Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds, ruling specific evidence was properly cited at lower court.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Athens Court of Appeal's decision regarding a property dispute. The appellant argued the lower court improperly considered an expert report without proper notice, but the court found the evidence was sufficiently referenced in the appellate proceedings. Consequently, the appeal was rejected, and the appellant was ordered to pay the legal costs of the appellees.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(11)(b) and 237 of the Code of Civil Procedure; An appeal based on the lower court considering evidence not adduced is inadmissible if the evidence was specifically and clearly cited in the appellate proceedings, as the legal requirement for 'adduced evidence' encompasses clear and specific reference to the documents presented.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 899 / 2015 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 899/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ελένη Διονυσοπούλου, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 17 Σεπτεμβρίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Σ. Τ. του Δ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Απόστολο Γεωργιάδη.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Χ. Κ., χήρας Σ. Σ. και 2) Ε. Σ. του Σ., αμφοτέρων κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Παναγιώτη Μάζη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3/5/2010 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3116/2012 του ίδιου Δικαστηρίου και 3673/2013 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 9/1/2014 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Μπιχάκης ανέγνωσε την από 8/9/2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 138 ΑΚ δήλωση βούλησης που δεν έγινε στα σοβαρά παρά μόνο φαινομενικά (εικονική) είναι άκυρη. Στην περίπτωση της σύμβασης, για να υπάρξει εικονικότητα, απαιτείται γνώση αυτής απ’ όλους τους συμβαλλομένους και συμφωνία τους ότι είναι εικονική, η δε εικονική σύμβαση είναι άκυρη και δεν παράγει έννομες συνέπειες, διότι, σύμφωνα με το άρθρο 180 ΑΚ, η άκυρη δικαιοπραξία θεωρείται σαν μην έγινε, εκτός εάν κάποια άλλη δικαιοπραξία καλύπτεται κάτω από την εικονική, η οποία είναι έγκυρη αν τα μέρη την ήθελαν και συντρέχουν οι όροι που απαιτούνται για τη σύσταση της.
Από το άρθρο 513 ΑΚ συνάγεται ότι ουσιώδη στοιχεία της σύμβασης πώλησης είναι το πράγμα, το τίμημα και η συμφωνία των συμβαλλομένων για τη μετάθεση της κυριότητας του πωλουμένου και πληρωμής του τιμήματος. Περαιτέρω, όπως συνάγεται από τον συνδυασμό των άρθρων 138, 180, 513 και 1033 ΑΚ, στην περίπτωση καταχωρισμένων σε συμβολαιογραφικό έγγραφο συμβάσεων πώλησης και (εξαιτίας της πώλησης) μεταβίβασης της κυριότητας ενός ακινήτου από τον κύριο του σε άλλον (αγοραστή), αν οι αντίστοιχες για την πώληση δηλώσεις βούλησης του πωλητή και αγοραστή είναι εικονικές, διότι οι βουλήσεις τους ήταν είτε να μην υφίστανται υποχρεώσεις του πωλητή να μεταβιβάσει το ακίνητο και να παραδώσει το πωλούμενο και η υποχρέωση του αγοραστή να καταβάλει το τίμημα είτε να μην υπάρχει μια από τις άνω εκατέρωθεν υποχρεώσεις του πωλητή ή του αγοραστή, η σύμβαση της πώλησης είναι άκυρη λόγω εικονικότητας, αυτή δε η ακυρότητα επισύρει την ακυρότητα της μεταβίβασης της κυριότητας του ακινήτου λόγω του αιτιώδους χαρακτήρα της τελευταίας τόσον η έννοια της εικονικότητας, όσον και της πώλησης είναι γνωστές νομικές έννοιες και στην έννοια της εικονικότητας περιλαμβάνεται το κατά τα άρθρα 138 και 139 ΑΚ απαιτούμενο στοιχείο της από όλους τους συμβαλλομένους γνώσεως της εικονικότητας της δικαιοπραξίας, ενώ στην έννοια της πώλησης περιλαμβάνεται η συμφωνία των συμβαλλομένων για την μετάθεση της κυριότητας του πωλουμένου πράγματος και την πληρωμή του τιμήματος και επομένως δεν χρειάζεται περαιτέρω καθορισμός δια αναφοράς ετέρων περιστατικών.
