Legislator Case Law & Legislation
89/2014 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on public employment contract duration, ruling successive fixed-term contracts remain invalid under constitutional law.

Case Number 89/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by seven public servants against the Athens Court of Appeal's decision. The lower court held that successive fixed-term employment contracts with the Greek State could not be converted into indefinite-term contracts, even though the employees met the state's permanent needs. The court ruled that the appeal arguments were unfounded because the relevant constitutional provisions prohibiting such conversions were in force at the time of the contracts' renewal.

Legislator headnote

AI generated

Articles 7 and 8 of the Constitution of 1975; Article 8, paragraph 3 of Law 2112/1920: Successive fixed-term employment contracts with the State cannot be converted into indefinite-term contracts, regardless of the employer's need for permanent staff.

Keywords

AI generated
public employment law fixed term contracts indefinite term conversion constitutional provisions state employment successive contracts labor duration

Cited Legislation

AI generated
Article 7 of the Constitution of 1975
Article 8 of the Constitution of 1975
Article 8, paragraph 3 of Law 2112/1920

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 89 / 2014 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 89/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Γιαννούλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημήτριο Μουστάκα, Χριστόφορο Κοσμίδη, Νικόλαο Τρούσα και Κωνσταντίνο Παπασταματίου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 26 Νοεμβρίου 2013, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Ι. Β. του Π., 2) Γ. Ε. του Κ., 3) Α. Κ. του Φ., 4) Ν. Λ. του Χ., 5) Κ. Μ. του Κ., 6) Δ. Μ. του Β., 7) Π. Φ. του Ν., 8) Α. Ψ. του Γ.

Οι υπό στοιχεία 3, 4, 5, 6, 8 αναιρεσείοντες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Χρήστο Νικολουτσόπουλο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσαν προτάσεις.

Οι υπό στοιχεία 1, 2, 7 αναιρεσείοντες δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.

Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τους Υπουργούς α) Οικονομικών, και β) Εθνικής Άμυνας κατοικοεδρεύοντες στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Ευσταθία Τσαούση, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3/11/2005 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκε με την από 13/11/2006 πρόσθετη παρέμβαση νομικού προσώπου που δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 377/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και οι 5884/2010 μη οριστική και 2561/2012 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 24/10/2012 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Κωνσταντίνος Παπασταματίου ανέγνωσε την από 9/5/2013 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του παρόντος Δικαστηρίου, τότε Αρεοπαγίτη και ήδη Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Αντωνίου Αθηναίου, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθούν και οι δύο λόγοι της αίτησης αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, κατά το άρθρο 94 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. στα πολιτικά δικαστήρια οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο. Κατά το άρθρο 96 παρ. 1 του ιδίου Κώδικα, η πληρεξουσιότητα δίνεται είτε με συμβολαιογραφική πράξη είτε με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση είτε με ιδιωτικό έγγραφο, εφόσον η υπογραφή εκείνου που παρέχει την πληρεξουσιότητα βεβαιώνεται υπό δημόσια, δημοτική ή άλλη αρμόδια αρχή ή από δικηγόρο.

Η πληρεξουσιότητα μπορεί να αφορά ορισμένες ή όλες τις δίκες εκείνου που την παρέχει και πρέπει να αναγράφει τα ονόματα των πληρεξουσίων. Κατά την παράγραφο 3 του ιδίου άρθρου "Κατά τη διαδικασία ενώπιον του Αρείου Πάγου και στις περιπτώσεις του άρθρου 98 η πληρεξουσιότητα δίνεται μόνο με συμβολαιογραφική πράξη ή με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά στην έκθεση".

