Supreme Court allows appeal against second-instance dismissal, remanding case for retrial due to procedural error.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court accepted the appeal filed by the appellants against the Second Instance Court's dismissal of their lawsuit. The appellants argued that the Second Instance Court erred by accepting a new defense proposal for the first time after the hearing, violating procedural rules. The Court agreed, finding this a substantive procedural defect that justified overturning the lower court's decision and remanding the case for a new trial.
Legislator headnote
AI generatedArticles 269 and 527 of the Code of Civil Procedure; A new defense proposal submitted by a party for the first time after the hearing constitutes a substantive procedural defect, warranting the annulment of the judgment and remittal of the case for retrial.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 899 / 2020 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 899/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Χοϊμέ, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Μαρία Τζανακάκη και Ε. Φραγκάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 6 Μαρτίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Γ. Π. του Κ. και 2) Ε. συζ. Γ. Π., θυγ. Γ. Λ., κατοίκων ... οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Σμυρνή, που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ε. Χ. του Δ., 2) Θ. θυγ. Μ. Γ., συζ. Ε. Χ., 3) Α. Μ. του Γ., 4) Λ. Τ. του Ι., 5) Δ. Σ. του Γ., κατοίκων ... 6) Μ. Κ. του Ε., 7) Μ. θυγ. Δ. Π., χας Μ. Κ., κατοίκου ..., 8) Η. Κ. του Σ., 9) Ε. θυγ. Ν. Π., συζ. Η. Κ., 10) Α. Φ. του Μ., 11) Σ. Π. του Β., συζ. Α. Φ., 12) Κ. Κ. του Μ., 13) Σ. Δ. του Π. και 14) Β. συζ. Σ. Δ., το γένος Σ. Π., κατοίκων ... εκ των οποίων οι 1ος, 2η, 4ος, 7η, 8ος, 9η, 10ος, 11η και 12ος εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Άγγελο Καρναχωρίτη, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι ο Μ. Κ. του Ε. (6ος ως άνω), απεβίωσε στις 20-10-2018 και τη βιαίως διακοπείσα δίκη συνεχίζουν οι νόμιμοι και μοναδικοί εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του α) Μ. Π. του Δ., χα Μ. Κ. (7η), β) Ε. Μ. Κ. και γ) Κ. Κ. του Μ. (12ος), εκπροσωπούμενοι από αυτόν, ενώ οι 3ος, 5η, 13ος και 14η των αναιρεσιβλήτων δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16-3-2011 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1896/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1522/2017 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 10-3-2018 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, ο πληρεξούσιος των παραστάντων αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά την διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ., αν ο αντίδικος εκείνου που επισπεύδει την συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως δεν εμφανιστεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος ο Άρειος Πάγος εξετάζει, αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση για την συζήτηση επιδόθηκε νομότυπα, προχωρεί στην συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.
Στην προκειμένη περίπτωση, από τις προσκομιζόμενες και επικαλούμενες από τους αναιρεσείοντες υπ' αριθμ. ... και .../28.9.2018 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Πειραιώς Χ. Π., προκύπτει ότι ακριβή επικυρωμένα αντίγραφα της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της 1.3.2019, κατά την οποία η συζήτηση αναβλήθηκε εκ του πινακίου για την δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας (6.3.2020), επιδόθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα, ύστερα από γραπτή παραγγελία του δικηγόρου Αθηνών Δημητρίου Σμυρνή, πληρεξουσίου δικηγόρου των επισπευδόντων την συζήτηση αναιρεσειόντων, στους τρίτο, πέμπτη, δέκατο τρίτο και δεκάτη τετάρτη των αναιρεσιβλήτων, Α.
Μ., Δ. Σ., Σ. Δ. και Β. συζ. Σ. Δ., αντίστοιχα. Επομένως εφόσον οι ως άνω αναιρεσίβλητοι δεν εμφανίστηκαν κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από την σειρά του πινακίου, ούτε υπέβαλαν την, κατά το άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ., δήλωση, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία τους σύμφωνα με την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ.
Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 286 περ. α', 287 και 290 του Κ.Πολ.Δικ., όπως οι δύο πρώτες εξ αυτών ισχύουν μετά την αντικατάστασή τους με το άρθρο δεύτερο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015 και εφαρμόζονται άπασες, κατά ΤΟ άρθρο 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση, σε συνδυασμό προς τις διατάξεις των άρθρων 1846 και 1847 του Α.Κ., προκύπτει ότι η δίκη διακόπτεται και όταν, μετά την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως και μέχρι να τελειώσει η συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση του Αρείου Πάγου, αποβιώσει κάποιος διάδικος.
Η διακοπή επέρχεται από την γνωστοποίηση του λόγου της διακοπής προς τον αντίδικο με επίδοση δικογράφου ή με τις προτάσεις ή με προφορική δήλωση στο ακροατήριο ή εκτός ακροατηρίου, κατά την επιχείρηση διαδικαστικής πράξεως από εκείνον που έχει το δικαίωμα να επαναλάβει την δίκη ή και από εκείνον που μέχρι την επέλευση του θανάτου ήταν πληρεξούσιος του θανόντος.
Ως διάδικος, υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή της δίκης στην περίπτωση θανάτου του αρχικού διαδίκου, νοείται ο καθολικός του διάδοχος (κληρονόμος του). Η επανάληψη της δίκης που έχει διακοπεί, λόγω θανάτου κάποιου διαδίκου, μπορεί να γίνει εκούσια με ρητή ή σιωπηρή δήλωση των προσώπων τα οποία, ως κληρονόμοι εκείνου, υπεισέρχονται στην δικονομική του θέση.
Εφόσον αποδεικνύεται ή συνομολογείται από τον αντίδικο, έστω και σιωπηρά, η νόμιμη δυνατότητα του προσώπου να διεξάγει τη δίκη στη θέση του διαδίκου, στον οποίο αφορούσε το διακοπτικό γεγονός, δεν απαιτείται ιδιαίτερη συζήτηση περί της επαναλήψεως και η δίκη συνεχίζεται κανονικά. Στην προκειμένη περίπτωση από τα επικαλούμενα και νομίμως προσκομιζόμενα έγγραφα και ειδικότερα: 1) την με αριθμό πρωτ. .../2018 ληξιαρχική πράξη θανάτου, που έχει συντάξει η ληξίαρχος του Δήμου ...
Π. Ο. και 2) το με αριθμό πρωτ. ...2018 πιστοποιητικό εγγυτέρων συγγενών του Δήμου ... προκύπτει ότι στις 20.10.2018, δηλαδή μετά την άσκηση της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, απεβίωσε στην ... ο αρχικώς έκτος αναιρεσίβλητος Μ. Κ. του Ε., κάτοικος εν ζωή ... ο οποίος κατέλειπε ως κληρονόμους του, τους μοναδικούς πλησιέστερους συγγενείς του, ήτοι την σύζυγο του Μ.
Π. του Δ., χήρα Μ. Κ. και τα τέκνα του Ε. Μ. Κ. και Κ. Κ. του Μ.. Επομένως, νομίμως, σύμφωνα με τις διατάξεις που προαναφέρθηκαν, οι ανωτέρω κληρονόμοι του ως άνω αποβιώσαντος δήλωσαν στο ακροατήριο, κατά την συζήτηση της υποθέσεως δια του νομίμως παρισταμένου εκπροσωπούντος αυτούς πληρεξουσίου δικηγόρου τους Αγγέλου Καρναχωρίτη, τον θάνατο του προαναφερομένου αναιρεσιβλήτου και την εκούσια στο όνομά τους επανάληψη της δίκης που βιαίως διακόπηκε λόγω του θανάτου αυτού.
Ενόψει αυτών και αφού δεν αμφισβητείται από τους αναιρεσείοντες η ιδιότητα των ανωτέρω ως κληρονόμων του άνω θανόντος αρχικώς έκτου αναιρεσιβλήτου, η διακοπείσα δίκη νομίμως και παραδεκτώς συνεχίζεται από τους προαναφερόμενους κληρονόμους αυτού.
