Legislator Case Law & Legislation
899/2024 AI generated

Supreme Court allows appeal against bank judgment due to insufficient reasoning on guarantor's waiver rights.

Case Number 899/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece partially allowed the appeal against the First Instance Court's dismissal of a payment order against a guarantor. The guarantor argued that the lower court failed to adequately justify why his waiver of specific legal rights regarding the bank's potential fault was binding. The court found the lower court's reasoning insufficient because it did not explain why the guarantor's waiver was effective despite the bank's potential fault, leading to the case being remanded for further examination.

Legislator headnote

AI generated

Articles 862-864 of the Civil Code; The court must provide sufficient reasoning when determining the binding nature of a guarantor's waiver of rights, particularly when the waiver's scope depends on the creditor's conduct.

Keywords

AI generated
guarantor liability waiver of rights insufficient reasoning bankruptcy proceedings appeal admissibility Civil Code provisions remand for retrial

Cited Legislation

AI generated
Articles 862-864 of the Civil Code
Article 559, paragraph 19 of the Code of Civil Procedure
Article 580, paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 495, paragraph 4 of the Code of Civil Procedure
Articles 176 and 183 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 899 / 2024 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 899/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη - Εισηγητή, Παναγιώτη Βενιζελέα, Βρυσηίδα Θωμάτου και Κλεόβουλο - Δημήτριο Κοκκορό, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 30 Ιανουαρίου 2023, με την παρουσία και της γραμματέως Θ. Π., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Μ. Γ. του Σ., κατοίκου ... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Σφακιανάκη.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ALPHA ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΚΑΙ ΣΥΜΜΕΤΟΧΩΝ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και τον διακριτικό τίτλο "ALPHA BANK", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα και 3) εταιρείας με την επωνυμία "CEPAL HELLAS ΧΡΗΜΑΤΟΟΙΚΟΝΟΜΙΚΕΣ ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ ΑΠΟ ΔΑΝΕΙΑ ΚΑΙ ΠΙΣΤΩΣΕΙΣ", που εδρεύει στη Νέα Σμύρνη Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα. Οι πρώτη και δεύτερη αναιρεσίβλητες δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο, ενώ η τρίτη αναιρεσίβλητη εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ανδρέα Μπαρδάκο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9-12-2014 ανακοπή και τους από 17-5-2018 προσθέτους λόγους ανακοπής του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 9564/2018 του ίδιου Δικαστηρίου και 836/2021 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 8-6-2021 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν ο αναιρεσείων και η τρίτη αναιρεσίβλητη, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της τρίτης αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την από 9.1.2014 ανακοπή του και τους από 17.5.2018 πρόσθετους λόγους αυτής ο ανακόπτων και ήδη αναιρεσείων στράφηκε κατά της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ" και το διακριτικό τίτλο "ALPHA BANK" και ζήτησε να ακυρωθεί η προσβαλλόμενη υπ' αριθ. .../2014 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία υποχρεώθηκε να καταβάλει στην καθ' ης το ποσό των 1.780.080,86 ευρώ, πλέον τόκων και εξόδων, καθώς και η από 18.11.2014 επιταγή προς εκτέλεση.

Επί της ανακοπής και των πρόσθετων λόγων αυτής εκδόθηκε η με αριθμό 9564/2018 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε η ανακοπή και οι πρόσθετοι λόγοι της και επικυρώθηκε η προσβληθείσα διαταγή πληρωμής, όπως επίσης απορρίφθηκε και η σωρευθείσα ανακοπή κατά της από 18.11.2014 επιταγής προς πληρωμή, δυνάμει της οποίας επισπεύσθηκε αναγκαστική εκτέλεση σε βάρος του ανακόπτοντος.

Κατά της απόφασης αυτής ο ανακόπτων άσκησε την από 15.11.2018 έφεση, πριν από τη συζήτηση της οποίας η εταιρεία με την επωνυμία "CEPAL HELLAS ΧΡΗΜΑΤΟΟΙΚΟΝΟΜΙΚΕΣ ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ ΑΠΟ ΔΑΝΕΙΑ ΚΑΙ ΠΙΣΤΩΣΕΙΣ", ως εταιρεία διαχείρισης απαιτήσεων σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 4354/2015, άσκησε την από 30.12.2019 αυτοτελή πρόσθετη παρέμβαση, υπέρ της εφεσίβλητης τράπεζας και κατά του εκκαλούντος, ζητώντας να απορριφθεί η έφεση του ανακόπτοντος.

Επί της εφέσεως αυτής και της άνω αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, που συνεκδικάσθηκαν, εκδόθηκε η υπ' αριθ. 836/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε η έφεση ως ουσία αβάσιμη. Την αναίρεση της τελευταίας αυτής απόφασης ζητεί ο ανακόπτων - εκκαλών και ήδη αναιρεσείων με την από 8.6.2021 αίτησή του, για τους λόγους που αναφέρονται σ` αυτήν και αναλύονται ειδικότερα κατωτέρω, οι οποίοι αφορούν μόνο την ανακοπή κατά της άνω διαταγής πληρωμής, στρέφοντάς την πλέον: 1) κατά της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ALPHA ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΚΑΙ ΣΥΜΜΕΤΟΧΩΝ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" (πρώην "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και τον διακριτικό τίτλο "ALPHA ΒΑΝΚ"), ως καθολικής διαδόχου, λόγω συγχώνευσης με απορρόφηση της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", 2) κατά της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και τον διακριτικό τίτλο "ALPHA ΒΑΝΚ", ως καθολικής διαδόχου του Κλάδου Τραπεζικής Δραστηριότητας που εισφέρθηκε σ' αυτήν ως σύνολο περιουσίας (ενεργητικό και παθητικό) λόγω διάσπασης της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και ήδη "ALPHA ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΚΑΙ ΣΥΜΜΕΤΟΧΩΝ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", και 3) κατά της ως άνω αυτοτελώς προσθέτως παρεμβαίνουσας εταιρίας.

