντος αναιρεσείοντος για θετική και αποθετική ζημία από αδικοπραξία, λόγω της σωματικής του βλάβης από το πιο πάνω τροχαίο ατύχημα, δεν έχει ακόμα τελεσιδικήσει, γεγονός το οποίο, κατά τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση για την επιμήκυνση της διετούς σε 20ετή παραγραφή και με την περαιτέρω ανέλεγκτη, για τις ανάγκες του παρόντος αναιρετικού ελέγχου, παραδοχή, ότι δεν αναφέρεται στην ένδικη αγωγή ότι οι ασκηθείσες με αυτήν αξιώσεις αφορούν απρόβλεπτη από την αρχή ζημία, γεγονός το οποίο αποτελούσε στοιχείο της βάσης της, δεν παραβίασε καμμία από τις αναφερόμενες στη μείζονα σκέψη ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, ούτε καμμία από αυτές των άρθρων 247, 251, 298 και 914 ΑΚ, που ο αναιρεσείων επιπλέον αναφέρει στο αναιρετήριο, ενώ, για το ζήτημα του χρόνου έναρξης της διετούς παραγραφής, διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς και μη αντιφατικές αιτιολογίες, που καθιστούν δυνατό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή όχι εφαρμογή του νόμου, ως εκ περισσού δε συμπεριέλαβε και σκέψη, ότι ο ενάγων έλαβε γνώση των επιζήμιων συνεπειών της αδικοπραξίας, που εις βάρος του τέλεσε ο ασφαλισμένος στην αναιρεσίβλητη υπαίτιος του ατυχήματος, από την ημέρα του ατυχήματος.
Επομένως, οι περί του αντιθέτου δύο πρώτοι λόγοι της αναίρεσης, από τους αριθμούς 1 και 19, αντιστοίχως, του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμοι. Περαιτέρω και υπό την εκδοχή ότι με το πρώτο λόγο της αναίρεσης, στον οποίο αναφέρεται ότι το Εφετείο "δεν εξέτασε καν τη νομική βάση της αγωγής μου", ο αναιρεσείων ψέγεται το Εφετείο και για μη λήψη υπόψη πραγμάτων που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με το να δεχτεί ότι στην ένδικη αγωγή δεν αναφέρεται ότι η επίδικη ζημία ήταν από την αρχή απρόβλεπτη (πάντως στο αναιρετήριο ρητή επίκληση αναιρετικού λόγου από τον αντίστοιχο αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ δεν γίνεται), ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από την επιτρεπτή, κατ' άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, εκτίμηση από τον Άρειο Πάγο του περιεχομένου της ένδικης αγωγής, σ' αυτή τέτοιο στοιχείο, ότι δηλαδή η ήδη ένδικη ζημία ήταν από την αρχή απρόβλεπτη, λόγω απρόβλεπτης, κατά τα ιατρικά δεδομένα, επιδείνωσης της υγείας του ενάγοντος, δεν περιέχεται.
Και δεν αποτελεί σαφή και ορισμένη επίκληση τέτοιου στοιχείου, το αναφερόμενο στην αγωγή, ότι ο ενάγων εισήχθει την ίδια ημέρα του ατυχήματος στο Νοσοκομείο ΚΑΤ, στο οποίο υποβλήθηκε στην αναφερόμενη εγχείρηση και παρέμεινε σ' αυτό έως τις 29-1-1997, οπότε εξήλθε από το νοσοκομείο, αλλά η κατάσταση της υγείας του, παρά την εγχείρηση στην οποία υποβλήθηκε, "δεν βελτιώθηκε, αλλά συνεχίστηκε και ακολούθως μεταγενέστερα επιδεινώθηκε με αποτέλεσμα" να υποβληθεί σε δύο ακόμα χειρουργικές επεμβάσεις στο Νοσοκομείο ΚΑΤ τον Ιανουάριο 1998 και στο Πανεπιστημιακό Νοσοκομείο Ρίο Πατρών στις 9-5-1999, ανεξάρτητα από το ότι και με την ακόμα περαιτέρω εκδοχή, ότι στην αγωγή περιέχεται το στοιχείο του απροβλέπτου της ζημίας, η παραπάνω διετής παραγραφή είχε σε κάθε περίπτωση συμπληρωθεί μέχρι την επίδοση της ένδικης αγωγής, που έγινε στις 15-5-2001 και αν ακόμα ληφθεί ως αφετηρία, σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στο δικόγραφο της αγωγής, όχι η ημέρα του ατυχήματος (18-1-1997), αλλά η πιο πάνω ημερομηνία 9-5-1999 που ο ενάγων υποβλήθηκε στην τελευταία εγχείρηση για την αποκατάσταση της επιδεινωθείσας υγείας του.
ΙΙ.- Με τον τρίτο και τελευταίο λόγο της αναίρεσης, ο αναιρεσείων, επικαλούμενος αναιρετική πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ.11 περ.γ' ΚΠολΔ, προβάλλει την αιτίαση, ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη τα αναφερόμενα στο λόγο αυτόν έγγραφα, από τα οποία προκύπτει, όπως διατείνεται, ότι "δεν ήταν δυνατή σε προγενέστερο χρόνο η πρόβλεψη της επιδεινώσεως της υγείας του, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων". Όμως, ενόψει του ότι, υπό την πιο πάνω βάση της αγωγής, στην οποία δεν περιέχεται το στοιχείο του απροβλέπτου από την αρχή της ζημίας, η διετής παραγραφή, κατά τα εκτιθέμενα σε προηγούμενη σκέψη, άρχισε την επομένη του ατυχήματος χωρίς να έχει σημασία αν και πότε έλαβε γνώση της ζημίας ο ζημιωθείς, αλλά και του ότι, σε κάθε περίπτωση, επίσης κατά τα προεκτιθέμενα, η διετής παραγραφή είχε συμπληρωθεί μέχρι την επίδοση της αγωγής, ο λόγος αυτός αναίρεσης, ως αλυσιτελής, είναι απαράδεκτος.
ΙΙΙ.- Κατ΄ ακολουθίαν τούτων, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης (άρθρα 176,183 Κ.Πολ.Δ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 3 Μαρτίου 2005, αίτηση του ..., για αναίρεση της 1999/2003 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων εκατόν εβδομήντα (1.170) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 11 Δεκεμβρίου 2006. Και
Δημοσιεύθηκε στο ακροατήριό του στις 8 Ιανουαρίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