Κατά την διάταξη του άρθρου 591 παρ. 1 εδ. β' του Κ.Πολ.Δικ., όπως ίσχυε πριν από την αντικατάστασή του με το άρθρο τέταρτο άρθρου 1 του ν. 4335/2015, που ισχύει, σύμφωνα με το άρθρο ένατο του αυτού άρθρου και νόμου, από 1.1.2016 και έχει στην προκειμένη περίπτωση εφαρμογή, εφόσον τόσον η αγωγή, όσο και η έφεση, επί των οποίων εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση, ασκήθηκαν πριν από την, κατά την 1.1.2016, έναρξη ισχύος του ν. 4335/2015 (Α.Π. 127/2016, Α.Π. 1248/2014), ήτοι η μεν αγωγή κατατέθηκε την 23.3.2011 (γενικός αριθμός καταθέσεως .../2011), η δε έφεση την 24.3.2015 (αριθμός καταθέσεως 1939/2015), "Αν στις διατάξεις των ειδικών διαδικασιών δεν ορίζεται διαφορετικά:
β) οι προτάσεις κατατίθενται στο ακροατήριο, γ) όλοι οι πραγματικοί ισχυρισμοί προτείνονται προφορικά και όσοι δεν περιέχονται στις προτάσεις καταχωρίζονται στα πρακτικά...... Κατά δε την διάταξη του άρθρου 256 παρ. 1 στοιχ. δ' του ίδιου Κώδικα, τα συντασσόμενα από τον γραμματέα πρακτικά συνεδριάσεως πρέπει να περιέχουν "όσα έγιναν κατά την συζήτηση και ιδίως...
τους ισχυρισμούς, τις αιτήσεις και τις δηλώσεις των διαδίκων, εκτός αν είναι υποχρεωτική η υποβολή προτάσεων, οπότε αρκεί η αναφορά σ' αυτές....". Από την πρώτη από τις διατάξεις αυτές (του άρθρου 591 παρ. 1 Κ.Πολ.Δικ.) σαφώς συνάγεται ότι στις υποθέσεις που εδικάζοντο κατά την ειδική διαδικασία των μισθωτικών διαφορών (άρθρα 647 επ.
Κ.Πολ.Δικ.), όπως επίσης και στις υποθέσεις που αφορούν διαφορές συνιδιοκτητών (άρθρο 17 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δικ.), όπου δεν είναι υποχρεωτική η υποβολή προτάσεων (άρθρο 649 παρ. 1 εδ. β' Κ.Πολ.Δικ.) όπως οι διατάξεις αυτές ίσχυαν πριν από την κατάργησή τους από τον προαναφερθέντα νόμο, οι διάδικοι οφείλουν να προτείνουν όλους τους αυτοτελείς ισχυρισμούς τους, όπως είναι οι ενστάσεις και αντενστάσεις προφορικά κατά την συζήτηση στο ακροατήριο και, επιπλέον, οι ισχυρισμοί αυτοί πρέπει να καταχωρίζονται στα πρακτικά με σαφή (έστω και συνοπτική) έκθεση των γεγονότων που τους θεμελιώνουν (άρθρο 262 παρ. 1 Κ.Πολ.Δικ.) (Ολ.ΑΠ 2/2005).
Απαιτείται δηλαδή, σε κάθε περίπτωση, ακόμη και αν έχουν κατατεθεί προτάσεις κατά την προφορική συζήτηση της υποθέσεως στις οποίες περιέχονται οι εν λόγω ισχυρισμοί, προφορική πρόταση των ισχυρισμών αυτών, που, "ως γενόμενο κατά την συζήτηση", σημειώνεται στα πρακτικά. Από την δεύτερη δε των ως άνω διατάξεων συνάγεται, ότι η κατά την πρώτη τούτων σημείωση της προφορικής προτάσεως του ισχυρισμού στα πρακτικά πρέπει να προκύπτει ευθέως από το τμήμα αυτών που περιέχει τις δηλώσεις των διαδίκων και να γίνεται αναφορά στις κατατεθείσες προτάσεις αυτών και δεν επιτρέπεται έμμεση συναγωγή της προτάσεως αυτών, είτε από το περιεχόμενο των ακολούθως καταχωρουμένων μαρτυρικών καταθέσεων, είτε από το περιεχόμενο των υποβαλλόμενων εγγράφων προτάσεων (ολ.
Α.Π. 2/2005, Α.Π. 243/2005, Α.Π. 220/2014, Α.Π. 9/2014, Α.Π. 450/2013, Α.Π. 341/2011). Εξ άλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 527 και 269 του Κ.Πολ.Δικ. προκύπτει ότι είναι απαράδεκτη η προβολή για πρώτη φορά στην κατ1 έφεση δίκη ισχυρισμών, που δεν προτάθηκαν ή δεν προτάθηκαν παραδεκτά στην πρωτόδικη δίκη, εκτός αν προτείνονται από τον εφεσίβλητο ως υπεράσπιση κατά της εφέσεως και δεν μεταβάλλεται η πραγματική βάση της αγωγής ή γεννήθηκαν μετά την τελευταία συζήτηση στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο ή συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 269 του Κ.Πολ.Δικ., δηλαδή:
α) αν το δικαστήριο κρίνει ότι οι πραγματικοί ισχυρισμοί δεν προβλήθηκαν έγκαιρα με τις προτάσεις από δικαιολογημένη αιτία, β) αν αυτοί προέκυψαν για πρώτη φορά μεταγενέστερα, γ) αν αποδεικνύονται με δικαστική ομολογία του αντιδίκου και δ) αν αποδεικνύονται με έγγραφο (χωρίς την πρόσθετη προϋπόθεση να κρίνει το δικαστήριο ότι ο διάδικος δεν γνώριζε, ούτε μπορούσε να πληροφορηθεί έγκαιρα την ύπαρξη του εγγράφου, η οποία, απαλείφθηκε με τον ν. 3994/2011), η δε σχετική παράβαση ελέγχεται με τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., εφόσον το δικαστήριο έλαβε υπόψη του σχετικό αυτοτελή ισχυρισμό που δεν προβλήθηκε νόμιμα και παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας (Α.Π. 1087/2014).
Ειδικότερα, ο προβλεπόμενος από την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 8 του Κ.Πολ.Δικ. λόγος αναιρέσεως δίδεται όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως πραγμάτων θεωρουμένων των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων, οι οποίοι έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και τείνουν στην θεμελίωση ή στην κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που έχει ασκηθεί με την αγωγή, ένσταση, ή αντένσταση.
Περαιτέρω, από την διάταξη του άρθρου 182 του Α.Κ., με την οποία ορίζεται ότι, όταν η άκυρη δικαιοπραξία περιέχει τα στοιχεία άλλης δικαιοπραξίας αυτή ισχύει, εφόσον συνάγεται ότι τα μέρη θα την ήθελαν, αν ήξεραν την ακυρότητα, προκύπτει ότι οι προϋποθέσεις για την μετατροπή μιας άκυρης δικαιοπραξίας σε άλλη έγκυρη είναι οι ακόλουθες: 1) η ακυρότητα της πρώτης και η για την ακυρότητα αυτή άγνοια των μερών, 2) η άκυρη δικαιοπραξία να περιέχει και τα στοιχεία της κατά μετατροπή έγκυρης και 3) υποθετική βούληση των μερών να ισχύσει η μετά μετατροπή άλλη δικαιοπραξία, εάν αυτά εγνώριζαν την ακυρότητα.
