Legislator Case Law & Legislation
899/2022 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds regarding absent party's participation and legal costs.

Case Number 899/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed two appeals filed by an individual against a regional government decision regarding legal costs. The appellant argued that the lower court failed to rule on his request for cost reimbursement, while the respondent contended the request was properly rejected. The court determined that the lower court explicitly awarded costs to the appellant in its judgment, thereby refuting the claim of a silent rejection and rendering the appeal inadmissible.

Legislator headnote

AI generated

Art. 559 no. 9 KPolD; Art. 576 para. 1 KPolD: An appeal based on a silent rejection of a request is inadmissible if the lower court's judgment explicitly addresses and rules on the request, even if the reasoning is brief.

Keywords

AI generated
appeal admissibility silent rejection legal costs procedural participation court fees appeal dismissal judicial review

Cited Legislation

AI generated
Art. 576 para. 1 KPolD
Art. 559 no. 9 KPolD
Art. 178 para. 1 KPolD
Art. 495 para. 3 KPolD
Art. 3 para. 3 Law 3852/2010

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 899 / 2022 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 899/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Μαντούβαλο, Μαρία Σιμιτσή - Βετούλα, Αριστείδη Βαγγελάτο και Κωνσταντίνα Νάκου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 26 Οκτωβρίου 2021, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει τις εξής υποθέσεις μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος - αναιρεσιβλήτου: Σ. Κ. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως με την ιδιότητα του δικηγόρου και κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου - αναιρεσείοντος: Οργανισμού Τοπικής Αυτοδιοίκησης Β' βαθμού με την επωνυμία "Περιφέρεια Στερεάς Ελλάδας" που εδρεύει στην Λαμία και εκπροσωπείται νόμιμα, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αθανάσιο Μακρυγιάννη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15/12/2015 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος - αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Άμφισσας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 66/2017 του ίδιου Δικαστηρίου και 115/2019 του Μονομελούς Εφετείου Λαμίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων Σ. Κ. με την από 12/10/2020 αίτησή του και η Περιφέρεια Στερεάς Ελλάδας με την από 16/10/2020 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση των αιτήσεων αυτών, που εκφωνήθηκαν από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο αυτοπροσώπως παρασταθείς δικηγόρος ζήτησε την παραδοχή της από 12/10/2020 αίτησης και την απόρριψη της από 16/10/2020 αίτησης του αντιδίκου, ο πληρεξούσιος του οργανισμού τοπικής αυτοδιοίκησης ζήτησε την παραδοχή της από 16/10/2020 αίτησης και την απόρριψη της από 12/10/2020 αίτησής του αντιδίκου της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν ο επισπεύδων τη συζήτηση διάδικος δεν εμφανισθεί ο ίδιος ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος στη συζήτηση της αναίρεσης με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος χωρεί στη συζήτηση της υπόθεσης σαν να ήταν και αυτός παρών, υπό την επιφύλαξη όμως ότι η από αυτόν επίσπευση της συζήτησης είχε λάβει χώρα εγκύρως.

Αν, αντιθέτως, η επίσπευση της συζήτησης έγινε με την επιμέλεια του αντιδίκου του διαδίκου, που δεν εμφανίσθηκε κατά τη συζήτηση της αναίρεσης ή εμφανίσθηκε αλλά δεν έλαβε μέρος σε αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως τη νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήτευση αυτού. Αν η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε καθόλου ή δεν επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση.

Στην αντίθετη περίπτωση, η συζήτηση προχωρεί παρά την απουσία εκείνου που είχε νόμιμα κλητευθεί (ΑΠ 1374/2017, ΑΠ 526/2016). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 94 παρ. 1 ΚΠολΔ στα πολιτικά δικαστήρια οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο, κατά δε το άρθρο 96 παρ. 3 του ίδιου Κώδικα, η πληρεξουσιότητα ενώπιον του Αρείου Πάγου δίνεται μόνο με συμβολαιογραφική πράξη, ή με προφορική δήλωση, που καταχωρίζεται στα πρακτικά.

Με το άρθρο 63 του ν. 4509/2017 (ΦΕΚ Α' 201/22/22-12- 2007) προστέθηκε εδάφιο στην τελευταία αυτή διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 96 ΚΠολΔ, με την οποία ορίσθηκε ότι ειδικά για τις εργατικές διαφορές η πληρεξουσιότητα (ενώπιον του Αρείου Πάγου) μπορεί να δίνεται με ιδιωτικό έγγραφο, το οποίο φέρει βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής του διαδίκου από το Κέντρο Εξυπηρέτησης Πολιτών ή οποιαδήποτε άλλη δημόσια ή δημοτική αρχή.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 104 ΚΠολΔ για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και κλήσεις έως τη συζήτηση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα, ενώ για τη συζήτηση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και αν δεν υπάρχει κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και έγιναν προηγουμένως. Κατά δε το δεύτερο εδάφιο της τελευταίας αυτής διάταξης το δικαστήριο εξετάζει και αυτεπαγγέλτως σε κάθε στάση της δίκης την έλλειψη πληρεξουσιότητας, καθώς και την υπέρβασή της.

Τις κλητεύσεις επικαλείται και αποδεικνύει παριστάμενος διάδικος. Τέλος, με τις διατάξεις των άρθρων 113 παρ. 1, 159 παρ. 1 περ. δ' και 176 παρ. 1 περ. ι' και ήδη θ' και 2 εδ. α' του ν. 3852/2010, όπως η διάταξη του άρθρου 176 παρ. 1 περ. Γ έχει αντικατασταθεί με τη διάταξη του άρθρου 54 ν. 4447/2016 και η περιπ. ι' αναριθμηθεί σε περίπτωση ιη'με το άρθρο 3 παρ. 2 ν. 4623/2019 και σε περίπτωση θ' με το άρθρο 40 παρ. 2 ν. 4735/2020, που αντικατέστησαν εκ νέου στη συνέχεια την ως άνω διάταξη του άρθρου 176 του ν. 3852/2010, ορίζεται, αντίστοιχα, ότι: "Όργανα της Περιφέρειας είναι ο Περιφερειάρχης, οι Αντιπεριφερειάρχες, το Περιφερειακό Συμβούλιο, η Οικονομική Επιτροπή και η Εκτελεστική Επιτροπή", "Ο Περιφερειάρχης εκπροσωπεί την περιφέρεια δικαστικώς και εξωδίκως", "Η οικονομική Επιτροπή είναι αρμόδια για.....θ) την απόφαση, για την άσκηση ή μη όλων των ενδίκων βοηθημάτων και ενδίκων μέσων, καθώς και για την παραίτηση από αυτά" και "Οι αρμοδιότητες της Οικονομικής Επιτροπής είναι αποκλειστικές".

