Legislator Case Law & Legislation
89/2017 AI generated

Supreme Court partially allowed appeal on moral damages and non-existent expenses in car accident case.

Case Number 89/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court partially set aside the First Instance Court's decision regarding moral damages and non-existent expenses in a car accident case. The appellant argued for compensation for moral harm and fictitious costs, while the respondent contested the validity of these claims. The court found the lower court's reasoning on these specific points insufficient and remanded the case for further examination.

Legislator headnote

AI generated

Articles 929, 930, 561, 580, 183 of the Civil Code; The Supreme Court may partially set aside a judgment and remand a case when the lower court fails to provide adequate reasoning on specific claims for moral damages or fictitious expenses.

Keywords

AI generated
car accident damages moral harm compensation fictitious expenses partial remand insufficient reasoning civil procedure Supreme Court review

Cited Legislation

AI generated
Article 929 of the Civil Code
Article 930 of the Civil Code
Article 561 of the Code of Civil Procedure
Article 580 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 12 of Law 4055/2012
Article 495 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 89 / 2017 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 89/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Σακκά, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ και Ναυσικά Φράγκου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 16 Σεπτεμβρίου 2016, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Κ. Μ. του Β., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Ρήγα, που δεν κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: Αλλοδαπής ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "... LTD", που εδρεύει στο Λονδίνο και εκπροσωπείται νόμιμα, αντιπροσωπεύεται δε στην Ελλάδα από την εταιρεία με την επωνυμία "AIG ΕΛΛΑΣ ΑΕ", που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Βρεττό, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι ανακαλεί την από 13-9-2016 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και παρίσταται.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31-3-2014 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3429/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2633/2015 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 12-11-2015 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ναυσικά Φράγκου διάβασε την από 8-9-2016 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου λόγου αναιρέσεως, του δεύτερου λόγου αναιρέσεως μόνο κατά το μέρος του προσδιορισμού του χρονικού διαστήματος λήψεως βελτιωμένης διατροφής και την απόρριψη των λοιπών λόγων αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμ. 2633/2015 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Με την από 12-11-2015 (αριθμ. εκθ. καταθ. 1019/16-11-2015), αίτηση, διώκεται η αναίρεση της 2633/2015 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών από αυτοκίνητα. 2. Με την από 31-3-2014 αγωγή του ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων ζήτησε να υποχρεωθεί η δεύτερη εναγομένη, πλέον και αναιρεσίβλητη, ως η εταιρεία που είχε ασφαλίσει το με αριθμό ...

ΙΧΕ αυτοκίνητο, να του καταβάλει ως αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, που υπέστη από την παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά της οδηγού του Δ. - Ε. Κ., τα σ' αυτή αναφερόμενα χρηματικά ποσά. Επ' αυτής εκδόθηκε αρχικά η 3429/2014 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που την έκανε μερικά δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη και μετά από έφεση και αντέφεση του αναιρεσείοντος και της αναιρεσίβλητης, αντίστοιχα, η προσβαλλομένη απόφαση, η οποία την δέχθηκε εν μέρει ως ουσιαστικά βάσιμη, υποχρέωσε την εναγομένη να καταβάλλει στον ενάγοντα το ποσό των 82.540,39 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρις εξοφλήσεως και την καταδίκασε στην καταβολή της δικαστικής δαπάνης του ενάγοντος, αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας. 3.

Κατά το άρθρο 671 παρ. 1, εδ. δ' ΚΠολΔ, το οποίο κατ' άρθρο 681 Α' του ιδίου Κώδικα εφαρμόζεται και στις διαφορές για ζημίες από αυτοκίνητα και από τη σύμβαση ασφαλίσεως αυτού, ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον του Ειρηνοδίκη ή Συμβολαιογράφου λαμβάνονται υπόψη, μόνο αν έγιναν ύστερα από προηγούμενη κλήτευση του αντιδίκου, πριν από είκοσι τέσσερις τουλάχιστον ώρες.

Οι ένορκες βεβαιώσεις αποτελούν ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, διαφορετικό από τα έγγραφα και τους μάρτυρες και γι' αυτό, όταν προσκομίζονται στο δικαστήριο της ουσίας για την απόδειξη ή ανταπόδειξη, ουσιώδους ισχυρισμού, πρέπει να αναφέρονται ειδικά στην απόφαση, ότι αυτές έχουν ληφθεί υπόψη. Μοναδική προϋπόθεση για τη λήψη υπ' όψη των ενόρκων βεβαιώσεων από το δικαστήριο της ουσίας, είναι ότι αυτές έγιναν μετά από προηγούμενη κλήτευση του αντιδίκου, του διαδίκου που τις επικαλείται πριν είκοσι τέσσερις τουλάχιστον ώρες.

