Supreme Court dismisses appeal against insurance company's liability for home care services provided to a disabled client.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the appellate court's decision regarding the compensation for home care services. The appellant argued that the mother and sister provided essential care, but the court found the reasoning clear and consistent with common practice. Consequently, the appeal was rejected, the appeal bond was forfeited, and the appellant was ordered to pay the insurance company's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 552, 554, 556, 558, 559, 566 of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if the lower court's reasoning is clear, consistent, and based on established facts without violating common sense or legal principles.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 89 / 2019 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 89/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ειρήνη Καλού, Γεώργιο Χοϊμέ, Μαρία Τζανακάκη και Αντώνιο Τσαλαπόρτα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Οκτωβρίου 2018, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Θ. Α. του Χ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Βγενόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ε. Θ. Τ., κατοίκου ..., η οποία δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο και 2) ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΕΓΑ" και ήδη "...", που εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Αρνέλλο, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι η "... ΑΕ" τυγχάνει καθολική διάδοχος, μετά από συγχώνευση διά απορροφήσεως, της αρχικώς αναιρεσίβλητης "... ΑΕΓΑ".
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 3-7-2012 και 25-9-2012 αγωγές του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 434/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 112/2014 του Μονομελούς Εφετείου Πατρών, την αναίρεση των οποίων ζητεί ο αναιρεσείων με την από 30-5-2016 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Μαρία Τζανακάκη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο ο αναιρεσείων και η 2η των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της 2ης αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 577 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου συζητεί πρώτα για το παραδεκτό της αναίρεσης και αν διαπιστώσει ότι η αναίρεση δεν ασκήθηκε νομίμως ή λείπει κάποια προϋπόθεση για να είναι παραδεκτή απορρίπτει αυτήν και αυτεπαγγέλτως (ΑΠ 539/2014). Περαιτέρω, oι προϋποθέσεις του παραδεκτού της αίτησης αναίρεσης διακρίνονται σε θετικές και αρνητικές. Θετικές προϋποθέσεις είναι α) η ύπαρξη απόφασης υποκείμενης σε αναίρεση (άρθρ. 552, 554 Κ.Πολ.Δ.), β) άσκηση αυτής από πρόσωπο νομιμοποιούμενο προς τούτο (άρθρ. 556, 558), γ) θεμελίωσή της σε ένα τουλάχιστον λόγο αναίρεσης (άρθρ. 566 § 1), δ) η ύπαρξη εννόμου συμφέροντος στον διάδικο που την ασκεί και ε) η τήρηση ορισμένου τύπου και προθεσμίας για την άσκησή της, ενώ αρνητικές προϋποθέσεις είναι α) η άσκηση αυτής για πρώτη φορά (άρθρ. 555), β) η μη αποδοχή της προσβαλλόμενης απόφασης και γ) η μη παραίτηση του διαδίκου από την τυχόν ασκηθείσα αίτηση αναίρεσης (ΑΠ 1656/2017, AΠ 1486/2014).
Από το άρθρο 553 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι αν γίνει δεκτή, κατά τύπους, η έφεση και απορριφθεί κατ` ουσίαν ή αν γίνει δεκτή κατ` ουσίαν και εξαφανισθεί η πρωτόδικη απόφαση, σε αναίρεση υπόκειται μόνο η εφετειακή απόφαση, στην οποία ενσωματώνεται η πρωτόδικη, διότι με αυτήν περατώνεται οριστικά η δίκη. Η αναίρεση ασκείται, όπως όλα τα ένδικα μέσα, με την κατάθεση του δικογράφου σε πρωτότυπο στη γραμματεία του εκδόντος την προσβαλλόμενη απόφαση δικαστηρίου, για την οποία συντάσσεται σχετική έκθεση (άρθρο 495 παρ. 1 ΚΠολΔ).
Αν με το ίδιο αναιρετήριο προσβάλλονται δύο ή περισσότερες αποφάσεις πρωτοβάθμιου και δευτεροβάθμιου δικαστηρίου η κατάθεση γίνεται, κατ` άρθρο 566 παρ. 2 ΚΠολΔ, στο καθένα από τα δικαστήρια αυτά (ΑΠ 901/2013, ΑΠ 617/2014). Στην προκειμένη υπόθεση με την κρινόμενη από 30-5-2016 (αρ. κατ. 19/2016) αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η υπ' αριθμ. 112/2014 οριστική απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πατρών και η υπ' αριθμ. 434/2013 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών, που εκδόθηκαν με την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο, καθώς και από τη Σύμβαση Ασφάλισης αυτού (άρθρ. 681Α ΚΠολΔ).
Με την υπ' αριθμ. 112/2014 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πατρών, κατά το ενδιαφέρον την παρούσα αναιρετική δίκη μέρος της υπόθεσης, έγινε δεκτή τυπικά και απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η από 5-8-2013 (αρ. κατ. 214/2013) έφεση του ενάγοντα και ήδη αναιρεσείοντα-παθόντα, κατά της πρωτόδικης ως άνω απόφασης, ενώ έγινε επίσης δεκτή τυπικά και κατ' ουσίαν η αντίθετη από 14-9-2013 (αρ.
κατ. 265/2013) έφεση των ήδη αναιρεσιβλήτων - υποχρέων κατά της ίδιας ως άνω πρωτόδικης απόφασης. Ακολούθως, το Εφετείο εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και δέχθηκε εν μέρει τις δύο συνεκδικαζόμενες αγωγές του ήδη αναιρεσείοντα - παθόντα, όπως ειδικότερα θα εκτεθεί παρακάτω. Όπως όμως προκύπτει από το δικόγραφο της αίτησης αναίρεσης, με το οποίο προσβάλλονται οι αποφάσεις του πρωτοβάθμιου και του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, η αίτηση αναίρεσης κατατέθηκε στις 30-8-2016 μόνον στη γραμματεία του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου και έλαβε αριθμό κατάθεσης 19/2016.
Επομένως, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης κατά το μέρος που απευθύνεται κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη (ως δικόγραφο) και αυτεπαγγέλτως, διότι δεν κατατέθηκε και στη γραμματεία του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου (άρθρ. 566 παρ. 2 σε συνδ. 577 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ). Εκτός τούτου, μετά την εξαφάνιση της απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, αυτή πλέον ενσωματώθηκε στην εφετειακή απόφαση και συνεπώς και εκ του λόγου αυτού η αίτηση αναίρεσης απευθύνεται απαράδεκτα κατά της πρωτοβάθμιας απόφασης.
Αντίθετα, η αίτηση αναίρεσης ασκείται παραδεκτά κατά το μέρος που απευθύνεται κατά της υπ' αριθμ. 112/2014 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πατρών - προσβαλλόμενη. Τονίζεται στο σημείο αυτό, ότι η αίτηση αναίρεσης κατατέθηκε στις 30-8-2016, δηλαδή υπό την ισχύ του Ν. 4335/2015, ο οποίος άρχισε να ισχύει από 1-1-2016 και απευθύνεται κατά της προσβαλλόμενης απόφασης, που δημοσιεύτηκε στις 25-8-2014 (βλ.
τελευταία σελίδα αυτής).
Συνεπώς, για το εμπρόθεσμο της άσκησης της αναίρεσης ισχύει η τριετής καταχρηστική προθεσμία του άρθρου 564 παρ. 3 ΚΠολΔ, όπως ίσχυε πριν από τον Ν. 4335/2015, ο οποίος πλέον προβλέπει διετή καταχρηστική προθεσμία για τα ένδικα μέσα, που ασκούνται μετά την 1-1-2016, πλην όμως δεν εφαρμόζεται επί αιτήσεως αναίρεσης, που ασκήθηκε με την κατάθεσή της μετά την 1-1-2016 και απευθύνεται κατά απόφασης, που δημοσιεύτηκε πριν από την ισχύ του Ν. 4335/2015, διότι στην περίπτωση αυτή, όπως στην ένδικη υπόθεση, ισχύει η τριετής καταχρηστική προθεσμία (ΑΠ Ολ. 10/2018).
Κατά την έννοια του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως αν ο απολειπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, ή, αν τη συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολειπομένου διαδίκου, οπότε εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.