Από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανιστεί κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ή εμφανισθεί και δεν λάβει μέρος, με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολιπόμενος διάδικος η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, τότε ερευνάται αν ο απολιπόμενος ή ο μη παριστάμενος, με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, διάδικος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση, παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί, ενώ σε αποφατική περίπτωση κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση (ολΑΠ 14/2015, ΑΠ 548/2020).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τις προσκομιζόμενες από τον αναιρεσείοντα υπ' αριθ. ....2021 και ....2021 εκθέσεις επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας του Εφετείου Αθηνών Α. Π., ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αίτησης αναιρέσεως με την κάτω από αυτή πράξη προσδιορισμού δικασίμου του Προέδρου του Α2 Τμήματος (άρθρο 568 παρ. 2 ΚΠολΔ) και κλήση προς συζήτηση για την αναφερόμενη στην αρχή της απόφασης δικάσιμο (30-1-2023), επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στην πρώτη και τη δεύτερη των αναιρεσιβλήτων.

Επομένως, κατ` εφαρμογή των όσων εκτέθηκαν παραπάνω και εφόσον οι δύο πρώτες αναιρεσίβλητες δεν εμφανίσθηκαν και δεν εκπροσωπήθηκαν με οποιονδήποτε νόμιμο τρόπο κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του πινακίου, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία τους. Κατά το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση χωρεί αν η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης (ΟλΑΠ 18/08, ΟλΑΠ 15/2006).

Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 847, 848, 851 Α.Κ., 47 του ν.δ. της 17/7-13/8/1923 και 112 ΕισΝΑΚ προκύπτει, ότι ο εγγυητής απαίτησης του δανειστή, για την καταβολή από μέρους του οφειλέτη του καταλοίπου που θα προέλθει από την λειτουργία σύμβασης πίστωσης με ανοικτό λογαριασμό, κατά το οριστικό κλείσιμο αυτού, ευθύνεται, λόγω του παρεπομένου χαρακτήρα της εγγύησης, μέχρι του ποσού για το οποίο εγγυήθηκε και όχι για τα κονδύλια του λογαριασμού, τα οποία αναφέρονται σε άλλη μεταγενέστερη σύμβαση παροχής πίστωσης προς τον πρωτοφειλέτη, την εκπλήρωση της οποίας αυτός δεν εγγυήθηκε, εκτός αν η μεταγενέστερη δεν είναι αυτοτελής, αλλά πρόσθετη σύμβαση (συμπληρωματική), με την οποία απλώς αυξάνεται το ποσό της πίστωσης, χωρίς να επέρχεται άλλη μεταβολή, οπότε ο εγγυητής ευθύνεται για την πληρωμή οποιουδήποτε χρεωστικού υπολοίπου από τη λειτουργία του λογαριασμού και αν ακόμη δεν έλαβε μέρος, με την ιδιότητα του εγγυητή, στην πρόσθετη αυτή σύμβαση, μέχρις, όμως, του ποσού της αρχικής σύμβασης ή και των προσθέτων, στην συνέχεια, όλων ή μερικών συμβάσεων, εφόσον και αυτές τις εγγυήθηκε, δηλαδή, αποδέχθηκε να ευθύνεται για την καταβολή μεγαλύτερου, κάθε φορά, χρεωστικού καταλοίπου σε βάρος του πρωτοφειλέτη, που προέρχεται από τη λειτουργία της σύμβασης (ΑΠ 267/2021, ΑΠ 254/2018, ΑΠ 1229/2007).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 862 ΑΚ "Ο εγγυητής ελευθερώνεται εφόσον από πταίσμα του δανειστή έγινε αδύνατη η ικανοποίησή του από τον οφειλέτη". Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 863 ΑΚ "ο εγγυητής ελευθερώνεται, εφόσον ο δανειστής παραιτήθηκε από ασφάλειες που υπήρχαν αποκλειστικά για την απαίτησή του, για την οποία είχε δοθεί η εγγύηση, με αποτέλεσμα να ζημιωθεί ο εγγυητής".

Και οι δύο διατάξεις ρυθμίζουν περιπτώσεις ελευθέρωσης του εγγυητή, είναι δε ενδοτικού δικαίου. Στην περίπτωση του άρθρου 862 ΑΚ, όπου προϋπόθεση εφαρμογής είναι η υπαίτια ματαίωση της ικανοποίησης του δανειστή από τον οφειλέτη, μπορεί, με αντίθετη εκ των προτέρων συμφωνία, να παραιτηθεί ο εγγυητής από την ελευθέρωσή του, αλλά μόνο για την περίπτωση που η ικανοποίηση του δανειστή ήθελε καταστεί αδύνατη από ελαφρά αμέλειά του, διότι σε περίπτωση δόλου ή βαριάς αμέλειάς του η σχετική συμφωνία θα προσέκρουε στη διάταξη του άρθρου 332 παρ. 1 ΑΚ και θα ήταν άκυρη.

Αντίθετα, στην περίπτωση του άρθρου 863 του ΑΚ, όπου ο δανειστής ασκεί δικαίωμά του να παραιτηθεί από ασφάλειες που υπήρχαν αποκλειστικά για την απαίτησή του, για την οποία είχε δοθεί η εγγύηση, τέτοια αντίθετη εκ των προτέρων συμφωνία, να μην ελευθερώνεται ο εγγυητής, αν ο δανειστής παραιτηθεί των ασφαλειών του, είναι απεριόριστα έγκυρη και ισχυρή εφόσον δεν απαιτείται από τη διάταξη αυτή να οφείλεται η παραίτηση σε πταίσμα του δανειστή, προϋπόθεση άλλωστε που θα ήταν αδιανόητη, αφού η παραίτηση από τις ασφάλειες είναι πάντοτε εμπρόθετη.

