Legislator Case Law & Legislation
89/2012 AI generated

Supreme Court annuls appeal judgment for failing to apply interpretation rules of good faith and transactional ethics under Civil Code.

Case Number 89/2012
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court annulled the Athens Court of Appeal's decision regarding a severance pay tax dispute between a tourism company and an employee. The appellate court found a gap in the contract's definition of 'legal burdens' but failed to apply the mandatory interpretation rules of good faith and transactional ethics required by the Civil Code. Consequently, the court ruled that the lower court violated these statutory provisions and remanded the case for retrial by a different panel.

Legislator headnote

AI generated

Articles 173 and 200 of the Civil Code; When a court of first instance identifies a gap or ambiguity in the parties' declarations of will but fails to apply the interpretation rules of good faith and transactional ethics, it violates the law and the appeal must be allowed.

Keywords

AI generated
interpretation rules good faith principle transactional ethics gap in declarations Civil Code provisions remand for retrial tax burden definition

Cited Legislation

AI generated
Article 173 of the Civil Code
Article 200 of the Civil Code
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Article 58(3) of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 89 / 2012 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 89/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Δημήτριο Μουστάκα, Νικόλαο Τρούσα και Ασπασία Καρέλλου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 22 Νοεμβρίου 2011, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΑ ΑΚΙΝΗΤΑ Α.Ε." όπως μετονομάστηκε η αρχικά αναιρεσείουσα εταιρεία με την επωνυμία "ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗΣ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αλεξάνδρα Βαβέτση με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Ιωάννη Παπαδόπουλου του Γεωργίου, κατοίκου Αθηνών, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σωτήριο Φέλιο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 13/5/2004 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1929/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 8959/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 18/6/2007 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γρηγόριος Κουτσόπουλος ανέγνωσε την από 10/3/2010 έκθεση του ήδη αποχωρήσαντος από την υπηρεσία Αρεοπαγίτη Χρήστου Αλεξόπουλου, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του δευτέρου και την απόρριψη των λοιπών λόγων αναιρέσεως.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως της παραβιάσεως των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών, οι οποίοι περιέχονται στα άρθρα 173 και 200 του ΑΚ, ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας, καίτοι ανελέγκτως διαπιστώνει, έστω και εμμέσως, την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας στις δηλώσεις βουλήσεως των δικαιοπρακτούντων και εντεύθεν την ανάγκη συμπληρώσεως ή ερμηνείας αυτών, παραλείπει να προσφύγει στους ερμηνευτικούς αυτούς κανόνες με την εφαρμογή των αρχών της καλής πίστεως και των συναλλακτικών ηθών ή εφαρμόζει εσφαλμένα τις αρχές αυτές ή παραλείπει να παραθέσει στην απόφαση του τα πραγματικά στοιχεία από τα οποία προκύπτει η συγκεκριμένη εφαρμογή τους.

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχτηκε, μεταξύ άλλων και τα ακόλουθα: "Ο ενάγων και ήδη εφεσίβλητος Ι. Π. την 26-11-1984 προσλήφθηκε με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, ως τεχνικός παιγνίων, για να εργασθεί στο Καζίνο Πάρνηθας.

Με το άρθρο 1 παρ. 1 του Ν. 3139/2003 ορίστηκε ότι η προβλεπόμενη στο εδάφιο α' της παραγράφου 1 του άρθρου 1 του Ν. 2206/1994 άδεια λειτουργίας καζίνου στη "θέση του Μον Παρνές στην Πάρνηθα" χορηγείται αυτοδικαίως από τη δημοσίευση του νόμου αυτού στην εφημερίδα της κυβέρνησης, στην πρώτη εναγόμενη εταιρεία "ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΑ ΑΚΙΝΗΤΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και εισφέρεται, σύμφωνα με όσα ειδικότερα ορίζονται στο άρθρο 5 του νόμου αυτού, στην δεύτερη εναγόμενη εταιρεία με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΚΑΖΙΝΟ ΠΑΡΝΗΘΑΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ".

Ενόψει της ψήφισης του νόμου αυτού από τη Βουλή των Ελλήνων και της ανάληψης της διοίκησης, διαχείρισης και εκμετάλλευσης του συγκροτήματος Καζίνο, Ξενοδοχείο και Τελεφερίκ Πάρνηθας από την εταιρεία "ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΚΑΖΙΝΟ ΠΑΡΝΗΘΑΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", στις 28-3-2003 υπογράφτηκε μεταξύ των νομίμων εκπροσώπων αφενός της πρώτης εναγόμενης εταιρείας και των συνδικαλιστικών οργανώσεων με τις επωνυμίες "Σωματείο Εργαζομένων στο Καζίνο - Ξενοδοχείο και Τελεφερίκ Πάρνηθας" και "Πανελλαδικό Σωματείο Τεχνικών Υπαλλήλων Τυχερών Παιγνίων" και αφετέρου της δεύτερης εναγόμενης εταιρείας "ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΚΑΖΙΝΟ ΠΑΡΝΗΘΑΣ Α.Ε", η από 28-3-2003 συμφωνία με την οποία ρυθμίζονται τα θέματα της κατοχύρωσης και διασφάλισης των εργασιακών και ασφαλιστικών δικαιωμάτων των εργαζομένων στο συγκρότημα Καζίνο, Ξενοδοχείο και Τελεφερίκ Πάρνηθας της εναγομένης εταιρείας.