Αν η κλήση για συζήτηση δεν επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 226 παρ. 4 εδ.
β` και γ` ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη, κατ` άρθρο 575 εδ. β` του ίδιου Κώδικα, αν η συζήτηση αναβληθεί ο γραμματέας είναι υποχρεωμένος αμέσως μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίσθηκε. Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων.
Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διάταξης η αναβολή της υποθέσεως και η εγγραφή αυτής στο πινάκιο του δικαστηρίου για την μετ` αναβολή δικάσιμο, ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη δικάσιμο αυτή και, επομένως, δεν χρειάζεται νέα κλήτευση του διαδίκου, όταν ο απολειπόμενος κατά τη μετ` αναβολή δικάσιμο διάδικος είχε νομίμως κλητευθεί να παραστεί κατά τη δικάσιμο κατά την οποία αναβλήθηκε η υπόθεση ή είχε παραστεί νομίμως κατά τη δικάσιμο αυτή (ΑΠ 242/2015, ΑΠ 546/2015, ΑΠ 1726/2013).
Στην προκειμένη περίπτωση από τα πρακτικά συνεδριάσεως του Δικαστηρίου τούτου και από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, που επισκοπούνται παραδεκτά (άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτει ότι η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσδιορίστηκε αρχικά για να συζητηθεί στη δικάσιμο της 20-10-2017, με αριθμό πινακίου 6, σύμφωνα με την κάτω από αυτήν Πράξη της Προέδρου του Δ' Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου (άρθρ. 568 παρ. 2 -4 ΚΠολΔ), κατά την οποία η συζήτηση της υπόθεσης αναβλήθηκε από το πινάκιο (άρθρ. 226 παρ. 4 ΚΠολΔ), με αίτηση του αναιρεσείοντα για την σημερινή δικάσιμο (βλ.
την επισημείωση του γραμματέα της έδρας στον εισαγωγικό φάκελο και φωτοτυπία των πρακτικών της προηγουμένης ως άνω δικασίμου). Περαιτέρω από τα πρακτικά της ανωτέρω αρχικής δικασίμου προκύπτει, ότι η 1η αναιρεσίβλητη δεν εμφανίστηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, στην αρχική δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση αναβλήθηκε από το πινάκιο για τη σημερινή δικάσιμο.
Επίσης, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης στη σειρά της από το πινάκιο, η 1η αναιρεσίβλητη, δεν εμφανίστηκε εκ νέου, ούτε και κατέθεσε δήλωση μη παράστασης, κατ' άρθρ. 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, αλλά παραστάθηκαν μόνο οι λοιποί διάδικοι.
Επομένως, εφόσον δεν προκύπτει νόμιμη κλήτευση της 1ης αναιρεσίβλητης, ούτε ο επισπεύδων τη συζήτηση της υπόθεσης αναιρεσείων επικαλείται νόμιμη κλήτευση αυτής, ούτε προκύπτει επίσης νόμιμη παράσταση αυτής κατά την αρχική δικάσιμο, η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης ως προς αυτήν πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη.
Διάταξη περί δικαστικών εξόδων σε βάρος του αναιρεσείοντα δεν πρέπει να επιβληθεί, διότι η απόφαση αυτή δεν είναι οριστική ως προς την απολειπομένη σήμερα 1η αναιρεσίβλητη (ΑΠ Ολ.4/2013). Αντίθετα, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 εδ. β', σε συνδ. 226 παρ. 4 ΚΠολΔ η συζήτηση της υπόθεσης πρέπει να προχωρήσει μεταξύ των παρισταμένων ως άνω λοιπών διαδίκων και παρά την απουσία της απολειπομένης 1ης αναιρεσίβλητης, με την επισήμανση, ότι η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης απευθύνεται παραδεκτά κατά της 2ης αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία ...
ΑΕΓΑ, στη θέση της οποίας έχει ήδη υπεισέλθει νόμιμα ως καθολική διάδοχος της αρχικής εναγομένης - αναιρεσίβλητης, η παρισταμένη σήμερα ... ΑΕ, μετά από συγχώνευση και απορρόφηση της αρχικής εναγομένης - αναιρεσίβλητης με την επωνυμία ... ΑΕΓΑ (άρθρα 68-77 του ΚΝ 2190/1920 και Ν. 4346/2016), σύμφωνα με δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου αυτής, που έχει καταχωρηθεί στα πρακτικά, χωρίς η ως άνω ιδιότητά της να αμφισβητηθεί από τον αναιρεσείοντα.
Κατόπιν τούτου η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης που έχει ασκηθεί εμπρόθεσμα και παραδεκτά, κατά τα ανωτέρω, πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των κατ' ιδίαν λόγων αυτής (άρθρα 577 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ). Σύμφωνα με το άρθρο 932 του ΑΚ "σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το Δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη, κατά την κρίση του, χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.
Αυτό ισχύει ιδίως για εκείνον που έπαθε προσβολή της υγείας, της τιμής ή της αγνείας του ή στερήθηκε την ελευθερία του. Σε περίπτωση θανάτωσης προσώπου η χρηματική ικανοποίηση μπορεί να επιδικαστεί στην οικογένεια του θύματος λόγω ψυχικής οδύνης". Κατά την έννοια του άρθρου αυτού, το δικαστήριο της ουσίας, αφού δεχθεί ότι συνεπεία αδικοπραξίας προκλήθηκε σε κάποιο πρόσωπο ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη, καθορίζει στη συνέχεια το ύψος της οφειλόμενης γι' αυτήν χρηματικής ικανοποίησης, με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και της λογικής, λαμβάνοντας ιδίως υπόψη, ως κριτήρια, το είδος της προσβολής, την έκταση της βλάβης, τις συνθήκες τέλεσης της αδικοπραξίας, τη βαρύτητα του πταίσματος του υπόχρεου, το τυχόν συντρέχον πταίσμα του δικαιούχου και την οικονομική και κοινωνική κατάσταση των διαδίκων μερών.
Ο προσδιορισμός του ποσού της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης αφέθηκε στην ελεύθερη εκτίμηση του Δικαστηρίου, η σχετική κρίση του οποίου δεν υπόκειται, κατ' αρχήν, σε αναιρετικό έλεγχο, αφού σχηματίζεται από την εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), χωρίς υπαγωγή του πορίσματος σε νομική έννοια, ώστε να μπορεί να κριθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου, είτε ευθέως, είτε εκ πλαγίου, για έλλειψη νόμιμης βάσης.
Επιβάλλεται όμως, σε κάθε περίπτωση, να τηρείται, κατά τον καθορισμό του ποσού που επιδικάζεται, η αρχή της αναλογικότητας, ως γενική νομική αρχή και μάλιστα αυξημένης τυπικής ισχύος, υπό την έννοια ότι η σχετική κρίση του Δικαστηρίου δεν πρέπει να υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, πράγμα, που, αν συμβαίνει, ελέγχεται ως παραβίαση της πιο πάνω γενικής νομικής αρχής, ήτοι ως πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθμός 1 και 19 ΚΠολΔ (ΑΠ Ολομ. 9/2015).
Περαιτέρω και πλέον όσων έχουν εκτεθεί στην προηγούμενη νομική σκέψη, με την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 932 ΑΚ, παρέχεται στο δικαστήριο η δυνητική ευχέρεια, ύστερα από εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, που οι διάδικοι θέτουν υπόψη του, ήτοι του βαθμού πταίσματος του υπόχρεου, του μεγέθους της προσβολής, της κοινωνικής και οικονομικής κατάστασης των μερών κ.λπ., να επιδικάσει ή όχι στον παθόντα, με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και λογικής, χρηματική ικανοποίηση, αν κρίνει ότι επήλθε στον αδικηθέντα ηθική βλάβη (ή ψυχική οδύνη), να καθορίσει δε συγχρόνως και το ποσό αυτής, που θεωρεί εύλογο. Οι ως άνω συνθήκες (βαθμός πταίσματος, μέγεθος προσβολής, κοινωνική και οικονομική κατάσταση των μερών κ.λπ.) λαμβάνονται υπόψη, για να καθοριστεί το εύλογο χρηματικό ποσό για την ικανοποίηση του παθόντος και επομένως δεν αποτελούν ίδια και αυτοτελή στοιχεία, ώστε η παράθεση κάποιας από αυτές ή των ειδικότερων προσδιοριστικών στοιχείων τους στην απόφαση, να είναι αναγκαία, για την πληρότητα της σχετικής αιτιολογίας της, αλλά το δικαστήριο αποφαίνεται γι' αυτά κατά κρίση ελεύθερη και μη υποκείμενη σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 600/2018, ΑΠ 322/2014, ΑΠ 285/2012, ΑΠ 1166/2009).