Η παρά το νόμο μη λήψη υπόψη, από το δικαστήριο της ουσίας ένορκης βεβαίωσης την οποία επικαλέστηκε και προσκόμισε ο διάδικος ιδρύει λόγο αναιρέσεως από τον αριθμ. 11 εδ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 19/2009).

Στην κατ' έφεση δίκη επιτρέπεται η επίκληση και προσκομιδή νέων αποδεικτικών μέσων και επομένως το Εφετείο μπορεί να λάβει υπόψη επικαλούμενες και προσκομιζόμενες ένορκες βεβαιώσεις που έγιναν οποτεδήποτε μετά τη συζήτηση ενώπιον του Πρωτοβαθμίου δικαστηρίου έως τη συζήτηση της έφεσης, ύστερα από νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήτευση του αντιδίκου που αποτελεί και τη μοναδική προϋπόθεση εγκυρότητας και λήψης αυτών υπόψη από το αντίστοιχο δικαστήριο όπου προσκομίζονται (ΑΠ 771/2010).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη υπ' αριθμ. 2633/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε κατά τη διαδικασία των άρθρων 666, 667 και 670 έως 676 ΚΠολΔ (άρθρο 681Α ΚΠολΔ), το Εφετείο για το σχηματισμό της κρίσεώς του για τα κεφάλαια α) της χρηματικής ικανοποιήσεως, λόγω ηθικής βλάβης, β) της απώλειας των εισοδημάτων εκ φιλοδωρημάτων και γ) της πλασματικής δαπάνης για χρησιμοποίηση υπηρεσιών αποκλειστικής νοσοκόμου και οικιακής βοηθού, μετά την προσβολή των αντίστοιχων κεφαλαίων της πρωτοβάθμιας απόφασης με τους πρώτο, τρίτο και τέταρτο λόγους έφεσης, αντίστοιχα, δεν έλαβε υπ' όψη τις υπ' αριθμ. 3204/5-5-2015 και 3205/5-5-2015 ένορκες βεβαιώσεις που δόθηκαν ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών, τις οποίες επικαλέστηκε και προσκόμισε ο αναιρεσείων με τις προτάσεις του ενώπιον του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου για την απόδειξη της ουσιαστικής βασιμότητας των, παραπάνω πρώτου, τρίτου και τετάρτου λόγων της εφέσεώς του, όπως ο ίδιος με το αναιρετήριο διατείνεται.

Ειδικότερα στην προσβαλλομένη απόφαση αναφέρεται σχετικά κατά πιστή μεταφορά του σκεπτικού της "Από την επανεκτίμηση της ένορκης κατάθεσης της μάρτυρος που νομότυπα εξετάσθηκε στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, η οποία περιέχεται στα ταυτάριθμα με την εκκαλούμενη πρακτικά δημόσιας συνεδριάσεως του ιδίου Δικαστηρίου, τις φωτογραφίες, των οποίων η γνησιότητα δεν αμφισβητείται καθώς και από τα έγγραφα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, είτε για να ληφθούν υπόψη ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα, είτε για να χρησιμεύσουν ως δικαστικά τεκμήρια, αποδεικνύονται τα ακόλουθα:

Στην κατά τα άνω κατ' είδος μνεία των αποδεικτικών μέσων δεν περιλαμβάνονται οι ανωτέρω ένορκες βεβαιώσεις. Οι παραπάνω ένορκες βεβαιώσεις λήφθηκαν νομίμως μετά την έκδοση της αποφάσεως του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και μετά κλήτευση της αναιρεσίβλητης πριν από είκοσι τέσσερις (24) ώρες από τη λήψη τους (υπ' αριθμ. 2308/29-4-2015 έκθεση επιδόσεως του Δικαστικού Επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών Η.