Εξάλλου από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει, ότι ο λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, αντιστοίχως δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού κανόνα δικαίου για την επέλευση της απαγγελθείσας έννομης συνέπειας ή την άρνηση της.
Περαιτέρω, κατά την έννοια του αριθ. 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., ανεπαρκής ή αντιφατική αιτιολογία που έχει ως συνέπεια την αναίρεση για έλλειψη νομίμου βάσεως, υπάρχει όταν από το αιτιολογικό της αποφάσεως δεν προκύπτουν κατά τρόπο σαφή και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία σύμφωνα με το νόμο είναι αναγκαία για τη θεμελίωση του κανόνα δικαίου που εφαρμόσθηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση, όχι όμως και όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, εφόσον τούτο εκτίθεται σαφώς.
Ως "ζητήματα" των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί απ’ την απόφαση τη νόμιμη βάση της, νοούνται μόνον οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, δηλαδή εκείνοι που τείνουν στη θεμελίωση ή την κατάλυση δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα απλά πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα, που δεν συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για την οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναιρέσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα: Ο Σ. Σ. σύζυγος της πρώτης ενάγουσας και πατέρας της δεύτερης από το έτος 1985 ασχολούνταν με χονδρική και λιανική πώληση παιχνιδιών. Είχε ιδρύσει την εταιρεία "C. TOYS ΕΠΕ" και κατόπιν ίδρυσε την εταιρεία με την επωνυμία "U.
TOYS ΑΕ". Οι ως άνω εταιρείες από το έτος 2000 άρχισαν να αντιμετωπίζουν τεράστια οικονομικά προβλήματα που οδήγησαν στην πτώχευση τους το έτος 2005 με αίτηση δανειστών τους. Ο Σ. Σ. το έτος 2004 δημιούργησε μια νέα εταιρεία στο όνομα της κόρης του Α., στην πραγματικότητα όμως επρόκειτο για προσωπική του επιχείρηση, πλην όμως και αυτή αντιμετώπιζε μεγάλα οικονομικά προβλήματα και τελικώς έπαυσε τη λειτουργία της.
Ο εναγόμενος διατηρούσε κατάστημα παιχνιδιών στο Χαλάνδρι και από το έτος 1998 είχε επαγγελματική συνεργασία με το Σ. Σ., η οποία κατέληξε σε αδελφική φιλία. Ο Σ. Σ. όταν άρχισε να αντιμετωπίζει στις επιχειρήσεις του οικονομικά προβλήματα προσέφερε την πολυετή εμπειρία του στον επιχειρηματικό τομέα στον εναγόμενο, του γνώριζε πρώην προμηθευτές του από το εξωτερικό, τον βοηθούσε με το δικό του δίκτυο πωλήσεων να πωλήσει τα εμπορεύματα του και του υπεδείκνυε τρόπους να αναπτύξει περαιτέρω τη δουλεία του.
Ταξίδευαν μαζί σε χώρες του εξωτερικού και ιδίως στη Κίνα από όπου ο εναγόμενος προμηθευόταν εμπορεύματα. Επειδή, ο Σ. είχε δημιουργήσει πολλά χρέη στο Δημόσιο, στο ΙΚΑ και στις Τράπεζες, φοβούμενος μήπως εκπλειστηριασθεί το διαμέρισμα του στη Γλυφάδα που αποτελούσε την οικογενειακή του στέγη συμφώνησε με τον εναγόμενο αφού έπεισε και τη σύζυγο του-πρώτη ενάγουσα συγκύρια του εν λόγω διαμερίσματος κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου να μεταβιβάσουν σ’ αυτόν το διαμέρισμα εικονικά λόγω πωλήσεως.