Με το άρθρο 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ., ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, 4/2005). Με τον συγκεκριμένο λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνος δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσίαν (Ολ.ΑΠ 27 και 28/1998, ΑΠ 150/2015, ΑΠ 349/2014).
Περαιτέρω, κάθε αναιρετικός λόγος για να είναι ορισμένος πρέπει να προσδιορίζει κατά τρόπο σαφή και ευσύνοπτο τη νομική πλημμέλεια, διότι δεν αρκεί να αναφέρει μόνον τον αριθμό της αναιρετικής πλημμέλειας (ΑΠ 1543/2017, ΑΠ 224/2015).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος απ` αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.ΑΠ 1/1999).
Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ.ΑΠ 861/1984). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.
Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 1046/2017, ΑΠ174/2015, ΑΠ 198/2015, ΑΠ 1351/2011).
Επίσης, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει, ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον 'Αρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ .../2018, ΑΠ 53/2018, ΑΠ 198/2015).
Εξάλλου, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης από τον αριθ. 19 του ως άνω άρθρου για ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρ. 118 αριθ. 4, 566 παρ. 1, 577 παρ. 3 ΚΠολΔ, εάν το δικαστήριο της ουσίας ερεύνησε την υπόθεση στην ουσία της, πρέπει να καθορίζεται η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που φέρεται ότι παραβιάσθηκε, καθόσον ο κανόνας αυτός προσδιορίζει το ζήτημα που έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οι ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες και σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια και αντιφατικότητα αυτών και όλες οι κρίσιμες ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, δηλ.
τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το δικαστήριο ότι προέκυψαν από τις αποδείξεις ως θεμελιωτικά της κρίσης του για το βάσιμο ή αβάσιμο της αγωγής ή άλλης αυτοτελούς αίτησης ή ανταίτησης. Διαφορετικά ο σχετικός αναιρετικός λόγος είναι αόριστος και απορριπτέος, χωρίς να είναι επιτρεπτή η συμπλήρωσή του με παραπομπή σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα ή την προσβαλλομένη απόφαση (Ολ.ΑΠ 20/2005, ΑΠ 200/2018, ΑΠ 1046/2017, ΑΠ 49/2013).
Με τον 1ο λόγο της αίτησης αναίρεσης ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια για την ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση των ουσιαστικών κανόνων δικαίου των άρθρων 2 παρ. 1, 25 παρ. 1 περ. δ' του ισχύοντος Συντάγματος και 932 του ΑΚ, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή αυτών, με την ειδικότερη αιτίαση, ότι το Εφετείο, με το να επιδικάσει σ' αυτόν ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης το ποσό των 50.000 ευρώ, αντί αιτούμενου 500.000 ευρώ, αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα ο νόμος απαιτεί για την υπαγωγή των περιστατικών, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στο πραγματικό των ανωτέρω διατάξεων και συγχρόνως διέλαβε ελλειπείς αιτιολογίες κατά την κατάγνωση σ' αυτόν χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης κατά παράβαση της Αρχής της Αναλογικότητας και καθ' υπέρβαση των ορίων της διακριτικής του ευχέρειας και έτσι στέρησε την απόφασή του και από νόμιμη βάση.
Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφαση και των λοιπών διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 αρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτει, ότι σε τροχαίο ατύχημα που συνέβη στην Πάτρα, στις 3-11-2011, τραυματίστηκε σοβαρά ο αναιρεσείων, οδηγός δίκυκλης μοτοσυκλέτας, από αποκλειστική υπαιτιότητα της απολειπομένης σήμερα 1ης αναιρεσίβλητης, οδηγού ΙΧΕ αυτοκινήτου, που ασφάλιζε η παρισταμένη 2η αναιρεσίβλητη, ασφαλιστική εταιρεία.
Το κεφάλαιο της υπαιτιότητας δεν πλήττεται σήμερα. Ο παθών - αναιρεσείων άσκησε την από 3-7-2012 (αρ. κατ. 2485/2012) αγωγή και χάριν συντομίας Α' αγωγή, με την οποία αξίωνε διαφυγόντα εισοδήματα ως διανομέας (κεφάλαιο που δεν αφορά την παρούσα δίκη), αλλά και αποζημίωση για την πλασματική αμοιβή οικιακής βοηθού-θεραπενίδας για το χρονικό διάστημα από Νοέμβριο 2011 έως Ιούλιο 2012 και από 2-2-2012 έως 31-12-2013, κατά το οποίο νοσηλεύτηκε σε Νοσοκομεία και σε κατ' οίκον νοσηλεία, αντίστοιχα και συνολικά αξίωνε για το κεφάλαιο αυτό το ποσό των 48.300 ευρώ.
Επίσης, ο αναιρεσείων άσκησε και την από 25-9-2012 (αρ. κατ. 3320/2012) αγωγή και χάριν συντομίας Β' αγωγή, με την οποία ζητούσε ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης το ποσό των 500.000 ευρώ εκ των οποίων αναγνωριστικά το ήμισυ τούτου. Με την Β' επίσης αγωγή αξίωνε και ιδιαίτερη αποζημίωση του άρθρου 931 ΑΚ, αλλά στη συνέχεια παραιτήθηκε από την ανωτέρω αξίωση και άσκησε ξεχωριστή αγωγή, η οποία δικάσθηκε και τελεσίδικα του έχει επιδικαστεί ως ιδιαίτερη αποζημίωση του άρθρ. 931 ΑΚ το ποσό των 90.000 ευρώ.
Το κεφάλαιο αυτό επίσης δεν αφορά την παρούσα αναιρετική δίκη, αλλά αναφέρεται διηγηματικά για το διαδικαστικό ιστορικό της υπόθεσης. Ακολούθως οι Α' και Β' αγωγές συνεκδικάστηκαν ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών και εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 434/2013 οριστική απόφαση, η οποία κατά το ενδιαφέρον την παρούσα δίκη κεφάλαιο της πλασματικής αμοιβής θεραπενίδος επιδίκασε στον παθόντα το αιτούμενο ποσό (48.300 ευρώ) και ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης το ποσό των 50.000 ευρώ.
Στη συνέχεια,ο αναιρεσείων άσκησε κατά της ανωτέρω απόφασης την από 5-8-2013 (αρ. κατ. 214/2013) έφεση και χάριν συντομίας Α' έφεση, με την οποία έπληττε το κεφάλαιο της χρηματικής ικανοποίησης, ενώ οι υπόχρεοι-εναγόμενοι και ήδη αναιρεσίβλητοι άσκησαν την αντίθετη από 14-9-2013 (αρ. κατ. 265/2013) έφεση και χάριν συντομίας Β' έφεση, με την οποία έπλητταν αμφότερα τα ανωτέρω κονδύλια (αμοιβή θεραπενίδας και χρηματική ικανοποίηση) ζητώντας τον περιορισμό αυτών.
Επίσης, με τις προτάσεις τους άσκησαν αντέφεση κατά της έφεσης του παθόντα-αναιρεσείοντα. Οι δύο αντίθετες εφέσεις και η αντέφεση συνεκδικάστηκαν και εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, που κατά το ενδιαφέρον την αναιρετική δίκη μέρος της υπόθεσης, απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση του αναιρεσείοντα και την εναντίον της αντέφεση επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση ως προς το κεφάλαιο της χρηματικής ικανοποίησης.
