Supreme Court dismisses appeal against lower court's finding of false accusation due to lack of evidence.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Thessaloniki Court of Appeal's decision regarding a false accusation claim. The appellant argued that the lower court incorrectly applied substantive law and admitted unproven facts, but the court found the appeal arguments baseless. The appellate court had properly evaluated all evidence, including witness testimonies and documents, to conclude that the defendants did not act with malicious intent.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559 no. 1, 10 K.Pol.D.; An appeal under Art. 559 no. 1 fails if the lower court correctly applied substantive law and evaluated evidence, while an appeal under Art. 559 no. 10 fails if the court's decision was based on proven evidence rather than unproven assertions.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 899 / 2011 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 899/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Φούκα, Γεώργιο Χρυσικό, Ιωάννη Σίδερη και Νικόλαο Λεοντή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 2 Μαΐου 2011, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ε. συζύγου Χ. Β., το γένος Β. Π., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Φαναριώτη.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ι. Θ. Τ., 2) Ε. Θ. Τ., κατοίκων ..., οι οποίοι δεν εμφανίστηκαν στο ακροατήριο ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20.9.2002 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 7967/2004 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 961/2006 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 6 Ιουλίου 2006 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Χρυσικός, ανέγνωσε την από 18 Απριλίου 2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 5.7.2008 αίτησης αναίρεσης για αναίρεση της υπ' αριθ. 961/2006 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Από τις υπ' αριθ. 9959 και 9960/4-5-2009 αφ' ενός και 512, 513/13-12-2010 αφ' ετέρου εκθέσεις επίδοσης του Δικαστικού Επιμελητή στο πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης προσκομίζει και επικαλείται η αναιρεσείουσα προκύπτει ότι επιδόθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα στους αναιρεσίβλητους κεκυρωμένα αντίγραφα της ένδικης αίτησης αναίρεσης και της από 10-3-2010 κλήσης της αναιρεσείουσας για τον προσδιορισμό δικασίμου συζήτησης της ένδικης αίτησης αφορούν, εκείνης που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας με κλήση προς συζήτηση. Οι αναιρεσίβλητοι όμως δεν εμφανίστηκαν κατά την ίδια δικάσιμο όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε προσηκόντων από το οικείο πινάκιο ούτε κατέθεσαν έγγραφη δήλωση κατ' αρθ. 242 του Κ.Πολ.Δ. Επομένως, θα προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία των αναιρεσιβλήτων (αρθ. 576 § 2 Κ.Πολ.Δ).
ΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, 4/2005).
Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ.
ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ'ουσίαν (Ολ.ΑΠ 27 και 28/1998). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ'αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία). (Ολ.ΑΠ 1/1999).
Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559, αριθ.19 λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης με την έννοια της ανεπαρκούς αιτιολογίας αφορά ελλείψεις αναγόμενες αποκλειστικά στη διατύπωση του αιτιολογικού πορίσματος αναφορικά με τη συνδρομή ή μη γεγονότων, που στη συγκεκριμένη περίπτωση συγκροτούν το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, έτσι ώστε, από την ανεπαρκή ή αντιφατική έκθεση τους, να μην μπορεί να κριθεί αν η απόφαση στηρίζεται ή όχι νομικώς (Ολ.ΑΠ 13/1995).
Η ύπαρξη νόμιμης βάσης και η αντίστοιχη έλλειψη της πρέπει να προκύπτουν αμέσως από την προσβαλλόμενη απόφαση, ο δε Άρειος Πάγος διαπιστώνει την ύπαρξη ή την ανυπαρξία του προκειμένου λόγου αναίρεσης, ελέγχοντας μόνο την προσβαλλόμενη απόφαση και το αιτιολογικό της και όχι το περιεχόμενο άλλων εγγράφων ή αποφάσεων σε εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 561 παρ.2 του ΚΠολΔ.
Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα, κατά το άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.
Περαιτέρω, από το άρθρο 57 παρ.1 του ΑΚ, το οποίο ορίζει, ότι όποιος προσβάλλεται παράνομα στην προσωπικότητα του έχει δικαίωμα να απαιτήσει να αρθεί η προσβολή και να μη επαναληφθεί στο μέλλον, συνάγεται ότι για τη θεμελίωση αξίωσης για άρση προσβολής της προσωπικότητας απαιτείται πράξη επαγόμενη μειωτική διαταραχή αυτής σε κάποια από τις εκφάνσεις της, που πρέπει, όμως, να είναι παράνομη, ως αντικείμενη δηλαδή σε διάταξη που απαγορεύει συγκεκριμένη πράξη, με την οποία προσβάλλεται ορισμένη έκφανση αυτής, είναι δε αδιάφορο σε ποιο τμήμα του δικαίου βρίσκεται η διάταξη που απαγορεύει την προσβολή.
