Supreme Court dismisses appeal against lower court's rejection of claim as vague and inadmissible due to lack of specific legal errors.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece dismissed the appellants' request to overturn the Athens Court of Appeal's decision rejecting their lawsuit as legally inadmissible. The appellants argued the lower court violated substantive laws regarding damages and contract terms, but the court found their grounds vague and lacking specific factual history. Consequently, the appeal was rejected, and the appellants were ordered to pay the legal costs of the respondents.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559 para. 1 no. 19 of the Code of Civil Procedure; Art. 559 para. 1 no. 1 of the Code of Civil Procedure: An appeal is inadmissible if the grounds are vague and do not specify the historical facts of the lawsuit or the precise legal error of the lower court.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 89 / 2008 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 89/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Καλαμίδα, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Ελένη Σπίτσα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Σεπτεμβρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) ..... και 2) εταιρίας με την επωνυμία "Δ. ΑΒΡΑΣΟΓΛΟΥ ΑΕΒΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αντώνιο Παπαδημητρίου.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Εταιρίας με την επωνυμία "CATERPILLAR OVERSEAS S.A.", που εδρεύει στην Γενεύη Ελβετίας και εκπροσωπείται νόμιμα και 2) εταιρίας με την επωνυμία "CATERPILLAR TRACTOR COMPANY", που εδρεύει στην Πεόρια (PEORIA) της Πολιτείας Ιλλινόις των ΗΠΑ και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Φιλιώτη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11-7-1985 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων και της "ΑΒΡΑΣ. ΑΕΒΕ" που δεν είναι διάδικος στη παρούσα δίκη και κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1437/1987 προδικαστική, 2640/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3204/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 24-7-2006 αίτησή τους και τους από 1-11-2006 πρόσθετους λόγους. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελένη Σπίτσα, διάβασε την από 21-2-2007 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του δικαστηρίου αυτού ήδη προαχθέντος σε Αντιπρόεδρο, Ιωάννη Παπανικολάου, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αναίρεσης και των προσθέτων λόγων. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και των προσθέτων λόγων, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη Βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο αναιρετικός αυτός λόγος προϋποθέτει ουσιαστική έρευνα της υπόθεσης και δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας απέρριψε την αγωγή ως αόριστη ή μη νόμιμη.
Συνεπώς ο πρώτος λόγος της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, όπως εκτιμάται, από τον αριθμό 19 του ΚΠολΔ 559 και όχι από τον αριθμό 1 της ίδιας διάταξης, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες αιτιώνται την αναιρεσιβαλλόμενη γιατί με το να απορρίψει ως μη νόμιμη την αγωγή τους παραβίασε, με τη σχετική αιτιολογία της, εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 361, 288, 197, 198, 914, 917, 297, 298, 345, 346 ΑΚ και 176 ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.
Επειδή ο από τη διάταξη του αριθμού 17 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, ιδρύεται όταν η ίδια απόφαση περιέχει αντιφατικές διατάξεις, έτσι ώστε να καθίσταται αδύνατη η εκτέλεσή της ή να εμφανίζεται αβεβαιότητα ως προς τη διάγνωση ή τη διάπλαση που έλαβε χώρα (Ολ.ΑΠ 13/1995). Εξάλλου, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης για ύπαρξη στην απόφαση αντιφατικών διατάξεων, πρέπει, να αναφέρονται στο αναιρετήριο οι φερόμενες ως αντιφατικές διατάξεις και να προσδιορίζεται με ακρίβεια η αντίφαση αυτών.
Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 17 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι αόριστος, αφού δεν εκτίθενται στο αναιρετήριο ποίες είναι οι αντιφατικές διατάξεις στο διατακτικό της αναιρεσιβαλλόμενης, ούτε οι τυχόν αντιφάσεις μεταξύ αιτιολογιών που επέχουν θέση διατακτικού και του διατακτικού της αναιρεσιβαλλομένης.
Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι στο αναιρετήριο πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας, το οποίο εξέδωκε την προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί αν και ποίο λόγο αναίρεσης από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 559 ΚΠολΔ θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση.
Ειδικότερα, αν το δικαστήριο της ουσίας απέρριψε την αγωγή ή γενικά τον ισχυρισμό ως μη νόμιμο, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης με τον οποίον αποδίδεται σ' αυτό παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ), πρέπει στο αναιρετήριο να περιλαμβάνεται το περιεχόμενο της αγωγής ή του ισχυρισμού (δηλαδή η ιστορική τους βάση) ώστε από το αναιρετήριο να προκύπτει η προβαλλόμενη νομική πλημμέλεια (Ολ.ΑΠ 32/1996, 28/1998), καθόσον η αοριστία του λόγου της αναίρεσης δεν μπορεί να συμπληρωθεί με παραπομπή σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα.