Παράλληλα κατά το άρθρο 665 παρ.2 εδ. γ Κ.Πολ.Δ. "Κατά τη διαδικασία ενώπιον του Αρείου Πάγου η πληρεξουσιότητα μπορεί να δίνεται με ιδιωτικό έγγραφο, το οποίο φέρει βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής των διαδίκων στο Κέντρο Εξυπηρέτησης Πολιτών ή οποιαδήποτε άλλη δημόσια ή δημοτική αρχή". Κατά το άρθρο 104 Κ.Πολ.Δ., για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και τις κλήσεις έως τη συζήτηση στο ακροατήριο θεωρείται ότι υπάρχει πληρεξουσιότητα και αν αυτή δεν υπάρχει κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως.

Το δικαστήριο εξετάζει αυτεπαγγέλτως, σε κάθε στάση της δίκης, την έλλειψη πληρεξουσιότητας καθώς και την υπέρβασή της. Περαιτέρω στο άρθρο 376 παρ.1 του ιδίου Κώδικα ορίζεται ότι αν ο διάδικος που επισπεύδει τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος στη συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο 'Αρειος Πάγος συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, ενώ στην παρ. 3 του ιδίου άρθρου όπως αυτή ισχύει μετά την προσθήκη σε αυτή δευτέρου εδαφίου με το άρθρο 62 του ν.4139/2013, ορίζεται ότι αν μετέχουν περισσότεροι στη δίκη για την αναίρεση και δεν κλητεύθηκε κάποιος από αυτούς, η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη για όλους, σε περίπτωση όμως απλής ομοδικίας, αν κάποιος δεν εκπροσωπείται από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς.

Από το συνδυασμό των προαναφερομένων διατάξεων και την καθιερούμενη από την τελευταία απ' αυτές αρχή ότι για τη συζήτηση της υπόθεσης στον 'Αρειο Πάγο πρέπει να έχουν κλητευθεί από εκείνο που επισπεύδει τη συζήτηση όλοι οι διάδικοι, συνάγεται ότι στην περίπτωση που η επίσπευση της συζήτησης είχε γίνει από τον απολειπόμενο διάδικο, από κοινού με άλλους που εμφανίσθηκαν, αυτή δεν είναι έγκυρη ως προς αυτόν (απολειπόμενο) εάν κατά τη γενόμενη αυτεπαγγέλτως προς τούτο από το δικαστήριο έρευνα διαπιστώνεται έλλειψη πληρεξουσιότητος από εκείνον (απολειπόμενο) προς το δικηγόρο, που για λογαριασμό του επέσπευσε τη συζήτηση.

Περαιτέρω από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 575 και 226 παρ. 4 εδ β και γ του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι η αναβολή της συζήτησης και η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο του δικαστηρίου για τη μετ' αναβολή δικάσιμο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη δικάσιμο αυτή και επομένως δεν χρειάζεται νέα κλήση του διαδίκου, όταν ο απολειπόμενος κατά τη μετ' αναβολή δικάσιμο είχε νομίμως κλητευθεί ή είχε παραστεί νομίμως κατά τη δικάσιμο κατά την οποία εχώρησε η αναβολή.

Στην προκειμένη περίπτωση από το αναιρεσίβλητο προσκομιζόμενο κεκυρωμένο αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, με την κάτωθι αυτού κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο της 21-5-2013 και την επ' αυτού σημείωση της δικαστικής επιμελήτριας Α. Δ., ότι κοινοποιήθηκε στις 10-1-2013 στο αναιρεσίβλητο και η εκ του πινακίου αναβολή για τη δικάσιμο της 26.11.2013 με αίτηση της πληρεξουσίου δικηγόρου των αναιρεσειόντων Φ.

Δ., προκύπτει ότι η επίσπευση της συζητήσεως για την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο στις 21.5.2013 έγινε από όλους τους αναιρεσείοντες (συνολικά οκτώ) με επιμέλεια της ανωτέρω πληρεξούσιας δικηγόρου τους. Όμως, ο παρασταθείς κατά την ενώπιον του δικαστηρίου τούτου συζήτηση της υποθέσεως πληρεξούσιος δικηγόρος των αναιρεσειόντων Χρήστος Νικολουτσόπουλος, αλλά και η επισπεύσασα τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως ανωτέρω δικηγόρος Φωτ.