Επίσης, αφού δέχθηκε κατ' ουσίαν την έφεση των υποχρέων, εξαφάνισε την εκκαλουμένη πρωτόδικη απόφαση και δικάζοντας την Α' αγωγή δέχθηκε εν μέρει αυτήν ως προς το κεφάλαιο της αμοιβής οικιακής βοηθού - θεραπενίδος, το οποίο περιόρισε στο ποσό των 13.800 ευρώ. Πιο συγκεκριμένα, το Εφετείο ως προς το είδος και τη βαρύτητα του τραυματισμού του αναιρεσείοντα, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στο ερευνώμενο με τον 1ο αναιρετικό λόγο ζήτημα της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά περί των πραγμάτων εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού, τα ακόλουθα: "Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι, εξαιτίας της ένδικης σύγκρουσης, όπως παραπάνω εκτέθηκε, τραυματίστηκε ο ενάγων.
Ειδικότερα, αμέσως μετά το ατύχημα ο ενάγων μεταφέρθηκε στο Γενικό Νοσοκομείο … "..." με εικόνα καταγμάτων άνω και κάτω άκρων και υπογλυκαιμικό shock, μεταφέρθηκε στο χειρουργείο όπου έγινε αντιμετώπιση με συρραφή των τραυμάτων που αιμορραγούσαν, μερική αντιμετώπιση των καταγμάτων και μεταγγίστηκε με 10 μονάδες ερυθρά και 10 μονάδες FFP.
Μετά το τέλος του χειρουργείου, μεταφέρθηκε στη Μονάδα Εντατικής Θεραπείας (ΜΕΘ), καθώς η κατάστασή του κρίθηκε βαρύτατη, παρουσιάζοντας βαρεία αναπνευστική ανεπάρκεια, σοβαρή θρομβοπενία, αιμοδυναμική αστάθεια και ανουρία, παρέμεινε δε νοσηλευόμενος στη ΜΕΘ μέχρι να σταθεροποιηθεί η κατάστασή του, την 07-12-2011.
Ακολούθως την ίδια ημέρα (07-12-2011) μεταφέρθηκε στην Ορθοπεδική Κλινική του ανωτέρω νοσοκομείου για την περαιτέρω αντιμετώπισή του ως πολυτραυματία καθώς έφερε κατάγματα σε αμφότερα τα άνω και κάτω άκρα και δη α) κατάγματα βραχιονϊων οστών άμφω, β) ανοικτά γ' βαθμού συντριπτικά πολλαπλά κατάγματα κνημών άμφω, γ) συντριπτικά κατάγματα μηριαίων άμφω, με μεγάλες μυϊκές καταστροφές, δερματικά και οστικά ελλείμματα, καθώς και τραυματισμούς περιφερικών νεύρων, υπεβλήθη σε χειρουργική επέμβαση για την αντιμετώπιση των καταγμάτων των κάτω άκρων με εξωτερικές και εσωτερικές οστεοσυνθέσεις, ενώ αντιμετωπίστηκαν συντηρητικά τα κατάγματα των άνω άκρων, παρέμεινε δε νοσηλευόμενος στην ως άνω Κλινική έως και την 09-01-2012.
Κατά σύσταση των ιατρών της εν λόγω Ορθοπεδικής Κλινικής, απαιτήθηκε η άμεση εισαγωγή και νοσηλεία του σε κέντρο αποκατάστασης τουλάχιστον για δυο (2) μήνες, προκειμένου να παρακολουθήσει ειδικά προγράμματα φυσικοθεραπείας, κινησιοθεραπείας και υδροθεραπείας ώστε να ενισχυθούν και αποκατασταθούν τα άνω και κάτω άκρα, κατά τον χρόνο εκείνο δε (Δεκέμβριο 2011) η κατάστασή του είχε ως εξής:
μεγάλες μυϊκές ατροφίες άνω και κάτω άκρων, μεγάλες δυσκαμψίες όλων των αρθρώσεων άνω και κάτω άκρων, ελαφρά σπαστικότητα όλων των άκρων ενώ αδυνατούσε να αυτοεξυπηρετηθεί και έχριζε βοηθείας άλλου ατόμου [βλ. το υπ' αριθ. ...37/27-12-2011 πιστοποιητικό του θεράποντος ιατρού Διευθυντή της Ορθοπεδικής Κλινικής του Γενικού Νοσοκομείου … "...", Γ.
Κ.). Πράγματι ο ενάγων εισήχθη την 09-01-2012 στο θεραπευτήριο "...", προκειμένου να παρακολουθήσει το προταθέν από τους θεράποντες ιατρούς του πρόγραμμα ιατρικής αποκατάστασης, όπου και νοσηλεύτηκε έως την 27-03-2012 (κατά το διάστημα αυτό και δη από 02-02-2012 έως 07-02-2012 έγινε διακομιδή και νοσηλεία του στο δημόσιο νοσοκομείο για εμπύρετο) και εν συνεχεία, την 27-03-2012, επανεισήχθη στο Γενικό Νοσοκομείο … "..." όπου παρέμεινε νοσηλευόμενος έως την 30-04-2012, οπότε έλαβε εξιτήριο, και εισήχθη εκ νέου στο ίδιο νοσοκομείο, την 10-07-2012, όπου παρέμεινε νοσηλευόμενος έως την 03-08-2012 και εξήλθε.
Τον Αύγουστο του έτους 2012 ο ενάγων εμφάνιζε μεγάλες δυσκαμψίες των αρθρώσεων των ώμων άμφω και των αγκώνων, πρακτικά αγκυλωμένα τα δύο γόνατα, ελαχιστότατη κίνηση στις ποδοκνημικές και τα δάκτυλα των άκρων ποδών, μεγάλες μυϊκές ατροφίες στους μηρούς, και εκσεσημασμένες ατροφίες στις κνήμες άμφω, αδυνατούσε να ορθοστατήσει και έχρηζε βοηθείας άλλου ατόμου, σύμφωνα δε με το υπ' αριθ.
πρωτ. ...23/06-09-2012 πιστοποιητικό του θεράποντος ιατρού Διευθυντή της Ορθοπεδικής Κλινικής του Γενικού Νοσοκομείου … "...", Γ. Κ., η κατάσταση του ενάγοντος ηδύνατο να θεωρηθεί πλέον μόνιμος (10 μήνες μετά τον τραυματισμό) και πολύ δύσκολα έως αδύνατο δύναται να υπάρξει σημαντική βελτίωση και ως εκ τούτου ο ενάγων δεν πρόκειται να είναι ικανός, για εργασία [βλ.
προαναφερόμενο πιστοποιητικό]. Στις 16-08-2012, ο ενάγων εισήχθη στο Ορθοπεδικό Τμήμα του θεραπευτηρίου "...", πάσχων από σηπτική ψευδάρθρωση τριπολικού κατάγματος ΑΡ κνήμης - περόνης, επί εδάφους συστοίχων ανοικτών καταγμάτων μηριαίου - κνήμης άμφω κάτω άκρων, υποβλήθηκε, στις 18-08-2012, α) σε χειρουργικό καθαρισμό και αφαίρεση οστικού απολλύματος κεντρικής μετάφυσης ΑΡ κνήμης λήψη διεγχειρητικών καλλιεργειών, β) διορθωτικές οοτεοτομίες κνήμης και γ) τοποθέτηση συσκευής ilizarov με συμπίεση ψευδαρθρωσικής εστίας, διόρθωση ανατομικού άξονα κνήμης και επέκταση συσκευής στο άκρο πόδα ΑΡ για ανάταξη ιπποποδίας και σταθεροποίηση ποδοκνημικής ΑΡ, ακολούθησε πρόγραμμα αποκατάστασης για μυϊκή ενδυνάμωση κάτω άκρων άμφω, κινησιοθεραπεία και κινητοποίηση αρθρώσεων κάτω άκρου άμφω, με ιδιαίτερη έμφαση στο δεξί κάτω άκρο μέχρι την αφαίρεση της συσκευής ilizarov, ισορροπία σε καθιστή θέση, ορθοστάτηση και βάδιση, δεδομένου ότι παρουσίαζε αρκετή δυσκαμψία γόνατος (κάμψη έως 70 μοίρες) και ποδοκνημικής (υπολειμματική ιδίως ραχιαία κάμψη) και στο δεξί άκρο, απότοκες του τραυματισμού του και η όλη του κλινική εικόνα δυσχέραινε ακόμα και την καθιστή θέση, στις 27-11-2012 υποβλήθηκε σε αφαίρεση της εξωτερικής οστεοσύνθεσης (συσκευής ilizarov) και παρέμεινε νοσηλευόμενος στο άνω Θεραπευτήριο συνεχίζοντας το πρόγραμμα αποκατάστασης, υποβαλλόταν δε σε μεταγγίσεις κάθε 10-14 ημέρες (πάσχει από μεσογειακή αναιμία) ενώ λάμβανε και αγωγή λόγω καταθλιπτικής συνδρομής, έως την 31-01-2013 (την ημέρα αυτή -31.01.2013- μεταφέρθηκε στην παθολογική κλινική λόγω οιδήματος ΑΡ κάτω άκρου), οπότε εξήλθε, του χορηγήθηκε φαρμακευτική αγωγή και κατά την έξοδό του ορθοστατούσε και βάδιζε λίγα βήματα με βοήθεια μεταλλικού περιπατητήρα τύπου "Π" και βοήθεια δύο θεραπευτών και δεν είχε κίνηση στην αριστερή ποδοκνημική.