Ο εναγόμενος ήταν το μόνο πρόσωπο το οποίο εμπιστευόταν τυφλά και απόλυτα ο Σ. Σ., ο οποίος προσπαθούσε με κάθε τρόπο να διασώσει από τους δανειστές του το εν λόγω διαμέρισμα ώστε να έχει εξασφαλίσει κατοικία για την οικογένεια του.
Ο Σ. Σ. και η σύζυγος του δεν ήθελαν να πωλήσουν το εν λόγω διαμέρισμα και αυτό το γνώριζε ο εναγόμενος ο οποίος συμφώνησε στην εικονική αυτή μεταβίβαση προς αυτόν με το υπ’ αριθ. ...1-7-2002 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Κων/νου Δέδε. Η πώληση του διαμερίσματος δεν εξυπηρετούσε καθόλου τον Σ. Σ. διότι με το τίμημα της πωλήσεως 68.913 ευρώ δεν μπορούσε να καλύψει ούτε ελάχιστο μέρος των χρεών του προς τρίτους καθόσον αυτά υπερέβαιναν το 1.000.000 ευρώ.
Ο μάρτυρας των εναγόντων που εξετάσθηκε στο ακροατήριο του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου με πειστικότητα και σαφήνεια κατέθεσε ότι ο Σ. και η σύζυγος του τον είχαν διαβεβαιώσει καθόσον είχε αντιδράσει πολύ στην εμπιστοσύνη που έδειξε στον εναγόμενο με τη μεταβίβαση του διαμερίσματος του, ότι είχε συνταχθεί κάποιο έγγραφο μεταξύ αυτών και του εναγόμενου το οποίο διασφάλιζε ότι αυτή η μεταβίβαση ήταν εικονική.
Το έγγραφο όμως αυτό εκλάπη μαζί με άλλα έγγραφα και αντικείμενα από το κατάστημα του Σ. Επίσης, κατέθεσε ότι την ημέρα της κηδείας του Σ. ο εναγόμενος διαλαλούσε ενώπιον των παρευρισκομένων απευθυνόμενος στην πρώτη ενάγουσα " να μην στενοχωρείται, το σπίτι είναι δικό σας, δεν θα το χάσετε θα έχετε κάτι και θα σας βοηθήσουμε εμείς".
Η κατάθεση αυτή ενισχύεται και από τις καταθέσεις των μαρτύρων των εναγόντων που περιέχονται στις προαναφερόμενες ένορκες βεβαιώσεις τους, οι οποίες αναφέρουν ότι όλοι στον επαγγελματικό κύκλο του Σ. και του εναγομένου γνώριζαν ότι η μεταβίβαση του διαμερίσματος ήταν εικονική. Οι καταθέσεις αυτές των μαρτύρων των εναγόντων δεν αντικρούονται πειστικά από την κατάθεση του μάρτυρος του εναγομένου η οποία εν πάση περιπτώσει κρίνεται ως μη πειστική.
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο εναγόμενος μετά το θάνατο του Σ. άλλαξε εντελώς τη συμπεριφορά του προς την οικογένεια του θανόντος αδελφικού του φίλου και ηθέλησε να εκμεταλλευθεί τη δεινή οικονομική της κατάπτωση και προκειμένου να καταχρασθεί το εικονικώς σ’ αυτόν μεταβιβασθέν ακίνητο της οικογένειας του φίλου του εφεύρε το τέχνασμα της εκμισθώσεως του εν λόγω ακινήτου προς την κόρη του θανόντος Α.
Σ. πείθοντας αυτή με επιχειρήματα περί περαιτέρω κατοχυρώσεως της εικονικής μεταβιβάσεως ως πραγματικής έναντι των δανειστών τους, να υπογράψει το από 17-9-2005 ιδιωτικό συμφωνητικό μισθώσεως. Οι προσκομιζόμενες όμως αποδείξεις εισπράξεως μισθώματος δεν φέρουν την υπογραφή της καταβαλούσης το μίσθωμα - μισθώτριας και επιπλέον προσκομίζονται αποδείξεις μόνο για το διάστημα μετά το θάνατο του Σ.