Εξ άλλου, από τις διατάξεις του άρθρου 1 παρ.2 και 5 εδ. τελευταίο του ν. 960/1979 "περί υποβολής υποχρεώσεων προς δημιουργίαν χώρων σταθμεύσεως αυτοκινήτων δια την εξυπηρέτησιν των κτιρίων", όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 παρ. 5 εδ. 3 του ν. 1221/1981, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 174, 180, 1002, 1117 του Α.Κ. και 1, 2 παρ. 1, 4 παρ. 1, 5 και 13 του ν. 3741/1929, που διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ, κατ' άρθρο 54 του ΕισΝΑΚ, προκύπτει ότι, αν η οικοδομή ανεγείρεται με άδεια και υπό το πολεοδομικό σύστημα της αφέσεως του ισογείου χώρου ακαλύπτου (πυλωτή), ο ακάλυπτος αυτός χώρος και οι τυχόν επ' αυτού δημιουργούμενες θέσεις σταθμεύσεως αυτοκινήτων, δεν μπορούν ν' αποτελέσουν διαιρεμένες ιδιοκτησίες που να ανήκουν στην αποκλειστική κυριότητα ενός ή περισσοτέρων ιδιοκτητών, είτε αυτοί είναι οροφοκτήτες είτε τρίτοι, αλλά παραμένει ο χώρος αυτός κοινόχρηστος επί του οποίου αποκτάται αυτοδικαίως συγκυριότητα των ιδιοκτητών αυτοτελών οριζοντίων ιδιοκτησιών της οικοδομής κατ' ανάλογη μερίδα αυτών επί των κοινοχρήστων και χρησιμεύει στην κοινή από όλους τους οροφοκτήτες χρήση.
Επομένως, η συμφωνία των οροφοκτητών για κατάργηση του κοινόχρηστου χαρακτήρα της pilotis και η μεταβίβαση του χώρου αυτής σε τρίτους κατά διαιρεμένες ιδιοκτησίες έρχεται σε ευθεία αντίθεση προς την άνω πολεοδομική διάταξη του ν. 1221/1981, η οποία είναι αναγκαστικού δικαίου, ως επιδιώκουσα (η συμφωνία αυτή) το απαγορευμένο και αθέμιτο αποτέλεσμα ήτοι την κάλυψη του υποχρεωτικώς από το νόμο ακαλύπτου ισογείου χώρου ή τη μεταβίβαση αυτού σε τρίτους κατ1 αποκλειστική τους ιδιοκτησία και είναι για το λόγο αυτό απολύτως άκυρη, ως αντικείμενη στην αναγκαστικού δικαίου ως άνω απαγορευτική πολεοδομική διάταξη (Α.Κ. 174).
Η ακυρότητα δε αυτή ως απόλυτη μπορεί να προταθεί από καθένα που έχει έννομο συμφέρον (Ολ.Α.Π. 5/1991). Έτσι, ο χώρος της πυλωτής ή ανοικτά τμήματα του χώρου αυτού ανήκουν στα κοινόκτητα και κοινόχρηστα μέρη της οικοδομής επί των οποίων μπορεί μόνο να παραχωρηθεί, με τη συστατική της οροφοκτησίας ή με μεταγενέστερη συμφωνία μεταξύ όλων των συνιδιοκτητών, δικαίωμα αποκλειστικής χρήσεως σε ιδιοκτήτες ορόφων ή διαμερισμάτων της ίδιας οικοδομής (Ολ.Α.Π. 23/2000).
Ο με το ανωτέρω περιεχόμενο περιορισμός της χρήσης του χώρου αυτού από τους λοιπούς οροφοκτήτες έχει απλώς το χαρακτήρα δουλείας κατ1 άρθρο 13 παρ. 3 Ν 3741/1929, χωρίς όμως να είναι πραγματική δουλεία με την έννοια των άρθρων 1118 και 1119 του Α. Κ. και επιβάλλεται από τις αναγκαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1, 2 εδ.
α-β, 5 του Ν 960/1979, όπως τροποποιήθηκε με το Ν 1221/1981 και το ΠΔ 1340/1981, συνίσταται δε στην υποχρέωση των συνιδιοκτητών, επί οικοδομών που ανεγείρονται με άδεια και υπό το πολεοδομικό σύστημα της αφέσεως του ισογείου ακαλύπτου, να εξασφαλίσουν είτε σε ακάλυπτο είτε σε καλυμμένο (μεταξύ των υποστηλωμάτων της οικοδομής-pilotis), χώρο για την στάθμευση των αυτοκινήτων των συνιδιοκτητών της οικοδομής.
Συνεπεία του περιορισμού αυτού της κυριότητας δεν επιτρέπεται στους συνιδιοκτήτες του οικοπέδου με τη συστατική της οροφοκτησίας δικαιοπραξία και με οποιαδήποτε μεταγενέστερη κατά τους νόμιμους τύπους γενόμενη τροποποίησή της να μην εξασφαλίζουν στην κοινόκτητη pilotis της οικοδομής θέσεις στάθμευσης των αυτοκινήτων των ιδιοκτητών των διαμερισμάτων, με την παραχώρηση των θέσεων αυτών σε εκ κατασκευής και λειτουργικώς κείμενες συνήθως στο υπόγειο της οικοδομής εξυπηρετικές μόνον των αναγκών διαμερισμάτων, αποθήκες που αποτελούν βοηθητικούς χώρους των διαμερισμάτων, χωρίς δική τους λειτουργικότητα, έστω και αν οι αποθήκες αυτές έχουν ορισθεί με την συστατική της οριζόντιας ιδιοκτησίας δικαιοπραξία ως αυτοτελείς ιδιοκτησίες, με αποτέλεσμα οι ιδιοκτήτες των διαμερισμάτων των ορόφων να μη μπορούν να εξασφαλίσουν στην pilotis θέσεις στάθμευσης των αυτοκινήτων τους και να στερούνται έτσι της δυνατότητας χρήσεως κοινοκτήτου και κοινοχρήστου μέρους της οικοδομής.
Πρέπει να σημειωθεί ότι στον καθορισμό του απαιτούμενου αριθμού θέσεων στάθμευσης αυτοκινήτων αναλόγως της χρήσεως και του μεγέθους των κτιρίων σε περιοχές εντός της μείζονος περιοχής της πρωτεύουσας με βάση το ΠΔ 1340/1981 δεν προβλέπεται θέση στάθμευσης αυτοκινήτου για επιφάνεια μικρότερη από 40 τετραγωνικά μέτρα, ενώ στην επιφάνεια του κτιρίου, για τον υπολογισμό των θέσεων στάθμευσης δεν συνυπολογίζονται και οι εν γένει βοηθητικοί χώροι.
Επομένως κατανομή των θέσεων των αυτοκινήτων στον ακάλυπτο χώρο της pilotis της οικοδομής ώστε να εξασφαλίζεται θέση στάθμευσης αυτοκινήτου σε υπόγεια, χωρίς λειτουργική ανεξαρτησία, μικρή αποθήκη, επιφάνειας μικρότερης από 40 τετραγωνικά μέτρα που αποτελεί βοηθητικό χώρο διαμερίσματος και να μη εξασφαλίζεται θέση στάθμευσης αυτοκινήτου στο διαμέρισμα και έτσι να στερείται παντελώς της χρήσεως της pilotis ο ιδιοκτήτης διαμερίσματος ορόφου, αντιβαίνει ευθέως στον επιβαλλόμενο από τις ως άνω πολεοδομικές διατάξεις περιορισμό της κυριότητας και είναι άκυρη, γι' αυτό δε και θεωρείται ως μη γενομένη.
Κατά συνέπειαν, δικαιοπραξία συστατική διαιρεμένης αυτοτελούς ιδιοκτησίας με την πιο πάνω έννοια ή άλλου εμπραγμάτου δικαιώματος στον χώρο της πυλωτής είναι άκυρη, κατά το άρθρο 174 του Α.Κ., ως ευθέως αντικειμένη στο νόμο, είτε αυτή είχε καταρτισθεί πριν είτε μετά την ισχύ των νόμων 960/1979 και 1221/1981 (ολ. Α.Π. 23//2000).
Με την συστατική, όμως της οροφοκτησίας πράξη, ή, μετά από αυτήν, με συμφωνία όλων των ιδιοκτητών, που γίνεται με συμβολαιογραφικό έγγραφο και υποβάλλεται σε μεταγραφή, μπορεί εγκύρως κατά τις διατάξεις των άρθρων 5 και 13 του ν. 3741/1929, να παραχωρηθεί η χρήση του χώρου αυτού της πυλωτής ή τμήματος αυτού αποκλειστικά σε έναν η ορισμένους ιδιοκτήτες ορόφου ή διαμερίσματος της οικοδομής στην οποία υπάρχει ο χώρος αυτός (Ολ.
