Legislator Case Law & Legislation
899/2018 AI generated

Supreme Court dismisses appeal for inadmissibility due to lack of specificity regarding prior litigation and evidence documents.

Case Number 899/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the single-member court of appeal's decision. The appellant argued the lower court failed to reject a prior lawsuit as inadmissible due to lack of specificity and distorted sworn testimony, but the court found these claims vague and unsupported. Consequently, the appeal was rejected as inadmissible for failing to meet the statutory requirements for a valid appeal.

Legislator headnote

AI generated

Article 559, paragraph 14 of the Code of Civil Procedure; Article 559, paragraph 20 of the Code of Civil Procedure: An appeal is inadmissible if the grounds are not sufficiently specific regarding the content of the prior lawsuit or if they concern the unreviewable substantive assessment of evidence.

Keywords

AI generated
inadmissible appeal lack of specificity prior litigation sworn testimony substantive assessment Code of Civil Procedure evidence documents

Cited Legislation

AI generated
Article 559, paragraph 14 of the Code of Civil Procedure
Article 559, paragraph 20 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191, paragraph 2 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court Case 2/2008
Supreme Court Case 824/2010
Supreme Court Case 300/2006

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 899 / 2018 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 899/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους δικαστές: Ευφημία Λαμπροπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χριστόφορο Κοσμίδη, Στυλιανή Γιαννούκου, Χαράλαμπο Μαχαίρα και Σοφία Καρυστηναίου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του στις 24 Ιανουαρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Μ. Λ. του Π., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Τσάκωνα και κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: S. M. (Σ. Μ.), κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με την πληρεξούσια δικηγόρο του Άννα Μαντέλου-Μαντελοπούλου και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26-7-2011 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4713/2013 του ίδιου δικαστηρίου και 626/2015 του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 18-12-2015 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Σοφία Καρυστηναίου ανέγνωσε την από 26-4-2016 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 14 Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Με το λόγο αυτό αναιρέσεως ερευνάται η ποσοτική αοριστία της αγωγής, δηλαδή όταν στο δικόγραφο αυτής δεν αναφέρονται με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά τα οποία αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του κανόνα δικαίου στον οποίο στηρίζεται το αίτημά της.

Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο κατά το πρώτο σκέλος του λόγο αναιρέσεως ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 14 περ. β Κ.Πολ.Δ. και συγκεκριμένα ότι παρά το νόμο δεν απέρριψε την ένδικη αγωγή του αναιρεσιβλήτου ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας για το λόγο ότι αυτός (ο αναιρεσίβλητος) είχε ασκήσει προγενέστερη όμοια αγωγή, η οποία με την αμετάκλητη 2958/2011 απόφαση του Μονομελούς Πειραιώς απορρίφθηκε ως αόριστη.

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος προεχόντως λόγω αοριστίας αφού για το παραδεκτό του δεν παρατίθεται το περιεχόμενο της ένδικης αγωγής ούτε αναφέρονται με σαφήνεια και πληρότητα οι επικαλούμενες ελλείψεις αυτής. Σε κάθε περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση της ένδικης από 26-7-2011 αγωγής του ήδη αναιρεσιβλήτου προκύπτει ότι με αυτήν ο τελευταίος εξέθεσε ότι στις 4-7-2001 προσελήφθη από τον εναγόμενο και ήδη αναιρεσείοντα με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και απασχολήθηκε από αυτόν ως φύλακας στην επιχείρηση ανθοπωλείου που διατηρούσε αυτός εντός του Γ Νεκροταφείου αντί τελευταίας καταβαλλόμενης εβδομαδιαίας αμοιβής 250 ευρώ, μέχρι τις 23-6-2010, οπότε ο εναγόμενος κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας του χωρίς να του καταβάλει τη νόμιμη αποζημίωση.

Ζήτησε δε να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να του καταβάλει τα αναφερόμενα ποσά για υπερεργασία και παράνομη υπερωριακή εργασία, εργασία κατά τα Σάββατα, τις Κυριακές και αργίες, νυκτερινή εργασία και για μη ληφθείσα άδεια κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-2005 μέχρι 23-6-2010, καθώς και για αποζημίωση λόγω καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας του.