Με τη συμφωνία αυτή τα συμβαλλόμενα μέρη συμφώνησαν, συνομολόγησαν και αποδέχθηκαν, μεταξύ άλλων, και τα εξής: Οι εργαζόμενοι οι οποίοι δεν επιθυμούν την αυτοδίκαιη μεταφορά τους στην "ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΚΑΖΙΝΟ ΠΑΡΝΗΘΑΣ Α.Ε.", σύμφωνα με τις διατάξεις του υπό ψήφιση σχεδίου νόμου (ήδη του Ν. 3139/2003), αλλά την εθελούσια αποχώρησή τους από την εργασία τους μπορούν με έγγραφη δήλωσή τους προς την "ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΑ ΑΚΙΝΗΤΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", υποβαλλόμενη εντός προθεσμίας ενός (1) μηνός από την υπογραφή της παρούσας συμφωνίας να ασκήσουν δικαίωμα συμμετοχής σε Πρόγραμμα Εθελούσιας Εξόδου, το οποίο προτείνει η "ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΑ ΑΚΙΝΗΤΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", με την συμφωνία αυτή και διέπεται από τους αναφερόμενους σ' αυτή (συμφωνία) όρους.

Με τον όρο 3 περ. γ' της ως άνω συμφωνίας, τα συμβαλλόμενα μέρη συμφώνησαν επιλέξει τα εξής: "Ο εργαζόμενος που αποχωρεί δικαιούται αποζημίωση διπλάσια από την οφειλόμενη, λόγω καταγγελίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των Ν. 2112/1920 και 3198/1955, και σαν βάση υπολογισμού της λαμβάνεται ο μέσος όρος των τακτικών μηνιαίων αποδοχών υπό καθεστώς πλήρους απασχόλησης του 12μήνου πριν από την υποβολή της αίτησης.

Η αποζημίωση αυτή μειώνεται κατά 5% μετά το πρώτο εξάμηνο, για κάθε εξάμηνο παραμονής του εργαζόμενου στην εργασία του, μετά την υποβολή της αίτησής του και καταβάλλεται κατά την αποχώρησή του. Όλες οι νόμιμες επιβαρύνσεις δεν περιλαμβάνονται στο ποσό της παραπάνω αποζημίωσης και συνυπολογίζονται πέραν αυτής".

Κατ' εφαρμογή της ως άνω συμφωνίας, ο ενάγων, ο οποίος, όπως προαναφέρθηκε, εργαζόταν στο Καζίνο της Πάρνηθας, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου ως τεχνικός παιγνίων, με την από 28-3-2003 αίτηση -δήλωση συμμετοχής στο πρόγραμμα εθελούσιας εξόδου, που απηύθυνε προς την πρώτη εναγόμενη ΕΤΑ ΑΕ (αναιρεσείουσα), δήλωσε ότι δεν επιθυμεί την αυτοδίκαιη μεταφορά του στην "ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΚΑΖΙΝΟ ΠΑΡΝΗΘΑΣ Α,Ε", και ζητούσε να συμμετάσχει στο Πρόγραμμα Εθελούσιας Εξόδου της αναιρεσείουσας, η αίτηση δε αυτή έγινε δεκτή από την αναιρεσείουσα και ο ενάγων αποχώρησε οικειοθελώς από την εργασία του στις 1-8-2003.

Με την υποβολή της ως άνω αίτησής του ο ενάγων εκδήλωσε σαφώς την πρόθεση του ν' αποχωρήσει από την εργασία του, λαμβάνοντας ως αποζημίωση τις παροχές που προβλέπονται από την παραπάνω συμφωνία, η δε αναιρεσείουσα με την κατά τα ανωτέρω αποδοχή της εν λόγω αίτησης του ενάγοντος έδωσε τη συγκατάθεσή της για την αποχώρηση αυτή, που εκδηλώθηκε πανηγυρικά με την από 1-8-2003 δήλωσή του.