Αν επομένως έχει συμφωνηθεί παραίτηση του εγγυητή από την ελευθέρωσή του σε περίπτωση παραίτησης του δανειστή από τις υπέρ αυτού υφιστάμενες ασφάλειες, δεν μπορεί να γίνει λόγος για πλήρωση του πραγματικού της προηγούμενης διάταξης του άρθρου 862 ΑΚ, αφού η απεριορίστως επιτρεπόμενη παραίτηση από τις ασφάλειες αυτό ακριβώς εξασφαλίζει στο δανειστή, τη δυνατότητα να παραιτηθεί από τις ασφάλειες χωρίς να απωλέσει την εγγύηση με ελευθέρωση του εγγυητή (Ολ.ΑΠ 6/2000, ΑΠ 90/2021, ΑΠ 267/2021, ΑΠ 1216/2019), εκτός αν και στην περίπτωση αυτή έχει συμφωνηθεί να ευθύνεται ο δανειστής αν ενήργησε εκ δόλου ή από βαριά αμέλεια.

Ακόμη, κατά τη διάταξη του άρθρου 867 ΑΚ, εκείνος που εγγυήθηκε για αόριστο χρόνο μπορεί, όταν γίνει απαιτητή η κύρια οφειλή, να αξιώσει από το δανειστή να επιδιώξει αυτός δικαστικώς την απαίτησή του μέσα σε ένα μήνα και να συνεχίσει χωρίς υπαίτια καθυστέρηση τη διαδικασία. Αν ο δανειστής δεν συμμορφωθεί προς την αξίωση του εγγυητή, ο εγγυητής ελευθερώνεται.

Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 868 ΑΚ, αν στην περίπτωση του προηγούμενου άρθρου απαιτείται καταγγελία του δανειστή για να καταστεί απαιτητή η κύρια οφειλή, ο εγγυητής μπορεί, αφού περάσει ένα έτος αφότου εγγυήθηκε, να αξιώσει από το δανειστή να καταγγείλει και να επιδιώξει δικαστικώς την απαίτησή του μέσα σε ένα μήνα, συνεχίζοντας χωρίς υπαίτια καθυστέρηση τη διαδικασία.

Αν ο δανειστής δεν συμμορφωθεί προς την αξίωση του εγγυητή, ο εγγυητής ελευθερώνεται. Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων προκύπτει ότι η ελευθέρωση, σύμφωνα με αυτές, του εγγυηθέντος για αόριστο χρόνο εγγυητή, προϋποθέτει η κύρια οφειλή να είναι απαιτητή, είτε επειδή αυτή κατέστη ληξιπρόθεσμη είτε επειδή έλαβε χώρα καταγγελία της κύριας σύμβασης, όπου αυτή προβλέπεται για να καταστεί απαιτητή η κύρια οφειλή (όπως λ.χ.

στη σύμβαση παροχής πίστωσης με ανοιχτό αλληλόχρεο λογαριασμό), και στη συνέχεια να αξιώσει ο εγγυητής από το δανειστή της απαίτησης να προβεί στις ανωτέρω αναφερόμενες ενέργειες, χωρίς ο τελευταίος να συμμορφωθεί στην αξίωση αυτή. Είναι, βέβαια, δυνατό, ενόψει του ότι οι ανωτέρω διατάξεις είναι ενδοτικού δικαίου, να παραιτηθεί ο εγγυητής, με τη σύμβαση εγγύησης, των δικαιωμάτων που του παρέχονται με τις διατάξεις αυτές.

Στην περίπτωση αυτή δεν τίθεται, κατ` αρχάς, το πταίσμα του δανειστή ως προϋπόθεση του πραγματικού των εν λόγω διατάξεων, όπως απαιτείται για την πλήρωση του πραγματικού της ανωτέρω διάταξης του άρθρου 862 ΑΚ, αφού της ως άνω επιβαλλόμενης, από το εδ. α` του άρθρου 867 ΑΚ, νόμιμης υποχρέωσης του δανειστή, προηγείται η πρόσκληση του εγγυητή προς αυτόν να ενεργήσει κατά τους ορισμούς του ανωτέρω άρθρου, συμμορφούμενος προς τη σχετική αξίωσή του.

Επομένως, η εκ των προτέρων, με τη σύμβαση εγγύησης, παραίτηση του εγγυητή από τα παρεχόμενα από τις ως άνω διατάξεις δικαιώματα, είναι έγκυρη, επιτρεπόμενη απεριορίστως (ΑΠ 53/2022), όπως έγκυρη είναι και η συμφωνία περί ελευθερώσεως του εγγυητή, αν ο δανειστής δεν επιδιώξει δικαστικά την απαίτησή του εντός ορισμένου χρόνου αφότου έγινε απαιτητή η κύρια οφειλή.

Τέλος, με τη διάταξη του άρθρου 361 ΑΚ που ορίζει, ότι για την σύσταση ή αλλοίωση ενοχής με δικαιοπραξία απαιτείται σύμβαση, εφόσον ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά, καθιερώνεται στο ενοχικό δίκαιο, ως απόρροια του δόγματος της αυτονομίας της βούλησης, η αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων, σύμφωνα με την οποία οι συμβαλλόμενοι έχουν πλήρη ελευθερία για κατάρτιση οποιασδήποτε δικαιοπραξίας με οποιαδήποτε μορφή και με οποιοδήποτε περιεχόμενο, αρκεί αυτό να μην αντιβαίνει στα χρηστά ήθη (ΑΠ 845/2019, ΑΠ 2120/2013).

Δικαιοπρακτικός χαρακτήρας, με βάση την ακολουθούμενη από τα μέρη πρακτική, μπορεί ερμηνευτικώς να δοθεί και στη σιωπή εκείνου προς τον οποίο απευθύνεται η πρόταση (ΑΠ 845/2019, ΑΠ 1587/2018, ΑΠ 600/2017).

Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων με τον τρίτο πρόσθετο λόγο ανακοπής ισχυρίσθηκε ότι με ρητό όρο της δήλωσης εγγύησής του συμφωνήθηκε ότι ελευθερώνεται από τη δοθείσα εγγύησή του, εάν η Τράπεζα δεν επιδιώξει δικαστικά την απαίτησή της εντός ενός έτους αφότου έγινε απαιτητή η κύρια οφειλή ή ζητήθηκε η καταγγελία από τον εγγυητή.