Από τις προαναφερόμενες διατάξεις συνάγεται ότι για την άσκηση αίτησης αναίρεσης από την περιφέρεια απαιτείται θετική προς τούτο απόφαση της Οικονομικής Επιτροπής....δυνάμει της οποίας ο Περιφερειάρχης, ο οποίος εκπροσωπεί δικαστικώς την Περιφέρεια, αναθέτει την άσκηση της αίτησης αναίρεσης και την εκπροσώπηση της Περιφέρειας ενώπιον του Αρείου Πάγου κατά τη συζήτηση αυτής σε δικηγόρο, στον οποίο χορηγεί προς τούτο πληρεξουσιότητα.

Στην προκειμένη περίπτωση, κατά τη συζήτηση στη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας των ενδίκων από 12-10-2020 και 16-10-2020 αιτήσεων αναίρεσης, οι διάδικοι υπό αμφότερες τις ιδιότητές τους (του αναιρεσείοντος και του αναιρεσιβλήτου) παραστάθηκαν και συγκεκριμένα ο μεν αναιρεσείων-αναιρεσίβλητος Σ.

Κ. αυτοπροσώπως, ως δικηγόρος, ο δε αναιρεσίων-αναιρεσίβλητος Οργανισμός Τοπικής Αυτοδιοίκησης Β' βαθμού με την επωνυμία "Περιφέρεια Στερεάς Ελλάδας" δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Αθανασίου Μακρυγιάννη. Από τα στοιχεία της δικογραφίας δεν προκύπτει ότι ο, ως άνω, αναιρεσείων-αναιρεσίβλητος ΟΤΑ Β' βαθμού χορήγησε νομίμως πληρεξουσιότητα στον παραπάνω δικηγόρο για τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, αφού δεν προσκομίζει ούτε επικαλείται σχετική περί χορήγησης πληρεξουσιότητας συμβολαιογραφική πράξη ή ιδιωτικό έγγραφο φέρον βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής του εκπροσωπούντος αυτό Περιφερειάρχη Στερεάς Ελλάδας από αρμόδια αρχή.

Μόνα δε τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα σχετικά έγγραφα και συγκεκριμένα το απόσπασμα πρακτικού 38/28-9-2021 της Περιφέρειας Στερεάς Ελλάδας, στο οποίο περιέχεται η με αριθ. 1324/2021 απόφαση της Οικονομικής Επιτροπής για το διορισμό του εν λόγω δικηγόρου, προκειμένου να την εκπροσωπήσει ενώπιον του Αρείου Πάγου και για τον καθορισμό της αμοιβής αυτού, και η με αριθ.

πρωτ. 236808/616/22-10-2021 απόφαση του Περιφερειάρχη περί τροποποίησης της παραπάνω απόφασης ως προς τον καθορισμό της δικηγορικής αμοιβής, δεν αναπληρώνουν την απαιτούμενη χορήγηση πληρεξουσιότητας προς τον εν λόγω δικηγόρο, με το νόμιμο τρόπο, που προεκτέθηκε. Επομένως, ο, ως άνω, αναιρεσείων-αναιρεσίβλητος ΟΤΑ Β' βαθμού δεν μετέχει στην αναιρετική δίκη όπως ορίζει ο νόμος, οπότε θεωρείται δικονομικά απών.

Περαιτέρω από τις με αριθ. 426Γ/31-5-2021 και 427Γ/31-5-2021 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Λαμίας Δ. Ρ. που επικαλείται και προσκομίζει ο αναιρεσείων-αναιρεσίβλητος Σ. Κ., προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο των ενδίκων από 12-10-2020 και από 16-20-2020, αντίστοιχα, αιτήσεων αναίρεσης με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο, που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας επιδόθηκαν νομίμως και εμπροθέσμως στον αναιρεσίβλητο - αναιρεσείοντα ΟΤΑ Β' βαθμού "Περιφέρεια Στερεάς Ελλάδας".

Επομένως, εφόσον ο δικονομικά απών, ως άνω, αναιρεσείων- αναιρεσίβλητος κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, η συζήτηση των ενδίκων αιτήσεων αναίρεσης πρέπει να προχωρήσει παρά την απουσία του.

Με τις ένδικες: α) από 12-10-2020 και με αριθ. κατ. 16/13-10-2020 και β) από 16-10-2020 και με αριθ. κατ. 17/16-10-2020 αντίθετες αιτήσεις αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών από αμοιβές για την παροχή εργασίας (άρθρο 678 παρ. 1 ΚΠολΔ) με αριθ. 115/8-10-2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Λαμίας.

Με τη προσβαλλόμενη απόφαση το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν: α) την από 17-11-2017 και με αριθ. κατ. 33/20-11-2017 ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και με αριθ. κατ. 203/27-11-2017 ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου έφεση του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος-αναιρεσιβλήτου Οργανισμού Τοπικής Αυτοδιοίκησης Β' βαθμού και β) την από 30-11-2017 και με αριθ.

κατ. 37/30-11-2017 ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και με αριθ. κατ. 210/5-12-2017 ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου έφεση του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος-αναιρεσιβλήτου, δικηγόρου, κατά της με αριθ. 66/28-9- 2017 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αμφισσας, που εκδόθηκε επί της από 15-12-2015 και με αριθ.

κατ. ΕΓΜ 12/29-12-2015 αγωγής. Με την εν λόγω αγωγή, ο ενάγων, δικηγόρος Άμφισσας, ισχυρίσθηκε ότι δυνάμει σύμβασης εντολής, που καταρτίσθηκε τον Απρίλιο 2010, η Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Φωκίδας, στη θέση της οποίας υπεισήλθε αυτοδικαίως, σύμφωνα με το άρθρο 283 παρ. 2 και 3 ν. 3852/7- 6-2010 ο εναγόμενος ΟΤΑ Β' βαθμού με την επωνυμία "Περιφέρεια Στερεάς Ελλάδας", του ανέθεσε τη δικαστική εκπροσώπησή της για την αντίκρουση της αγωγής που είχε ασκήσει εναντίον της ενώπιον του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Λιβαδειάς η Εταιρία Περιορισμένης Ευθύνης με την επωνυμία "……ΕΤΑΙΡΙΑ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ……".

Επικαλούμενος δε έλλειψη συμφωνίας για τη δικηγορική αμοιβή του ζήτησε, κυρίως με βάση την ενδοσυμβατική ευθύνη και επικουρικώς με βάση τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, να αναγνωρισθεί ότι το εναγόμενο υποχρεούται να του καταβάλει νομιμοτόκως για τις δικαστικές εργασίες που εκτέλεσε τη νόμιμη αμοιβή, σύμφωνα με το ισχύον κατά το χρόνο χορήγησης της εντολής και εκτέλεσης των εργασιών ν.δ. 3026/1954 "περί του Κώδικος Δικηγόρων", ανερχόμενη στο ποσό των 440.554,67 ευρώ.

Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, με την, ως άνω, απόφαση, που, κατά τα προεκτεθέντα, επικυρώθηκε από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή κατά την κύρια βάση της και, κατόπιν αποδοχής της προταθείσας από το εναγόμενο ένστασης περί μείωσης της αμοιβής κατά 50%, με βάση το άρθρο 281 ν. 3463/2006, αναγνώρισε ότι το εναγόμενο υποχρεούται να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 220.277,33 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της αγωγής μέχρι την εξόφληση.

Οι υπό κρίση αιτήσεις αναίρεσης, οι οποίες πρέπει να συνεκδικασθούν, κατά τα άρθρα 246 και 573 ΚΠολΔ, διότι έτσι διευκολύνεται η διεξαγωγή της όλης δίκης, ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα, αφού αντίγραφο της προσβαλλόμενης απόφασης επιδόθηκε στο αναιρεσείον-αναιρεσίβλητο Ν.Π.Δ.Δ. στις 17-9-2020, όπως προκύπτει από τη σχετική επί του προσκομιζομένου αντιγράφου αυτής επισημείωση του δικαστικού επιμελητή, οι δε αιτήσεις αναίρεσης κατατέθηκαν στη γραμματεία του εκδώσαντος την προσβαλλόμενη απόφαση δικαστηρίου στις 13-10-2020 και στις 16-10-2020, αντίστοιχα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 1, 566 παρ. 1, 144 ΚΠολΔ). Επομένως είναι παραδεκτές και πρέπει να ερευνηθούν περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων τους.

Α) Επί της από 16-10-2020 αίτησης αναίρεσης του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, δηλαδή εσφαλμένη υπαγωγή σε αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού. (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΑΠ 144/2019).

Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς (ΑΠ 319/2017, ΑΠ 130/2016). Περαιτέρω, στο ν.δ. 3026/1954 "Περί Κώδικος των Δικηγόρων" που ίσχυε κατά το χρόνο κατάρτισης και εκτέλεσης της ένδικης σύμβασης (Απρίλιος και Μάϊος του έτους 2010), ορίζονται τα εξής:

α) στο άρθρο 92 παρ. 1 ότι τα της αμοιβής του δικηγόρου ορίζονται με συμφωνία του δικηγόρου και του εντολέα του ή του αντιπροσώπου του, η οποία περιλαμβάνει είτε όλη τη διεξαγωγή της δίκης, είτε μέρος της, ή κατ' ιδίαν πράξεις ή άλλης φύσεως εργασίες, σε καμία όμως περίπτωση δεν επιτρέπεται να υπολείπεται των ελαχίστων ορίων, που καθορίζονται από τα άρθρα 98 επ.

του, ως άνω Κώδικα, κάθε δε άλλη συμφωνία για λήψη κατώτερης αμοιβής είναι άκυρη ανεξαρτήτως του χρόνου κατάρτισής της. β) στο άρθρο 98 παρ. 1 και 2 ότι εν ελλείψει ειδικής συμφωνίας το ελάχιστο ποσό της αμοιβής του δικηγόρου ορίζεται κατά τις διατάξεις των επομένων άρθρων, αυξανόμενο κατά την κρίση του δικαστηρίου αναλόγως της επιστημονικής εργασίας, της αξίας και του είδους της διεκπεραιωθείσας υπόθεσης, του καταναλωθέντος χρόνου, της σπουδαιότητας της διαφοράς, των ιδιαζουσών περιστάσεων και εν γένει των καταβληθεισών δικαστικών ή εξωδίκων ενεργειών.

Κατά τον προσδιορισμό αυτό, η αποτίμηση κάθε πράξης και ενέργειας δεν δύναται να ορισθεί από τα δικαστήρια κατώτερη των αναφερομένων στα επόμενα άρθρα, γ) Στο άρθρο 100 παρ. 1 ότι ελάχιστο όριο της αμοιβής για τη σύνταξη κύριας αγωγής ορίζεται σε ποσοστό 2% επί της αξίας του αντικειμένου της αγωγής και δ) Στο άρθρο 107 παρ. 1 ότι για τη σύνταξη προτάσεων επί της πρώτης συζήτησης της υπόθεσης το ελάχιστο όριο της αμοιβής του μεν δικηγόρου του εναγομένου είναι ίσο προς το οριζόμενο για τη σύνταξη της αγωγής κ.λ.π.

στο άρθρο 100, του δε δικηγόρου του ενάγοντος είναι το ήμισυ αυτής. Εξάλλου, σε περίπτωση έλλειψης ειδικής συμφωνίας, η αμοιβή του δικηγόρου και επί υποθέσεων στα διοικητικά δικαστήρια κανονίζεται, αδιαφόρως αν πρόκειται για πράξεις της προδικασίας ή τέτοιες στο ακροατήριο τους, αναλογικά με βάση τις διατάξεις του Δικηγορικού Κώδικα, που ισχύουν και ρυθμίζουν τα των δικηγορικών αμοιβών σε εργασίες ενώπιον των πολιτικών δικαστηρίων, δεδομένου ότι η διάταξη του άρθρου 152 του Κώδικα περί Δικηγόρων, που προέβλεπε πάγια και μόνο δικηγορική αμοιβή ειδικώς για τις πράξεις της προδικασίας (όπως η σύνταξη εισαγωγικών δικογράφων) στα διοικητικά δικαστήρια, έχει καταργηθεί σιωπηρώς, μετά τις γενόμενες, προς το σκοπό καθιέρωσης ομοιόμορφου μεταξύ των δικαστηρίων αυτών (πολιτικών και διοικητικών) τρόπου αμοιβής, ρυθμίσεις των άρθρων 4 παρ. 2 ν. 4507/1966 και άρθρου 8 ν. 950/1979 (Ολ ΑΠ 7/2005, ΑΠ 1379/2015, ΑΠ 825/2005).

Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 281 ν. 3463/2006 "Κύρωση του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων", που ισχύει από 1-1-2007 (ταυτόσημη και η προηγούμενη ρύθμιση του άρθρου 307 παρ. 1 του π.δ. 410/1995 "Δημοτικός Κοινοτικός Κώδικας"), οι πληρεξούσιοι δικηγόροι που διορίζονται από δήμο ή κοινότητα αμείβονται σύμφωνα με τις διατάξεις του Κώδικα περί Δικηγόρων, που ισχύουν κάθε φορά.

Επίσης, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 15 παρ. 32 περ. θ του ν. 2503/1997 "Διοίκηση Οργάνωση Στελέχωση της περιφέρειας, ρύθμιση θεμάτων για την τοπική αυτοδιοίκηση και άλλες διατάξεις", η Νομαρχιακή Επιτροπή έχει την αρμοδιότητα να αποφασίζει για την πρόσληψη δικηγόρου και για την ανάκληση της πληρεξουσιότητάς του, όταν δεν έχει προσληφθεί δικηγόρος με μηνιαία αντιμισθία ή ο προσληφθείς δεν έχει δικαίωμα παράστασης στο δικαστήριο που είναι διάδικος η Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση.