Δερμιτζάκη δεν αποδεικνύουν, με τον τρόπο που προβλέπονται στις διατάξεις των άρθρων 96 §§ 1 και 3 και 655 § 2 εδ. γ του ΚΠολΔ, την πληρεξουσιότητα τους για τους απολειπόμενους πρώτη, δεύτερο και έβδομη αναιρεσείοντες Ι. Β., Γ. Ε. και Π. Φ. Επομένως, εφόσον δεν αποδεικνύεται, ότι ως προς τους ανωτέρω αναιρεσείοντες υπήρξε νόμιμη επίσπευση της συζητήσεως της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, αφού αυτή έλαβε χώρα από πληρεξούσιο δικηγόρο που δεν είχε την απαιτούμενη πληρεξουσιότητα, πρέπει, σύμφωνα και με το άρθρο 576 § 3 εδ.

γ του ΚΠολΔ, προκειμένης απλής ομοδικίας, να χωριστεί η υπόθεση ως προς τους απολειπόμενους αναιρεσείοντες και να κηρυχθεί ως προς αυτούς η συζήτηση απαράδεκτη.

Επειδή, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648,649,669,672 ΑΚ προκύπτει ότι σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου υπάρχει, όταν οι συμβαλλόμενοι δεν έχουν συμφωνήσει ορισμένη διάρκεια για την παροχή της εργασίας, ούτε η χρονική αυτή διάρκεια συνάγεται από το είδος και τον σκοπό της εργασίας. Αντίθετα, η σύμβαση εργασίας είναι ορισμένου χρόνου όταν συνομολογείται η διάρκεια αυτής μέχρις ορισμένου χρονικού σημείου ή μέχρι την επέλευση ορισμένου μέλλοντος και βεβαίου γεγονότος ή την εκτέλεση ορισμένου έργου μετά την περάτωση του οποίου ή την επέλευση του βέβαιου γεγονότος ή του χρονικού σημείου, παύει να ισχύει αυτοδικαίως.

Επομένως, η διάρκεια της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου είναι σαφώς καθορισμένη είτε γιατί συμφωνήθηκε, ρητά ή σιωπηρά, είτε γιατί προκύπτει από το είδος και το σκοπό της σύμβασης εργασίας. Χαρακτηριστικό της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου είναι ότι τα μέρη γνωρίζουν επακριβώς το χρονικό σημείο της λήξης της.

Η σύμβαση αυτή παύει αυτοδικαίως, σύμφωνα με το άρθ.669§1 ΑΚ, όταν λήξει ο χρόνος για τον οποίο συνομολογήθηκε, χωρίς να χρειάζεται καταγγελία της και καταβολή αποζημίωσης. Εξάλλου, ο χαρακτηρισμός μιας σχέσεως ως συμβάσεως έργου ή εξαρτημένης ή ανεξάρτητης εργασίας ορισμένου ή αορίστου χρόνου δεν εξαρτάται από τον χαρακτηρισμό που δίνουν σ' αυτήν οι δικαιοπρακτούντες ή ο νόμος, διότι ο χαρακτηρισμός αυτός, ως κατ' εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας, όπως οριοθετείται από τις διατάξεις των άρθ.26§3 και 87§2 του Συντάγματος, ανήκει στο δικαστήριο, το οποίο, αξιολογώντας τα πραγματικά περιστατικά που εκτίθενται στο δικόγραφο της αγωγής και εφόσον στην συνέχεια προκύψουν και κατά την αποδεικτική διαδικασία, προσδίδει τον ακριβή (ορθό) νομικό χαρακτηρισμό στη σύμβαση, κρίση η οποία στην συνέχεια ελέγχεται αναιρετικά στα πλαίσια της διάταξης του άρθρου 559 αριθ.1 ΚΠολΔ.