Ότι η καθ' ης Τράπεζα με την από 17.10.2012 εξώδικη δήλωση, που επιδόθηκε στην πιστούχο την 31.10.2012, κατήγγειλε την επίδικη υπ' αριθ. ....2005 σύμβαση πίστωσης με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό και κάλεσε την πιστούχο και τους εγγυητές να της καταβάλουν εντός δέκα ημερών το κατάλοιπο του κλεισθέντος λογαριασμού. Ότι έτσι κατέστη ληξιπρόθεσμη και απαιτητή η εκ της εν λόγω συμβάσεως πιστώσεως αξίωση της καθ' ης την 31.10.2012, άλλως την 10.11.2012, πλην όμως η καθ' ης δεν επιδίωξε δικαστικά την απαίτησή της εντός ενός έτους, όπως είχε συμφωνηθεί, αλλά μετά την πάροδο έτους και δη την 25.9.2014, οπότε κατέθεσε την από 12.9.2014 αίτηση για την έκδοση διαταγής πληρωμής, με συνέπεια να επέλθει απόσβεση της ενοχής του από τη σύμβαση εγγύησης δυνάμει του άνω ρητού συμβατικού όρου, κατά τα άρθρα 866-868 ΑΚ.

Εξάλλου, με τους τέταρτο, πέμπτο και έκτο πρόσθετους λόγους ανακοπής, ισχυρίσθηκε ο ανακόπτων ότι η ικανοποίηση της απαίτησης της καθ' ης η ανακοπή κατέστη ανέφικτη συνεπεία των ενεργειών στις οποίες η τελευταία προέβη, τελούσα σε δόλο ή βαριά αμέλεια, προς βλάβη των συμφερόντων του και προκαλώντας την επελθούσα ζημία της με ίδιο πταίσμα, καθόσον παρείχε τη συναίνεση της για την εξάλειψη των αναφερόμενων προσημειώσεων υποθηκών που είχαν εγγραφεί για εξασφάλιση της επίδικης πίστωσης, χωρίς να διασφαλίσει τη μείωση του ύψους της πίστωσης σε επίπεδα καλυπτόμενα από τις εναπομείνασες εξασφαλίσεις.

Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με την υπ' αριθ. 9564/2019 απόφασή του, απέρριψε τους πρόσθετους αυτούς λόγους ανακοπής ως ουσία αβάσιμους. Κατά της απόφασης αυτής άσκησε ο ανακόπτων την από 15.11.2018 έφεση, με τον τέταρτο λόγο της οποίας παραπονέθηκε για την απόρριψη του τρίτου πρόσθετου λόγου της ανακοπής του και με τους πέμπτο, έκτο, έβδομο, κατά το πρώτο σκέλος του, και δέκατο λόγους παραπονέθηκε για την απόρριψη των τέταρτου, πέμπτου και έκτου πρόσθετων λόγων της ανακοπής του.

Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, μετά από συνεκτίμηση των αποδεικτικών στοιχείων που αναφέρει, απέρριψε τους λόγους αυτούς της έφεσης ως αβάσιμους, και συνακόλουθα και τους άνω πρόσθετους λόγους ανακοπής, δεχόμενο, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα εξής: "Δυνάμει του από 30.06.2005 ιδιωτικού συμφωνητικού, συμφωνήθηκε η είσοδος του ανακόπτοντος στην ομόρρυθμη εταιρεία με την επωνυμία "Δ.

Γ. ΚΑΙ ΣΙΑ Ο.Ε" και η μετατροπή της τελευταίας σε εταιρία ορισμένου χρόνου έως την ημερομηνία της 31.12.2007, ορίσθηκε δε ότι ο Γ. Δ. και ο Χ. Χ. θα συμμετέχουν στην εν λόγω εταιρία με ποσοστό 40 % και ο ανακόπτων θα συμμετέχει με ποσοστό 20 %. Με το από 30.11.2007 ιδιωτικό συμφωνητικό, συμφωνήθηκε η είσοδος της Π. Δ. στην παραπάνω ομόρρυθμη εταιρία, καθορίστηκε η συμμετοχή έκαστου των εταίρων σε ποσοστό 25 % και η παράταση διάρκειας της εταιρείας έως την 31.12.2009.

Εν συνεχεία, με το από 31.05.2008 ιδιωτικό συμφωνητικό έλαβε χώρα η αποχώρηση του ανακόπτοντος από την ανωτέρω ομόρρυθμη εταιρία και η μεταβίβαση του μεριδίου του κατά ποσοστό 8,33 % στο Δ. Γ., ποσοστό 8,33 % στον Χ. Χ. και ποσοστό 8,34 % στην Δ. Π.

Περαιτέρω, με τη με αριθμ. ....2005 σύμβαση πίστωσης με την τήρηση ανοικτού αλληλόχρεου λογαριασμού η ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε." χορήγησε στην ως άνω ομόρρυθμη εταιρεία με την επωνυμία "Δ. Γ. ΚΑΙ ΣΙΑ Ο.Ε" πίστωση ποσού 500.000 ευρώ, για την εξυπηρέτηση των εμπορικών δραστηριοτήτων της.

Στην παραπάνω σύμβαση συμβλήθηκαν με την ιδιότητα των εγγυητών ο Δ. Γ. του Μ., ο Χ. Χ. του Α. και η Π. Γ. του Μ., εγγυώμενοι την προσήκουσα εκπλήρωση των συμβατικών υποχρεώσεων της πιστούχου εταιρίας, την εμπρόθεσμη κατά κεφάλαιο, τόκους και λοιπά έξοδα απόδοση του χρεωστικού καταλοίπου του τηρούμενου προς εξυπηρέτηση της σύμβασης λογαριασμού, ευθυνόμενοι ως αυτοφειλέτες και εις ολόκληρον με την πιστούχο εταιρία....