Για τη θεμελίωση των απαιτήσεων από υπερωριακή απασχόληση ανέφερε την ημερήσια εργασία του, τον αριθμό των ωρών με την αντίστοιχη γι’ αυτές αμοιβή για κάθε ημέρα εργασίας του προαναφερθέντος χρονικού διαστήματος, με αποτέλεσμα να μπορεί να εξευρεθεί η διάρκεια της απασχολήσεώς του κατά τις εργάσιμες πλην του Σαββάτου και της Κυριακής ημέρες και να διαπιστωθεί αν υπάρχει υπέρβαση του ισχύοντος εβδομαδιαίου ωραρίου.

Επίσης ανέφερε τον αριθμό των Κυριακών και αργιών που απασχολήθηκε και τις ώρες εργασίας του κατά τις Κυριακές και αργίες, καθώς και τις ώρες της νυκτερινής εργασίας του. Επί πλέον εξέθεσε σαφώς και μάλιστα χωριστά για κάθε χρονικό διάστημα για ποια επί μέρους κονδύλια καταβαλλόταν εκάστοτε από τον εναγόμενο το ποσό των 240 ευρώ εβδομαδιαίως μέχρι το τέλος του 2009 και των 250 ευρώ κατά το έτος 2010 (μέρος των ως άνω ποσών που ρητά αναγράφεται καταβαλλόταν για την αμοιβή του εκάστοτε προβλεπόμενου από τη ΕΓΣΕΕ μηνιαίου μισθού του εργάτη και το υπόλοιπο το οποίο επίσης αναφέρεται χωριστά για κάθε ένα κονδύλιο, για την αμοιβή υπερεργασίας και μέρος της αμοιβής της παράνομης υπερωριακής απασχόλησης).

Τέλος όσον αφορά την αναλυτική κατά περιόδους καταβολή των οφειλών του εναγομένου ανέφερε για ποια αιτία καταβάλλονταν τα ως άνω ποσά και στο τέλος της αγωγής στο κεφάλαιο "Ανακεφαλαίωση" εξειδίκευσε για ποια κονδύλια ελάμβανε κάθε φορά ως εξόφληση τα παραπάνω ποσά. Με αυτό το περιεχόμενο και αίτημα η αγωγή ήταν νόμιμη και επαρκώς ορισμένη και συνακόλουθα το εφετείο, το οποίο με την προσβαλλομένη απόφασή του δέχθηκε τα ίδια, δεν υπέπεσε στην προαναφερθείσα αναιρετική πλημμέλεια.

Συνεπώς ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως είναι σε κάθε περίπτωση απορριπτέος ως αβάσιμος.

2. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 16 περ. β Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο. Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να προσδιορίζεται στο αναιρετήριο με σαφήνεια το αντικείμενο της δίκης που προηγήθηκε, τα ζητήματα που κρίθηκαν σ’ αυτή με δύναμη δεδικασμένου σε συσχετισμό με το αντικείμενο της μεταγενέστερης δίκης και οι παραδοχές του δικαστηρίου με τα πραγματικά περιστατικά που προσδιορίζουν την πλημμέλεια της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ώστε να μπορεί να κριθεί αν παραβιάσθηκαν οι διατάξεις περί δεδικασμένου (Α.Π. 929/2014).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο κατά το δεύτερο σκέλος του λόγο αναιρέσεως ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση, κατ’ εκτίμηση του λόγου αυτού, την ανωτέρω αναιρετική πλημμέλεια και συγκεκριμένα ότι κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο από την 2958/2011 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, η οποία είχε καταστεί αμετάκλητη πριν από την άσκηση της ένδικης αγωγής και με την οποία είχε απορριφθεί λόγω αοριστίας προηγούμενη αγωγή του αναιρεσιβλήτου κατ’ αυτού με το ίδιο περιεχόμενο.