Η δυνατότητα του ορθού χαρακτηρισμού από το δικαστήριο της έννομης σχέσης ως σύμβασης έργου ή εργασίας ορισμένου ή αορίστου χρόνου δεν αποκλείεται στις εργασιακές σχέσεις του δημόσιου (και του ευρύτερου δημόσιου) τομέα(ΟλΑΠ 18/2006). Περαιτέρω, η Οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28-6-1999 (που δημοσιεύθηκε την 10-7-1999 στην Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και άρχισε να ισχύει από 10-7-2001) έχει ως σκοπό την αποτροπή της κατάχρησης σύναψης διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου με την λήψη από τα κράτη μέλη όταν δεν υπάρχουν ισοδύναμα μέτρα για την πρόληψη των καταχρήσεων, συγκεκριμένων μέτρων προσαρμογής (ρήτρα 5 του παραρτήματος αυτής), η Οδηγία δε αυτή ενσωματώθηκε στην ελληνική έννομη τάξη με τα ΠΔ 81/2003 και 164/2004,που εφαρμόζεται στους εργαζομένους με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου στον δημόσιο τομέα, η ισχύς των οποίων άρχισε από την δημοσίευσή τους στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης την 2-4-2003 και 19-7-2004 αντίστοιχα.

Ανεξάρτητα από την Οδηγία αυτή, στην ελληνική έννομη τάξη η διασφάλιση των εργαζομένων από την καταστρατήγηση των δικαιωμάτων τους, με την προσχηματική επιλογή της σύμβασης έργου ή εργασίας ορισμένου αντί αορίστου χρόνου, αντιμετωπιζόταν με το άρθ.8§3 ν. 2112/1920 (σε συνδυασμό με τα άρ.281,671 ΑΚ, 25§§1 και 3 του Συντάγματος), το οποίο εφαρμόζεται σε όλες τις περιπτώσεις συμβάσεων ιδιωτικού δικαίου, ανεξάρτητα αν έχουν συναφθεί στον ιδιωτικό ή δημόσιο τομέα, και ορίζει ότι οι διατάξεις του νόμου αυτού εφαρμόζονται και επί συμβάσεων εργασίας με ορισμένη χρονική διάρκεια, αν ο καθορισμός της διάρκειας αυτής δεν δικαιολογείται από τη φύση της σύμβασης, αλλά τέθηκε σκόπιμα προς καταστρατήγηση των διατάξεων του ίδιου νόμου περί υποχρεωτικής καταγγελίας της υπαλληλικής σύμβασης.

Η διάταξη αυτή, ενώ αναφέρεται στην προστασία των εργαζομένων από την μη τήρηση εκ μέρους του εργοδότη των τυπικών όρων που επιβάλλει κατά την απόλυση ο ν.2112/1920,αξιοποιήθηκε γενικότερα για τον ορθό νομικό χαρακτηρισμό των συμβάσεων εργασίας ως ορισμένης ή αόριστης χρονικής διάρκειας, με πληρέστερη μάλιστα προστασία έναντι εκείνης της μεταγενέστερης ως άνω κοινοτικής Οδηγίας, εφόσον πρόκειται για διαδοχικές συμβάσεις έργου ή εργασίας ορισμένου χρόνου που καλύπτουν πραγματικά πάγιες και όχι πρόσκαιρες ή απρόβλεπτες ανάγκες της υπηρεσίας, και τούτο διότι ο ορθός νομικός χαρακτηρισμός ορισμένης σχέσης, κατά την προαναφερθείσα έννοια, και δη της σύμβασης έργου ή εργασίας ως ορισμένου ή αορίστου χρόνου, αποτελεί κατεξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας των δικαστηρίων, ανεξάρτητα από τον εκ του νόμου χαρακτηρισμό της συμβατικής σχέσης ως ορισμένου χρόνου (ΑΕΔ 3/2001, Ολ.ΑΠ 6/2001, 7 και 8/2011), χωρίς παράλληλα ο ορθός αυτός νομικός χαρακτηρισμός εκ μέρους του δικαστηρίου, όταν συντρέχουν οι προαναφερθείσες ουσιαστικές προϋποθέσεις των καλυπτομένων αναγκών, να συνιστά ανεπίτρεπτη "μετατροπή" του ισχύοντος νομικού καθεστώτος απασχόλησης από ορισμένου χρόνου σε αόριστου (Ολ.ΑΠ18/2006).