Περαιτέρω, δυνάμει της με αριθμ. ....2006 πρόσθετης πράξης της επίδικης σύμβασης χορήγησης πίστωσης, που καταρτίσθηκε μεταξύ της πιστώτριας τράπεζας και της πιστούχου εταιρείας, εκπροσωπούμενης από τους Δ. Γ., Χ. Χ. και τον ανακόπτοντα, συμφωνήθηκε η επαύξηση της χορηγηθείσας πίστωσης σε ποσό 1.400.000 ευρώ. Με την ιδίας ημεροχρονολογίας (8.11.2006) δήλωση εγγύησης οι Δ.

Γ., Χ. Χ. και o ανακόπτων εγγυήθηκαν την προσήκουσα εκπλήρωση των συμβατικών υποχρεώσεων της πιστούχου εταιρίας, ευθυνόμενοι ως αυτοφειλέτες εις ολόκληρον μετά της πιστούχου εταιρίας, παραιτούμενοι από την προβολή της ένστασης δίζησης, των δικαιωμάτων που διαγράφονται στα άρθρα 862 - 864 ΑΚ, υπό την προϋπόθεση ότι το πταίσμα (862), η παραίτηση από τις ασφάλειες (863) και η απόσβεση της κυρίας οφειλής (864) δεν οφείλεται σε δόλο ή βαριά αμέλεια της πιστώτριας, και των δικαιωμάτων των άρθρων 865 - 869 ΑΚ, με την επισήμανση ότι θα ελευθερώνονται από τη δοθείσα εγγύηση, αν η πιστώτρια δεν επιδιώξει δικαστικά την απαίτησή της εντός έτους αφότου έγινε απαιτητή η κύρια οφειλή κατά τους όρους των άρθρων 866 και 867 ΑΚ ή ζητήθηκε η καταγγελία από τον εγγυητή σύμφωνα με το άρθρο 868 ΑΚ.

Περαιτέρω, με τη με αριθμ. ....2008 πρόσθετη πράξη, που καταρτίσθηκε μεταξύ της πιστώτριας τράπεζας και της πιστούχου εταιρείας, εκπροσωπούμενης της τελευταίας από τους Δ. Γ., Χ. Χ., τον ανακόπτοντα και τη Δ. Π., συμφωνήθηκε η επιπλέον αύξηση της χορηγηθείσας πίστωσης σε ποσό 2.940.000 ευρώ. Με την από 11.02.2008 δε σύμβαση εγγύησης οι Δ.

Γ., Χ. Χ., ανακόπτων και Δ. Π. εγγυήθηκαν την προσήκουσα εκπλήρωση των υποχρεώσεων της πιστούχου εταιρίας, δηλώνοντας ότι "...αφού έλαβα γνώση των όρων της πίστωσης με ανοικτό λογαριασμό με αριθμό 15884 και ημερομηνία 01.07.2005 και των μεταγενεστέρων αυτής πράξεων μεταβολής ύψους πίστωσης με αριθμούς και ημερομηνίες ....2006 και ....2008, που υπογράφηκαν, μεταξύ της Εμπορικής Τράπεζας της Ελλάδος ΑΕ και του πιστούχου Δ.

Γ. ΚΑΙ ΣΙΑ O.E. δηλώνω ότι εγγυώμαι προς την Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδος ΑΕ. και υπέρ του πιο πάνω πιστούχου για την τήρηση των όρων της πιο πάνω σύμβασης πίστωσης με ανοικτό λογαριασμό και την πλήρη εξόφληση του υπολοίπου μετά το κλείσιμο του πιο πάνω ανοικτού λογαριασμού κατά κεφάλαιο, τόκους, δαπάνες, επιβαρύνσεις, έξοδα και ανατοκισμό και ανεξάρτητα από τα δικαιόγραφα με διαταγή ή κάθε άλλη ασφάλεια που θα παραδίνει κάθε φορά ο πιστούχος...", παραιτούμενοι από την προβολή της ένστασης δίζησης, των δικαιωμάτων που διαγράφονται στα άρθρα 862 - 864 ΑΚ, εφόσον δεν συντρέχει δόλος ή βαριά αμέλεια της πιστώτριας τράπεζας, και των δικαιωμάτων των άρθρων 865-869 ΑΚ, με τη ρητή συμφωνία ότι οι εγγυητές θα ελευθερώνονται από τη δοθείσα εγγύηση, αν η πιστώτρια δεν επιδιώξει δικαστικά την απαίτησή της εντός έτους, αφότου έγινε απαιτητή η κύρια οφειλή κατά τους όρους των άρθρων 866 και 867 ΑΚ ή ζητήθηκε η καταγγελία από τον εγγυητή σύμφωνα με το άρθρο 868 ΑΚ....

Η πιστούχος εταιρία αν και έκανε χρήση της χορηγηθείσας πίστωσης για εξυπηρέτηση της οποίας τηρήθηκε ανοιχτός αλληλόχρεος λογαριασμός ... κατέστη εντέλει υπερήμερη ως προς την ικανοποίηση των συμβατικών της υποχρεώσεων... Περαιτέρω, η πιστώτρια τράπεζα, λόγω υπερημερίας της πιστούχου ως προς την εκπλήρωση των συμβατικών της υποχρεώσεων, απέστειλε στην πρωτοφειλέτιδα και στους εγγυητές την από 17.10.2012 εξώδικη δήλωση, με την οποία τους γνωστοποίησε την καταγγελία της ένδικης σύμβασης και των πρόσθετων πράξεων της, το κλείσιμο του λογαριασμού, που τηρήθηκε προς εξυπηρέτηση της, το χρεωστικό υπόλοιπο των ως άνω λογιστικών μερίδων, ...

και κάλεσε αυτούς (πρωτοφειλέτιδα και εγγυητές) να προβούν σε εξόφληση της ληξιπρόθεσμης οφειλής συνολικού ποσού 1.780.080 ευρώ, εντόκως από 18.10.2012, με το συμβατικό επιτόκιο υπερημερίας και ανατοκισμό των τόκων ανά εξάμηνο, .... Εν συνεχεία, η ως άνω πιστώτρια τράπεζα συγχωνεύθηκε με απορρόφησή της από την καθ' ης ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", ....