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος λόγω αοριστίας διότι δεν προσδιορίζεται στο αναιρετήριο με σαφήνεια το αντικείμενο της δίκης που προηγήθηκε, τα ζητήματα που κρίθηκαν σ’ αυτή με δύναμη δεδικασμένου σε συσχετισμό με το αντικείμενο της μεταγενέστερης δίκης και οι παραδοχές του δικαστηρίου με τα πραγματικά περιστατικά που προσδιορίζουν την πλημμέλεια της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ώστε να μπορεί να κριθεί αν παραβιάσθηκαν οι διατάξεις περί δεδικασμένου.

Σε κάθε περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση των σχετικών διαδικαστικών εγγράφων προκύπτουν τα εξής: Ο ήδη αναιρεσίβλητος είχε ασκήσει ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς την από 12-12-2010 προγενέστερη αγωγή του, με την οποία αφού παρέθετε το ίδιο ιστορικό με εκείνο της από 26-7-2011 ένδικης αγωγής ζητούσε να υποχρεωθεί ο και τότε εναγόμενος και ήδη αναιρεσείων να του καταβάλει για τις ίδιες αιτίες το συνολικό ποσό των 145.005,92 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.

Με την 2958/2011 απόφαση του προαναφερθέντος δικαστηρίου η αγωγή αυτή απορρίφθηκε ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας και συγκεκριμένα διότι, αν και ο ενάγων κατά τη συζήτησή της περιόρισε κατά ένα μέρος το αίτημα αυτής από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό, εντούτοις δεν ανέφερε ούτε μπορούσε να συναχθεί από τη σχετική δήλωση περιορισμού του αιτήματος και το περιεχόμενο των προτάσεών του ποιες αξιώσεις κατ’ είδος και κατά χρονικό διάστημα αφορούσε ο δηλωθείς περιορισμός ούτε ότι περιορίζονταν ανάλογα τα επιμέρους αντίστοιχα κονδύλια κατά ποσοστό του όλου αιτήματος, καθώς και διότι ο ενάγων παρέλειψε να εξειδικεύσει ποια επιμέρους ποσά είχαν καταβληθεί από τον εναγόμενο για αμοιβή υπερεργασίας, αποζημίωση παράνομης υπερωριακής εργασίας, εργασία τις Κυριακές και κατά τη νύκτα, δηλαδή για κάθε μία αιτία χωριστά, ούτε επικαλέστηκε σχετική αδυναμία προσδιορισμού.

Ακολούθως ο ενάγων, εντός εξαμήνου από την απόρριψη της αγωγής του ως αόριστης, άσκησε κατά το εναγομένου την από 26-7-2011 ένδικη αγωγή του, με το περιεχόμενο που προαναφέρθηκε, η οποία επιδόθηκε στον εναγόμενο την 1-8-2011 και με την οποία ζητούσε να υποχρεωθεί ο τελευταίος να του καταβάλει για τις αυτές ως άνω αιτίες το συνολικό ποσό των 129.929,98 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της προηγούμενης αγωγής του.

Η δεύτερη αυτή αγωγή, το περιεχόμενο της οποίας εκτέθηκε ήδη πιο πάνω, είναι ορισμένη, διότι συμπληρώθηκαν πλήρως οι ελλείψεις της, όπως αυτές είχαν επισημανθεί με την 2958/2011 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς (αν και η εξειδίκευση των καταβολών του εναγομένου προς τον ενάγοντα δεν αποτελούσε αναγκαίο περιεχόμενο της αγωγής αλλά τυχόν ενστάσεως του εναγομένου, απαιτήθηκε δε ως εκ περισσού).

Συνεπώς, αφού η δεύτερη αυτή αγωγή δεν έχει τις ίδιες ελλείψεις με την προηγούμενη, δεν συντρέχει δεδικασμένο ως προς την αοριστία της που προκύπτει από την ήδη καταστάσα αμετάκλητη 2958/2011 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς και ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως είναι σε κάθε περίπτωση απορριπτέος ως αβάσιμος. 3.

Κατά το άρθρο 562 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. είναι απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως που στηρίζεται σε ισχυρισμό ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται: α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.