Συνάγεται, περαιτέρω, από τα προαναφερθέντα, ότι επί διαδοχικών συμβάσεων έργου ή εργασίας ορισμένου χρόνου που καταρτίσθηκαν με το Δημόσιο κλπ. πριν από την έναρξη ισχύος (1) της ως άνω Οδηγίας 1999/70/ΕΚ, (2) των παραγράφων 7 και 8 του άρθ.103 του Συντάγματος, που προστέθηκαν κατά την αναθεώρηση του έτους 2001 ισχύουν από 18-4-2001 (ΦΕΚ Α'85/2001) και απαγορεύουν την, ακόμη και από το νόμο, μονιμοποίηση του προσλαμβανομένου ως άνω προσωπικού ή την μετατροπή των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου σε συμβάσεις αορίστου χρόνου ακόμη και σε περίπτωση που οι εργαζόμενοι με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του Δημοσίου και (3) των άρθ.5 και 11 του ΠΔ 164/2004, που άρχισε να ισχύει από 19-7-2004 και διαγράφει τις προϋποθέσεις μετατροπής των κατά την έναρξη της ισχύος του ενεργών συμβάσεων ορισμένου χρόνου σε αορίστου συνεχίζονται δε και είναι ενεργές κατά τον χρόνο έναρξης της ισχύος τους και μετά ταύτα και καλύπτουν κατά την φύση τους πάγιες και διαρκείς ανάγκες, δεν εφαρμόζονται οι ως άνω διατάξεις, διότι αυτές (συμβάσεις έργου ή εργασίας) είχαν προσλάβει ήδη κατά τον χρόνο που εκτείνεται η έννομη σχέση και το αντικείμενό της, δηλ.

και πριν την έναρξη ισχύος των ως άνω συνταγματικών και άλλων διατάξεων, τον χαρακτήρα της σύμβασης αορίστου χρόνου, κατ'ορθό νομικό χαρακτηρισμό, παρά τη τυχόν απαγόρευση από το νόμο της σύναψής τους ως τέτοιων (αορίστου χρόνου), τον οποίο διατηρούν και μετά ταύτα, δηλ. και μετά την έναρξη ισχύος των πιο πάνω διατάξεων, ως ενιαίες πλέον συμβάσεις αορίστου χρόνου (ΟΛ.ΑΠ 7 και 8/2011).