Ακόμα στις 08-02-2Θ13 εισήλθε στο Γενικό Νοσοκομείο … "..." με διάγνωση σηψαιμία από άλλους GRAM - αρνητικούς μικροοργανισμούς και εξήλθε στις 19-02-2013. Κατά το χρονικό διάστημα από 25-06-2013 έως 23-10-2013 νοσηλεύτηκε τρεις φορές στο Θεραπευτήριο "..." και υποβλήθηκε σε τρεις χειρουργικές επεμβάσεις (26-06-2013, 19-09-2013 και 21-10-2013) πλην όμως αυτές αφορούσαν παθολογικό κάταγμα 02.
Στις 24-01-2014 ο ενάγων εξετάστηκε στο ως άνω Θεραπευτήριο με άλγος πρόσθιας επιφάνειας ΔΕ μηρού, μετά από αναφερόμενη θλάση από 2ημέρου, ο απεικονιστικός έλεγχος λεκάνης - ισχίων, CT και MRI λεκάνης ισχίων και μηριαίου ανέδειξε α) μέτριο οίδημα μαλακών μορίων αντίστοιχο με το άνω τριτημόριο ΔΕ μηριαίου, β) υποκεφαλικό κάταγμα ΑΡ μηριαίου με σκληρυντικά χείλη (αυτόματο, οστεοπορωτικής αιτιολογίας) με συνοδό βράχυνση ΑΡ κάτω άκρου, η δε ορθοπεδική κλινική εικόνα του κατά τον χρόνο αυτό (Ιανουάριο 2014) ήταν ως εξής:
α) εμφάνιζε πωρωθέν κάταγμα ΑΡ κνήμης, με βράχυνση ΑΡ κάτω άκρου 7cm και σύγκαμψη ΑΡ γόνατος, βάδιζε με περιπατητήρα τύπου "Π" και μερική φόρτιση, β) αυτόματο υποκεφαλικό κάταγμα ΑΡ μηριαίου, και γ) πωρωθείσα σπονδυλοδεσία ΟΜΣΣ (από το άνω παθολογικό κάταγμα), λόγω δε των πολλαπλών ορθοπεδικών προβλημάτων, αλλά και των λοιπών συνοδών ιατρικών προβλημάτων, ο ενάγων εμφάνιζε σημαντική δυσχέρεια βάδισης με περιπατητήρα "Π", δυσκολία μετακίνησης με αμαξίδιο καθώς και αδυναμία αυτοεξυπηρέτησης, δεν ήταν ικανός προς εργασία, και χρειαζόταν συνεχή παρουσία άλλου προσώπου για επίβλεψη και εξυπηρέτησή του [βλ.
την από 14-02- 2014 ιατρική γνωμάτευση του θεράποντος ιατρού του, Π. Ζ., επίκουρου καθηγητή Ορθοπεδικής]....". Ακολούθως το Εφετείο προκειμένου να καθορίσει και να επιδικάσει στον αναιρεσείοντα το ποσό της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης δέχτηκε επίσης κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά (άρθρο 561 αρ. 2 ΚΠολΔ) περί των πραγμάτων κρίση του τα εξής πραγματικά περιστατικά,που αποτελούν τα προσδιοριστικά στοιχεία και τις συμπαρομαρτούσες συνθήκες της αδικοπραξίας του τροχαίου ατυχήματος: "..Συνεπεία του τραυματισμού του, ο ενάγων υπέστη ηθική βλάβη από την σε βάρος του αδικοπραξία για την ικανοποίηση της οποίας, ενόψει των παραπάνω συνθηκών του ατυχήματος, του πολύ σοβαρού τραυματισμού του, του σοβαρού κινδύνου που διέτρεξε η ζωή του, της έντονης ταλαιπωρίας που υπέστη από τις πολύωρες χειρουργικές επεμβάσεις και της μετεγχειρητικής πορείας της υγείας του, στη διάρκεια της οποίας τον υποβοηθούν η μητέρα του και η αδελφή του, καθώς ο ίδιος αδυνατεί να αυτοεξυπηρετηθεί και να ικανοποιήσει τις στοιχειώδεις καθημερινές του ανάγκες κατά τα προεκτεθέντα, της επί μακρό διάστημα ανικανότητάς του προς εργασία, της μακρόχρονης αποχής του από οποιαδήποτε δραστηριότητα σε συνδυασμό με το ότι εκλείπουν, προς το παρόν τουλάχιστον, οι πιθανότητες πλήρους αποκατάστασης της υγείας του, του ισχυρού ψυχικού κλονισμού που υπέστη και του άγχους που τον κατέλαβε συνεπεία του ατυχήματος και της μετέπειτα εξέλιξης της πορείας της υγείας του, της ηλικίας του κατά το χρόνο που έλαβε χώρα το ατύχημα (34 ετών) και του γεγονότος ότι εκείνος διήγε μια φυσιολογική ζωή αντιμετωπίζοντας συστηματικά την β-ομόζυγη θαλασσαιμία (μεσογειακή αναιμία) από την οποία έπασχε, του βαθμού της υπαιτιότητας (αποκλειστικής) της πρώτης εναγομένης οδηγού, της, κατά τα παραπάνω, οικονομικής και κοινωνικής κατάστασης του ενάγοντος (δεν έχει άλλα εισοδήματα ή περιουσία) αλλά και της πρώτης εναγομένης (με συνήθη, του μέσου εργαζομένου, εισοδήματα -είναι καθηγήτρια Γερμανικών κατά τη δήλωση των στοιχείων της στην Αστυνομία), πλην της δεύτερης εναγομένης ασφαλιστικής εταιρείας η ευθύνη της οποίας είναι εγγυητική, το Δικαστήριο κρίνει ότι πρέπει να επιδικασθεί σ' αυτόν το ποσόν των 50.000 ευρώ, ως εύλογη χρηματική του ικανοποίηση...".
Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, δηλαδή με το να καθορίσει την χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης του αναιρεσείοντα - παθόντα στο ποσό των 50.000 ευρώ, δεν παραβίασε ευθέως, άλλως, ούτε εκ πλαγίου την Αρχή της Αναλογικότητας, ούτε υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, δεδομένου ότι το ποσό αυτό κατά την κοινή πείρα, τη δικαστηριακή πρακτική και τη συνείδηση για το δίκαιο, δεν μειονεκτεί και μάλιστα καταφανώς εκείνου, που συνήθως επιδικάζεται σε παρόμοιες περιπτώσεις χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης.