Έτσι, η προσβολή μπορεί να προέλθει και από ποινικά κολάσιμη πράξη, όπως εξύβριση, απλή δυσφήμηση ή συκοφαντική δυσφήμηση και η ψευδής καταμήνυση που προβλέπονται και τιμωρούνται από τις διατάξεις των άρθρων 361, 362 και 363, 229 παρ.1 του Π.Κ. Ειδικότερα, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 362 και 363 Π.Κ., όποιος με οποιονδήποτε τρόπο ενώπιον τρίτου ισχυρίζεται ή διαδίδει για κάποιον άλλο γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του, διαπράττει το έγκλημα της δυσφήμησης, και αν το γεγονός αυτό είναι ψευδές και ο υπαίτιος γνώριζε ότι τούτο είναι ψευδές τότε διαπράττει το έγκλημα της συκοφαντικής δυσφήμησης.
Έτσι, για τη στοιχειοθέτηση της αντικειμενικής υπόστασης αμφοτέρων των άνω εγκλημάτων απαιτείται ισχυρισμός ή διάδοση από τον υπαίτιο, με οποιονδήποτε τρόπο, ενώπιον τρίτου, για κάποιον άλλου γεγονότος, που θα μπορούσε να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του. Ως γεγονός δε, κατά την έννοια των παραπάνω διατάξεων, το οποίο στη συκοφαντική δυσφήμηση πρέπει να είναι και ψευδές, νοείται κάθε συγκεκριμένο περιστατικό του εξωτερικού κόσμου που ανάγεται στο παρελθόν ή παρόν, υποπίπτει στις αισθήσεις και είναι δεκτικό απόδειξης, καθώς και κάθε συγκεκριμένη σχέση ή συμπεριφορά, αναφερομένη στο παρελθόν ή παρόν που υποπίπτει στις αισθήσεις και αντίκειται στην ηθική και την ευπρέπεια και προσβάλλει την τιμή και υπόληψη του προσώπου σε ένα των στοιχείων της προσωπικότητας του.
Εξάλλου, για τη στοιχειοθέτηση της υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της δυσφήμησης απαιτείται γνώση ότι το ισχυριζόμενο ή διαδιδόμενο ενώπιον τρίτου γεγονός είναι κατάλληλο να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη άλλου και θέληση του δράστη να ισχυρισθεί ενώπιον τρίτου ή να διαδώσει το βλαπτικό γεγονός, ενώ για τη στοιχειοθέτηση της υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης, απαιτείται επιπλέον και γνώση του δράστη ότι το γεγονός είναι ψευδές.
Ωστόσο, σε περίπτωση που ο δράστης δεν γνώριζε το ψευδές του γεγονότος που ισχυρίσθηκε ή διέδωσε ή είχε αμφιβολίες γι' αυτό, δεν στοιχειοθετείται το έγκλημα της συκοφαντικής δυσφήμησης, παραμένει όμως η απλή δυσφήμηση ως προσβάλλουσα επίσης την προσωπικότητα, σε βαθμό μη ανεκτό, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις προβλεπόμενες από το άρθρο 367 §1 ΠΚ.
περιπτώσεις, οι οποίες αίρουν τον άδικο χαρακτήρα της πράξης. Έτσι, σύμφωνα με την §1 του άρθρου 367, ο άδικος χαρακτήρας της δυσφημιστικής εκδήλωσης κατ' αρχήν - αίρεται και όταν αυτή γίνεται για την εκτέλεση νομίμων καθηκόντων, την άσκηση νόμιμης εξουσίας ή για τη διαφύλαξη (προστασία) δικαιώματος ή από άλλο δικαιολογημένο ενδιαφέρον ή σε ανάλογες περιπτώσεις.
Κατ1 εξαίρεση, όμως, το αποτέλεσμα αυτό δεν επέρχεται, σύμφωνα με την §2 του άρθρου 367, και παραμένει η ποινική ευθύνη, όταν από τον τρόπο της εκδήλωσης ή από τις περιστάσεις υπό τις οποίες τελέσθηκε η πράξη προκύπτει σκοπός εξύβρισης, που κατευθύνεται ειδικώς σε προσβολή της τιμής άλλου, με αμφισβήτηση της ηθικής ή κοινωνικής αξίας του προσώπου του και περιφρόνηση αυτού.
Ειδικός σκοπός εξύβρισης υπάρχει στον τρόπο εκδήλωσης της προσβλητικής συμπεριφοράς, όταν αυτός δεν ήταν κατ' αντικειμενική κρίση αναγκαίος για την ακριβή και πρέπουσα απόδοση των στοχασμών του προσβολέα, ο οποίος μολονότι τελούσε σε επίγνωση τούτου, χρησιμοποίησε τον τρόπο αυτό για να προσβάλει την τιμή και την υπόληψη του άλλου (ΑΠ 1897/2006).