Κ.) και τις επικαλέστηκε ο αναιρεσείων με τις προτάσεις του ενώπιον του Β/θμίου Δικαστηρίου, οπότε και νόμιμα τις προσεκόμισε. Επομένως ο πρώτος λόγος του αναιρετηρίου από το άρθρο 559 αριθμός 11 περ. γ' ΚΠολΔ είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός αφού οι ανωτέρω ένορκες βεβαιώσεις καίτοι λήφθηκαν, μετά την έκδοση της εκκαλουμένης αποφάσεως, προ της συζητήσεως της εφέσεως και μετά κλήτευση της αναιρεσίβλητης πριν από είκοσι τέσσερις (24) ώρες από τη λήψη τους, εν τούτοις δε λήφθηκαν υπόψη.

Η αναιρετική εμβέλεια όμως του παραπάνω αναιρετικού λόγου (πρώτου) δεν καλύπτει και την αναιρετική εμβέλεια, των λοιπών αναιρετικών λόγων (δεύτερου και τρίτου) που θα ερευνηθούν παρακάτω, καθόσον οι παραπάνω ένορκες βεβαιώσεις δεν αφορούν τα κεφάλαια της προσβαλλομένης απόφασης που πλήττονται με τους λόγους αυτούς καθ' α ο αναιρεσείων με το αναιρετήριο διατείνεται. 4.

Κατά τη διάταξη του άρθρ. 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ. αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών (άρθρα 173 και 200 του ΑΚ). Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, 4/2005).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία (Ολ.ΑΠ 1/1999).

Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ.ΑΠ 861/1984). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.

Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος.

Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 651/2010).

Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 118 αρ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ, στο έγγραφο της αναιρέσεως πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια, που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί αν και ποιό λόγο αναιρέσεως από τους περιοριστικώς αναφερομένους στο άρθρο 559 του ΚΠολΔ θεμελιώνει η προβαλλομένη αιτίαση.

Ειδικότερα για να είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως με τον οποίο αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ), πρέπει να καθορίζονται, πλην των άλλων η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε και το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου καθώς επίσης, εφ' όσον το δικαστήριο έκρινε επί της ουσίας της υποθέσεως, την ελάσσονα πρόταση του νομικού του συλλογισμού, ήτοι τα πραγματικά γεγονότα, που αυτό δέχθηκε, υπό τα οποία και συντελέσθηκε η προβαλλομένη παραβίαση των κανόνων του ουσιαστικού δικαίου, εάν δε απέρριψε την αγωγή ή γενικώς τον ισχυρισμό ως μη νόμιμο το περιεχόμενο της αγωγής ή του ισχυρισμού, ώστε από το αναιρετήριο να προκύπτει η προβαλλόμενη νομική πλημμέλεια, δοθέντος ότι η αοριστία του λόγου της αναιρέσεως δεν δύναται να συμπληρωθεί με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο.

Εξ άλλου για να είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας η νομική πλημμέλεια ότι η απόφασή του στερείται νομίμου βάσεως (άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ), πρέπει να καθορίζεται πλην των άλλων και η αιτία συνεπεία της οποίας τούτο συμβαίνει, ήτοι αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αντιφατικές αιτιολογίες οπότε πρέπει να καθορίζεται σε τι συνίσταται η αντίφαση και εκ ποίων αντιτιθεμένων μερών των προκύπτει, ή εάν έχει ανεπαρκείς αιτιολογίες, οπότε πρέπει περαιτέρω να καθορίζεται σε τι συνίσταται η ανεπάρκειά των, ποίον δηλαδή το ελλείπον στοιχείον που είναι αναγκαίο για την επάρκειά των (Ολ.ΑΠ 32/1996).

Από τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339 και 340 ΚΠολΔικ. προκύπτει ότι το δικαστήριο για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση συνεκτιμά ελεύθερα όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν νόμιμα οι διάδικοι για την απόδειξη των ισχυρισμών τους. Έχει δε υποχρέωση, σύμφωνα με τις πιο πάνω διατάξεις και εκείνες του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος να αιτιολογήσει την απόφασή του, να αναφέρει δηλαδή τους λόγους που το οδήγησαν στο σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης, πλην όμως δεν είναι υποχρεωμένο να κάνει ειδική μνεία για καθένα από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι για άμεση ή έμμεση απόδειξη, ή να εκθέσει στην απόφασή του και τους λόγους για τους οποίους δίδει μεγαλύτερη πίστη στην κατάθεση του ενός ή του άλλου μάρτυρα.