Επομένως, ο 1ος λόγος της αίτησης αναίρεσης, κατά αμφότερα τα σκέλη του εκ του άρθρου 559 αρ. 1 περ. α' και 19 του ΚΠολΔ, με τον οποίο ο αναιρεσείων, με την επίκληση των διατάξεων των άρθρων 2 παρ. 1, 25 παρ. 1δ του Συντ/τος και 932 ΑΚ αποδίδει στην πληττόμενη απόφαση την αιτίαση, ότι κατά παράβαση της αρχής της Αναλογικότητας και καθ' υπέρβαση των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας το Εφετείο, κατά την εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων του ουσιαστικού δικαίου, επιδίκασε σ' αυτόν, ως εύλογη χρηματική ικανοποίηση το προαναφερόμενο ποσό (50.000 ευρώ), το οποίο είναι δυσανάλογα μικρό σε σχέση με το ποσό, που επιδικάζεται σε ανάλογες περιπτώσεις και προκύπτει από τις συνθήκες του τροχαίου ατυχήματος, πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος.
Οι περαιτέρω αιτιάσεις του αναιρεσείοντα ότι παραβιάστηκε ευθέως και εκ πλαγίου η Αρχή της Αναλογικότητας, διότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του α) την περιουσιακή κατάσταση της αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρείας, β) τη διαφορά μεταξύ του ποσού που επιδίκασε ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης και του ορίου του ασφαλίσματος που ανερχόταν σε 750.000 ευρώ και γ) τη δυνατότητα βελτίωσής του σε εξειδικευμένα κέντρα αποκατάστασης του εξωτερικού, πρέπει να απορριφθούν πρωτίστως ως απαράδεκτες, διότι οι συνθήκες της αδικοπραξίας, όπως επίσης η οικονομική κατάσταση των μερών για τον καθορισμό της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης, δεν αποτελούν αυτοτελή στοιχεία, ώστε η παράθεση αυτών να είναι αναγκαία για την πληρότητα της αιτιολογίας, αλλά το Δικαστήριο της ουσίας αποφαίνεται γι' αυτά κατά κρίση ελεύθερη και μη υποκείμενη σε αναιρετικό έλεγχο, με την επί πλέον επισήμανση, ότι οι υπό στοιχείο α' και β' αιτιάσεις είναι και ουσιαστικά αβάσιμες, εφόσον η ευθύνη της ασφαλιστικής εταιρείας είναι εγγυητική, όπως επίσης και η γ' αιτίαση, εφόσον οι δαπάνες νοσηλείας αντιμετωπίζονται με βάση τις διατάξεις των άρθρων 929 και 930 του ΑΚ για την αποκατάσταση της θετικής και αποθετικής ζημίας, που έχει υποστεί ο παθών.
Όλως επικουρικά οι ανωτέρω αιτιάσεις πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτες και για το λόγο ότι ο αναιρεσείων, υπό την επίκληση της ευθείας και εκ πλαγίου παραβίασης των προαναφερόμενων κανόνων δικαίου, επιχειρεί να πλήξει την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του Δικαστή ουσίας (άρθρ. 561 αρ. 2 ΚΠολΔ).
Η διάταξη του άρθρ. 930 παρ. 3 του ΑΚ ορίζει ότι η αξίωση αποζημίωσης δεν αποκλείεται από το λόγο ότι κάποιος άλλος έχει την υποχρέωση να αποζημιώσει ή να διατρέφει αυτόν που αδικήθηκε. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται γενικότερη αρχή, σύμφωνα με την οποία η αξίωση για αποζημίωση, που έχει ο παθών εναντίον εκείνου που τον ζημίωσε, δεν πρέπει να αποκλείεται, όταν η ζημία του καλύφθηκε από άλλον, αφού κατά τη βούληση του νομοθέτη δεν πρέπει να αποβαίνει προς όφελος του ζημιώσαντος το γεγονός, ότι ήδη άλλος κάλυψε για οποιονδήποτε λόγο τη ζημία του παθόντος, εκτός αν διαφορετικά ορίζεται στο νόμο, όπως συμβαίνει με το άρθρ. 18 του Ν. 1654/ 1986, κατά το οποίο η αξίωση αποζημίωσης του παθόντος μεταβιβάζεται από το νόμο στο ΙΚΑ, όταν αυτό κατέβαλε ή υποχρεούται να καταβάλει στον παθόντα κοινωνική ή ασφαλιστική παροχή προς κάλυψη της ζημίας του. 'Έτσι, κατά την έννοια της παραπάνω διάταξης, ο υπαίτιος για τον τραυματισμό άλλου υποχρεούται σε αποζημίωση του παθόντος για υπηρεσίες τρίτων προς αυτόν, που κάλυψαν ανάγκες απότοκες του τραυματισμού του, έστω και αν δεν κατέβαλε αμοιβή για τις υπηρεσίες αυτές, δηλαδή πρόκειται για αφιλοκερδείς υπηρεσίες, αφού ο υπαίτιος του τραυματισμού δεν επιτρέπεται και πάλι να ωφεληθεί και να μην καταβάλει τελικώς στον παθόντα ως αποζημίωση το ποσό, στο οποίο αποτιμώνται οι υπηρεσίες τρίτων, που του παρασχέθηκαν μεν δωρεάν, δεν θα είχε όμως αναγκασθεί να τις χρησιμοποιήσει, αν δεν μεσολαβούσε η αδικοπρακτική συμπεριφορά του ζημιώσαντος (ΑΠ 1132/2018, ΑΠ 1717/2017, ΑΠ 1723/2014, ΑΠ 132/2010).
Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 περ. β` ΚΠολΔ προκύπτει ότι η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, δηλαδή των γενικών και αφηρημένων αρχών για την εξέλιξη των πραγμάτων, που αντλούνται από την εμπειρική πραγματικότητα με τη βοήθεια της επιστημονικής έρευνας ή της επαγγελματικής ενασχολήσεως, δημιουργεί λόγο αναιρέσεως μόνον όταν αυτά αφορούν στην ερμηνεία κανόνων δικαίου ή στην υπαγωγή σε αυτούς των πραγματικών γεγονότων και όχι στη διαπίστωση των γεγονότων αυτών. Ειδικότερα, αυτό συμβαίνει όταν το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει διδάγματα της κοινής πείρας για να ανεύρει με βάση αυτά την έννοια κανόνος δικαίου, ιδίως όταν αυτός περιέχει αόριστες νομικές έννοιες ή για να υπαγάγει ή όχι τα πραγματικά γεγονότα της διαφοράς στον κανόνα αυτό (ΑΠ 1751/2017, ΑΠ 969/2011).
Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, που αφορά όλους τους λόγους αναίρεσης, είναι απαράδεκτος ο λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε αυτοτελή ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορούσε να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την προσβαλλόμενη απόφαση (όπως αυτή έχει και χωρίς να συνδυαστεί με άλλα στοιχεία) και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.
Η εν λόγω διάταξη αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο 'Αρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση, που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει δε ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, της οποίας η συνδρομή πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.
Δηλαδή, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει τον λόγο αναίρεσης, είχε προταθεί παραδεκτά και νόμιμα στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση. Γι` αυτόν τον λόγο πρέπει στο αναιρετήριο να παρατίθεται ο ισχυρισμός, όπως αυτός είχε προταθεί στο δικαστήριο της ουσίας και ακόμη να αναφέρεται ο τρόπος επαναφοράς του ισχυρισμού στο ανώτερο δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί, με βάση το αναιρετήριο, αν αυτός ήταν παραδεκτός και νόμιμος.
Το γεγονός, εξάλλου, ότι ο ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει σημασία, γιατί, ναι μεν η εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου είναι έργο αυτεπάγγελτης ενέργειας του δικαστή, όμως αυτό δεν σημαίνει ότι όλοι οι νόμοι είναι δημοσίας τάξεως. Αλλά και οι λόγοι που ανάγονται στη δημόσια τάξη είναι δεκτοί για πρώτη φορά ενώπιον του Αρείου Πάγου, εφόσον στηρίζονται στο πραγματικό υλικό, που υποβλήθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και προκύπτει από την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση και εφόσον γίνεται σαφής επίκληση στο αναιρετήριο.
Συνεπώς, ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και να αναφέρεται ο χρόνος και ο τρόπος προτάσεώς του ή επαναφοράς του στο ανώτερο δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί με βάση το αναιρετήριο, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος (Ολ.ΑΠ 15/2000, ΑΠ 1545/2017, ΑΠ 168/2015, ΑΠ 234/2014).