Περαιτέρω, η καθ' ης η ανακοπή, τελώντας υπό την ιδιότητα της καθολικής διαδόχου της πιστώτριας εταιρίας και υποκαθιστώντας αυτή στο σύνολο των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων της, λόγω του ότι η πιστούχος εταιρία και οι συνοφειλέτες εγγυητές δεν προέβησαν σε ικανοποίηση της ληξιπρόθεσμης συνολικής οφειλής τους, κατέθεσε την από 12.09.2014 αίτηση για έκδοση διαταγής πληρωμής κατά της ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "Δ.

Γ. ΚΑΙ ΣΙΑ Ο.Ε", του Δ. Γ., του Χ. Χ., της Π. Γ., της Δ. Π. και του ανακόπτοντος. Επί της τελευταίας αίτησης εκδόθηκε η προσβαλλόμενη με αριθ. .../2014 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία οι καθ' ων η διαταγή πληρωμής διατάχθηκαν να καταβάλουν εις ολόκληρον στην αιτούσα ποσό 1.780.080 ευρώ, πλην της Π.

Γ., που διατάχθηκε να καταβάλλει εις ολόκληρον και περιορισμένα έως το ποσό της παρασχεθείσας από μέρους της εγγύησης, ήτοι ποσό 500.000 ευρώ, εντόκως νομίμως άπαντες από 18.10.2012, με το συμβατικό επιτόκιο υπερημερίας και ανατοκισμό των τόκων ανά εξάμηνο, μέχρι την ολοσχερή εξόφληση, καθώς και ποσό 30.261 ευρώ για δικαστική δαπάνη.

Εν συνεχεία, η καθ' ης επιμελήθηκε και επέδωσε στις 25-11-2014 στον ανακόπτοντα ακριβές αντίγραφο από το πρώτο απόγραφο εκτελεστό της προσβαλλόμενης διαταγής πληρωμής με την παρά πόδας αυτής από 18.11.2014 επιταγή προς πληρωμή, με την οποία επιτάχθηκε αυτός (ανακόπτων) να της καταβάλει ποσό 1.780.080 ευρώ για επιδικασθέν κεφάλαιο, ποσό 30.261 ευρώ για επιδικασθείσα δικαστική δαπάνη, ποσό 2,50 ευρώ για έκδοση αντιγράφου του απογράφου, ποσό 150 ευρώ για σύνταξη επιταγής και ποσό 50 ευρώ για δαπάνη επίδοσης αυτής, έντοκα το κεφάλαιο κατά τα προαναφερθέντα, τα δε λοιπά κονδύλια από την επίδοση της προσβαλλόμενης ανακοπής και μέχρι την πλήρη εξόφληση....

Ο ανακόπτων περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ευθύνεται για ικανοποίηση της ως άνω επιδικασθείσας, με την παραπάνω διαταγή πληρωμής, απαίτησης με βάση τη με αριθ. ... πρόσθετη πράξη αύξησης του ορίου της χορηγηθείσας πίστωσης σε ποσό 2.940.000 ευρώ, όπου συμβλήθηκε με την ιδιότητα του συνδιαχειριστή της πιστούχου εταιρίας, και την από 11.02.2008 δήλωση εγγύησης....

Επομένως, ο ανακόπτων,... ευθύνεται για την εξόφληση του χρεωστικού καταλοίπου του αλληλόχρεου λογαριασμού, που τηρήθηκε προς εξυπηρέτηση της χορηγηθείσας πίστωσης έως το ποσό των 2.940.000 ευρώ, για το οποίο παρείχε εγγύηση προσήκουσας και εμπρόθεσμης απόδοσης... Επίσης, δεν αποδείχθηκε ότι o ανακόπτων υπέβαλε στην πιστώτρια αίτημα να καταγγείλει την επίδικη σύμβαση και να προβεί σε δικαστική επιδίωξη των απαιτήσεων της, η επικαλούμενη δε συμφωνία περί ελευθέρωσης από την εγγυητική ευθύνη του σε περίπτωση που η πιστώτρια δεν επιδιώξει δικαστικά την ικανοποίηση της απαίτησής της εντός έτους από το χρόνο που η απαίτηση θα έχει καταστεί απαιτητή, συνιστά απλή μονομερή δήλωση του ανακόπτοντος, που δεν έχει όμως, προσυπογραφεί από τους νομίμους εκπροσώπους της πιστώτριας, ώστε η τελευταία να δεσμεύεται από αυτή και επομένως, ο τρίτος πρόσθετος λόγος ανακοπής περί απελευθέρωσης του ανακόπτοντος εγγυητή κατ' άρθρ. 867 και 868 ΑΚ είναι ουσία αβάσιμος και ορθά απορρίφθηκε ως τέτοιος από το Πρωτόδικο Δικαστήριο, κατ' ορθή εφαρμογή του νόμου και σωστή εκτίμηση των αποδείξεων με πλήρη αιτιολογία και ως εκ τούτου, ο τέταρτος λόγος έφεσης, με τον οποίο ο εκκαλών ισχυρίζεται τα αντίθετα πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος....

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι με την από 11.02.2008 δήλωση εγγύησης ο ανακόπτων παραιτήθηκε του δικαιώματος ελευθέρωσης από την εγγυητική ευθύνη του σε περίπτωση παραίτησης του δανειστή από τις υπέρ αυτού υφιστάμενες εξασφαλίσεις της απαίτησης, τηρούμενων των προϋποθέσεων των άρθρων 866-869 ΑΚ, κατά τα παραπάνω εκτεθέντα.