Η έννοια της δημόσιας τάξεως περιλαμβάνει τους κανόνες με τους οποίους η Ελληνική Πολιτεία προστατεύει θεμελιώδεις αξίες και αντιλήψεις του έννομου βίου, πολιτειακές, ηθικές, οικονομικές ή κοινωνικές, η προσβολή των οποίων δεν είναι ανεκτή από την κρατούσα στη χώρα γενική περί δικαίου συνείδηση (Ολ.

Α.Π. 15/2000). Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναιρέσεως, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.

Πρέπει δηλαδή να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός ο οποίος στηρίζει το λόγο αναιρέσεως είχε προταθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και μάλιστα ότι είχε προταθεί παραδεκτώς και νομίμως.

Συνεπώς ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, να αναφέρεται δε και ο χρόνος και τρόπος προτάσεώς του ή επαναφοράς του στο ανωτέρω δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί αν ήταν νόμιμος και παραδεκτός, εάν δε συντρέχει εξαιρετική περίπτωση των εδ. α-γ της παρ. 2 του άρθρου 562 Κ.Πολ.Δ., πρέπει να εκτίθεται στο αναιρετήριο η περίπτωση αυτή.

Περαιτέρω από τα άρθρα 591 παρ. 1 περ. β, 666 παρ. 1, 115 παρ. 3 και 256 παρ. 1 περ. δ Κ.Πολ.Δ., όπως ίσχυαν πριν από την έναρξη της ισχύος του ν. 4335/2015 και έχουν εν προκειμένω εφαρμογή, προκύπτει ότι στη διαδικασία των εργατικών διαφορών, κατά την οποία δεν είναι υποχρεωτική η κατάθεση προτάσεων ενώπιον του μονομελούς πρωτοδικείου, οι διάδικοι οφείλουν να προτείνουν όλους τους αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς τους προφορικά κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο και επιπλέον οι ισχυρισμοί αυτοί πρέπει να καταχωρηθούν στα πρακτικά με συνοπτική έκθεση των γεγονότων που τους θεμελιώνουν, εκτός αν τα γεγονότα αυτά περιέχονται στις κατατιθέμενες προτάσεις, δηλαδή απαιτείται σε κάθε περίπτωση προφορική πρόταση των ισχυρισμών, που ως "γενόμενο κατά τη συζήτηση" σημειώνεται στα πρακτικά και έκθεση των γεγονότων που θεμελιώνουν τους αυτοτελείς ισχυρισμούς στις κατατιθέμενες προτάσεις (Α.Π. 72/2016).

Τέλος, αν προσβάλλεται απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, θα πρέπει ο ισχυρισμός στον οποίο στηρίζεται ο λόγος αναιρέσεως να είχε προταθεί παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο αλλά και να επαναφέρθηκε παραδεκτά (με λόγο εφέσεως ή αναλόγως κατά το άρθρο 240 Κ.Πολ.Δ. με τις προτάσεις) και στο δεύτερο βαθμό και να αναφέρεται αυτό στο αναιρετήριο, εκτός αν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.

ή πρόκειται για ισχυρισμό που παραδεκτά κατά το άρθρο 527 Κ.Πολ.Δ. προτάθηκε για πρώτη φορά στην κατ’ έφεση δίκη, που επίσης πρέπει να διευκρινίζεται στο αναιρετήριο (Α.Π. 201/2017). Στην προκειμένη περίπτωση με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ.

α Κ.Πολ.Δ. και συγκεκριμένα ότι κατά παράβαση των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 263 και 346 Α.Κ. το εφετείο δέχθηκε ότι η ένδικη αγωγή αποτελούσε επανέγερση εντός εξαμήνου της προγενέστερης όμοιας αγωγής του που είχε απορριφθεί με την 2958/2011 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς και ότι συνακόλουθα οι απαιτήσεις του ενάγοντος δεν είχαν υποπέσει σε παραγραφή.

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος διότι, αν και ο αναιρεσείων επικαλείται παραδεκτή προβολή του ισχυρισμού στον οποίο αυτός στηρίζεται ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και επανυποβολή του ενώπιον του εφετείου, από την επισκόπηση των πρακτικών της πρωτόδικης δίκης προκύπτει ότι αυτός δεν είχε προβάλει τέτοιο ισχυρισμό ούτε επικαλείται κάποιο λόγο παραδεκτής βραδείας προβολής του ανωτέρω ισχυρισμού για πρώτη φορά ενώπιον του εφετείου. 4.