Η αμοιβή του δικηγόρου στις περιπτώσεις αυτές ορίζεται σύμφωνα με τις διατάξεις του Κώδικα περί Δικηγόρων, όπως ισχύουν κάθε φορά, με βάση πίνακα αμοιβών που ελέγχεται σύμφωνα με τις διατάξεις του Κώδικα περί Δικηγόρων, όπως ισχύουν κάθε φορά, και θεωρείται από τον Πρόεδρο του οικείου Δικηγορικού Συλλόγου ή με τελεσίδικη απόφαση του αρμοδίου Δικαστηρίου.

Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 3 ν.δ. 31/1968 "περί προστασίας της περιουσίας των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοικήσεως", "αι υπό των αστικών εν γένει νόμων και των ουσιαστικών διατάξεων των δικών του Δημοσίου αναγνωριζόμενοι εις το δημόσιον προνομίαι ή τεθεσπισμέναι ειδικαί προαστευτικαί διατάξεις εφαρμόζονται αναλόγως και επί των Οργανισμών Τοπικής Αυοδιοικήσεως, εφόσον αι τυχόν υφιστάμεναι αντίστοιχοι δια τους οργανισμούς τούτους προνομίαι εν γένει δεν είναι ευρύτεραι ή ευνοϊκώτεραι των επί του Δημοσίου ισχυουσών", ενώ σύμφωνα με το άρθρο 4 παρ. 1 του ίδιου, ως άνω, ν.δ. "πάντα τα επί των πολιτικών, ποινικών και διοικητικών προνομίων του Δημοσίου τα αναγνωριζόμενα υπό του Κώδικος Νόμων περί Δικών του Δημοσίου και υπό ετέρων γενικών ή ειδικών διατάξεων εφαρμόζονται αναλόγως επί των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοικήσεως εφόσον ούτοι δεν απολαμβάνουν μέχρι τούδε ευνοϊκοτέρων και ευρυτέρων προνομίων υπό της κειμένης νομοθεσίας".

Από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει ότι οι Οργανισμοί Τοπικής Αυτοδιοίκησης απολαμβάνουν μεν των παραπάνω προνομίων του Δημοσίου, όσον αφορά όμως την καταβλητέα στους απασχολούμενους δικηγόρους τους, ανά υπόθεση, δικηγορική αμοιβή, δεν εξομοιώνονται με το Δημόσιο, αλλά υπάγονται στις διατάξεις του Κώδικα Περί Δικηγόρων (ΑΠ 1379/2015, ΑΠ 1684/2012).

Επομένως, δεν εφαρμόζονται στις σχέσεις των ΟΤΑ με τους δικηγόρους αυτών οι διατάξεις του άρθρου 24 παρ. 5 ν. 3086/2002, όπως ίσχυε πριν την αντικατάστασή του με το άρθρο 175 παρ. 7 ν. 4261/2014 που όριζαν ότι η αμοιβή των δικηγόρων του Δημοσίου διέπεται από τις διατάξεις του ν. δ. 3026/1954 "Περί του Κώδικος Δικηγόρων", όπως κάθε φορά ισχύουν και καθορίζεται στο διπλάσιο του ελάχιστου ορίου από εκείνο που προβλέπεται από αυτές για κάθε δικαστική ή εξώδικη ενέργεια, ενώ σε δικαστικές ή εξώδικες εργασίες, για τις οποίες από τις διατάξεις του Κώδικα η αμοιβή ορίζεται σε ποσοστό επί της αξίας του αντικειμένου της υπόθεσης, οι δικηγόροι του Δημοσίου αμείβονται με το διπλάσιο του ελάχιστου ορίου, που ορίζεται με τις διατάξεις των άρθρων 100 παρ. 4, 107 παρ. 1 εδ. 2 και 110 παρ. 1 του πιο πάνω Κώδικα, στην πρώτη περίπτωση και από το άρθρο 161 παρ. 4 στη δεύτερη περίπτωση, οι αμοιβές δε αυτές μπορούν κατά την εκκαθάρισή τους είτε να μειωθούν μέχρι του ελαχίστου ορίου, που προβλέπουν οι διατάξεις του παραπάνω Κώδικα, όταν πρόκειται για χειρισμό μεγάλου αριθμού ομοίων υποθέσεων ή όταν ο δικηγόρος του Δημοσίου δεν χειρίσθηκε την υπόθεση με την προσήκουσα επιμέλεια, είτε να αυξηθούν μέχρι το τετραπλάσιο του ελάχιστου αυτού ορίου όταν επιδείχθηκε από το δικηγόρο ιδιαίτερο ενδιαφέρον και επιμέλεια (ΑΠ 1684/2012, ΑΠ 1907/2008, ΑΠ 800/2008).

Εξάλλου, όσον αφορά τις Νομαρχιακές Αυτοδιοικήσεις ορίζεται, μεταξύ άλλων, στο άρθρο 38 παρ. 1 ν. 2218/1994 (που κωδικοποιήθηκε ως άρθρο 99 στο π.δ. 30/1996) ότι (οι Νομαρχιακές Αυτοδιοικήσεις) έχουν τις ίδιες φορολογικές απαλλαγές, που ισχύουν κάθε φορά για τους Δήμους και τις Κοινότητες και όλες ανεξαιρέτως τις ατέλειες και τα δικαστικά, διοικητικά προνόμια που παρέχονται στο Δημόσιο (παρ. 1 ).

Ορίζεται επίσης στην παρ. 2 του ιδίου άρθρου (όπως ορίζεται και στο προεκτεθέν άρθρο 3 ν.δ. 31/1968, που αφορά τους Ο.Τ.Α.) ότι τα προνόμια και οι ειδικές προστατευτικές διατάξεις που θεσπίζονται για το Δημόσιο και τους αστικούς εν γένει νόμους και τις ουσιαστικές διατάξεις του Κώδικα Νόμων Δικών Δημοσίου εφαρμόζονται αναλόγως και για τις Νομαρχιακές Αυτοδιοικήσεις, εφόσον δεν προβλέπεται γι' αυτές από άλλες διατάξεις αντίστοιχη ή ευνοϊκότερη ρύθμιση.