Εξ άλλου ο εκ του άρθρου 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δικ. λόγος αναιρέσεως, που ιδρύεται όταν η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αντιφατικές ή ανεπαρκείς αιτιολογίες σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, για να είναι ορισμένος και κατά συνέπεια παραδεκτός πρέπει, εκτός της παραθέσεως των παραδοχών του δικαστηρίου της ουσίας, να προσδιορίζεται σε τι συνίσταται η αποδιδομένη στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια της ελλείψεως νόμιμης βάσεως (Ολ.ΑΠ 57/1990).

Ειδικότερα αν πρόκειται για ανεπαρκή αιτιολογία πρέπει να προσδιορίζεται ποιά επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται στην προσβαλλόμενη απόφαση για την πληρότητα των αιτιολογιών της (Ολ.ΑΠ. 32/1996) ή ως προς τι υπάρχει έλλειψη του νομικού χαρακτηρισμού (ΑΠ 1106/2007).

Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 929 ΑΚ, εδ α', "Σε περίπτωση βλάβης του σώματος ή της υγείας προσώπου, η αποζημίωση περιλαμβάνει, εκτός από τα νοσήλια και τη ζημία που έχει ήδη επέλθει, οτιδήποτε ο παθών θα στερείται στο μέλλον, ή θα ξοδεύει επιπλέον, εξαιτίας της αυξήσεως των δαπανών του". Στα νοσήλεια περιλαμβάνεται κάθε δαπάνη που έγινε ή κρίθηκε αναγκαία να γίνει για την αποκατάσταση της υγείας του θύματος, μεταξύ των οποίων και η ειδική βελτιωμένη τροφή (Αθ.

Κρητικού, Αποζημίωση, εκδ. 2008, σελ. 256, παρ. 10). Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη αυτού κρίση, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, ως προς το κεφάλαιο της βελτιωμένης τροφής. "Αμέσως μετά το ένδικο ατύχημα, ο ενάγων διεκομίσθη στο Γενικό Νοσοκομείο Αθηνών "ΛΑΪΚΟ" όπου διεπιστώθη συντριπτικό κάταγμα κάτω τριτημορίου (ΔΕ) κνήμης και περόνης.

Η κατάστασή του αντιμετωπίσθηκε χειρουργικά με εσωτερική οστεοσύνθεση και τοποθέτηση οστικού μοσχεύματος (βλ. την από 7-12-2011 βεβαίωση του ιατρού ορθοπεδικού χειρούργου Γ. ). Εν συνεχεία τον Ιούνιο του 2012 έγινε αφαίρεση των υλικών οστεοσύνθεσης, χειρουργικός καθαρισμός και τοποθέτηση σφαιριδίων ΡΜΜΑ με βανκομυκίνη, τον Αύγουστο του 2012 νέος χειρουργικός καθαρισμός με αφαίρεση των σφαιριδίων και εκτομή του νεκρωτικού οστού της κνήμης (6 - 7 εκατοστά) και αντιμετώπιση του οστικού κενού με οστεομεταφορά με σύστημα LRS, τov Οκτώβριο του 2012 καθαρισμός docking site, τοποθέτηση λαγόνιων μοσχευμάτων και συμπίεση, τον Φεβρουάριο του 2013 αφαίρεση του συστήματος εξωτερικής οστεοσύνθεσης και έναρξης φόρτισης, τον Ιούνιο του 2013 υπήρξε προοδευτική παραμόρφωση της κνήμης και διαπιστώθηκε ψευδάρθωση και έγινε λήψη οστικών καλλιεργειών, οι οποίες απέβησαν αρνητικές, τον Ιούλιο του 2013 η ψευδάρθωση αντιμετωπίστηκε με συμπιεστική οστεοσύνθεση με πλάκα και βίδες με οπίσθια προσπέλαση και αυτομοσχεύματα με βλαστοκύτταρα, ενώ ενεργήθηκαν διεγχειρητικές καλλιέργειες οι οποίες απέβησαν αρνητικές, τον Νοέμβριο του 2013 διαπιστώθηκε ανεπαρκής πώρωση ακτινολογικά και εφαρμόστηκε συσκευή ραδιοσυχνοτήτων για ευόδωση της πώρωσης, τον Φεβρουάριο του 2014 εγκαταστάθηκε ψευδάρθωση με θραύση των βιδών και τον Απρίλιο του 2014 αφαιρέθηκαν τα υλικά οστεοσύνθεσης, πραγματοποιήθηκε χειρουργικός καθαρισμός με λήψη καλλιεργειών και συγκρότηση με υβριδικό σύστημα εξωτερικής οστεοσύνθεσης (βλ.