Κατ' εφαρμογή του παραπάνω όρου 3 παρ. γ' της εν λόγω συμφωνίας, ο ενάγων κατά την αποχώρησή του από την εργασία του (1-8-2003) έπρεπε να λάβει από την αναιρεσείουσα ως αποζημίωση ποσό διπλάσιο από την οφειλόμενη λόγω καταγγελίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των Ν. 2112/1920 και 3198/1955, υπολογιζόμενη με βάση το μέσο όρο των τακτικών μηνιαίων αποδοχών υπό καθεστώς πλήρους απασχόλησης του 12μήνου πριν από την υποβολή της αίτησης εθελούσιας εξόδου, η οποία ανέρχεται στο συνολικό ποσό των 111.287,16 ευρώ.

Ο όρος αυτός της προαναφερόμενης από 28-3-2003 συμφωνίας, είναι ευνοϊκότερος για τους εργαζόμενους από τους όρους που προβλέπονται από τη νόμιμη ρύθμιση του άρθρου 8 εδ. α' του Ν. 3198/1955, και κατισχύει αυτών. Επομένως, η αναιρεσείουσα, κατά την αποχώρηση του ενάγοντος από την εργασία του όφειλε να καταβάλει σ' αυτόν ως αποζημίωση το ως άνω ποσό των 111287,16 ευρώ.

Κατά το άρθρο 14 παρ. 1 του Ν. 2238/1994, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 3 παρ. 8 και 9 του Ν. 3091/2002, "Με την επιφύλαξη των διατάξεων της περίπτωσης γ' της παραγράφου 4 του άρθρου 45, φορολογούνται αυτοτελώς, εξαντλουμένης της φορολογικής υποχρεώσεως, τα ποσά των αποζημιώσεων που καταβάλλονται στους δικαιούχους με βάση:

α) το άρθρο 1 του Β.Δ. 16/18 Ιουλίου 1920, β) τον Ν. 2112/1920, γ) το άρθρο 94 του Ν.Δ. 3026/1954. Ο φόρος υπολογίζεται με συντελεστή είκοσι τοις εκατό (20%) στο καθαρό ποσό της αποζημίωσης μετά την αφαίρεση ποσού είκοσι χιλιάδων (20.000) ευρώ και παρακρατείται κατά την πληρωμή της στο δικαιούχο. Με την επιφύλαξη των διατάξεων της περίπτωσης γ' της παραγράφου 4 του άρθρου 45, οι διατάξεις αυτής της περίπτωσης εφαρμόζονται αναλόγως και για κάθε εφάπαξ αποζημίωση που παρέχεται από οποιονδήποτε φορέα και για οποιονδήποτε λόγο διακοπής της σχέσης, η οποία συνδέει το φορέα με το δικαιούχο της αποζημίωσης.

Αν το ποσό που καταβάλλεται στο δικαιούχο της αποζημίωσης υπερβαίνει εκείνο που θα έπρεπε να του καταβληθεί, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις, το συνολικό ποσό της αποζημίωσης που του καταβάλλεται φορολογείται με τον πιο πάνω συντελεστή". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι η αποζημίωση που καταβάλλεται στο μισθωτό λόγω οικειοθελούς αποχώρησης από την εργασία του δεν θεωρείται εισόδημα από μισθωτές υπηρεσίες, γι' αυτό και έχει ιδιαίτερη φορολογική μεταχείριση, υποκείμενη σε αυτοτελή φορολόγηση με συντελεστή 20% στο καθαρό ποσό της αποζημίωσης μετά την αφαίρεση ποσού είκοσι χιλιάδων (20.000) ευρώ και παρακρατείται κατά την πληρωμή της στο δικαιούχο.

Εξάλλου, στις περιπτώσεις που ο εργοδότης, επιθυμών να μειώσει το προσωπικό του, καταβάλλει αποζημίωση μεγαλύτερη της προβλεπόμενης από το νόμο για την καταγγελία της σύμβασης εργασίας ή καταβάλλει αποζημίωση σε οικειοθελώς αποχωρούντες μισθωτούς, τα ποσά αυτά δεν θεωρούνται μισθός και δεν υπόκεινται σε ασφαλιστικές εισφορές ... .

Επίσης, το τέλος χαρτοσήμου 1,20% (Κ. Τ. Χ. άρθρο 15 παρ. 18Α περ. δ'), που υπέκειτο ολόκληρο το ποσό της αποζημίωσης και βάρυνε εξ ημισείας το μισθωτό και τον εργοδότη, καταργήθηκε από 1-1-2002 (βλ. Εγκ.Υπ.Οικ. 1113016/πολ. 1281/7-12-2001). Επομένως, στην προκειμένη περίπτωση, το παραπάνω ποσό των 111.287,16 ευρώ της αποζημίωσης, που η αναιρεσείουσα όφειλε να καταβάλει στον ενάγοντα υπέκειτο σε αυτοτελή φορολόγηση με συντελεστή 20% στο καθαρό ποσό της αποζημίωσης μετά την αφαίρεση ποσού είκοσι χιλιάδων (20.000) ευρώ, ήτοι σε φόρο ανερχόμενο στο ποσό των 18.038,83 ευρώ, ουδεμία δε άλλη νόμιμη επιβάρυνση βάρυνε το ποσό αυτό.