Από τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 340 και 346 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, για να σχηματίσει την κρίση του σχετικά με τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λάβει υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι προς απόδειξη ή ανταπόδειξη αυτών, μεταξύ των οποίων και οι ένορκες βεβαιώσεις.

Ειδικότερα οι ένορκες βεβαιώσεις, οι οποίες στη διαδικασία των εργατικών διαφορών προβλέπονται από την (ήδη σιωπηρώς καταργηθείσα αλλά έχουσα εν προκειμένω εφαρμογή) διάταξη του άρθρου 671 παρ. 1 εδ. δ Κ.Πολ.Δ., δεν αποτελούν κατ’ αρχήν έγγραφα κατά την έννοια του άρθρου 339 Κ.Πολ.Δ. αλλά ιδιαίτερο και αυτοτελές αποδεικτικό μέσο.

Γι’ αυτό πρέπει να γίνεται ρητή μνεία αυτών στην απόφαση, η δε αναφορά σ’ αυτήν ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη και όλα τα με επίκληση νόμιμα προσκομισθέντα από τους διαδίκους έγγραφα, δεν αποδεικνύει ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη και τις ένορκες βεβαιώσεις. Η παράβαση της υποχρεώσεως αυτής ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αριθ. 11 περ.

γ Κ.Πολ.Δ. λόγο αναιρέσεως, για τη στοιχειοθέτηση του οποίου αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών ως προς τη λήψη υπόψη του συγκεκριμένου αποδεικτικού μέσου (Α.Π. 887/2015). Εξ άλλου για να είναι ορισμένος ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ Κ.Πολ.Δ. πρέπει στο αναιρετήριο να εξειδικεύονται τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν με επίκληση και παρά ταύτα δεν ελήφθησαν υπόψη από το δικαστήριο, να προσδιορίζεται το περιεχόμενό τους και το παραδεκτό της προσκομιδής τους, να αναφέρεται ότι έγινε επίκληση και προσκομιδή τους και να καθορίζεται ο συγκεκριμένος ουσιώδης ισχυρισμός, το βάσιμο ή αβάσιμο του οποίου θα αποδεικνυόταν με τα εν λόγω αποδεικτικά μέσα και οι λόγοι για τους οποίους ο ισχυρισμός αυτός ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (Α.Π. 1499/2014).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο κατά το πρώτο σκέλος του λόγο αναιρέσεως ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την ανωτέρω αναιρετική πλημμέλεια και συγκεκριμένα ότι το εφετείο δεν έλαβε υπόψη την 392/18-3-2015 ένορκη βεβαίωση του Ε. Χ. που ελήφθη μετά νομότυπη και εμπρόθεσμη κλήτευση του ενάγοντος όπως προέκυπτε από την ...17-3-2015 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών Θ.

Λ., τις οποίες (ένορκη βεβαίωση και έκθεση επιδόσεως) αυτός επικαλέσθηκε και προσκόμισε ενώπιον του εφετείου, καθώς και ότι η μη λήψη υπόψη της ανωτέρω ένορκης βεβαιώσεως προκύπτει από το γεγονός ότι δεν αναφέρεται ρητώς στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι ελήφθη υπόψη, ενώ αντίθετα αναφέρεται ότι ελήφθησαν υπόψη άλλες οκτώ προσκομισθείσες ένορκες βεβαιώσεις, μεταξύ των οποίων και η 403/2011 προγενέστερη ένορκη βεβαίωση του ιδίου (Ε.

Χ.). Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος λόγω αοριστίας διότι για τη θεμελίωσή του δεν αναφέρεται ενώπιον τίνος ελήφθη η ανωτέρω ένορκη βεβαίωση ούτε προσδιορίζεται ο ισχυρισμός το βάσιμο ή το αβάσιμο του οποίου θα αποδεικνυόταν με αυτήν ούτε αν ο ισχυρισμός αυτός ασκούσε ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης ενόψει και του ότι αναφέρεται ότι το ίδιο πρόσωπο είχε δώσει προγενέστερη ένορκη βεβαίωση που ελήφθη υπόψη από το εφετείο.