ενώ για το χρονικό διάστημα από 1-7-2002 (χρόνος μεταβίβασης του διαμερίσματος) μέχρι το χρόνο του θανάτου αυτού (Σ.) δεν προσκομίζονται αποδείξεις ενώ προσκομίζεται το από 1-7-2002 μισθωτήριο, γεγονός που αποδεικνύει τους μετά το θάνατο αυτού δολίους σχεδιασμούς του εναγομένου εις βάρος της οικογένειας του φίλου του.
Ακολούθως το Εφετείο δεχόμενο την έφεση των αναιρεσιβλήτων και ως βάσιμη κατ’ ουσία εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση, που είχε απορρίψει την ένδικη αγωγή, και έκανε δεκτή την αγωγή ως βάσιμη κατ’ ουσία, αναγνωρίζοντας την ακυρότητα λόγω εικονικότητας του υπ’ αριθ. ...2002 συμβολαίου του συμ/φου Αθηνών Κων/νου Δέδε.
Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο αναίρεσης προβάλλεται η από τους αρ. 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια ότι το Εφετείο με τις ως άνω αιτιολογίες, ενόψει και των αιτημάτων της αγωγής, στέρησε την απόφασή του από αιτιολογίες σε ζητήματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και συγκεκριμένα δεν ανέφερε κανένα περιστατικό και καμία αιτιολογία ως προς το ζήτημα της εικονικότητας της σύμβασης της πώλησης και δη ως προς τα ουσιώδη στοιχεία αυτής, κρίνοντας ως εικονική μόνο τη μεταβίβαση της κυριότητας του διαμερίσματος, αν και αναγνώρισε την ακυρότητα του συμβολαίου (σύμβασης) αγοραπωλησίας λόγω εικονικότητας, με συνέπεια να παραβιάσει ευθέως και εκ πλαγίου τα άρθρα 138, 513 και 1033 ΑΚ.
‘ Όμως το Εφετείο με αυτά που δέχτηκε και έτσι που έκρινε διέλαβε πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς το κρίσιμο ζήτημα της εικονικότητας της ένδικης σύμβασης και επομένως ο εξεταζόμενος λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 559 αριθ. 8, 106, 335, 338 και 341 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.
προκύπτει, ότι "πράγματα" κατά την έννοια της πρώτης απ’ αυτές, η μη λήψη υπόψη των οποίων από το δικαστήριο της ουσίας ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναιρέσεως, αποτελούν αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που θεμελιώνουν τη βάση της αγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως, όχι δε τα προσκομιζόμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα, ούτε και ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων.
Στην προκειμένη περίπτωση με το δεύτερο, μέρος πρώτο, λόγο αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθ. 8α του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια, επειδή το Εφετείο δέχθηκε ότι η σύμβαση της μεταβίβασης του διαμερίσματος ήταν εικονική και, ακολούθως, αναγνώρισε την ακυρότητα του υπ’ αριθ. ...2002 συμβολαίου αγοραπωλησίας, ενώ οι αναιρεσίβλητες ισχυρίζονταν ότι η μεν σύμβαση πώλησης ήταν εικονική, η δε σύμβαση μεταβίβασης του διαμερίσματος ήταν έγκυρη και στηριζόταν σε κάποια άλλη μεταξύ των διαδίκων (ενοχική) συμφωνία, βάσει της οποίας ο εναγόμενος δεν κατέβαλε τίμημα και ήταν υποχρεωμένος να αναμεταβιβάσει την κυριότητα του διαμερίσματος.
Έτσι, το Εφετείο, δεχόμενο την εικονικότητα της μεταβίβασης (εκποιητικής δικαιοπραξίας), δέχθηκε πράγματα που δεν είχαν προταθεί και είχαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Με το μέρος δεύτερο του δευτέρου λόγου αναίρεσης πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση επειδή το Εφετείο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε και έτσι υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 9 Κ.Πολ.Δ., αφού οι αναιρεσίβλητες ουδέποτε έθεσαν ζήτημα ή και διατύπωσαν κάποιο αίτημα για αναγνώριση της εικονικότητας της μεταβίβασης, παρά μόνο της αγοραπωλησίας, και ζήτησαν όχι την κήρυξη της ακυρότητας της μεταβίβασης του διαμερίσματος αλλά την αναμεταβίβασή του προς αυτές με τη καταδίκη του εναγομένου σε δήλωση βούλησης, αίτημα που όμως απορρίφθηκε ως μη νόμιμο με την πρωτόδικη απόφαση, η οποία δεν προσβλήθηκε κατά το κεφάλαιο αυτό με έφεση από τον αναιρεσείοντα ή τις αναιρεσίβλητες.