Με τον 2ο λόγο της αίτησης αναίρεσης ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 1 περ. α' ΚΠολΔ της ευθείας και, επικουρικά, της εκ πλαγίου παραβίασης εκ του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, με εσφαλμένη ερμηνεία και μη εφαρμογή των κατωτάτων ορίων αμοιβής των οικιακών βοηθών, που, κατά την άποψή του ανέρχονται σε 70 ευρώ ημερησίως με οκτάωρη απασχόληση επί επτά ημέρες εβδομαδιαίως, και έτσι το Εφετείο καθόρισε εσφαλμένα, ως μηνιαία αμοιβή το ποσό των 600 ευρώ, που αντιστοιχεί σε πέντε ημέρες εβδομαδιαίως, καθώς επίσης, ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως και, επικουρικά, εκ πλαγίου τα διδάγματα κοινής πείρας, με την ειδικότερη αιτίαση, ότι, αν και δέχεται, ότι ο αναιρεσείων είχε ανάγκη 18ωρης απασχόλησης οικιακής βοηθού ημερησίως, δεν αναφέρει το ελάχιστο ποσό της ωριαίας αμοιβής, ούτε επίσης αιτιολογεί, ότι σε περίπτωση υπέρβασης του ωραρίου απαιτείται ειδική άδεια και προσαύξηση κατά τις κλίμακες των δύο αρχικών ωρών μέχρι τη συμπλήρωση του ανώτατου ορίου των 18 ωρών.
Ο λόγος αυτός αναίρεσης, κατά το μέρος που αφορά τους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντα περί παραβίασης του ωραρίου της οικιακής βοηθού, της προσαύξησης και των ελαχίστων ποσών της ωριαίας αμοιβής οικιακών βοηθών, προβάλλεται κατ' αρχήν απαράδεκτα το πρώτον ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου (άρθρ. 562 αρ. 2 ΚΠολΔ), καθόσον, όπως προκύπτει από την από 5-8-2013 (Α') έφεση αυτού, τις από 12-3-2014 κατ' έφεση προτάσεις αυτού, αλλά και από τις από 13-3-2013 πρωτόδικες προτάσεις του, που επιτρεπτά επισκοπούνται, ως διαδικαστικά έγγραφα της δίκης (άρθρο 561 αρ. 2 ΚΠολΔ), οι ανωτέρω αιτιάσεις, αναφορικά με την αμοιβή οικιακής βοηθού, δεν είχαν προταθεί από αυτόν στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, αλλά ούτε και στο Εφετείο παραδεκτά με λόγο έφεσης ή με τις προτάσεις (άρθρα 527 παρ. 1 σε συνδ. 240 ΚΠολΔ).
Αντίθετα, προκύπτει ότι, εντελώς διηγηματικά, στις προτάσεις του ανέφερε ότι η αμοιβή νοσοκόμας (και όχι της οικιακής βοηθού) ανέρχεται με τις εργοδοτικές εισφορές σε 65 ευρώ ημερησίως και τη νύκτα σε 114,21 ευρώ και ότι ανάλογη πρέπει να είναι και η τεκμαρτή δαπάνη της οικιακής βοηθού, χωρίς άλλη εξειδίκευση του αιτήματός του σε σχέση με την απασχόληση της μητέρας και της αδελφής του, που στερούνται εξειδικευμένων γνώσεων νοσηλευτικής.
Εκτός τούτου, όμως, ο ανωτέρω 2ος αναιρετικός λόγος είναι προεχόντως αόριστος, εφόσον ο αναιρεσείων δεν μνημονεύει αριθμητικά τις ουσιαστικού κανόνα δικαίου διατάξεις, που παραβίασε το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως υποστηρίζει, εφόσον, όπως έχει εκτεθεί σε προηγούμενη νομική σκέψη, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης δεν αρκεί μόνο η αριθμητική αναφορά της αναιρετικής πλημμέλειας, αλλά πρέπει να αναφέρονται κατά τρόπο σαφή και οι παραβιασθείσες ουσιαστικές διατάξεις.
Σε κάθε περίπτωση όμως, εάν υποτεθεί, ότι στο αναιρετήριο περιγράφεται αρκούντως το πραγματικό της παραβιασθείσας διάταξης του άρθρου 930 παρ. 3 ΑΚ, ο λόγος αυτός για την ευθεία, άλλως εκ πλαγίου παραβίαση της διάταξης αυτής, πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος. Πιο συγκεκριμένα, από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει, ότι το Εφετείο για το ερευνώμενο ζήτημα της πλασματικής αμοιβής οικιακής βοηθού δέχθηκε ανελέγκτως αναιρετικά τα ακόλουθα: "...Ακολούθως, αποδείχθηκε ότι λόγω της προ περιγραφείσας κατάστασης της υγείας του ενάγοντος, της αδυναμίας του να αυτοεξυπηρετείται κατά το αιτούμενο χρονικό διάστημα από 02-02-2012 έως 31-12- 2013, κατά τα διαστήματα που νοσηλευόταν στα νοσοκομεία (δεδομένου ότι έπρεπε να παραμένει ακίνητος κατά τις ημέρες νοσηλείας του, λόγω της φύσης του τραυματισμού του και των εγχειρήσεων που απαιτήθηκαν) όπως και στο κέντρο αποκατάστασης, όπως έχουν εκτεθεί παραπάνω, αυτός είχε την ανάγκη κάποιου άλλου προσώπου κοντά του, για να τον βοηθάει και να τον περιποιείται.
Το ρόλο αυτό ανέλαβε, χωρίς αντάλλαγμα, κυρίως η μητέρα του, Α. Α., αλλά και η αδελφή του - μάρτυρας απόδειξης, Γ. Α., οι οποίες ξεπερνώντας τα όρια που θέτουν οι συγγενικές και ηθικές τους υποχρεώσεις, ασχολούνταν με τη φροντίδα του τέκνου της (η πρώτη) και αδελφού της (η δεύτερη), προσφέροντάς του τις σχετικές πρόσθετες υπηρεσίες περιποιήτριας - οικιακής βοηθού, επιπλέον αυτών που του προσέφεραν στα πλαίσια της σχέσης γονέα - τέκνου και της σχέσης μεταξύ αδελφών, αντίστοιχα.
Ακόμα κατά το ίδιο χρονικό διάστημα από 02-02-2012 έως 31-12-2013 και κατά τον χρόνο που ο ενάγων δεν νοσηλευόταν στα νοσοκομεία ή στο κέντρο αποκατάστασης, αλλά βρισκόταν στην οικία του, λόγω της αδυναμίας του να αυτοεξυπηρετείται, έχρηζε βοήθειας τρίτου προσώπου, προκειμένου να αντιμετωπίσει τις καθημερινές του ανάγκες, που σχετίζονται με τη διατροφή του, την καθαριότητα, τις μετακινήσεις του για τις αναγκαίες ιατρικές εξετάσεις κλπ.
Την αναγκαία αυτή βοήθεια την παρείχε και πάλι κυρίως η μητέρα του αλλά και η ανωτέρω αδελφή του, άνευ. ανταλλάγματος και με εντατικοποίηση των προσπαθειών τους, επιπλέον από αυτές που του προσέφεραν, στα πλαίσια της συγγενικής τους σχέσης, και με υπηρεσίες που υπερβαίνουν την από την ηθική επιβαλλόμενη υποχρέωσή τους για φροντίδα και βοήθεια, χωρίς οικονομικό αντάλλαγμα.