Ωστόσο, το γεγονός ότι οι Νομαρχιακές Αυτοδιοικήσεις απολαμβάνουν, σύμφωνα με την παραπάνω διάταξη, των ατελειών, των δικαστικών, διοικητικών προνομίων και των, ως άνω, ειδικών προστατευτικών διατάξεων, δεν συνεπάγεται την εφαρμογή και σ' αυτές του άρθρου 24 παρ. 5 ν. 3086/2002, που ρυθμίζουν την αμοιβή των δικηγόρων του Δημοσίου, αφού η ρύθμιση αυτή δεν αποτελεί ατέλεια, προνόμιο ή ειδική προστατευτική διάταξη, ενώ, επιπλέον, δεν προβλέπεται από την εν λόγω διάταξη εξομοίωση των Νομαρχιακών Αυτοδιοικήσεων με το Δημόσιο ως προς τον διάφορο τρόπο αμοιβής των απασχολουμένων από το δεύτερο δικηγόρων.

Αντιθέτως, στο μεταγενέστερο (του ν. 2218/1994) ν. 2503/1997 και ισχύοντα κατά τον επίδικο χρόνο (άρθ. 15 παρ. 32 περ. θ' αυτού) ρυθμίζεται ειδικά το ζήτημα της αμοιβής των δικηγόρων που απασχολούνται στις Νομαρχιακές Αυτοδιοικήσεις, που, όπως προεκτέθηκε, ορίζεται σύμφωνα με τις διατάξεις του Κώδικα περί Δικηγόρων, όπως ισχύουν κάθε φορά, κατά τον ίδιο, δηλαδή τρόπο που ορίζεται και η αμοιβή των δικηγόρων στους δήμους και στις κοινότητες.

Δεν υφίσταται, επομένως, κενό δικαίου, όσον αφορά το ζήτημα της αμοιβής των δικηγόρων που απασχολούνται από τις Νομαρχιακές Αυτοδιοικήσεις, που ρυθμίζεται από την παραπάνω διάταξη, ώστε να τίθεται ζήτημα αναλογικής εφαρμογής και στις Νομαρχιακές Αυτοδιοικήσεις του άρθρου 24 παρ. 5 ν. 3086/2002 (πρβλ. ΟλΑΠ 7/2017).

Η κρίση αυτή του δικαστηρίου ενισχύεται και από το γεγονός ότι στο ν. 3852/2010 "Νέα Αρχιτεκτονική της Αυτοδιοίκησης και της Αποκεντρωμένης Διοίκησης-Πρόγραμμα Καλλικράτης" ορίζεται (άρθρο 176 παρ. 1 περ. η', με βάση την αρχική του διατύπωση, όπως ίσχυε κατά τον επίδικο χρόνο) ότι η αμοιβή των δικηγόρων, που απασχολούνται από την Περιφέρεια (που υπεισήλθε αυτοδικαίως σύμφωνα με το άρθρο 283 παρ. 2 και 3 του εν λόγω νόμου σε όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της αντίστοιχης Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης) ορίζεται σύμφωνα με τις διατάξεις του Κώδικα περί Δικηγόρων, ήδη δε με την περ.

κ (κβ) του ιδίου άρθρου, όπως αντικαταστάθηκε αρχικά με το άρθρο 3 παρ. 2 ν. 4623/2019 και στη συνέχεια με την περ. ιβ του ιδίου άρθρου, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 40 παρ. 2 ν. 4735/2020 και στη συνέχεια με το άρθρο 38 παρ. 2 ν. 4795/2021 ορίσθηκε ότι για την αμοιβή των δικηγόρων της Περιφέρειας εφαρμόζεται κατ' αναλογία το άρθρο 281 ν. 3463/2006.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, μετά από εκτίμηση των προσκομισθέντων με επίκληση από τους διαδίκους αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, ως προς την ουσία της διαφοράς, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα:

Ο ενάγων είναι δικηγόρος, μέλος του Δικηγορικού Συλλόγου Άμφισσας, με αριθμό μητρώου 39....Την 19-4-2010, στην Άμφισσα, συνήλθε σε τακτική συνεδρίαση η Α' Νομαρχιακή Επιτροπή του ν. 3274/2004, σύμφωνα με τη με αριθ. 66/16-4-2010 πρόσκληση της Προέδρου Π. Λ.-Κ. με το με αριθ. 12 πρακτικό συνεδρίασης, στο οποίο συμπεριελήφθηκε ως θέμα ημερήσιας διάταξης (θέμα 12°) ο διορισμός δικηγόρου για εκπροσώπηση της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Φωκίδας όσον αφορά την αγωγή της εταιρίας με την επωνυμία "………Ε.Π.Ε.

…..", όπως εκπροσωπείται νόμιμα και του Π. Δ. του Κ., με την οποία ζητούσαν χρηματική αποζημίωση ποσού 16.929.609,12 ευρώ και χρηματική ικανοποίηση για την ικανοποίηση της ηθικής βλάβης, ποσού 1.000.000 ευρώ και συνολικά ποσού 17.929.609,12 ευρώ και αποφασίσθηκε κατά πλειοψηφία με τη με αριθ. 72/2010 απόφαση, κατόπιν ανάπτυξης του ανωτέρω θέματος από την Πρόεδρο, ο διορισμός ως πληρεξουσίου δικηγόρου της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Φωκίδας του ενάγοντος προς υπεράσπιση των συμφερόντων αυτής κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο Διοικητικό Πρωτοδικείο Λιβαδειάς, τη δικάσιμο 27-5-2010 ή σε κάθε μετ' αναβολή ορισθείσα ή τυχόν γενόμενη έφεση και μέχρι την περάτωση της υπόθεσης.

Σε εκτέλεση της ανωτέρω απόφασης και προς διεκπεραίωση της δοθείσας σε αυτόν εντολής, ο ενάγων προέβη στις κάτωθι ενέργειες: α) λήψη φακέλων, β) κατάρτιση διοικητικού φακέλου, συνεργασία και συνεννοήσεις με την Πολεοδομία, γ) παράσταση στο Διοικητικό Πρωτοδικείο Λιβαδειάς τη δικάσιμο της 27-5-2010, οπότε η συζήτηση της υπόθεσης αναβλήθηκε για τη δικάσιμο της 30-9-2010, δ) παράσταση στο Διοικητικό Πρωτοδικείο Λιβαδειάς τη δικάσιμο της 30-9-2010, οπότε η συζήτηση της υπόθεσης αναβλήθηκε για τη δικάσιμο της 25-11-2010, ε) παράσταση στο Διοικητικό Πρωτοδικείο Λιβαδειάς τη δικάσιμο της 25-11-2010, στ) κατάθεση του από 24-9-2010 υπομνήματος και των απαιτουμένων νομιμοποιητικών εγγράφων και ζ) κατάθεση της από 26-11-2010 προσθήκης υπομνήματος.