Η σχετική δε συμφωνία είναι έγκυρη, ... αφού από τη σχετική διάταξη του άρθρου 863 ΑΚ δεν τίθεται σαν προϋπόθεση η συνδρομή πταίσματος του δανειστή. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, οι τέταρτος, πέμπτος και έκτος κατά το πρώτο σκέλος του πρόσθετοι λόγοι ανακοπής, που έχουν έρεισμα αποκλειστικά στη διάταξη του άρθρου 863 ΑΚ, με τους οποίους ο ανακόπτων εκθέτει ότι η ικανοποίηση της απαίτησης της καθ' ης η ανακοπή κατέστη ανέφικτη συνεπεία των ενεργειών στις οποίες η τελευταία προέβη τελούσα σε δόλο ή βαριά αμέλεια, προς βλάβη των συμφερόντων του και προκαλώντας την επελθούσα ζημία της με ίδιο πταίσμα, καθόσον παρείχε τη συναίνεση της:

α) για την εξάλειψη προσημειώσεων υποθηκών που είχαν εγγραφεί για εξασφάλιση της επίδικης πίστωσης, με τις με αριθ. 2174/2008, 2175/2008 και 218712008 αποφάσεις του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά για ποσά 402.000, 402.000 και 396.000 ευρώ, αντίστοιχα, και με τη με αριθ. 12847/2006 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, β) για τη μερική εξάλειψη προσημείωσης υποθήκης ποσού 4.250.000 ευρώ, που είχε εγγραφεί με την με αριθ. 8993/2008 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά σε δύο οικόπεδα, τα οποία βρίσκονται στην θέση "..." στη ..., έκτασης 2.064,30 και 2.566,12 τ.μ.

αντίστοιχα, με περιορισμό αυτής στο ακίνητο επιφάνειας 2.064,30 τ.μ. και ειδικότερα επί των κάθετων ιδιοκτησιών του προαναφερόμενου μείζονος ακινήτου, επιφάνειας 759,40 τ.μ" 350,18 τ.μ., 428,38 τ.μ., 338,36 τ.μ., 349,23 τ.μ. και 340,57 τ.μ., με βάση τις με αριθ. 7458/2009, 7459/2009, 181/2010, 1073/1010, 1220/2010 και 3859/2010 αποφάσεις του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, και γ) στην εξάλειψη προσημειώσεων υποθηκών, που έχουν εγγραφεί με τις με αριθ. 5605/2005 και 2570/2008 αποφάσεις του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά για ποσά 520.000 και 300.000 ευρώ, αντίστοιχα, δυνάμει των με αριθ. 3514/2010 και 3498/2010 αποφάσεων του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, είναι ουσία αβάσιμοι, αφού ο ανακόπτων - εγγυητής έγκυρα παραιτήθηκε, ως προεκτέθηκε, από το δικαίωμα ελευθέρωσής του για την περίπτωση, που η δανείστρια τράπεζα - καθ' ης η ανακοπή θα παραιτείτο ασφαλειών υπέρ της απαίτησής της και δεν μπορεί να γίνει λόγος στην προκειμένη περίπτωση για πλήρωση του πραγματικού της διάταξης του άρθρου 862 ΑΚ, αφού η απεριορίστως επιτρεπόμενη παραίτηση από τις ασφάλειες αυτό ακριβώς εξασφαλίζει στο δανειστή, τη δυνατότητα να παραιτηθεί από τις ασφάλειες χωρίς να απολέσει την εγγύηση με ελευθέρωση του εγγυητή, ορθά δε απορρίφθηκαν ως τέτοιοι από το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, κατ' ορθή εφαρμογή του νόμου και σωστή εκτίμηση των αποδείξεων με πλήρη αιτιολογία και συνεπώς, οι πέμπτος, έκτος, έβδομος κατά το πρώτο σκέλος του και δέκατος λόγοι έφεσης, με τους οποίους ο εκκαλών ισχυρίζεται τα αντίθετα πρέπει να απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμοι... ".

Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του από νόμιμη βάση, εξαιτίας ανεπαρκών, ασαφών και αντιφατικών αιτιολογιών ως προς το κρίσιμο ζήτημα της ελευθέρωσης ή μη του αναιρεσείοντος από την εγγυητική ευθύνη του, αφενός μεν στην περίπτωση που η πιστώτρια Τράπεζα δεν επιδιώξει δικαστικά την ικανοποίηση της απαίτησής της εντός έτους από το χρόνο που η απαίτηση θα έχει καταστεί απαιτητή, αφετέρου δε στην περίπτωση παραίτησης της πιστώτριας Τράπεζας από τις υπάρχουσες εξασφαλίσεις της πίστωσης, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος περί της ορθής ή μη εφαρμογής των αναφερομένων στην αρχή της παρούσας ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 361, 847, 862, 863, 866, 867 και 868 ΑΚ.

Ειδικότερα, ενώ κατά τις ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης α) οι Δ. Γ., Χ. Χ. και o ανακόπτων, τόσο με την από 8.11.2006 δήλωση εγγύησης όσο και με την από 11.2.2008 όμοια δήλωση εγγύησης, εγγυήθηκαν την προσήκουσα εκπλήρωση των συμβατικών υποχρεώσεων της πιστούχου εταιρίας, ευθυνόμενοι ως αυτοφειλέτες εις ολόκληρον μετά της πιστούχου εταιρίας, παραιτούμενοι από την προβολή, μεταξύ άλλων, και των δικαιωμάτων των άρθρων 865 - 869 ΑΚ, με την επισήμανση ότι θα ελευθερώνονται από τη δοθείσα εγγύηση, αν η πιστώτρια δεν επιδιώξει δικαστικά την απαίτησή της εντός έτους αφότου έγινε απαιτητή η κύρια οφειλή κατά τους όρους των άρθρων 866 και 867 ΑΚ ή ζητήθηκε η καταγγελία από τον εγγυητή σύμφωνα με το άρθρο 868 ΑΚ, β) ότι ο ανακόπτων ευθύνεται για ικανοποίηση της επιδικασθείσας, με την παραπάνω διαταγή πληρωμής, απαίτησης με βάση τη με αριθ. ...