Έτσι, για την απασχόληση των ανωτέρω, ο ενάγων δικαιούται, κατά τα στη μείζονα σκέψη αναφερθέντα, το ποσό που θα κατέβαλε σε τρίτο πρόσωπο για το ως άνω διάστημα από 02-02-2012 έως 31-12-2013 (τόσο της νοσηλείας του στα νοσοκομεία και στο κέντρο αποκατάστασης όσο και της παραμονής στην οικία του). Αν ο ενάγων προσλάμβανε άλλο πρόσωπο προς παροχή των ως άνω υπηρεσιών περιποιήτριας - οικιακής βοηθού, θα δαπανούσε κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων και την κοινή πείρα των ανθρώπων, το ποσό των 600 ευρώ το μήνα και για τους 23 μήνες (από 02-02-2012 έως 31-12-2013) το ποσό των (23 μήνες χ 600 ευρώ =) 13.800 ευρώ, της καταβολής του οποίου (ποσού), κατά τα στη μείζονα σκέψη αναπτυχθέντα, δεν απαλλάσσονται οι υπόχρεοι προς αποζημίωση εναγόμενοι κατ' άρθρο 930 παρ. 3 ΑΚ.
Σημειωτέον δε ότι το ποσό αυτό κρίνεται εύλογο, λαμβάνοντας υπόψη τις αντίστοιχες αμοιβές που, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, καταβάλλονται, για ανάλογες υπηρεσίες, σε περιποιήτριες - οικιακές βοηθούς, και με δεδομένο ότι το κονδύλιο αυτό δεν ζητείται προς αποζημίωση της συνολικής βοήθειας, αλλά της υπερβαίνουσας της εκ της συγγενικής σχέσεως επιβαλλόμενης, που παρείχαν οι ανωτέρω στον ενάγοντα, στα πλαίσια πάντοτε, της μεταξύ τους συγγενικής σχέσης.
Σημειώνεται δε ότι το πλέον αυτού ποσό, που αιτείται ο ενάγων ήτοι ποσό 70 ευρώ ημερησίως για το χρονικό διάστημα από 02-02-2012 έως 02-07-2012 ήτοι για το διάστημα αυτό 10.500 ευρώ, καθώς και το ποσό των 70 ευρώ ημερησίως (2.100 ευρώ το μήνα) για το χρονικό διάστημα από 03-07-2012 έως 31-12-2013 ήτοι για το διάστημα αυτό 37.800 ευρώ και συνολικά (10.500 + 37.800=) 48.300 ευρώ ως αποζημίωση για την πλασματική του αυτή δαπάνη κρίνεται υπερβολικό και τυγχάνει απορριπτέο ως ουσιαστικά αβάσιμο".
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ερμήνευσε ορθά την ουσιαστικού κανόνα διάταξη του άρθρου 930 παρ. 3 ΑΚ στο πραγματικό της οποίας υπήγαγε τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, την οποία επομένως δεν παραβίασε ευθέως, αλλά ούτε, επικουρικά, εκ πλαγίου, διότι διέλαβε σαφή και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή εφαρμογή αυτής.
Επίσης, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τα διδάγματα της κοινής πείρας για την πλασματική αμοιβή οικιακής βοηθού, τα οποία επίσης δεν παραβιάσθηκαν ευθέως, αλλά, ούτε, επικουρικά, εκ πλαγίου. Πιο συγκεκριμένα, το Εφετείο, μετά την αναλυτική περιγραφή των σωματικών βλαβών του αναιρεσείοντα δέχθηκε, ότι για το επίδικο διάστημα νοσηλείας αυτού στο νοσοκομείο και σε κατ' οίκον νοσηλεία αδυνατούσε να αυτοεξυπηρετηθεί πλήρως και ότι χρειαζόταν υποκατάστατη δύναμη οικιακής βοηθού - θεραπενίδος, ότι τις υπηρεσίες αυτές προσέφεραν η μητέρα και η αδελφή του με εντατικοποίηση των δυνάμεών τους και πέραν της υποχρέωσης, που είχαν στα πλαίσια της στενής συγγενικής τους σχέσης και ότι η συνήθης αμοιβή οικιακής βοηθού - θεραπενίδος, που καταβάλλεται κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας σε θεραπενίδες, που δεν κατέχουν τις ειδικές γνώσεις νοσηλευτικής, ανέρχεται στο ποσό των 600 ευρώ μηνιαία, ενώ απέρριψε ορθά το αίτημα του αναιρεσείοντα περί καταβολής του ποσού των 70 ευρώ ημερησίως ως υπερβολικό.
Σημειώνεται, ότι, όπως ο αναιρεσείων αναφέρει, το ποσό αυτό αντιστοιχεί σε αμοιβή νοσοκόμας με εξειδικευμένες γνώσεις νοσηλευτικής, γεγονός που δεν συντρέχει εν προκειμένω, κατά τα εκτεθέντα, με την επί πλέον επισήμανση, ότι κατά τη διάρκεια της νοσηλείας του αναιρεσείοντα στο νοσοκομείο ή στο κέντρο αποκατάστασης το νοσηλευτικό προσωπικό παρείχε σ' αυτόν τέτοιες εξειδικευμένες υπηρεσίες και συνεπώς δεν χρειαζόταν υποκατάστατη δύναμη, καθόλο το εικοσιτετράωρο, "προς αποζημίωση της συνολικής βοήθειας", όπως ορθά δέχθηκε το Εφετείο, ενώ, κατά την κατ' οίκον νοσηλεία αυτού, σύμφωνα με τις παραδοχές, εκινείτο με τη βοήθεια περιπατητήρα και ισορροπούσε σε καθιστή θέση.
Συνεπώς, δεν ήταν εντελώς ακίνητος και ανίκανος να αυτοεξυπηρετείται πλήρως και συνακόλουθα, η μητέρα και η αδελφή του τον συνέδραμαν, κατά την στοιχειώδη έστω αυτοεξυπηρέτησή του. Οι παραπάνω αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασης ήταν σαφείς και χωρίς αντιφάσεις και δικαιολογούν το αποδεικτικό πόρισμα της προσβαλλόμενης απόφασης για τον καθορισμό της πλασματικής αμοιβής της οικιακής βοηθού-θεραπενίδας σε 600 ευρώ μηνιαία, που, όπως δέχεται το Εφετείο, είναι εύλογο κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ούτε χρειάζονταν επί πλέον αιτιολογίες, για να στηρίξουν το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, διότι είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος, εάν το Εφετείο υπήγαγε ορθά ή όχι τα αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά στο πραγματικό της ουσιαστικής διάταξης του άρθρου 930 παρ. 3 ΑΚ, την οποία ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, κατά τα ανωτέρω, σύμφωνα και με τα διδάγματα της κοινής πείρας, τα οποία επίσης δεν παραβίασε ευθέως, ούτε, επικουρικά, εκ πλαγίου .Επομένως, δεν ιδρύεται η αναιρετική πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 1α και 19 ΚΠολΔ., αλλά ούτε και εκ του άρθρου 559 αρ. 1β ΚΠολΔ.
Κατόπιν όλων αυτών και μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναίρεσης για να ερευνηθεί, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της. Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που έχει καταθέσει ο αναιρεσείων για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 εδ.
Β'δ' ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να καταδικαστεί ο αναιρεσείων λόγω της ήττας του (άρθρο 176, 183 ΚΠολΔ) στα δικαστικά έξοδα της 2ης αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρείας, που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο αίτημα αυτής, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Κηρύσσει απαράδεκτη την από 30-5-2016 (αρ. κατ. 19/2016) αίτηση, ως δικόγραφο, κατά το μέρος που αυτή απευθύνεται κατά της υπ' αριθμ. 434/2013 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών (ειδική διαδικασία του άρθρου 681Α ΚΠολΔ).
Κηρύσσει απαράδεκτη, ως προς την 1η αναιρεσίβλητη, τη συζήτηση της ως άνω ένδικης αίτησης για την αναίρεση της υπ' αριθμ. 112/2014 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πατρών (ειδική διαδικασία του άρθρου 681Α ΚΠολΔ).
Απορρίπτει, ως προς την 2η αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία την από 30-5-2016 (αρ. κατ. 19/2016) αίτηση για την αναίρεση της υπ' αριθμ. 112/2014 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πατρών (ειδική διαδικασία του άρθρου 681Α ΚΠολΔ).
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου που έχει κατατεθεί για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης στο Δημόσιο Ταμείο. Και
Επιβάλλει σε βάρος του αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα της 2ης αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρείας, που ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 14 Δεκεμβρίου 2018.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 23 Ιανουαρίου 2019.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