την από 7-5-2014 ιατρική γνωμάτευση του ιατρού ορθοπεδικού χειρούργου Γ. )... Επίσης αποδείχθηκε ότι ο ενάγων έπρεπε να λαμβάνει σύμφωνα με τη σύσταση του θεράποντος ιατρού του αλλά και σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας και της λογικής βελτιωμένη τροφή, πλούσια σε ασβέστιο, βιταμίνες, πρωτεΐνες και λευκώματα για την ταχύτερη πώρωση των καταγμάτων του και για το λόγο αυτό δαπάνησε κατά την κρίση του Δικαστηρίου το συνολικό ποσό των 1.350 ευρώ (15 μήνες x 30 ημέρες x 3 ευρώ), δεκτού γενομένου του πέμπτου λόγου αντέφεσης της αντεκκαλούσης ασφαλιστικής εταιρίας απορριπτομένου όμως του πέμπτου λόγου της κρινόμενης εφέσεως".

Από τις άνω παραδοχές προκύπτει ότι το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφαση προέβη σε ορθή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών ως προς τον προσδιορισμό α) του ποσού που αντιστοιχεί στην ημερήσια δαπάνη για βελτιωμένη διατροφή και β) του χρονικού διαστήματος για παροχή βελτιωμένης διατροφής, στην διάταξη του άρθρου 929 ΑΚ, την οποία ορθά εφάρμοσε και δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία, ή εφαρμογή.

Επίσης διέλαβε στην απόφασή του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθότητα της εφαρμογής της διατάξεως του άρθρου 929 ΑΚ και έτσι δεν παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ. Εξάλλου ο αναιρεσείων δεν εξειδικεύει το, κατά την εκδοχή του ερμηνευτικό ή υπαγωγικό σφάλμα της προσβαλλομένης αποφάσεως, ως προς τον προσδιορισμό των προαναφερθέντων κεφαλαίων, αλλά αρκείται μόνο σε ανάλυση των παραδοχών της προσβαλλομένης αποφάσεως και επιχειρημάτων κατ' αυτών, τα οποία όμως πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου.

Συνεπώς ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως κατά τον οποίο το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση προσδιορίζοντας 1) το ύψος του ποσού της βελτιωμένης διατροφής σε τρία (3) ευρώ την ημέρα, αντί του ποσού των επτά (7) ευρώ που ζητούσε με την αγωγή του ο αναιρεσείων, υπέπεσε στις πλημμέλειες του άρθρου 559 α) αριθμός 1 ΚΠολΔ, διότι δεν διευκρινίζεται, πως και από που προέκυψε το ποσό αυτό, η "επιλογή" του οποίου είναι άκρως ανεπιεικής, και β) αριθμός 19 ΚΠολΔ, διότι δεν υφίσταται ουδεμία αιτιολογία για τον προσδιορισμό του ποσού αυτού, και 2) προσδιορίζοντας το χρονικό διάστημα που έπρεπε να λαμβάνει βελτιωμένη τροφή σε δεκαπέντε (15) μήνες, αντί των είκοσι οκτώ (28) μηνών που ζητούσε με την αγωγή του, υπέπεσε στις πλημμέλειες του άρθρου 559 α) αριθμός 1 ΚΠολΔ, διότι δεν διευκρινίζεται πως προέκυψε το χρονικό αυτό διάστημα και β) αριθμός 19 ΚΠολΔ, διότι δεν υφίσταται ουδεμία αιτιολογία για το μέγεθος του χρονικού αυτού διαστήματος, επιπλέον δε (κατά τον αυτό λόγο αναιρέσεως) με την παραδοχή αυτή το Εφετείο αντιφάσκει, διότι ενώ για την ανάγκη λήψεως βελτιωμένης τροφής επικαλείται το έγγραφο του ιατρού Γ. , στο οποίο το σχετικό χρονικό διάστημα προσδιορίζεται σε είκοσι οκτώ (28) μήνες, στη συνέχεια, χωρίς καμία αιτιολογία προσδιορίζει το χρονικό αυτό διάστημα σε 15 μήνες, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. 5.