Ο εξεταζόμενος λόγος αναίρεσης και κατά τα δύο σκέλη του είναι αβάσιμος, αφού όπως προκύπτει από την επισκόπηση της αγωγής οι ενάγουσες και ήδη αναιρεσίβλητες ζήτησαν την αναγνώριση της ακυρότητας της υπ’ αριθ. ...1-7-2002 συμβολαιογραφικής πράξης αγοραπωλησίας ακινήτου λόγω απόλυτης εικονικότητας, την αναγνώριση λόγω της ακυρότητας αυτών ως συγκυρίων του επιδίκου διαμερίσματος και επιπλέον την αναμεταβίβαση του επιδίκου ακινήτου προς αυτές, αίτημα που απορρίφθηκε ως μη νόμιμο από το πρωτόδικο Δικαστήριο, χωρίς πουθενά στην αγωγή να ισχυρίζονται ότι ήταν έγκυρη η εμπράγματη σύμβαση μεταβιβάσεως του επιδίκου ακινήτου, αντίθετα στην αγωγή τους εξέθεταν: "Όλα τα παραπάνω αποτέλεσαν το λόγο για τον οποίο εμπιστεύθηκε ακόμη και την εικονική μεταβίβαση του τελευταίου περιουσιακού στοιχείου της οικογενείας μας στον εναγόμενο, η οποία πραγματοποιήθηκε με την υπ’ αρ. ...1-7-2002 προσβαλλόμενη πράξη του Συμβολαιογράφου Αθηνών Κωνσταντίνου Αριστομένους Δέδε συνάφθηκε δε αυτή τόσο με την απόλυτα βέβαιη πεποίθηση του συζύγου μου όσο και τη δική μου ότι καμία νομική ενέργεια και μεταβολή δεν θα επέφερε στην πραγματικότητα η δικαιοπραξία αυτή, και ότι το ακίνητο θα συνέχιζε να ανήκει κατά κυριότητα, νομή και κατοχή σ’ εμάς, οπότε στην κατάλληλη και ασφαλή χρονική στιγμή, θα γινόταν αναμεταβίβαση στα παιδιά μας,", το δε Εφετείο αναγνώρισε την ακυρότητα λόγω εικονικότητας του ως άνω συμβολαίου πώλησης, δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν και ούτε επιδίκασε κάτι που δε ζητήθηκε.
Κατά το άρθρο 562 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη. Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναιρέσεως, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο. Πρέπει δηλαδή ν’ αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει τον λόγο αναιρέσεως είχε προταθεί στο δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, και μάλιστα ότι είχε προταθεί νομίμως. Το γεγονός, εξάλλου, ότι ο ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, δεν έχει έννομη συνέπεια, διότι, στην περίπτωση αυτή, το δικαστήριο παραβίασε μεν το νόμο, λόγος όμως αναιρέσεως δεν μπορεί να ιδρυθεί, αν ο σχετικός ισχυρισμός δεν είχε προταθεί νομίμως από τον διάδικο, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις ανωτέρω εξαιρέσεις του άρθρου 562 § 2 ΚΠολΔ.