Σε κάθε περίπτωση ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος διότι από την παραδεκτή επισκόπηση των από 19-3-2015 εγγράφων προτάσεων του αναιρεσείοντος ενώπιον του εφετείου προκύπτει ότι αυτός δεν επικαλέσθηκε με πληρότητα και σαφήνεια την ανωτέρω ένορκη βεβαίωση και συγκεκριμένα την επικαλέσθηκε ως "με αρ. /2015 ένορκη βεβαίωση ενώπιον του κ.

Ειρηνοδίκη Πειραιά, μετά προσήκουσα, νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήτευση του αντιδίκου, όπως αποδεικνύεται από την προσαγόμενη με επίκληση με αριθμό ...17-3-2015 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή Πειραιά Θ. Λ.... του μάρτυρά μου, Ε. Χ...." (βλ. σελίδα 4 των ανωτέρω εγγράφων προτάσεων), δηλαδή χωρίς να αναφέρει τον αριθμό της.

5. Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 12 Κ.Πολ.Δ., κατά την οποία αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, προκύπτει ότι ο σχετικός λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο της ουσίας κατά την εκτίμηση των αποδείξεων προσέδωσε σε αποδεικτικό μέσο αυξημένη αποδεικτική δύναμη που δεν την είχε κατά νόμο ή δεν του προσέδωσε τέτοια δύναμη μολονότι την είχε κατά νόμο (Α.Π. 26/2010).

Αυξημένη αποδεικτική δύναμη έχουν ενδεικτικά η δικαστική ομολογία (άρθρο 352 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.), τα δημόσια έγγραφα ως προς όσα βεβαιώνονται σ’ αυτά, την αλήθεια των οποίων όφειλε να διαπιστώσει εκείνος που τα συνέταξε (άρθρο 440 Κ.Πολ.Δ.) και τα δημόσια έγγραφα ως προς το περιεχόμενο των δικαιοπρακτικών δηλώσεων των μερών (άρθρο 441 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο κατά το δεύτερο (επικουρικό) σκέλος του λόγο αναιρέσεως ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πιο πάνω αναιρετική πλημμέλεια και συγκεκριμένα ότι σε κάθε περίπτωση δεν προσέδωσε στην 392/18-3-2015 ένορκη βεβαίωση του Ε. Χ. την αποδεικτική δύναμη δικαστικού τεκμηρίου.

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος διότι κατά τα προεκτεθέντα ο λόγος αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθ. 12 Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται αν το δικαστήριο της ουσίας κατά την εκτίμηση των αποδείξεων προσέδωσε σε αποδεικτικό μέσο αυξημένη αποδεικτική δύναμη που δεν την είχε κατά νόμο ή δεν του προσέδωσε τέτοια δύναμη, περιστατικά που δεν επικαλείται εν προκειμένω ο αναιρεσείων.

6. Από τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι στο έγγραφο της αναιρέσεως πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί αν και ποιο λόγο αναιρέσεως από τους περιοριστικώς αναφερομένους στο άρθρο 559 Κ.Πολ.Δ.

θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση. Ειδικά για να είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι δεν έχει νόμιμη βάση (άρθρο 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ.) εξαιτίας ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, πρέπει στο αναιρετήριο να παρατίθενται οι κρίσιμες σχετικές παραδοχές και να αναφέρεται σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια ή η αντίφαση των αιτιολογιών, δηλαδή ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση ή πού εντοπίζονται οι αντιφάσεις.

Επί πλέον πρέπει να εκτίθεται στο αναιρετήριο ότι υποβλήθηκε στο εφετείο ισχυρισμός κατά την αντιμετώπιση του οποίου το δικαστήριο υπέπεσε στην προβαλλόμενη πλημμέλεια, δοθέντος ότι η αοριστία του λόγου αναιρέσεως δεν μπορεί να συμπληρωθεί με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο (Ολ. Α.Π. 20/2005). Στην προκειμένη περίπτωση με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη την αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ., για τη θεμελίωσή του όμως δεν παραθέτει τις παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως ούτε τις αντιφάσεις ή έλλειψεις αυτών αλλά μόνο απαράδεκτες αιτιάσεις για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.).