Ενόψει όλων των ανωτέρω, αν η πρόσληψη του προσωπικού του Δημοσίου ή νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με διαδοχικές συμβάσεις, διαρκώς ανανεούμενες, που καταρτίστηκαν πριν την ισχύ των ως άνω συνταγματικών και άλλων διατάξεων, έγινε προσχηματικά, με συμβάσεις ορισμένου χρόνου, στην πραγματικότητα όμως για την κάλυψη πάγιων και διαρκών αναγκών, η άσκηση του διευθυντικού αυτού δικαιώματος ως εργοδότη εκ μέρους των οργάνων του γίνεται προς καταστρατήγηση των από το άρθρο 8 παρ.1 του Ν.2112/1920 δικαιωμάτων των εργαζομένων, που απορρέουν από τις διατάξεις για την υποχρεωτική καταγγελία της υπαλληλικής σύμβασης (με την έννοιά τους που προαναφέρθηκαν), κατά προφανή υπέρβαση από μέρους του εργοδότη των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του διευθυντικού αυτού δικαιώματος και ως εκ τούτου είναι καταχρηστική (άρθρο 281 ΑΚ), ακόμη και αν, κατά την πρόσληψη ή την κατάρτιση των συμβάσεων, παραβιάσθηκαν οι διατάξεις τις κείμενης νομοθεσίας, που διέπει την πρόσληψη ή την κατάρτιση της συμβάσεως, των ΠΥΣ 236/94 (ΦΕΚ 115 Α') και 55/98 (ΦΕΚ 292 Α') καθώς και οι διατάξεις του άρθρου 21 του Ν.2190/1994 (ΦΕΚ 28Α'), του άρθρου 6 του Ν.2527/1997 και του άρθρου 19 παρ.1α' και 1β' του Ν.1404/ 1983.Περαιτέρω,με την αναθεώρηση του Συντάγματος του έτους 2001 προστέθηκε, όπως προαναφέρθηκε, στο άρθρο 103 αυτού η παράγραφος 8, με τα εδάφια α' και γ' της οποίας ορίζεται, ότι νόμος ορίζει τους όρους και τη χρονική διάρκεια των σχέσεων εργασίας ιδιωτικού δικαίου στο Δημόσιο και τον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά, για την κάλυψη είτε οργανικών θέσεων και πέραν των προβλεπομένων στην παρ.3 εδ.α' αυτού, είτε πρόσκαιρων είτε απροβλέπτων και επειγουσών αναγκών κατά την παρ.2 εδ.β' αυτού.

Απαγορεύεται η από το νόμο μονιμοποίηση προσωπικού, που υπάγεται στο πρώτο εδάφιο ή η μετατροπή των συμβάσεων του σε αορίστου χρόνου. Στους κανόνες αυτούς υπάγεται, ενόψει της αδιάστικτης διατύπωσης του άρθρου 103 παρ.7 και 8 του Συντάγματος, τόσο το προσωπικό, που συνδέεται με το Δημόσιο, τους ΟΤΑ και τα άλλα νομικά πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιου τομέα με υπαλληλική σχέση δημοσίου δικαίου, όσο και το προσωπικό, που προσλαμβάνεται με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου για την πλήρωση οργανικών θέσεων, σύμφωνα με το άρθρο 103 παρ. 3 και 8 του Συντάγματος.

Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, που συνάπτονται μετά την ισχύ των εν λόγω διατάξεων των άρθρων 103 του Συντάγματος με το Δημόσιο δεν μπορούν να μετατραπούν σε συμβάσεις αορίστου χρόνου, έστω και αν αυτές καλύπτουν πάγιες και διαρκείς και όχι πρόσκαιρες ή απρόβλεπτες ανάγκες.

Επίσης, δεν είναι δυνατή η εκτίμηση των συμβάσεων αυτών, κατ'ορθό νομικό χαρακτηρισμό της έννομης σχέσεως, ως συμβάσεων αορίστου χρόνου στην περίπτωση που καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες, αφού ο εργοδότης, βάσει των ως άνω διατάξεων, δεν έχει πλέον ευχέρεια για τη σύναψη συμβάσεως αορίστου χρόνου.

Συνεπώς, σε κάθε περίπτωση, δεν είναι δυνατή υπό την ισχύ των διατάξεων των άρθρων 103 του Συντάγματος και 19 του Ν.1404/1983 η εφαρμογή στις ανωτέρω συμβάσεις της προαναφερόμενης διατάξεως του άρθρου 8 παρ.3 του Ν. 2112/1920. Περαιτέρω, στις 10-7-1999 δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων η οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28-6-1999, στο άρθρο 2 της οποίας ορίζεται ότι στα κράτη μέλη παρέχεται προθεσμία συμμορφώσεως προς το περιεχόμενο αυτής έως τις 10-7-2001 με δυνατότητα παρατάσεως της προθεσμίας αυτής έως τις 10-7-2002.