Κατά συνέπεια, όταν τα παραπάνω συμβαλλόμενα μέρη όριζαν με το τελευταίο εδάφιο της παραγράφου γ' του όρου 3 της ως άνω από 28-3-2003 συμφωνίας τους ότι "Όλες οι νόμιμες επιβαρύνσεις δεν περιλαμβάνονται στο ποσό της παραπάνω αποζημίωσης και συνυπολογίζονται πέραν αυτής", με τον όρο "νόμιμες επιβαρύνσεις" εννοούσαν, προφανώς, το φόρο του άρθρου 14 του Ν. 2238/1994, στον οποίο υπόκειται η αποζημίωση αυτή, αφού ουδεμία άλλη νόμιμη επιβάρυνση της αποζημίωσης αυτής προβλέπεται στο νόμο, όσα δε υποστηρίζει η πρώτη εναγόμενη (αναιρεσείουσα) για το αντίθετο, δηλαδή ότι με την από 28-3-2003 συμφωνία τα συμβαλλόμενα μέρη δεν θέλησαν ν' απαλλάξουν την καταβαλλόμενη αποζημίωση από τον παραπάνω φόρο του άρθρου 14 του Ν. 2238/1994, είναι αβάσιμα, αφού, σε αντίθετη περίπτωση, η διάταξη αυτή θα ήταν κενή περιεχομένου και επομένως οι σχετικοί δεύτερος, τρίτος, τέταρτος και πέμπτος λόγοι έφεσης είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι, αφού, σύμφωνα με τον παραπάνω ρητό όρο της από 28-3-2003 συμφωνίας, ο φόρος αυτός δεν περιλαμβάνεται στο ποσό της παραπάνω αποζημίωσης και συνυπολογίζεται πέραν αυτής".

Απ' αυτά που δέχθηκε το Εφετείο προκύπτει ότι, εμμέσως πλην σαφώς, διαπίστωσε κενό στις δηλώσεις βουλήσεως των συμβαλλομένων στην πιο πάνω από 28-3-2003 συμφωνία, ήτοι ότι αυτές δεν ήταν σαφείς ως προς την έννοια του όρου "νόμιμες επιβαρύνσεις", αφού για τη διαπίστωση του περιεχομένου του, που δεν προσδιοριζόταν και ειδικότερα αν περιλαμβάνεται στην απαλλαγή από τις νόμιμες επιβαρύνσεις και ο φόρος εισοδήματος, αναζήτησε την αληθινή βούληση των μερών που κατάρτισαν τη συμφωνία αυτή (η οποία δε φέρει το χαρακτήρα της ΣΣΕ), σε στοιχεία εκτός του κειμένου της συμβάσεως και συγκεκριμένα στη διάταξη του άρθρου 14 παρ. 1 του ν. 2238/1994 και στο ότι η αποζημίωση απολύσεως δεν υπόκειται σε ασφαλιστικές εισφορές, ούτε επιβαρύνεται με τέλος χαρτοσήμου, καθόσον αυτό είχε ήδη καταργηθεί κατά το χρόνο της συμφωνίας.

Ενώ, όμως, ενόψει αυτών, το Εφετείο ήταν υποχρεωμένο να προσφύγει στους ερμηνευτικούς κανόνες που αναφέρονται στις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ, προκειμένου να διαπιστώσει την αληθινή βούληση των συμβαλλομένων, ως προς την έννοια του όρου νόμιμες επιβαρύνσεις, δεν προσέφυγε σ' αυτούς, τους οποίους ούτε αυτούς τους ίδιους ούτε τις διατάξεις που τους περιέχουν αναφέρει στην προσβαλλόμενη απόφαση του, ούτε και από το περιεχόμενο της εν λόγω αποφάσεως συνάγεται ότι έκανε χρήση αυτών.

Συνεπώς, το Εφετείο ,με τον τρόπο αυτό, παρεβίασε ευθέως τις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ και πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., μόνο όμως κατά το μέρος που προβάλλεται ότι το Δικαστήριο δεν προσέφυγε στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ, προκειμένου να διαπιστώσει την αληθινή βούληση των συμβαλλομένων.

Κατόπιν αυτών παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων της αναιρέσεως και συνεπώς πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές (άρθρο 58 παρ. 3 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 8959/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες τριακόσια (2.300) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Ιανουαρίου 2012.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 23 Ιανουαρίου 2012.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