Επί της ανωτέρω αγωγής εκδόθηκε η με αριθ. 206/2012 απόφαση του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Λιβαδειάς, η οποία ανέστειλε την έκδοση οριστικής απόφασης στην ουσία έως την έκδοση και δημοσίευση των αναφερομένων στην προσβαλλόμενη απόφαση αποφάσεων. Δέχθηκε περαιτέρω το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ότι η αμοιβή του ενάγοντος, για τις εργασίες που εκτέλεσε, υπολογιζόμενη, σύμφωνα με τα ελάχιστα όρια των αμοιβών των άρθρων 107 και 100 του Κώδικα περί Δικηγόρων σε ποσοστό 2% επί του αντικειμένου της διαφοράς ανέρχεται στο ποσό των 358.592,18 ευρώ (17.929.609,12 Χ 2%), προστιθεμένου του αναλογούντος Φ.Π.Α.

σε ποσοστό 23%, δηλαδή ποσού 82.476,20 ευρώ. Ετσι που έκρινε το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ορθά εφάρμοσε για τον προσδιορισμό της αμοιβής του ενάγοντος τις διατάξεις των άρθρων 100 και 107 του Κώδικα περί Δικηγόρων και δεν παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 24 παρ. 5 ν. 3086/2002, που ρυθμίζει την περίπτωση αμοιβής δικηγόρων, που απασχολήθηκαν από το Δημόσιο, η οποία, σύμφωνα με τις νομικές σκέψεις που προεκτέθηκαν δεν ήταν εφαρμοστέα, ούτε ευθέως ούτε αναλογικώς, στην ένδικη υπόθεση, που αφορά αμοιβή δικηγόρου, που απασχολήθηκε από Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση.

Επομένως, ο πρώτος λόγος της από 16-10-2020 αίτησης αναίρεσης, με την οποία ο αναιρεσείων ΟΤΑ Β' βαθμού υποστηρίζει το αντίθετο είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Κατά το άρθρο 281 ΑΚ, η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο οικονομικός και ο κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος.

Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, για να θεωρηθεί η άσκηση του δικαιώματος καταχρηστική, πρέπει η προφανής υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη, ή ο οικονομικός ή κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος να προκύπτει από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του υπόχρεου ή από την πραγματική κατάσταση που δημιουργήθηκε ή από τις περιστάσεις που μεσολάβησαν, ή από άλλα περιστατικά, τα οποία, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή την άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου.

Απαιτείται δηλαδή, για να χαρακτηρισθεί καταχρηστική η άσκηση δικαιώματος, να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο από τη συμπεριφορά του δικαιούχου, σε συνάρτηση με εκείνη του υπόχρεου, και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του. Επίσης, οι πράξεις του υπόχρεου και η κατάσταση πραγμάτων που διαμορφώθηκε υπέρ αυτού πρέπει να τελούν σε αιτιώδη σχέση με την προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου, αφού, κατά τους κανόνες της καλής πίστης, οι συνέπειες που απορρέουν από πράξεις άσχετες προς αυτή τη συμπεριφορά δεν συγχωρείται να προβάλλονται προς απόκρουση του δικαιώματος.

Μόνη η μακροχρόνια αδράνεια του δικαιούχου και όταν ακόμη δημιούργησε στον οφειλέτη την πεποίθηση ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται πλέον να ασκηθεί, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική τη μεταγενέστερη άσκησή του, αλλά απαιτείται να συντρέχουν επιπρόσθετα ειδικές συνθήκες και περιστάσεις προερχόμενες κυρίως από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του οφειλέτη, ενόψει των οποίων και της αδράνειας του δικαιούχου η επακολουθούσα άσκηση του δικαιώματος, που τείνει σε ανατροπή της κατάστασης που δημιουργήθηκε υπό τις παραπάνω ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε επί μακρό χρόνο, επαγόμενη ιδιαιτέρως επαχθείς για τον υπόχρεο συνέπειες, να εξέρχεται των ορίων που τίθενται με τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ.

Το ζήτημα δε αν οι συνέπειες που επάγεται η άσκηση του δικαιώματος είναι επαχθείς για τον υπόχρεο πρέπει να αντιμετωπίζεται και σε συνάρτηση με τις αντίστοιχες συνέπειες που μπορεί να επέλθουν σε βάρος του δικαιούχου από την παρακώλυση της ικανοποίησης του δικαιώματος του (ΟλΑΠ 6/2016, ΑΠ 1379/2015). Εξάλλου, η διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, που έχει έντονο το χαρακτήρα της δημόσιας τάξης, εφαρμόζεται και επί δικαιωμάτων που απορρέουν από άλλες, επίσης δημόσιας τάξης διατάξεις, όπως είναι οι αξιώσεις των δικηγόρων προς καταβολή της ελάχιστης αμοιβής τους για την παροχή των νομικών υπηρεσιών τους, που ορίζεται από τις διατάξεις του ν.δ. 3026/1954 "Περί Κώδικα Δικηγόρων" (ΟλΑΠ 10/2012, ΑΠ 1379/2015).

Πάντως, δεν συντρέχει περίπτωση καταχρηστικής άσκησης της αξίωσης του δικηγόρου περί της αμοιβής του από το λόγο ότι αυτή, ως εκ της αξίας του αντικειμένου, με βάση την οποία υπολογίζεται, είναι μεγάλη, όταν ο υπολογισμός της γίνεται με βάση τα ελάχιστα όρια του Κώδικα περί Δικηγόρων, από το ότι για την εργασία του δικηγόρου για την οποία ζητείται η αμοιβή, απαιτήθηκε λίγος χρόνος και καταβλήθηκε μικρή επιστημονική προσπάθεια, ( ΑΠ 1388/2015, ΑΠ 1423/2008), καθώς και από το γεγονός ότι ο δικηγόρος, σε προηγούμενες υποθέσεις που χειρίσθηκε για τον ίδιο εντολέα δεν αξίωσε αμοιβή με βάση τις διατάξεις του Κώδικα περί Δικηγόρων (ΑΠ 1379/2015).

Ο αναιρεσείων-εναγόμενος με το δεύτερο λόγο αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια ότι παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, την οποία εσφαλμένα δεν εφάρμοσε, απορρίπτοντας ως μη νόμιμη τη νομίμως προταθείσα ένσταση του περί καταχρηστικής άσκησης του αγωγικού δικαιώματος, για τη θεμελίωση της οποίας ισχυρίσθηκε ότι η αξία του αντικειμένου της δίκης, με βάση την οποία υπολογίζεται η αιτούμενη δικηγορική αμοιβή είναι μεγάλη, καθώς και ότι ο ενάγων του δημιούργησε την εύλογη πεποίθηση ότι δεν ασκήσει την ένδικη αξίωση, αφού τέτοια αμοιβή δεν είχε αξιώσει για προηγούμενες υποθέσεις που χειρίσθηκε.