Συνεπώς ο τρίτος λόγος της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, κατά τον οποίο το Εφετείο, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του, εσφαλμένα δέχθηκε ότι ορθά απερρίφθησαν από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο ως νόμω αβάσιμα τα αιτήματα των αναιρεσειόντων, κατά το μέρος που στηρίζονται στις διατάξεις περί αδικοπραξίας (ΑΚ 914) και ευθύνης από τις διαπραγματεύσεις (ΑΚ 197, 198) με το σκεπτικό ότι η ζημία που αποκαθίσταται στις περιπτώσεις αυτές αφορά αρνητικό διαφέρον και όχι θετικό (μη εκπλήρωσης), είναι αόριστος, γιατί δεν αναφέρονται σ' αυτόν, όπως έπρεπε, για να είναι ορισμένος, με πληρότητα το ιστορικό της αγωγής, σε σχέση μ τα συγκεκριμένα αυτά αιτήματα που μνημονεύονται στο λόγο αυτό και τα οποία απορρίφθηκαν ως μη νόμιμα, καθώς και η νομική κρίση του Εφετείου, κατά τρόπο σαφή και πλήρη, σχετικά με την έννοια των προαναφερόμενων κανόνων, δηλαδή η συγκεκριμένη νομική πλημμέλεια του Εφετείου, που οδήγησε σε συγκεκριμένο σφάλμα της απόφασης περί την ερμηνεία ή εφαρμογή των εν λόγω ουσιαστικών διατάξεων του νόμου, με την επίδραση στο διατακτικό της, μη αρκούσης της αναφερόμενης στο λόγο αυτό ερμηνεία των άρθρων 197, 198 και 914 ΑΚ, στην οποία προβαίνουν οι αναιρεσείοντες με παραπομπές στη νομολογία και τη θεωρία.
Επειδή, κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 περ. β' του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Πράγματα, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, είναι οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως θεμελιώνουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης και όχι οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή της ένστασης ή επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων.
Δεν στοιχειοθετείται όμως ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη του ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, έστω και αν η απόρριψή του δεν είναι ρητή αλλά σιωπηρή, συναγόμενη από το περιεχόμενο της απόφασης (Ολ.ΑΠ 11/1996, 12/1991). Στην προκειμένη περίπτωση με τον τέταρτο λόγο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης οι αναιρεσείοντες αιτιώνται την αναιρεσιβαλλόμενη για πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και συγκεκριμένα γιατί δεν έλαβε υπόψη τους αγωγικούς ισχυρισμούς τους περί διάπραξης εκ μέρους των αναιρεσιβλήτων σε βάρος τους (αναιρεσειόντων) των αστικών δικαιωμάτων της απειλής και της απάτης, σύμφωνα με τα αναλυτικώς εξιστορούμενα στην ένδικη αγωγή τους.
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος γιατί από την επιτρεπτή επισκόπηση της αγωγής από τον Άρειο Πάγο (561 παρ. 1 ΚΠολΔ) και την αντιπαραβολή της τελευταίας με την αναιρεσιβαλλομένη προκύπτει σαφώς ότι το Εφετείο, προκειμένου να απορρίψει την αγωγή ως μη νόμιμη, έλαβε υπόψη όλους τους αγωγικούς ισχυρισμούς, με σχεδόν αντιγραφή κατά λέξη όλου του ιστορικού της (αγωγής), επομένως και τα περιστατικά εκείνα, που κατά τους αναιρεσείοντες στοιχειοθετούν τα αστικά αδικήματα της απειλής και της απάτης.
Επειδή, ο πέμπτος λόγος αναίρεσης αληθώς από τον αριθμό 8 (όχι 1) του άρθρου 559 ΚΠολΔ, όπως ορθώς εκτιμάται, γιατί το Εφετείο, κατά τους αναιρεσείοντες, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του έσφαλε με το να μην αποφανθεί καθόλου για το επικουρικώς σωρευόμενο αίτημα της αγωγής για αποζημίωση βάσει των άρθρων 914 και 281 ΑΚ, που είχε απορριφθεί ως αλυσιτελές με την εκκαλουμένη, είναι αόριστος, γιατί δεν αναφέρονται σ' αυτόν, για να είναι ορισμένος, με πληρότητα, το ιστορικό της αγωγής σε σχέση με το συγκεκριμένο αυτό αίτημα που απορρίφθηκε ως αλυσιτελές από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, για να κριθεί αν αυτό αφορούσε μόνον ή και τους αναιρεσείοντες και όχι μόνο την τρίτη ενάγουσα εταιρεία "ΑΒΡΑΣ ΑΕΒΕ" που δεν υπήρξε διάδικος στην κατ' έφεση δίκη ούτε είναι διάδικος στην παρούσα, καθώς και ότι το σχετικό σφάλμα της εκκαλουμένης επαναφέρθηκε προς έρευνα με λόγο έφεσης, κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, στο Εφετείο.