Α.Π. 5/1991, Ολ.Α.Π. 23/2000). Από τα παραπάνω συνάγεται ότι η άκυρη, ως συστατική στον χώρο της πυλωτής διαιρεμένης ιδιοκτησίας δικαιοπραξία, μπορεί να ισχύει, κατά μετατροπή ως δικαιοπραξία συστάσεως δικαιώματος αποκλειστικής χρήσεως του χώρου της πυλωτής ή τμήματος αυτής στον ιδιοκτήτη διαμερίσματος της ίδιας οικοδομής που αναφέρεται ως εμπράγματος δικαιούχος αυτού, καθ' όσον το δικαίωμα της αποκλειστικής χρήσεως (έλασσον) εμπεριέχεται στο (μείζον) δικαίωμα της κυριότητας και, εφόσον συντρέχουν και οι λοιποί όροι της μετατροπής δηλαδή, άγνοια της ακυρότητας της πρώτης δικαιοπραξίας και υποθετική βούληση, να ισχύσει η δεύτερη, αν τα μέρη γνώριζαν την ακυρότητα της πρώτης.
Για να χωρήσει όμως η μετατροπή πρέπει να γίνει επίκλησή της από ένα από τα μέρη που έλαβαν μέρος στην δικαιοπραξία και απόδειξη από το ίδιο της υποθετικής θελήσεως αυτών που μετείχαν στην δικαιοπραξία. Ο σχετικός ισχυρισμός εφόσον προβάλλεται από τον εναγόμενο, αποτελεί καταλυτική της αγωγής ένσταση (Α.Π. 274/2004), γνήσια μη αυτοτελή (Α.Π. 161/2017), θα πρέπει δε (ο προβάλλων τον ισχυρισμό αυτό) να επικαλεστεί και να αποδείξει:
α) την άγνοια των μερών για την ακυρότητα της συναφθείσας δικαιοπραξίας β) ότι αυτή περιέχει τα στοιχεία έγκυρης δικαιοπραξίας και δη της παραχωρήσεως της χρήσεως της πυλωτής στο άνω ενδιαφερόμενο μέρος και γ) την υποθετική βούληση των μερών να ισχύσει κατά μετατροπή η τελευταία, αν αυτά γνώριζαν την ακυρότητα της συναφθείσας (Α.Π. 1843/2009, Α.Π. 1554/2005, Α.Π.247/2004).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε ανελέγκτως ως αποδειχθέντα, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα κρίσιμα για την έρευνα των λόγων της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως πραγματικά περιστατικά: "Με την .../1992 πράξη σύστασης οριζοντίου ιδιοκτησίας και κανονισμού πολυκατοικίας του συμβολαιογράφου ...
Ι. Β., που έχει μεταγραφεί νόμιμα, οι οικοπεδούχοι, Π. Σ. και Χ. Σ., με εκ τρίτου συμβαλλόμενη την εργολήπτρια εταιρία με την επωνυμία "... ΣΙΑ Ο.Ε." συνέστησαν οριζόντια ιδιοκτησία επί οικοπέδου εκτάσεως 393,03 τ.μ., που βρίσκεται επί της οδού ..., στην ... προκειμένου να αναγερθεί επ' αυτού εξαώροφη πολυκατοικία με υπόγειο, ισόγειο - πιλοτή και τους έξι (6) πάνω από το ισόγειο ορόφους σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 3741/1929 και των άρθρων 1002 και 1117 Α.Κ., συγχρόνως δε ρύθμισαν τις σχέσεις των οροφοκτητών.
Με την ως άνω συστατική πράξη οροφοκτησίας και κανονισμού πολυκατοικίας συστήθηκαν στο υπόγειο αυτής ένδεκα (Ή) αποθήκες καθώς και ένδεκα (11) θέσεις σταθμεύσεως με στοιχεία (...) έως (...1) στον ακάλυπτο χώρο της πιλοτής, όπως δε αναφέρεται σ' αυτήν, η πρώτη τούτων με στοιχεία (...) είναι κλειστή και ανήκει σε συγκεκριμένη ιδιοκτησία, ενώ για όλες τις επίδικες υπόλοιπες γίνεται μνεία, ότι κάθε μία από αυτές ανήκει ως παράρτημα σε κάθε μία από τις ένδεκα αποθήκες με στοιχεία (...) έως (...).
Η αναφορά αυτή υφίσταται τόσο, κατά την περιγραφή των αποθηκών, όσο και κατά τον προσδιορισμό των θέσεων σταθμεύσεως στη μόνη δε αποθήκη, στην οποία κατά την περιγραφή της και τον προσδιορισμό της κατά εμβαδό και θέση δεν αναφέρεται συγχρόνως η επαναλαμβανόμενη φράση: "Στην αποθήκη αυτή ανήκει ως παράρτημα η υπό στοιχεία....
θέση σταθμεύσεως στον ακάλυπτο χώρο του οικοπέδου", όπως συμβαίνει με όλες τις άλλες αποθήκες είναι η με στοιχεία (...) αποθήκη, ιδιοκτησίας των εφεσιβλήτων. Στο άρθρο 2 του κανονισμού της ως άνω πολυκατοικίας που περιέχεται στην προαναφερόμενη συστατική πράξη, προσδιορίζονται οι κοινόκτητοι και κοινόχρηστοι χώροι, στους οποίους δεν περιλαμβάνονται οι συγκεκριμένοι ανοικτοί χώροι στάθμευσης στον ακάλυπτο χώρο - πιλοτή αυτής όπως άλλωστε είναι εύλογο, αφού οι χώροι αυτοί προσδιορίζονται στη συστατική πράξη ως παραρτήματα των αποθηκών, υφίσταται δε η συνήθης αναφορά ότι στα κοινόχρηστα και κοινόκτητα πράγματα περιλαμβάνεται ".....γενικά κάθε έργο, πράγμα ή εγκατάσταση που είναι από το νόμο αδιαίρετο, κοινόχρηστο και κοινόκτητο και προορίζεται να εξυπηρετήσει περισσότερες από μία οριζόντιες ιδιοκτησίες ή όλες τις οριζόντιες ιδιοκτησίες της οικοδομής κι ακόμα που έχει σχέση με την ασφάλεια, στερεότητα και εμφάνιση της οικοδομής".
Στη συνέχεια αποδείχθηκε ότι οι εκκαλούντες και οι εφεσίβλητοι είναι ιδιοκτήτες οριζοντίων ιδιοκτησιών της ως άνω πολυκατοικίας. Συγκεκριμένα, οι εφεσίβλητοι είναι κύριοι, κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου ο καθένας της με στοιχεία ΣΤ-1 οριζόντιας ιδιοκτησίας (διαμέρισμα) πάνω από το ισόγειο (πιλοτή), καθώς και της με στοιχεία ...
αποθήκης του υπογείου της ως άνω πολυκατοικίας τις οποίες απέκτησαν με το .../25.6.1993 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Καλλιθέας, Ι. Β., που μεταγράφηκε νόμιμα. Οι δε εκκαλούντες είναι κύριοι: 1) οι δύο πρώτοι τούτων κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου ο καθένας: α) της με στοιχεία ... οριζόντιας ιδιοκτησίας (διαμέρισμα) του πρώτου μετά την πιλοτή ορόφου, επιφανείας 74,70 τ.μ.
και β) της με στοιχεία … αποθήκης του υπογείου, επιφανείας 4,84 τ.μ., στην οποία "...ανήκει ως παράρτημα η υπό στοιχεία (...) θέση σταθμεύσεως του ακαλύπτου χώρου του οικοπέδου...", με βάση το .../21.1.1994 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Σ. Σ. Κ., 2) ο τρίτος εκκαλών: α) της με στοιχεία ... οριζόντιας ιδιοκτησίας (διαμέρισμα) του πρώτου μετά την πιλοτή ορόφου, επιφανείας 85,60 τ.μ.