Συνεπώς, ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, να αναφέρεται δε και ο χρόνος και τρόπος προτάσεως του ή επαναφοράς του στο ανώτερο δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί, με βάση το αναιρετήριο, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο, μέρος πρώτο, λόγο αναίρεσης αποδίδεται στο Εφετείο η εκ του άρθρου 559 αριθ. 14 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια της μη κηρύξεως απαραδέκτου, διότι το δικαστήριο αυτό έλαβε απαραδέκτως υπόψη του τις 1052, 1053 και 1054/2012 ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών των Α. Σ., Σ. Λ. και Χ. Α., που ήταν ανυπόστατα αποδεικτικά μέσα αφού λήφθηκαν στις 9 π.μ. της 23-02-2012, ενώ ο αναιρεσείων είχε κλητευθεί να παραστεί σ’ αυτές στις 9.30 π.μ. της ημέρας αυτής προσέτι δόθηκαν αυτές χωρίς οι μάρτυρες να δώσουν όρκο. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο αν οι σχετικοί θεμελιωτικοί τούτου ισχυρισμοί, οι οποίοι μπορούσαν να προβληθούν ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας κατά το άρθρο 237 Κ.Πολ.Δ. και δεν εμπίπτουν στις λοιπές ως άνω εξαιρέσεις της παρ. 2 του άρθρου 562 του Κ.Πολ.Δ., είχαν προβληθεί στο Εφετείο.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. β Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν. Κατά την αληθινή έννοια της διατάξεως αυτής, που προκύπτει και από το συνδυασμό της προς τις διατάξεις των άρθρων 106, 237 εδ. 1 στοιχ. β, 346 και 453 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., ως αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν νοούνται και εκείνες των οποίων δεν έγινε σαφής και ορισμένη επίκληση με τις προτάσεις του διαδίκου που τις προσκόμισε.
Σαφής και ορισμένη είναι η επίκληση εγγράφου όταν είναι ειδική και από αυτήν προκύπτει η ταυτότητα του. Μπορεί δε η επίκληση αυτή να γίνει είτε με τις προτάσεις της συζήτησης μετά την οποία εκδόθηκε η απόφαση είτε με αναφορά δια των προτάσεων αυτών σε συγκεκριμένο μέρος των προσκομιζόμενων προτάσεων προηγούμενης συζήτησης, όπου γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση του εγγράφου, κατ’ ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 240 Κ.Πολ.Δ..
Η διάταξη αυτή αναφέρεται στον τρόπο επαναφοράς "ισχυρισμών", έχει όμως εφαρμογή και για την επίκληση αποδεικτικών μέσων, λόγω της ταυτότητας του νομικού λόγου. Δεν είναι συνεπώς νόμιμη η κατ’ έφεση επίκληση εγγράφου, προς άμεση ή έμμεση απόδειξη, όταν στις προτάσεις ενώπιον του Εφετείου περιέχεται γενική μόνο αναφορά σε όλα τα έγγραφα που ο διάδικος είχε επικαλεστεί και προσαγάγει πρωτοδίκως, χωρίς παραπομπή σε συγκεκριμένα μέρη των επανυποβαλλόμενων πρωτόδικων προτάσεων όπου περιέχεται σαφής και ορισμένη επίκληση του εγγράφου.
Στην προκειμένη περίπτωση με το δεύτερο μέρος του τρίτου λόγου αναίρεσης ψέγεται η προσβαλλόμενη απόφαση επειδή το Εφετείο έλαβε υπόψη την ...2012 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Αθηνών Κ. Κ., από την οποία προέκυπτε η κλήτευση του αναιρεσείοντος για να παραστεί κατά τη δόση των ως άνω ενόρκων βεβαιώσεων, της οποίας δεν είχε γίνει νόμιμη επίκληση. Ο εξεταζόμενος λόγος από τον αριθ. 11β του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. είναι απορριπτέος ως αβάσιμος αφού, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των προτάσεων των αναιρεσιβλήτων στο Εφετείο, γίνεται αναφορά σε συγκεκριμένο μέρος των προσκομιζόμενων προτάσεων ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου όπου γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση του ως άνω εγγράφου.
Αφού απορρίπτεται η αίτηση αναίρεσης πρέπει ο ηττηθείς αναιρεσείων να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων (άρθρα 183 και 176 Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 9-1-2014 αίτηση του Σ. Τ. για αναίρεση της 3673/2013 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 3 Φεβρουαρίου 2015.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 22 Ιουνίου 2015.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