Με τη ρήτρα 2 του παραρτήματος της εν λόγω Οδηγίας ορίζεται ότι εφαρμόζεται αυτή σε όλους τους εργαζόμενους, που έχουν σύμβαση ή σχέση εργασίας ορισμένου χρόνου, όπως καθορίζεται από τη νομοθεσία, τις σ.σ.ε. ή την πρακτική του κάθε Κράτους μέλους, ενώ με τη ρήτρα 5 του παραρτήματος της αυτής οδηγίας ορίζεται ότι για να αποτραπεί η κατάχρηση, που μπορεί να προκύψει από τη χρησιμοποίηση διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, τα κράτη μέλη, ύστερα από διαβουλεύσεις με τους κοινωνικούς εταίρους ή και οι κοινωνικοί εταίροι, όταν δεν υπάρχουν ισοδύναμα νομοθετικά μέτρα για την πρόληψη των καταχρήσεων, λαμβάνουν κατά τρόπο, που να λαμβάνει υπόψη τις ανάγκες ειδικών τομέων ή και κατηγοριών εργαζομένων, ένα ή περισσότερα από τα αναφερόμενα μέτρα και ειδικότερα καθορίζουν α) αντικειμενικούς λόγους, που να δικαιολογούν την ανανέωση τέτοιων συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας, β) τη μέγιστη συνολική διάρκεια διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, γ) τον αριθμό των ανανεώσεων τέτοιων συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας.

Επίσης, τα κράτη μέλη, ύστερα από διαβουλεύσεις με τους κοινωνικούς εταίρους ή και οι κοινωνικοί εταίροι καθορίζουν όταν χρειάζεται, υπό ποίες συνθήκες οι συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας ορισμένου χρόνου α) θεωρούνται διαδοχικές και β)χαρακτηρίζονται συμβάσεις ή σχέσεις αορίστου χρόνου. Η παραπάνω Οδηγία ως εκ της μορφής των πιο πάνω διατάξεών της, οι οποίες δεν είναι σαφείς και ορισμένες, δεν παρέχει δυνατότητα αμέσου επικλήσεως των διατάξεων αυτών επί μη έγκαιρης μετεγγραφής αυτής στην εθνική έννομη τάξη, όπως συνέβη εν προκειμένω, όπου η οφειλόμενη προσαρμογή στην εν λόγω Οδηγία έγινε καθυστερημένα με το ΠΔ 81/2-4-2003 για τους εργαζόμενους με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου στον ιδιωτικό τομέα και με το ΠΔ 164/19-7-2004 για τους εργαζόμενους στο δημόσιο τομέα, ανεξάρτητα από το ότι η εν λόγω οδηγία δεν επιβάλλει τον χαρακτηρισμό των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, έστω και αν αυτές καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες, ως συμβάσεων εργασίας αορίστου χρόνου (ΑΠ 15/2012, ΑΠ 1678/2011).

Στη προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το διαδικαστικό έγγραφο της ένδικης αγωγής, οι αναιρεσείοντες-ενάγοντες ισχυρίσθηκαν με αυτή ότι εντός του χρονικού διαστήματος από 16-10-2001 έως 30-9-2004 και κατά τους αναφερόμενους σε αυτή ειδικότερους χρόνους προσλήφθηκαν από το αναιρεσίβλητο-εναγόμενο Δημόσιο για να καλύψουν ανάγκες της ΕΜΥ και απασχολούνται έκτοτε σ'αυτό και μέχρι τους αναφερομένους χρόνους, με την ειδικότητα του μετεωρολόγου-προγνώστη με διαδοχικές συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου, που προσχηματικά, αφού δε συντρέχει προς τούτο αντικειμενικός λόγος, χαρακτηρίσθηκαν από το εναγόμενο ως ορισμένου χρόνου για τη κάλυψη δήθεν πρόσκαιρων αναγκών της ΕΜΥ προς καταστρατήγηση του ν.2112/1920 και των διατάξεων του Συντάγματος, κατά προφανή υπέρβαση από μέρους του εναγομένου εργοδότη των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του διευθυντικού δικαιώματος, ενώ στη πραγματικότητα αυτοί καλύπτουν από της αρχικής πρόσληψης τους πάγιες, διαρκείς και μόνιμες ανάγκες του εναγομένου Δημοσίου.