πρόσθετη πράξη αύξησης του ορίου της χορηγηθείσας πίστωσης σε ποσό 2.940.000 ευρώ, όπου συμβλήθηκε με την ιδιότητα του συνδιαχειριστή της πιστούχου εταιρίας, και την από 11.02.2008 δήλωση εγγύησης, και γ) ότι ο ανακόπτων ευθύνεται για την εξόφληση του χρεωστικού καταλοίπου του αλληλόχρεου λογαριασμού, που τηρήθηκε προς εξυπηρέτηση της χορηγηθείσας πίστωσης έως το ποσό των 2.940.000 ευρώ, για το οποίο παρείχε εγγύηση προσήκουσας και εμπρόθεσμης απόδοσης, στη συνέχεια όλως αντιφατικά δέχεται το Εφετείο ότι η επικαλούμενη από τον ανακόπτοντα συμφωνία περί ελευθέρωσης από την εγγυητική ευθύνη του σε περίπτωση που η πιστώτρια Τράπεζα δεν επιδιώξει δικαστικά την ικανοποίηση της απαίτησής της εντός έτους από το χρόνο που η απαίτηση θα έχει καταστεί απαιτητή, συνιστά απλή μονομερή δήλωση του ανακόπτοντος, που δεν έχει όμως, προσυπογραφεί από τους νομίμους εκπροσώπους της πιστώτριας, ώστε η τελευταία να δεσμεύεται από αυτή δέχεται το Εφετείο.

Πιο συγκεκριμένα, ενώ δέχεται ότι ο ανακόπτων υπέχει εγγυητική ευθύνη με βάση την από 21.2.2008 δήλωση εγγυήσεως, καίτοι αυτή είχε υπογραφεί μόνο από τους εγγυητές και όχι και από τους νόμιμους εκπροσώπους της πιστώτριας Τράπεζας, αποδεχόμενο έτσι την κατάρτιση σύμβασης εγγυήσεως μεταξύ της πιστώτριας Τράπεζας και του ανακόπτοντος με τον τρόπο αυτό, δηλαδή την έγγραφη δήλωση εγγυήσεως από τους εγγυητές και την αποδοχή της από την πιστώτρια Τράπεζα, στη συνέχεια δέχεται ότι η δήλωση αυτή δεν έχει ισχύ μόνο ως προς τον όρο περί ελευθερώσεως του ανακόπτοντος εγγυητή σε περίπτωση που η πιστώτρια Τράπεζα δεν επιδιώξει δικαστικά την ικανοποίηση της απαίτησής της εντός έτους από το χρόνο που η απαίτηση θα έχει καταστεί απαιτητή, καθόσον συνιστά απλή μονομερή δήλωση του ανακόπτοντος, που δεν έχει όμως, προσυπογραφεί από τους νομίμους εκπροσώπους της πιστώτριας, ώστε η τελευταία να δεσμεύεται από αυτή, χωρίς να αιτιολογεί επαρκώς γιατί η δήλωση αυτή είναι δεσμευτική κατά τα λοιπά διαλαμβανόμενα στην εν λόγω δήλωση και μη δεσμευτική μόνο ως προς τον άνω διαλαμβανόμενο όρο.

Περαιτέρω, ενώ κατά τις ίδιες ως άνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, ο ανακόπτων και οι λοιποί εγγυητές, τόσο με την από 8.11.2006 δήλωση εγγύησης όσο και με την από 11.2.2008 όμοια δήλωση εγγύησης, εγγυήθηκαν την προσήκουσα εκπλήρωση των συμβατικών υποχρεώσεων της πιστούχου εταιρίας, παραιτούμενοι από την προβολή και των δικαιωμάτων που διαγράφονται στα άρθρα 862 - 864 ΑΚ, εφόσον δεν συντρέχει δόλος ή βαριά αμέλεια της πιστώτριας τράπεζας, παρά ταύτα δέχεται στη συνέχεια ότι ο ανακόπτων έγκυρα παραιτήθηκε από το δικαίωμα ελευθέρωσής του για την περίπτωση, που η δανείστρια τράπεζα - καθ' ης η ανακοπή θα παραιτείτο ασφαλειών υπέρ της απαίτησής της και δεν μπορεί να γίνει λόγος στην προκειμένη περίπτωση για πλήρωση του πραγματικού της διάταξης του άρθρου 862 ΑΚ, καίτοι με τον άνω όρο ο ανακόπτων παραιτήθηκε μεν από τα δικαιώματα των άρθρων 862 - 864 ΑΚ, εφόσον όμως δεν συντρέχει δόλος ή βαριά αμέλεια της πιστώτριας τράπεζας, την ισχύ ή μη του οποίου όρου και την ουσιαστική ή μη βασιμότητά του, ως προς την έκταση της παραίτησης και άρα της ευθύνης του αναιρεσείοντος στην περίπτωση συνδρομής δόλου ή βαριάς αμέλειας της πιστώτριας τράπεζας, παρέλειψε να διερευνήσει και αιτιολογήσει.

Κατά συνέπεια, τόσο ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, κατά το οικείο σκέλος του, από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, όσο και οι δεύτερος, τρίτος και τέταρτος λόγοι αναιρέσεως, κατά τα οικεία σκέλη τους, κατ' εκτίμηση από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους καταλογίζονται στην προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου οι ανωτέρω πλημμέλειες, είναι βάσιμοι, λόγω δε της αναιρετικής εμβέλειας των λόγων αυτών παρέλκει η εξέταση των λοιπών λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως.

Κατόπιν αυτών πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση, κατά το μέρος που αφορά την ανακοπή κατά της άνω διαταγής πληρωμής, και να παραπεμφθεί προς εκδίκαση η υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλον δικαστή εκτός εκείνου που δίκασε (άρθ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ). Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου στον αναιρεσείοντα (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ) και να καταδικαστούν οι αναιρεσίβλητες, λόγω της ήττας τους, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθ. 836/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί όμως από δικαστή άλλον από αυτόν που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση.

Διατάσσει την απόδοση στον αναιρεσείοντα του παραβόλου που καταβλήθηκε από αυτόν.

Και Καταδικάζει τις αναιρεσίβλητες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000,00) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Φεβρουαρίου 2024.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 19 Ιουνίου 2024.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