και β) της με στοιχεία ...0 αποθήκης του υπογείου, επιφανείας 4,84 τ.μ., στην οποία "...ανήκει ως παράρτημα η υπό στοιχεία (...) θέση σταθμεύσεως αυτοκινήτου στην πιλοτή της ως άνω πολυκατοικίας ...", με βάση το .../11.1.1994 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών, Φ. Κ. Κ., 3) ο τέταρτος εκκαλών, Λ. Τ.: α) της με στοιχεία … οριζόντιας ιδιοκτησίας (διαμέρισμα) του δευτέρου πάνω από ισόγειο - πιλοτή ορόφου, επιφανείας 74,40 τ.μ.
και β) της με στοιχεία ... αποθήκης του υπογείου, επιφανείας 8,80 τ.μ., στην οποία "...ανήκει ως παράρτημα η υπό στοιχεία (...0) θέση σταθμεύσεως αυτοκινήτου στον ακάλυπτο χώρο του οικοπέδου...". Αρχικά οι ως άνω ιδιοκτησίες μεταβιβάσθηκαν στους γονείς του ως άνω τέταρτου εκκαλούντος. Ι. Τ. και Δ. Σ., με το .../1996 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Καλλιθέας Ι.
Β. κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου στον καθένα, μετά δε τον θάνατο του Ι. Τ., στις 10.6.1997, το ποσοστό τούτου περιήλθε κατά την εξ αδιαθέτου διαδοχή κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου στον καθένα από τους κληρονόμους του, δηλαδή στη σύζυγο του Δ. Σ. και στα τρία τέκνα του Ο., Η. και Λ. Τ., κληρονομιά την οποία άπαντες αποδέχθηκαν με την .../1998 δήλωση αποδοχής κληρονομιάς του ίδιου ως άνω συμβολαιογράφου Καλλιθέας.
Στις 14.5.2011 αποβίωσε και η Δ. Σ. - Τ. και κληρονομήθηκε κατά την εξ αδιαθέτου διαδοχή σε ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου από το καθένα από τα τρία προαναφερόμενα τέκνα της κληρονομιά την οποία αυτά αποδέχθηκαν με την .../2012 πράξη αποδοχής κληρονομιάς του συμβολαιογράφου Αθηνών Χ. Κ. Σ.. Τέλος οι ... Τ. με την ...2012 πράξη δωρεών εν ζωή του ίδιου ως άνω συμβολαιογράφου μεταβίβασαν τα ποσοστά τους του 1/3 εξ αδιαιρέτου ο καθένας επί των εν λόγω οριζοντίων ιδιοκτησιών και συνολικά τα 2/3 εξ αδιαιρέτου, στον αδελφό τους τέταρτο εκκαλούντα, Λ.
Τ., ο οποίος και αποδέχθηκε τις δωρεές αυτές 4) ο έβδομος και η όγδοη τούτων κατ' ισομοιρία ο καθένας: α) της με στοιχεία ... οριζόντιας ιδιοκτησίας (διαμέρισμα) του τρίτου πάνω από το ισόγειο - πιλοτή ορόφου, επιφανείας 74,70 τ.μ. και β) της με στοιχεία ... αποθήκης του υπογείου, επιφανείας 5,33 τ.μ., στην οποία "ανήκει η αποκλειστική χρήση (παράρτημα) της υπό στοιχεία (...) θέση σταθμεύσεως στον ακάλυπτο χώρο του οικοπέδου" και Υ) της μη επίδικης υπό στοιχεία ...
θέσης στάθμευσης αυτοκινήτου στην πιλοτή, επιφανείας 18,90 τ.μ., με το ...1995 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Ε. Ε. Σ. Παράλληλα, με το .../2008 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Δ. Β. Λ., οι ίδιοι εναγόμενοι απέκτησαν κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου ο καθένας: α) την υπό στοιχεία ... οριζόντια ιδιοκτησία (διαμέρισμα) του πέμπτου πάνω από το ισόγειο - πιλοτής ορόφου, επιφανείας 74,70 τ.μ.
και β) την υπό στοιχεία ... αποθήκη του υπογείου ορόφου, επιφανείας 5,20 τ.μ., στην οποία "ανήκει ως παράρτημα η υπό στοιχεία (...) θέση στάθμευσης αυτοκινήτου στον ακάλυπτο χώρο της πολυκατοικίας...". 5) ο ένατος και δέκατη τούτων κατά ποσοστό '/2 εξ αδιαιρέτου ο καθένας: α) της με στοιχεία ... οριζόντιας ιδιοκτησίας (διαμέρισμα) του τρίτου πάνω από το ισόγειο - πιλοτής ορόφου, επιφανείας 85,60 τ.μ.
και β) της με στοιχεία ... αποθήκης του υπογείου, επιφανείας 5,70 τ.μ,, στην οποία "ανήκει ως παράρτημα και παρακολούθημα η υπό στοιχεία (...) θέση σταθμεύσεως στην πιλοτή..." της πολυκατοικίας με το .../1996 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου ... Α. - Ε. συζύγου Α. Φ.. 6) ο ενδέκατος και δωδέκατη τούτων κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου ο καθένας:
α) της με στοιχεία ... οριζόντιας ιδιοκτησίας (διαμέρισμα) του τετάρτου πάνω από το ισόγειο - πιλοτής ορόφου, επιφανείας 85,60 τ.μ. και β) της με στοιχεία ... αποθήκης του υπογείου, επιφανείας 6,46 τ.μ., στην οποία "ανήκει κατ' αποκλειστική χρήση και ως παράρτημα η υπό στοιχεία (...) θέση σταθμεύσεως στην πιλοτή του ισογείου...", με το .../29.6.2001 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Καλλιθέας Ι.
Β.. 7) ο δέκατος τρίτος τούτων Κ. Κ. και η σύζυγος του Β. Α., κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου ο καθένας: α) της με στοιχεία ... οριζόντιας ιδιοκτησίας (διαμέρισμα) του πέμπτου πάνω από το ισόγειο - πιλοτής ορόφου, επιφανείας 85,60 τ.μ. και β) της με στοιχεία ... αποθήκης του υπογείου ορόφου, επιφανείας 5,20 τ.μ., στην οποία "ανήκει ως παράρτημα η υπό στοιχεία (...) θέση στάθμευσης στην πιλοτή...", με το .../2007 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Καλλιθέας Δ.
Β. Λ., 8) ο δέκατος τέταρτος και δέκατη πέμπτη τούτων κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου ο καθένας: α) της με στοιχεία ... οριζόντιας ιδιοκτησίας (διαμέρισμα) του τετάρτου πάνω από το ισόγειο - πιλοτή ορόφου, επιφανείας 74,40 τ.μ. και β) της με στοιχεία ... αποθήκης του υπογείου, επιφανείας 5,20 τ.μ., στην οποία "ανήκει ως παράρτημα η υπό στοιχεία (...1) θέση σταθμεύσεως στον ακάλυπτο χώρο του οικοπέδου...", με το .../1993 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Καλλιθέας Ι.
Β.. Οι εφεσίβλητοι, οι οποίοι, όπως ήδη εκτέθηκε, είναι κύριοι δύο αυτοτελών οριζοντίων ιδιοκτησιών στην ως άνω πολυκατοικία και είναι εκείνοι που έχοντας στην κυριότητά τους την υπό στοιχεία (...1) αποθήκη δεν διαθέτουν θέση στάθμευσης στην αγωγή τους κάνουν λόγο, περί του ότι ο ακάλυπτος χώρος της πιλοτής δεν μπορεί να αποτελέσει διαιρεμένες ιδιοκτησίες, που να ανήκουν σε έναν ή περισσότερους ιδιοκτήτες αλλά παραμένει κοινόχρηστος με αποτέλεσμα η συμφωνία των οροφοκτητών για κατάργηση του κοινοχρήστου χαρακτήρα της πιλοτής και η μεταβίβαση του χώρου αυτής σε τρίτους κατά διαιρεμένες ιδιοκτησίες, να είναι άκυρη ως αντικείμενη στην διάταξη του ν. 1221/1981.