Έτσι που έκρινε το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν παραβίασε την ουσιαστική διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, την οποία ορθά δεν εφάρμοσε, διότι δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή της, αφού, σύμφωνα με τις νομικές σκέψεις που προεκτέθηκαν τα παραπάνω επικαλούμενα από το εναγόμενο γεγονότα δεν καθιστούν την άσκηση του αγωγικού δικαιώματος καταχρηστική.

Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Κατόπιν των παραπάνω και επειδή δεν υπάρχει άλλος λόγος της από 16-10-2020 αίτησης αναίρεσης πρέπει αυτή να απορριφθεί και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, που παρέστη και κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται, ειδικότερα, στο διατακτικό.

Β) Επί της από 12-10-2020 αίτησης αναίρεσης του αναιρεσείοντος- ενάγοντος.

Σύμφωνα με το άρθρο 281 παρ. 1 ν. 3463/2006 "Κώδικας Δήμων και Κοινοτήτων" οι πληρεξούσιοι δικηγόροι που διορίζονται από Δήμο ή Κοινότητα αμείβονται σύμφωνα με τις διατάξεις του Κώδικα περί Δικηγόρων, όπως ισχύουν κάθε φορά. Η αμοιβή τους μπορεί να ελαττωθεί με απόφαση του δικαστηρίου, που δικάζει πίνακα αμοιβών τους έως το πενήντα τοις εκατό (50%) των κατώτατων ορίων που ορίζονται στον Κώδικα, ύστερα από εκτίμηση της οικονομικής κατάστασης του Δήμου ή της Κοινότητας που έχει διορίσει το δικηγόρο.

Αντίστοιχη ρύθμιση με αυτήν της παραπάνω διάταξης του εδαφίου β' της παρ. 1 του άρθρου 281 ν. 3463/2006 δεν προβλέπεται στο ισχύον κατά το χρόνο ανάθεσης της ένδικης εντολής (Απρίλιο 2010) π.δ. 30/1996 "Κώδικας Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης". Συντρέχει όμως λόγος αναλογικής εφαρμογής της εν λόγω διάταξης του "Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων" και στις περιπτώσεις αμοιβής δικηγόρων που απασχολούνται από τις Νομαρχιακές Αυτοδιοικήσεις ενόψει της ομοιότητας των δύο περιπτώσεων, καθόσον πρόκειται για Οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοίκησης (Α'και Β' βαθμού, αντίστοιχα), ενώ εξυπηρετείται σε αμφότερες τις περιπτώσεις ο σκοπός της προστασίας των ΟΤΑ σε περίπτωση οικονομικής αδυναμίας για την εξυπηρέτηση των λειτουργικών αναγκών τους, προς όφελος των πολιτών.

Η κρίση αυτή του Δικαστηρίου ενισχύεται από το γεγονός ότι την αναλογική εφαρμογή του άρθρου 281 ν. 3463/2006 για τον ορισμό της αμοιβής των δικηγόρων που απασχολούνται από τις Περιφέρειες προβλέπει πλέον ρητά, όπως προεκτέθηκε, το άρθρο 176 παρ. 1 περ. κ (κ β) αρχικά μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 3 παρ. 2 ν. 4623/2019 και στη συνέχεια με την περ.

ιβ του ιδίου άρθρου του ν. 3852/2010, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 40 παρ. 2 ν. 4735/2020 και στη συνέχεια με το άρθρο 38 παρ. 2 ν. 4795/2021.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, δέχθηκε, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: Από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα και ιδίως από τις με αριθμούς πρωτοκόλλου 41929/454/24-2-2017 και 21694/291/1-2-2017 βεβαιώσεις της Διεύθυνσης Διοικητικού-Οικονομικού του εναγομένου προέκυψε ότι η οικονομική κατάσταση της Περιφερειακής Ενότητας Φωκίδας δεν είναι καλή και ότι στην χρονική περίοδο 2009-2016, με εξαίρεση το έτος 2011, άπαντες οι προϋπολογισμοί αυτής ήταν ελλειμματικοί, ότι τα ετήσια έσοδά της δεν επαρκούν για την κάλυψη του συνόλου των λειτουργικών και εν γένει δαπανών, που είναι υπέρτερες και ότι το εκάστοτε έλλειμμα του ετήσιου προϋπολογισμού, το οποίο για το έτος 2010 ανήλθε στο ποσό των 4.390.453,17 ευρώ και για το έτος 2016 ανήλθε στο ποσό των 198.322,91 ευρώ, καλύπτονταν ανά έτος από το ταμειακό υπόλοιπο του προηγούμενου χρόνου που προέρχονταν από επιχορηγήσεις μεταβιβαστικών δανείων (χρήματα που χρησιμοποιούνται για ορισμένο σκοπό, μισθοδοσίες, μεταφορά μαθητών, δακοκτονίες, νευροπαθείς), ως προκύπτει από το ανωτέρω και με αριθμό πρωτοκόλλου 21694/291 έγγραφο της Περιφερειακής Ενότητας Φωκίδας Διεύθυνση Διοικητικού- Οικονομικού, που υπογράφεται από τον Ε.

Κ., Αντιπεριφερειάρχη και η γνησιότητά του δεν αμφισβητήθηκε από τους διαδίκους....Συνεπεία των ανωτέρω προέκυψε ότι το εναγόμενο δεν βρίσκεται σε καλή οικονομική κατάσταση και ως εκ τούτου η επιδίκαση της ανωτέρω δικηγορικής αμοιβής, ποσού 441.068,38 ευρώ, ενόψει του ύψους αυτής, θα προκαλέσει περαιτέρω επιδείνωση της οικονομικής κατάστασής του, σε βαθμό ώστε να δυσχερανθεί το πολύπλευρο και κοινωνικά αναγκαίο έργο του.

Συντρέχει, επομένως, εν προκειμένω περίπτωση εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 281 του ν. 3463/2006 "Κώδικας Δήμων και Κοινοτήτων" και ως εκ τούτου το ποσό της προαναφερόμενης δικηγορικής αμοιβής του ενάγοντος, που αντιστοιχεί στα οριζόμενα από τον Κώδικα περί Δικηγόρων κατώτερα όρια πρέπει να μειωθεί σε ποσοστό 50%, κατά παραδοχή της σχετικής ένστασης του εναγομένου ως ουσιαστικά βάσιμης και να περιορισθεί στο ποσό των 220.277,33 ευρώ.

Με την κρίση του αυτή, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, που εφάρμοσε στην ένδικη περίπτωση τη διάταξη του άρθρου 281 ν. 3463/2006 και, αποδεχόμενο τη σχετική προταθείσα ένσταση του εναγομένου, μείωσε την οφειλόμενη στον ενάγοντα δικηγορική αμοιβή κατά ποσοστό 50%, δεν παραβίασε, αυτήν αφού συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αναλογικής εφαρμογής της. Επομένως, ο πρώτος λόγος της ένδικης αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο υποστηρίζει το αντίθετο είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα ως ουσιώδεις ισχυρισμοί στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγου έφεσης (ΟλΑΠ 25/2003).