Κατά τις προαναφερθείσες διατάξεις του άρθρου 559 α) αριθμός 1 ΚΠολΔ: αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για το νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου και β) αριθμός 19 ΚΠολΔ:

αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 914, 929, 930 παρ. 3 ΑΚ προκύπτει ότι ο δικαιούχος αποζημίωσης από αδικοπραξία είναι εκείνος που ζημιώθηκε αμέσως από αυτήν, δηλαδή το υποκείμενο του δικαιώματος ή του προστατευομένου συμφέροντος που προσβλήθηκε με την αδικοπραξία. Σε περίπτωση βλάβης του σώματος ή της υγείας προσώπου, υποκείμενο του προσβληθέντος δικαιώματος και επομένως δικαιούχος της αποζημιώσεως, είναι το πρόσωπο αυτό, έστω και αν αυτός εστερείτο πράγματι περιουσιακών στοιχείων.

Αν τρίτος, έστω και υπόχρεος σε διατροφή του τραυματισθέντος κατέβαλε τα νοσήλια, δεν καθίσταται από το λόγο αυτό ζημιωθείς. Διότι στην δαπάνη αυτή υποβλήθηκε βάσει άλλης εννόμου σχέσεως η οποία είναι άσχετη προς την αδικοπραξία και την αξίωση αποζημιώσεως. Ούτε ευθεία αξίωση του καταβαλλόντος γεννάται, διότι η θυσία στην οποία υποβλήθηκε, λόγω της αδικοπραξίας είναι ζημία έμμεση.

Υποχρέωση ανόρθωσης της έμμεσης ζημίας που προκλήθηκε από αδικοπραξία σε τρίτον, ο νόμος δεν αναγνωρίζει, παρά μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις των άρθρων 928 εδ. β' και 929 εδ. β' ΑΚ, στις οποίες δεν εμπίπτει η δαπάνη στην οποία υποβάλλεται ο υπόχρεος σε διατροφή για τη νοσηλεία του τραυματισθέντος. Η λύση αυτή επιβεβαιώνεται και από τη διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 930 ΑΚ, η οποία θεσπίζοντας τον μη καταλογισμό του οφέλους που ο ζημιωθείς αποκομίζει από τον υπόχρεο σε διατροφή του, προϋποθέτει ως λογικώς προηγούμενη τη διατήρηση της αποζημιωτικής αξίωσης στο πρόσωπο του παθόντος (ΑΠ 62/1991).

Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 929 ΑΚ, εδ. α', "Σε περίπτωση βλάβης του σώματος ή της υγείας προσώπου, η αποζημίωση περιλαμβάνει, εκτός από τα νοσήλια και τη ζημία που έχει ήδη επέλθει, οτιδήποτε ο παθών θα στερείται στο μέλλον, ή θα ξοδεύει επιπλέον εξαιτίας της αυξήσεως των δαπανών του". Στα νοσήλεια περιλαμβάνεται κάθε δαπάνη που έγινε ή κρίθηκε αναγκαία να γίνει για την αποκατάσταση της υγείας του θύματος. Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη αυτού κρίση τα ακόλουθα, ως προς το κεφάλαιο της δαπάνης για μίσθωσης ταξί: "Ο ενάγων ζητεί με την κρινόμενη αγωγή του δαπάνες χρήσεως αυτοκίνητου ταξί συνολικού ποσού 2.145,64 ευρώ, οι οποίες είτε αφορούν μετακινήσεις του ίδιου, είτε της συζύγου του, είτε συγγενικών του προσώπων, τα οποία τον φρόντιζαν στο Νοσοκομείο όπου νοσηλεύθηκε αλλά και στην οικία του. Όμως από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν προέκυψαν οι δαπάνες που αφορούσαν αποκλειστικά τις μετακινήσεις του ενάγοντος με αυτοκίνητο ταξί, τις οποίες έχει τη δυνατότητα να απαιτήσει ως άμεση ζημία του, ενώ αντίθετα οι σχετικές δαπάνες χρήσης ταξί της συζύγου και των συγγενών του δεν αποκαθίστανται, επειδή αποτελούν έμμεση ζημία του τραυματισθέντος ενάγοντος.