Οι ισχυρισμοί αυτοί των εφεσιβλήτων είναι βάσιμοι, σύμφωνα και με τα όσα αναφέρονται στην ως άνω σχετική νομική σκέψη, στη συνέχεια όμως οι ίδιοι, δεχόμενοι την προαναφερομένη νομική άποψη ότι επί των χώρων της πιλοτής μπορεί να παραχωρηθεί δικαίωμα αποκλειστικής χρήσης σε ιδιοκτήτες ορόφων ή διαμερισμάτων της ίδιας οικοδομής με τη συστατική της οροφοκτησίας πράξη ή με μεταγενέστερη συμφωνία όλων των συνιδιοκτητών, υποστηρίζουν, ότι τόσο ή .../1992 πράξη σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας, όσο και όλα τα προαναφερόμενα συμβόλαια με τα οποία οι εκκαλούντες απέκτησαν την κυριότητα των οριζοντίων ιδιοκτησιών τους είναι άκυρα, όσον αφορά τις επίδικες θέσεις σταθμεύσεως αυτοκινήτων, με το αιτιολογικό ότι με αυτά (συστατική πράξη και συμβόλαια) παραχωρήθηκε η χρήση θέσεων στάθμευσης σε υπόγειες αποθήκες ανεξαρτήτως εμβαδού, χωρίς καμία λειτουργική ανεξαρτησία, ενώ δεν εξασφαλίζεται θέση στάθμευσης στους ίδιους ως ιδιοκτήτες διαμερίσματος.
Προς στήριξη της απόψεώς τους αυτής οι εφεσίβλητοι αναφέρουν, ότι επί οικοδομής που ανεγείρεται με άδεια και υπό το πολεοδομικό σύστημα της αφέσεως του ισογείου ακαλύπτου, υφίσταται υποχρέωση των συνιδιοκτητών να εξασφαλίσουν είτε σε ακάλυπτο χώρο είτε στον καλυμμένο χώρο μεταξύ των υποστυλωμάτων της οικοδομής - πιλοτής χώρο για στάθμευση αυτοκινήτων των συνιδιοκτητών αυτής και δεν επιτρέπεται με τη συστατική της οροφοκτησίας δικαιοπραξία ή με τροποποίησή της να μην εξασφαλίζουν στην κοινόκτητη πιλοτή της οικοδομής θέσεις στάθμευσης των αυτοκινήτων των ιδιοκτητών της διαμερισμάτων, με την παραχώρηση των θέσεων αυτών σε εκ κατασκευής και λειτουργικώς κείμενες συνήθως στο υπόγειο της οικοδομής εξυπηρετικές μόνο των αναγκών διαμερισμάτων, αποθήκες που αποτελούν βοηθητικούς χώρους των διαμερισμάτων, χωρίς δική τους λειτουργικότητα, έστω κι αν οι αποθήκες αυτές έχουν ορισθεί με τη συστατική της οροφοκτησίας δικαιοπραξία ως αυτοτελείς ιδιοκτησίες με αποτέλεσμα οι ιδιοκτήτες των διαμερισμάτων των ορόφων να μην μπορούν να εξασφαλίσουν στην πιλοτή θέσεις στάθμευσης των αυτοκινήτων τους και να στερούνται έτσι της δυνατότητας χρήσεως κοινοκτήτου και κοινοχρήστου μέρους της οικοδομής.
Προς επίρρωση δε του συλλογισμού τους περί ακυρότητας της ως άνω συστατικής πράξης οριζόντιας ιδιοκτησίας και των συμβολαίων των εκκαλούντων ως προς το τμήμα τους με το οποίο παραχωρήθηκε η αποκλειστική χρήση θέσης στάθμευσης ως παράρτημα αποθηκών, επικαλούνται το Π.Δ/γμα 1340/1981 για τον καθορισμό του απαιτουμένου αριθμού θέσεων στάθμευσης αυτοκινήτων αναλόγως της χρήσεως και του μεγέθους των κτιρίων σε περιοχές εντός της μείζονος περιοχής της πρωτεύουσας, με βάση το οποίο, δεν προβλέπεται θέση στάθμευσης αυτοκινήτου για επιφάνεια μικρότερη από 40 τετραγωνικά μέτρα, ενώ στην επιφάνεια του κτιρίου για τον υπολογισμό των θέσεων στάθμευσης δεν συνυπολογίζονται και οι εν γένει βοηθητικοί χώροι.
Στη προκειμένη περίπτωση, πρέπει να αναφερθεί, καταρχήν, ότι στην .../1992 συστατική πράξη σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας και σε όλα τα συμβόλαια με τα οποία οι εκκαλούντες απέκτησαν τις ως άνω οριζόντιες ιδιοκτησίες τους δεν υπήρξε όρος περί του ότι οι συγκεκριμένοι χώροι της πιλοτής θα ανήκουν κατ1 αποκλειστική κυριότητα στους ίδιους, ως οροφοκτήτες.
Αντίθετα, όπως ήδη αναφέρθηκε, στην άνω συστατική πράξη οροφοκτησίας και κανονισμού πολυκατοικίας τόσο κατά την περιγραφή των αποθηκών, όσο και κατά τον προσδιορισμό των θέσεων σταθμεύσεως επαναλαμβάνεται η φράση "...Στην αποθήκη αυτή ανήκει ως παράρτημα η υπό στοιχεία
θέση σταθμεύσεως στον ακάλυπτο χώρο του οικοπέδου", η ίδια δε αναφορά γίνεται και στα αγοραπωλητήρια συμβόλαια των εκκαλούντων, με τα οποία απέκτησαν τις οριζόντιες ιδιοκτησίες τους διαμερίσματα και αποθήκες. Μάλιστα, σε δύο από τα προεκτιθέμενα συμβόλαια και συγκεκριμένα αφενός μεν στο ...1995 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Ε.
Ε. Σ., με το οποίο ο έβδομος και η όγδοη των εκκαλούντων απέκτησαν κατ' ισομοιρία ο καθένας μεταξύ άλλων και την με στοιχεία ... αποθήκη του υπογείου, αφετέρου δε στο .../29.6.2001 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Καλλιθέας Ι. Β., με το οποίο ο ενδέκατος και η δωδέκατη των εκκαλούντων απέκτησαν κατά ποσοστό Vi εξ αδιαιρέτου ο καθένας μεταξύ άλλων και την με στοιχεία ...
αποθήκη του υπογείου, αναφέρεται σαφώς, ότι στην πρώτη από αυτή "ανήκει η αποκλειστική χρήση (παράρτημα) της υπό στοιχεία (...) θέσης στάθμευσης αυτοκινήτου στον ακάλυπτο χώρο του οικοπέδου", στην δε δεύτερη "ανήκει κατ' αποκλειστική χρήση και ως παράρτημα η υπό στοιχεία (...) θέση σταθμεύσεως στην πιλοτή του ισογείου...".
Στα ως άνω συμβόλαια επεξηγείται ο όρος παράρτημα, ως σημαίνων την παραχώρηση της αποκλειστικής χρήσης αφού, άλλωστε, η χρήση του όρου τούτου (παράρτημα) που αναφέρεται στη συστατική πράξη σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας και στα αγοραπωλητήρια συμβόλαια των εκκαλούντων, για τις θέσεις στάθμευσης δεν γίνεται με την έννοια του άρθρου 956 Α.Κ., αφού ακίνητο δεν μπορεί να αποτελέσει παράρτημα ακινήτου.
Επίσης χαρακτηριστικό είναι, ότι στο ως άνω .../21.1.1994 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Σ. Κ., αναφέρεται, ότι στον καθένα από τους αγοραστές πρώτο και δεύτερη των εναγομένων, μεταβιβάζονται και παραδίδονται από τους πωλητές κατά πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή και κατά το 1/2 εξ αδιαιρέτου, "...όλα τα επί των δύο οριζοντίων ιδιοκτησιών δικαιώματα...