Ζήτησαν δε 1) να αναγνωρισθεί ότι καθένας απ' αυτούς συνδέεται με το εναγόμενο με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου από την αναφερομένη ημεροχρονολογία πρόσληψής του, 2) να υποχρεωθεί το εναγόμενο να τους απασχολεί και να αποδέχεται τις υπηρεσίες τους, ως συνδεομένων με αυτό με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου με απειλή χρηματικής ποινής, και 3) να αναγνωριστεί η ακυρότητα της απόλυσής τους κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα σ'αυτή (αγωγή).

Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο (Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών), όπως προκύπτει από την υπ'αριθμ.377/2007 απόφασή του, απέρριψε το αίτημα της αναγνώρισης της ακυρότητας της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας ως απαράδεκτο, το δε αίτημα να υποχρεωθεί το εναγόμενο Δημόσιο να αποδέχεται τις υπηρεσίες τους και να τους απασχολεί, ως μη νόμιμο, ενώ δέχθηκε την αγωγή κατά το αίτημα της να αναγνωρισθεί ότι η σύμβαση που συνέδεε τους διαδίκους ήταν σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου από το χρόνο της αρχικής πρόσληψης τους.

Κατά της απόφασης αυτής άσκησε έφεση το αναιρεσίβλητο και εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο, το δε Εφετείο, όπως προκύπτει από τη προσβαλλομένη απόφαση του, δέχθηκε το σχετικό λόγο έφεσης και αφού εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση, απέρριψε την αγωγή και ως προς το ως άνω αίτημα της, ως μη νόμιμη για το λόγο ότι οι διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου που καταρτίσθηκαν μεταξύ κάθε αναιρεσείοντος και του αναιρεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου, συνήφθησαν μετά την θέσπιση των διατάξεων των παραγράφων 7 και 8 του Συντάγματος που προστέθηκαν κατά την αναθεώρηση του έτους 2001 και ισχύουν από 18-4-2001 (ΦΕΚ Α 85/2001), δεν μπορούν να μετατραπούν σε συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου έστω και αν αυτές καλύπτουν πάγιες και διαρκείς και όχι πρόσκαιρες ή απρόβλεπτες ανάγκες.

Κρίνοντας έτσι το Εφετείο ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, πλην αυτής του άρθρου 8 παρ.3 του ν.2112/1920, την οποία δεν εφάρμοσε αφού δεν ήταν εφαρμοστέα, γι'αυτό και πρέπει να απορριφθούν οι δύο (πρώτος και δεύτερος) λόγοι της αναίρεσης, που στηρίζονται στον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ως αβάσιμοι.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η αναίρεση ως προς τους λοιπούς αναιρεσείοντες και να καταδικαστούν στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου μειωμένη κατά το άρθρο 22 του ν.3693/1957.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Διατάσσει το χωρισμό της δίκης ως προς τους πρώτη, δεύτερο και έβδομη των αναιρεσειόντων Ι. Β., Γ. Ε. και Π. Φ. και κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση γι' αυτούς.

Απορρίπτει την από 24 Οκτωβρίου 2012 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθ. 2561/2012 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών ως προς λοιπούς αναιρεσείοντες και

Καταδικάζει αυτούς στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, το ποσό της οποίας ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα, στις 13 Δεκεμβρίου 2013.

Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 14 Ιανουαρίου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