Συνεπώς ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.

7. Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 20 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου συνίσταται στο διαγνωστικό λάθος της αποδόσεως από το δικαστήριο της ουσίας σε αποδεικτικό, κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432 επ. του ίδιου κώδικα, έγγραφο περιεχομένου καταδήλως διαφορετικού από το αληθινό, εξαιτίας του οποίου καταλήγει σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα.

Δεν περιλαμβάνει όμως και την περίπτωση που το δικαστήριο, από την εκτίμηση και αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου, έστω και εσφαλμένως, καταλήγει σε συμπέρασμα αντίθετο από εκείνο που θεωρεί ως ορθό ο αναιρεσείων, γιατί τότε πρόκειται για αιτίαση σχετική με την εκτίμηση πραγμάτων, η οποία δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο (Ολ.

Α.Π. 2/2008, Α.Π. 824/2010). Εξ άλλου δεν είναι έγγραφα με την έννοια της ανωτέρω διατάξεως τα πρακτικά συνεδριάσεως του δικαστηρίου κατά το μέρος που περιέχουν καταθέσεις μαρτύρων (Α.Π. 300/2006) ούτε οι ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου, οι οποίες κατά τα προεκτεθέντα αποτελούν ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, διαφορετικό από τα έγγραφα.

Στην προκειμένη περίπτωση με τον πέμπτο λόγο αναιρέσεως ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την ανωτέρω αναιρετική πλημμέλεια και συγκεκριμένα ότι το εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο της ... ένορκης βεβαιώσεως του Δ. Λ. και της ένορκης καταθέσεως του μάρτυρα ανταποδείξεως Μ. Χ. που περιέχεται στα πρακτικά δημόσιας συνεδριάσεως του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου.

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος διότι οι φερόμενες ως παραμορφωθείσες ένορκη βεβαίωση και μαρτυρική κατάθεση δεν είναι έγγραφα κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 20 Κ.Πολ.Δ., σε κάθε δε περίπτωση διότι με αυτόν, υπό την κατ’ επίφαση επίκληση της ανωτέρω αναιρετικής πλημμέλειας, απαραδέκτως πλήττεται η ανέλεγκτη ουσιαστική κρίση του εφετείου.

8. Τέλος ο αναιρεσείων ζητεί να αναβληθεί η συζήτηση προκειμένου να συμπληρωθεί η εισήγηση ως προς το δεύτερο λόγο αναιρέσεως (διότι στην εισήγηση δεν αναφέρεται η φερόμενη ως παραβιασθείσα διάταξη του άρθρου 263 Α.Κ.) και ως προς τον τρίτο λόγο (διότι δεν γίνεται πρόταση σχετικά με το δεύτερο σκέλος του). Το αίτημα αυτό είναι απορριπτέο προεχόντως ως απαράδεκτο διότι υποβλήθηκε με τις από 24-1-2017 έγγραφες προτάσεις του αναιρεσείοντος που κατατέθηκαν μετά τη συζήτηση, ήτοι στις 27-1-2017, όπως προκύπτει από τη σχετική επισημείωση της αρμόδιας γραμματέως της έδρας, σε κάθε δε περίπτωση ως αβάσιμο διότι υπάρχει πρόταση της εισηγήτριας, όσο μεν αφορά το δεύτερο λόγο ανεξαρτήτως της μη αναφοράς στην εισήγηση της φερόμενης ως παραβιασθείσης διατάξεως, όσο δε αφορά τον τρίτο λόγο διότι αυτός εκτιμήθηκε ενιαίως ως λόγος από το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. γ Κ.Πολ.Δ.

9. Ενόψει όλων αυτών πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η υπό κρίση αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, λόγω της ήττας του, στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου σύμφωνα με το σχετικό αίτημα του τελευταίου (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 18-12-2015 αίτηση για αναίρεση της 626/2015 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 28 Ιουνίου 2017.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 10 Μαΐου 2018.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