όσον αφορά τα κτίσματα, τα οποία αντιστοιχούν στις άνω οριζόντιες ιδιοκτησίες (διαμέρισμα και αποθήκη)... και γενικά τις δύο (2) αυτές ιδιοκτησίες.... οι οποίες ιδιοκτησίες (διαμέρισμα και αποθήκη) αποτελούν χωριστές και ανεξάρτητες οριζόντιες ιδιοκτησίες...", ενώ και στην συνέχεια σε όλο το εύρος του συμβολαίου γίνεται λόγος για τις δύο αυτές οριζόντιες ιδιοκτησίες μόνο δε στο τέλος τούτου γίνεται λόγος και για μεταβίβαση της ...
θέσης στάθμευσης με την αναφορά ότι ο φόρος μεταβίβασης ανέρχεται σε 29.187 δραχμές για "μεταβίβαση των αποθήκης και θέσεως σταθμεύσεως", καθώς και με την αναφορά ότι η αξία των πωλουμένων οριζόντιων ιδιοκτησιών καθορίσθηκε στο ποσό "...για το διαμέρισμα... για την αποθήκη και δραχμές (189.000) για τη θέση σταθμεύσεως...".
Γίνεται λόγος στο ως άνω συμβόλαιο για δύο μόνο αυτοτελείς οριζόντιες ιδιοκτησίες διαμέρισμα και αποθήκη, ενώ η θέση σταθμεύσεως δεν αναφέρεται ως οριζόντια ιδιοκτησία ούτε στο ίδιο συμβόλαιο, ούτε σε οποιοδήποτε άλλο. Επειδή όμως στη συστατική πράξη οριζόντιας ιδιοκτησίας και στα λοιπά αγοραπωλητήρια συμβόλαια των εκκαλούντων δεν γίνεται παρόμοια μνεία περί παραχώρησης της αποκλειστικής χρήσης των θέσεων στάθμευσης της πιλοτής, αλλά αναφέρεται για κάθε μία από αυτές η χρήση του όρου "ανήκει...
στην αποθήκη...." δημιουργείται ασάφεια με το ζήτημα αν οι επίδικες θέσεις στάθμευσης μεταβιβάσθηκαν ως αυτοτελείς διαιρεμένες ιδιοκτησίες στους εκκαλούντες πράγμα ανεπίτρεπτο, ή αν παραχωρήθηκε η χρήση τους σε ορισμένες ιδιοκτησίες. Έτσι απαιτείται προσφυγή στους ερμηνευτικούς κανόνες των ως άνω άρθρων 173 και 200 Α.Κ., με βάση τις οποίες το Δικαστήριο, ερμηνεύοντας τους όρους αυτούς της σύμβασης, όπως απαιτεί η καλή πίστη, χωρίς προσήλωση στις λέξεις λαμβάνοντας υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη, ανάλογα με τη φύση και το περιεχόμενο της συμβάσεως και τα όσα συμβαίνουν σε τέτοιου είδους περιπτώσεις, καταλήγει στο συμπέρασμα ότι στην προκειμένη περίπτωση, η αληθινή βούληση των συμβαλλομένων ήταν η παραχώρηση της αποκλειστικής χρήσης των ως άνω θέσεων στάθμευσης και όχι η σύσταση αυτοτελών διαιρεμένων ιδιοκτησιών στην πιλοτή της ως άνω πολυκατοικίας.
Τούτο συνάγεται, από τα όσα ήδη εκτέθηκαν σχετικά με τη χρήση του όρου "ανήκει κατ' αποκλειστική χρήση..." στα συγκεκριμένα δύο συμβόλαια, αλλά και από το γεγονός ότι στο συμβόλαιο των δύο πρώτων εκκαλούντων γίνεται λόγος για μεταβίβαση μόνο δύο οριζόντιων ιδιοκτησιών (διαμέρισμα - αποθήκη) επί πλέον δε και από την προαναφερόμενη ερμηνεία του όρου "παράρτημα".
Το συμπέρασμα του Δικαστηρίου ότι το ίδιο ισχύει και για τη συστατική πράξη οριζόντιας ιδιοκτησίας αλλά και για τα λοιπά συμβόλαια των εκκαλούντων που δεν περιέχουν τον προαναφερόμενο όρο, επιβεβαιώνεται από το γεγονός ότι όλα τα συμβόλαια, δηλαδή και εκείνα που περιλαμβάνουν τον όρο "ανήκει κατ' αποκλειστική χρήση..." και εκείνα που δεν τον περιλαμβάνουν, αναφέρονται στην ίδια συστατική πράξη της οροφοκτησίας και κανονισμό πολυκατοικίας στην οποία άπαντες οι συμβληθέντες προσχώρησαν, στα αγοραπωλητήρια δε συμβόλαια έχουν συμβληθεί και οι οικοπεδούχοι, αλλά και η εργολήπτρια εταιρία ως τρίτη, πράγμα που σημαίνει, ότι η αληθής βούληση όλων των συμβαλλομένων ήταν η παραχώρηση χρήσης των θέσεων στάθμευσης στην πιλοτή της πολυκατοικίας στον καθένα από τους ιδιοκτήτες οριζοντίων ιδιοκτησιών.
Προς επίρρωση της κρίσης αυτής του Δικαστηρίου, σημειώνεται, ότι στις ως άνω συμβολαιογραφικές πράξεις (σύσταση οροφοκτησίας - συμβόλαια) δεν ορίζεται, ότι οι επίδικες θέσεις στάθμευσης συμμετέχουν με οποιοδήποτε ποσοστό εξ αδιαιρέτου η κάθε μία επί του όλου οικοπέδου, στοιχείο που προσιδιάζει σε μεταβίβαση κυριότητας ξεχωριστής ιδιοκτησίας αλλά, αντίθετα αναφέρεται, ότι κάθε αποθήκη συμμετέχει με ποσοστό 1/1000 εξ αδιαιρέτου επί του όλου οικοπέδου.
Περαιτέρω, όπως ήδη εκτέθηκε, στην ίδια συστατική πράξη σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας και στα ως άνω συμβόλαια, με τα οποία οι εκκαλούντες απέκτησαν τις οριζόντιες ιδιοκτησίες τους αναφέρεται για κάθε μία από τις θέσεις σταθμεύσεως ότι αυτή ανήκει ως παράρτημα σε κάθε μία αποθήκη. Η παραχώρηση της αποκλειστικής χρήσεως σε αποθήκη με επιφάνεια μικρότερη από 40 τ.μ.
δεν προσκρούει στον ν. 3741/1929, ούτε στον ν. 1221/1981, αφού σ! αυτούς δεν υφίσταται σχετικός περιορισμός. Έρχεται όμως σε αντίθεση με τις διατάξεις τους ως άνω Π. Δ/γματος 1340/1981 για τον καθορισμό του απαιτούμενου αριθμού θέσεων στάθμευσης αυτοκινήτων αναλόγως της χρήσεως και του μεγέθους των κτιρίων σε περιοχές εντός της μείζονος περιοχής της πρωτεύουσας και επομένως τέτοιου είδους συμφωνία είναι άκυρη.
Πρέπει όμως να χωρήσει η μετατροπή του άκυρου αυτού μέρους της ως άνω δικαιοπραξίας σε έγκυρο, όπως επικαλούνται και οι εκκαλούντες δεδομένου, ότι σύμφωνα με όσα αποδείχθηκαν και ως προς το ζήτημα τούτο, κατά τους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 Α.Κ., για την ακυρότητα αυτής υπήρχε άγνοια εκ μέρους των συμβαλλομένων μερών, τα οποία, αν γνώριζαν το γεγονός αυτό θα ήθελαν να ισχύει η έγκυρη συμφωνία, δηλαδή να έχει παραχωρηθεί η αποκλειστική χρήση κάθε μίας από τις συγκεκριμένες θέσεις στους ιδιοκτήτες των αυτοτελών οριζοντίων ιδιοκτησιών (διαμερισμάτων) της πολυκατοικίας όπως άλλωστε είναι το σύνηθες συμβαίνον και όχι να αναφέρονται οι θέσεις αυτές ως ανήκουσες ως παραρτήματα των αποθηκών, οι οποίες, λόγω της μικρής επιφάνειάς τους δεν χρησιμεύουν σε οτιδήποτε άλλο, πέραν της εξυπηρετήσεως των αναγκών των διαμερισμάτων καθενός ιδιοκτήτη.