Συνεπώς, η εκκαλούμενη απόφαση που έκρινε κατά τον ίδιο τρόπο για την πιο πάνω αιτία, ορθά το Νόμο εφάρμοσε και τις αποδείξεις εκτίμησε, είναι δε αβάσιμα και απορριπτέα, όσα διαφορετικά υποστηρίζονται με τον έκτο λόγο της κρινομένης εφέσεως". Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε το αγωγικό κονδύλιο για δαπάνη μισθώσεως ταξί στο σύνολό του, διότι, αφενός μεν δεν πείστηκε ότι ο ενάγων όπως ισχυρίστηκε με την αγωγή του, κατέβαλε όλες τις δαπάνες μισθώσεως ταξί, δηλαδή και εκείνες που αφορούσαν τις δαπάνες για τις μετακινήσεις του ιδίου και εκείνες που αφορούσαν τις δαπάνες για τις μετακινήσεις, με αφορμή το ένδικο ατύχημα, των συγγενικών του προσώπου, αφετέρου δε διότι δεν μπόρεσε να καταλήξει σε ασφαλή κρίση, ποιές από τις ισχυριζόμενες μετακινήσεις αφορούσαν τον ίδιο ως άμεσα ζημιωθέντα και ποιές τα συγγενικά του πρόσωπα, έμμεσα ζημιωθέντα.

Με αυτές τις παραδοχές το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφαση, κατ' ορθή ερμηνεία και εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 929 ΑΚ και με επαρκή και σαφή αιτιολογία έκρινε απορριπτέο το κονδύλιο που αφορά τη δαπάνη για τη μίσθωση ταξί. Οι λοιπές αιτιάσεις που περιέχονται στον τρίτο λόγο αναιρέσεως, σχετίζονται με την ανάλυση, στάθμιση, αιτιολόγηση και εκτίμηση των αποδείξεων, στις οποίες όμως το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, στην προκειμένη δε περίπτωση το εξ αυτών πόρισμα διατυπώθηκε σαφώς. Τέλος περίπτωση εφαρμογής της διατάξεως του άρθρου 930 παρ. 3 ΑΚ, δεν συνέτρεχε στην προκειμένη περίπτωση από το Εφετείο, διότι η αγωγή δεν περιέχει τέτοια νομική βάση, ούτε ως κυρία, ούτε ως επικουρική.

Συνεπώς ο τρίτος λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. 6. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω θα πρέπει μετά την παραδοχή του πρώτου λόγου αναιρέσεως να αναιρεθεί κατά ένα μέρος η προσβαλλομένη απόφαση και δη κατά τα κεφάλαια που αφορούν την επιδίκαση χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης, αποζημιώσεως λόγω αποθετικής ζημίας εκ της απωλείας εισοδημάτων εκ φιλοδωρημάτων, και αποζημιώσεως λόγω πλασματικής δαπάνης για χρησιμοποίηση υπηρεσιών αποκλειστικής νοσοκόμου και οικιακής βοηθού, να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά τούτο στο δικαστήριο που δίκασε, συντιθέμενο από άλλον δικαστή, εκτός εκείνου που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση, για περαιτέρω εκδίκαση (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ), να διαταχθεί η απόδοση των παραβόλων στον καταθέσαντα αναιρεσείοντα (άρθρο 183 ΚΠολΔ, άρθρο 12 ν. 4055/2012 και άρθρο 495 παρ. 3 εδ. ε' ΚΠολΔ.), και να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη ως ηττωμένη έναντι του αναιρεσείοντος, στην πληρωμή της δικαστικής του δαπάνης, ο οποίος παρέστη και δεν κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 2633/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών κατά ένα μέρος και δή κατά τα κεφάλαιά της που αφορούν την επιδίκαση χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης, αποζημιώσεως λόγω αποθετικής ζημίας εκ της απωλείας εισοδημάτων εκ φιλοδωρημάτων και αποζημιώσεως λόγω πλασματικής δαπάνης για χρησιμοποίηση υπηρεσιών αποκλειστικής νοσοκόμου και οικιακής βοηθού.

Παραπέμπει κατά το μέρος τούτο, την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκασή της, στο Μονομελές Εφετείο Αθηνών (διαδικασία διαφορών από αυτοκίνητα), συντιθέμενο από άλλον δικαστή, εκτός εκείνου που εξέδωσε την 2633/2015 απόφαση.

Διατάσσει την απόδοση των παραβόλων του Δημοσίου είκοσι (20) ευρώ έκαστο, με αριθμούς 3004400, 3004501, 3004502, 3004503, 3004504, 3004505, σειρά Α και του ΤΑ.Χ.ΔΙΚ. εξήντα (60) ευρώ έκαστο, με αριθμούς 196475, 196476, 196477, σειρά Α' στον καταθέσαντα αναιρεσείοντα. Και

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στην πληρωμή της δικαστικής δαπάνης του αναιρεσείοντος, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων (2.000) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Δεκεμβρίου 2016.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 12 Ιανουαρίου 2017.

H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