Αλλ' αρκούνται στην περιττή έκθεση των αποδεικνυομένων σχετικώς από τα αποδεικτικά τους μέσα όσον αφορά την αδικαιολόγητη και καταχρηστική (κατά τους αναιρεσείοντες) καταγγελία από τις αναιρεσίβλητες της σύμβασης αντιπροσωπείας τους με την ΑΒΡΑΣ ΑΕΒΕ, χωρίς να αποζημιώσουν την τελευταία, ούτε για την εκμετάλλευση της πελατείας της μέσω του νέου αντιπροσώπου τους και την ανάλυση άσχετων εν προκειμένω διατάξεων (άρθρο 1 Ν. 146/1914 και 2α του ν. 703/1977).
Ο έκτος λόγος αναίρεσης, ο πρώτος πρόσθετος λόγος (κατά το πρώτο μέρος), ο τρίτος πρόσθετος λόγος, και ο πέμπτος πρόσθετος λόγος, από τον αριθμό 1 της ΚΠολΔ 559, κατά τον οποίο το Εφετείο, κατά τους αναιρεσείοντες, αν είχε εφαρμόσει σωστά το νόμο και ειδικότερα τα άρθρα ΑΚ 57-59, 932, 197, 198, 914, 919, 281, 297, 298, 300, 330, 345 και 346 θα είχε αποδεχθεί τα αναφερόμενα αιτήματα της αγωγής τους, μεταξύ των οποίων και εκείνο του πρώτου αναιρεσείοντος για χρηματική ικανοποίησή του λόγω ηθικής βλάβης του, είναι αόριστοι γιατί δεν αναφέρονται σ' αυτούς, για να είναι ορισμένοι, με πληρότητα, το ιστορικό της αγωγής σε σχέση με τα συγκεκριμένα αυτά αιτήματα που απορρίφθηκαν ως μη νόμιμα, καθώς και η νομική κρίση του Εφετείου, κατά τρόπο σαφή και πλήρη, σχετικά με την έννοια των προαναφερόμενων κανόνων, δηλαδή η συγκεκριμένη νομική πλημμέλεια του Εφετείου, που οδήγησε σε συγκεκριμένο σφάλμα της αποφάσεως, με επίδραση, στο διατακτικό της, περί την ερμηνεία ή εφαρμογή των εν λόγω ουσιαστικών διατάξεων του νόμου.
Ο ίδιος ως άνω έκτος λόγος κατά το μέρος του από τον αριθμό 8 της ΚΠολΔ 559 είναι αβάσιμος, γιατί το Εφετείο έλαβε υπόψη του το λόγο έφεσης που αφορούσε το αίτημα του πρώτου αναιρεσείοντος για καταβολή χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής του βλάβης (εξ αδικοπραξίας) και το απέρριψε ως μη νόμιμο. Ο πρώτος πρόσθετος λόγος, κατά το τρίτο μέρος του, από τον αριθμό 8 της ΚΠολΔ 559, είναι αβάσιμος, γιατί, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλομένη, το Εφετείο έλαβε υπόψη του και τους αγωγικούς ισχυρισμούς σχετικά με την από 7.1.1981 συμφωνία, όπως επαναφέρθηκαν με την έφεση των αναιρεσειόντων, προκειμένου να απορρίψει την αγωγή ως μη νόμιμη.
Ο δεύτερος πρόσθετος λόγος, από τον αριθμό 11 της ΚΠολΔ 559, περιέχων την αιτίαση της μη λήψης υπόψη από το Εφετείο της από 23.2.1981 επιστολής του ......, είναι απαράδεκτος γιατί το Εφετείο δεν ερεύνησε την υπόθεση στην ουσία της. Επειδή, ο τέταρτος πρόσθετος λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 1 της ΚΠολΔ 559, γιατί το Εφετείο, κατά τους αναιρεσείοντες, παραβίασε ευθέως τις διατάξεις των άρθρων 914, 297, 298, 281, 174 ΑΚ, με αποτέλεσμα να απορρίψει αγωγικά αιτήματά τους ως μη νόμιμα, είναι αόριστος, προεχόντως γιατί οι αναιρεσείοντες δεν αναφέρουν σ' αυτόν, για να είναι ορισμένος, με πληρότητα το ιστορικό της αγωγής και τα συναφή αιτήματα, αλλ' αρκούνται στην αναφορά ορισμένων ατελών αποσπασμάτων της αγωγής με προεξάρχοντες τους ισχυρισμούς της επίσης ενάγουσας "ΑΒΡΑΣ ΑΕΒΕ", η οποία δεν υπήρξε διάδικος ούτε ενώπιον του Εφετείου ούτε στην παρούσα αναιρετική δίκη, και ακόμη δεν εκθέτουν τη συγκεκριμένη νομική πλημμέλεια της αναιρεσιβαλλομένης που οδήγησε σε συγκεκριμένο σφάλμα της αποφάσεως περί την ερμηνεία ή εφαρμογή των κανόνων αυτών.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 24.7.2006 αίτηση των ...... και της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "Δ.ΑΒΡΑΣΟΓΛΟΥ ΑΕΒΕ" για αναίρεση της 3204/2005 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων εκατόν εβδομήντα 1.170) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 11 Δεκεμβρίου 2007.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 14 Ιανουαρίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