Η βούληση των ιδιοκτητών των διαμερισμάτων ήταν να διαθέτουν την αποκλειστική χρήση θέσης στάθμευσης στην πιλοτή, προς εξυπηρέτηση τους και όχι προς εξυπηρέτηση αποθηκών, χωρίς δική τους λειτουργικότητα. Προς επίρρωση της αποδεδειγμένης αυτής βούλησης των συμβαλλομένων μερών στη συστατική πράξη - κανονισμό της εν λόγω πολυκατοικίας και τις μεταβιβαστικές πράξεις (συμβόλαια) που επακολούθησαν, πρέπει να αναφερθεί, ότι όλοι οι εκκαλούντες είναι ιδιοκτήτες αυτοτελών οριζοντίων ιδιοκτησιών, δηλαδή διαμερίσματος και αποθήκης στην πολυκατοικία αυτή, κατέβαλαν δε ξεχωριστό τίμημα για τη χρήση της κάθε μίας θέσης στάθμευσης.
Έτσι, ο ισχυρισμός των εφεσιβλήτων ότι οι επίδικες θέσεις στάθμευσης παραχωρήθηκαν προς χρήση σε αποθήκες της οριζόντιας συνιδιοκτησίας και όχι σε διαμερίσματα, με αποτέλεσμα οι ίδιοι να μη διαθέτουν θέσεις στάθμευσης για την δική τους ιδιοκτησία (διαμέρισμα), είναι αβάσιμος και απορριπτέος".
Με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., με την αιτίαση ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και συγκεκριμένα τον ισχυρισμό των εναγομένων - εκκαλούντων και ήδη αναιρεσιβλήτων ότι σε κάθε περίπτωση, ακόμη και εάν ήθελε θεωρηθεί ότι η σύσταση οριζοντίου ιδιοκτησίας που διέπει την πολυκατοικία είναι άκυρη, η δικαιοπραξία αυτή, κατ' εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 182 του Α.Κ.
θα πρέπει να θεωρηθεί, κατά μετατροπή, ως έγκυρη, καθ' όσον συντρέχουν εν προκειμένω όλες οι προϋποθέσεις μετατροπής της σε έγκυρη δικαιοπραξία, αφού είναι δεδομένη η άγνοια των μερών ως προς την ακυρότητα κατά την σύναψη αυτής, η άκυρη δικαιοπραξία περιέχει όλα τα στοιχεία της κατά μετατροπή έγκυρης δικαιοπραξίας και η βούληση των μερών εάν εγνώριζαν την ακυρότητα ήταν να ισχύσει η κατά μετατροπή άλλη έγκυρη δικαιοπραξία (συστάσεως δικαιώματος αποκλειστικής χρήσεως των επιδίκων θέσεων σταθμεύσεως), ισχυρισμό που αποτελεί καταλυτική της αγωγής ένσταση και τον οποίο οι εναγόμενοι - εκκαλούντες υπέβαλαν απαραδέκτως για πρώτη φορά με την έφεσή τους χωρίς να την έχουν προβάλλει στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο.
Από τα επιτρεπτώς από τον Άρειο Πάγο (άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ.) επισκοπούμενα διαδικαστικά έγγραφα και ιδίως από τα πρακτικά συνεδριάσεως του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου στο περί προτάσεων και δηλώσεων τμήμα τους προκύπτει ότι κατά την συζήτηση της υποθέσεως στο ακροατήριο οι εναγόμενοι και ήδη αναιρεσίβλητοι δια της πληρεξούσιας δικηγόρου τους αρνήθηκαν την αγωγή, υποστηρίζοντας ότι αυτή δεν είναι νόμιμη και προέβαλαν μόνον την ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος.
Επομένως εφόσον δεν αναφέρεται στα πρακτικά ότι υπήρξε σαφής έστω και συνοπτική προβολή του ως άνω αυτοτελούς (εκ του άρθρου 182 του Α.Κ.) ισχυρισμού, και δεν εγένετο καταχώρηση στα πρακτικά του εν λόγω ισχυρισμού, που, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν αποτελεί ένσταση καταλυτική της αγωγής δεν υπήρξε προβολή αυτού.
Κατά συνέπειαν, το Εφετείο, δεχόμενο τον ως άνω ισχυρισμό, που προτάθηκε για πρώτη φορά με την έφεση, απαραδέκτως αφού οι εναγόμενοι - εκκαλούντες δεν επικαλέστηκαν με την έφεση και με τις, ενώπιον του αυτού (Εφετείου) προτάσεις τους όπως τούτο προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπησή τους την συνδρομή κάποιου από τους λόγους που αναφέρονται στα άρθρα 269 και 527 του Κ.Πολ.Δικ., ώστε να δικαιολογείται η μετά την συζήτηση στο πρωτοδικείο και για πρώτη φορά ενώπιον του Εφετείου πρότασή του, ως παραδεκτώς ενώπιον του προταθέντα, και τον συναφή λόγο εφέσεως ως και κατ' ουσίαν βάσιμο και αφού δέχθηκε την έφεση των εκκαλούντων (πλην των πέμπτου και έκτης τούτων ως προς τους οποίους η έφεση απορρίφθηκε ως απαράδεκτη) και ήδη αναιρεσιβλήτων και μετά την ως προς αυτούς εξαφάνιση της εκκαλουμένης αποφάσεως με την οποία η ένδικη από 16.3.2011 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων είχε γίνει δεκτή ως και κατ' ουσίαν βάσιμη και την διακράτηση και την εκδίκαση της υποθέσεως κατ' ουσίαν, απέρριψε την αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη ως προς τους ως άνω εκκαλούντες και ήδη αναιρεσιβλήτους υπέπεσε στην προβλεπόμενη από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ.
αναιρετική πλημμέλεια. Επομένως ο προαναφερόμενος λόγος της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια αυτή, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός παρελκούσης μετά ταύτα, της έρευνας του δευτέρου αναιρετικού λόγου, από τους αριθμούς 1, 10 και 19 αυτής που αναφέρεται στο ίδιο κεφάλαιο της αγωγής και καλύπτεται από την αναιρετική εμβέλεια του ως άνω λόγου που έγινε δεκτός.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, η ένδικη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να γίνει δεκτή, να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση ως προς τους διαδίκους της προκειμένης αναιρετικής δίκης να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλον Δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως (άρθρο 580 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δικ.) και να καταδικαστούν οι αναιρεσίβλητοι, λόγω της ήττας τους στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσειόντων, οι οποίοι δεν κατέθεσαν προτάσεις (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ.), όπως ορίζεται στο διατακτικό. Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή στους αναιρεσείοντες του καταβληθέντος εκ μέρους τους παραβόλου, ενόψει της νίκης τους (άρθρο 495 παρ. 3 περ. Γ' β' εδ. δ' του Κ.Πολ.Δικ., όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση μετά την αντικατάσταση του με το άρθρο τρίτο άρθρο 1 του ν. 4335/2015, που ισχύει, κατ' άρθρο ένατο άρθρο 1 παρ. 2 αυτού, για τα κατατιθέμενα από 1.1.2016 ένδικα μέσα).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 1522/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, κατά το κεφάλαιο αυτής που αφορά στους ήδη αναιρεσιβλήτους.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκασή της στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλον Δικαστή, εκτός εκείνου που δίκασε προηγουμένως.
Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσειόντων, το ύψος των οποίων καθορίζει στο ποσό των χιλίων πεντακοσίων (1.500) ευρώ.
Και
Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στους καταθέσαντες τούτο αναιρεσείοντες.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Ιουνίου 2020.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 6 Αυγούστου 2020.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