Αντιθέτως, δεν θεωρούνται "πράγματα" κατά την προαναφερθείσα έννοια οι αιτιολογημένες αρνήσεις των παραπάνω ισχυρισμών, ούτε οι ισχυρισμοί, που συνιστούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 194/2020). Εξάλλου, δεν στοιχειοθετείται ο από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, όταν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη τον προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε ευθέως για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετώπισε και απέρριψε στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 836/2019).

Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης ως αληθινά, χωρίς απόδειξη. Ο παραπάνω λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δέχεται "πράγματα" δηλαδή αυτοτελείς ισχυρισμούς των διαδίκων, που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση δικαιώματος, που ασκείται με αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση χωρίς να έχει προσκομισθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά, ή όταν δεν εκθέτει, έστω και γενικά από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξη γι' αυτά. (ΑΠ 1390/2019, ΑΠ 360/2016).

Με τους δεύτερο και τρίτο, από τους αριθμούς 8 και 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγους της από 12-10-2020 αίτησης αναίρεσης ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι α) εσφαλμένα απέρριψε τον ισχυρισμό του ότι για την εφαρμογή του άρθρου 281 ν. 3463/2006 έπρεπε να λάβει υπόψη την οικονομική κατάσταση της εναγομένης Περιφέρειας Στερεάς Ελλάδας, η οποία είναι υπόχρεη για την καταβολή της δικηγορικής αμοιβής και όχι την οικονομική κατάσταση της Περιφερειακής Ενότητας Φωκίδας, που έλαβε υπόψη (δεύτερος λόγος αναίρεσης) και β) εσφαλμένα δέχθηκε κατ' ουσίαν την εν λόγω ένσταση χωρίς απόδειξη, αφού η εναγομένη Περιφέρεια δεν προσκόμισε αποδεικτικά στοιχεία για την οικονομική κατάσταση της ίδιας, αλλά για την οικονομική κατάσταση της Περιφερειακής Ενότητας Φωκίδας.

Ο, ως άνω, δεύτερος λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί, διότι, όπως προεκτέθηκε, δεν στοιχειοθετείται ο από τον αριθμό 8 του άρθρου, 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης όταν το δικαστήριο αντιμετώπισε και απέρριψε τον προβληθέντα ισχυρισμό με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν, όπως συμβαίνει στην προκειμένη περίπτωση.

Επιπλέον ο ίδιος (δεύτερος), όπως και ο τρίτος λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν, εφόσον, με βάση τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, η ανάθεση της εντολής στον ενάγοντα έγινε από τη Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Φωκίδας. Επομένως, μετά την κατάργηση αυτής (άρθρο 283 παρ. 2 ν. 3852/2010), για τη διερεύνηση της ουσιαστικής βασιμότητας της ένστασης του άρθρου 281 ν. 3463/2006 ουσιώδες ζήτημα αποτελεί η οικονομική κατάσταση Περιφερειακής Ενότητας Φωκίδας, η οποία περιλαμβάνεται στην Περιφέρεια Στερεάς Ελλάδας (άρθρο 3 παρ. 3 ν. 3852/2010), της οποίας (Περιφερειακής Ενότητας Φωκίδας) την οικονομική κατάσταση έκρινε το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με βάση τις αποδείξεις, ως εκ του χρόνου ανάθεσης της εντολής.

Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 559 αριθ. 9 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, για τη θεμελίωση του προβλεπόμενου από αυτή λόγου αναίρεσης απαιτείται η παντελής σιωπή του δικαστηρίου της ουσίας σε αυτοτελή αίτηση των διαδίκων να υπάρχει όχι μόνο στο αιτιολογικό, αλλά και στο διατακτικό.

Συνεπώς, αν από το διατακτικό προκύπτει ότι η αίτηση δικαστικής προστασίας απορρίφθηκε στο σύνολο της, μολονότι δεν υπάρχει αιτιολογία ως προς όλα τα αιτήματα (σιωπηρή απόρριψη) δεν ιδρύεται ο παραπάνω λόγος αναίρεσης (ΑΠ 465/2015).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τέταρτο, από τον αριθμό 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι άφησε αδίκαστο το αίτημά του για επιδίκαση της δικαστικής δαπάνης και των δύο βαθμών δικαιοδοσίας, το οποίο πρόβαλε με τον τρίτο λόγο έφεσης, παραπονούμενος για το συμψηφισμό από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο των δικαστικών εξόδων, κατ' άρθρο 178 παρ. 1 ΚΠολΔ.

Όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν άφησε αδίκαστο το εν λόγω αίτημα, αλλά το απέρριψε σιωπηρώς, επιδικάζοντας στον ενάγοντα-εκκαλούντα και ήδη αναιρεσείοντα, με σχετική διάταξη στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης και κατόπιν αντίστοιχης σκέψης στο αιτιολογικό αυτής, τα δικαστικά έξοδα (μόνο) του δεύτερου βαθμού δικαιοδοσίας. Επομένως ο τέταρτος λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Κατόπιν των παραπάνω και επειδή δεν υπάρχει προς έρευνα άλλος λόγος της από 12-10-2020 αίτησης αναίρεσης πρέπει αυτή να απορριφθεί. Δικαστικά έξοδα δεν επιδικάζονται υπέρ του αναιρεσιβλήτου, αφού, όπως προεκτέθηκε, είναι δικονομικά απών. Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή στον αναιρεσείοντα του με αριθμό 35533981995012140096 παραβόλου, ποσού 450 ευρώ, που κατέθεσε με την από 12-10-2020 αίτηση αναίρεσης, όπως προκύπτει από τη με αριθμό 16-13-10-2020 πράξη κατάθεσης αυτής, καθόσον, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 495 παρ. 3 εδ. τελευταίο ΚΠολΔ, η υποχρέωση για κατάθεση παραβόλου δεν ισχύει, μεταξύ άλλων, για τις διαφορές του άρθρου 614 αριθ. 5 του ίδιου Κώδικα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Συνεκδικάζει τις από 12-10-2020 και με αριθ. κατ. 16/13-10-2020 και από 16-10-2020 και με αριθ. κατ. 17/16-10-2020 αιτήσεις για αναίρεση της με αριθ. 115/8-10-2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Λαμίας.

Απορρίπτει την από 12-10-2020 αίτηση αναίρεσης.

Διατάσσει την επιστροφή στον αναιρεσείοντα του αναφερομένου στο ιστορικό της παρούσας παραβόλου.

Απορρίπτει την από 16-10-2020 αίτηση αναίρεσης.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην από 16-10-2020 αίτηση αναίρεσης στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 13 Απριλίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 25 Μαΐου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