Από την ανωτέρω διάταξη της §1 του άρθρου 367 του ΠΚ προκύπτει ότι ο νόμος εισάγει εξαιρέσεις, όσον αφορά την εκδήλωση έκφρασης γνώμης ή κρίσης, έστω και δυσμενούς. Με τη διάταξη αυτή εισάγεται λόγος που αίρει τον άδικο χαρακτήρα της πράξης της εξύβρισης και της απλής δυσφήμησης. Νόμιμο καθήκον είναι εκείνο που πηγάζει από τον νόμο και παρέχει δικαίωμα στον φορέα να ενεργήσει, εντός όμως των προδιαγεγραμμένων ορίων.
Το δικαστήριο ή το συμβούλιο υποχρεούται να ελέγχει κατά προτεραιότητα τον χαρακτηρισμό των φράσεων ως συκοφαντικών, απλώς δυσφημιστικών ή ότι ενέχουν σκοπό εξύβρισης. Εάν αποφανθεί αρνητικά, αναφορικά με την συκοφαντική δυσφήμιση, η οποία υπάγεται στην παρ. 2 του άρ. 367 ΠΚ, αφού, η συκοφαντική δυσφήμιση, ως προσβάλλουσα την προσωπικότητα σε βαθμό μη ανεκτό, δεν εξοβελίζεται έναντι της κριτικής ή νομίμων καθηκόντων, θα προχωρήσει περαιτέρω και θα σταθμίσει τα προβαλλόμενα ως απλή δυσφήμιση ή εξύβριση, αιτιολογώντας την κρίση του.
Οι διατάξεις των άρθρων 361 έως 367 για τη ενότητα της έννομης τάξης εφαρμόζεται αναλογικά και στο χώρο του ιδιωτικού δικαίου, όπως αυτός οριοθετείται από τις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 57-59 και 914 επ ΑΚ, ώστε αιρουμένου του άδικου χαρακτήρα των προαναφερθεισων αξιόποινων πράξεων (με την επιφύλαξη της ΠΚ 367), αποκλείεται και το στοιχείο του παράνομου της επιζήμιας συμπεριφοράς ως όρος της αντίστοιχης αδικοπραξίας του αστικού δικαίου (ΑΠ 1030/2009).
Εξάλλου, για τη θεμελίωση αξίωσης προς αποζημίωση από μία πράξη που προσβάλλει την προσωπικότητα απαιτείται, κατά την παράγραφο 2 του αυτού παραπάνω άρθρου 57 ΑΚ, η συνδρομή των όρων της αδικοπραξίας (αρθρ. 914 επ. ΑΚ). Το δε άρθρο 914 ΑΚ ορίζει ότι όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημίωσει.
Στην έννοια της υπαιτιότητας (πταίσματος) περιλαμβάνονται τόσο ο δόλος, που στο πεδίο εφαρμογής του Αστικού Δικαίου κρίνεται με ανάλογη εφαρμογή της διάταξης του αρθ.27 του ΠΚ, όσο και η αμέλεια. Περαιτέρω, από το άρθρο 59 ΑΚ, το οποίο ορίζει, ότι το Δικαστήριο μπορεί να καταδικάσει τον "υπαίτιο" σε χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης "κατά τις περιπτώσεις των δύο προηγουμένων άρθρων", συνάγεται ότι μία τέτοια αξίωση προϋποθέτει, επίσης, όπως απαιτούν τα άρθρα 57 και 58 ΑΚ, πράξη επαγόμενη προσβολή της προσωπικότητας υπαίτια και παράνομη.
Αποκλείεται, συνεπώς, η αξίωση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης εάν είτε η πράξη δεν επάγεται προσβολή της προσωπικότητας, καίτοι τυχόν παράνομη, είτε είναι ανυπαίτια, είτε έλαβε χώρα κατ' ενάσκηση νομίμου δικαιώματος προστατευμένου κατά προτίμηση έναντι εκείνου της προσωπικότητας και ως εκ τούτου δεν είναι παράνομη, εκτός εάν υπό τις συγκεκριμένες συνθήκες η εν λόγω ενάσκηση δικαιώματος είναι καταχρηστική, ως αντικείμενη στα αντικειμενικά κριτήρια της ΑΚ 281, υφίσταται δε και το στοιχείο της υπαιτιότητας (ΑΠ 391/06).
Τέλος, από την διάταξη του άρθρου 229 & 1 του Π.Κ προκύπτει ότι η ψευδής καταμήνυση θεμελιώνεται αντικειμενικά μεν με την υποβολή ψευδούς μηνύσεως ή με την ψευδή ανακοίνωση στην αρχή ότι άλλος τέλεσε αξιόποινη πράξη ή πειθαρχική παράβαση, υποκειμενικά δε με πρόθεση που ενέχει την θέληση της πραγματώσεως της αντικειμενικής υποστάσεως της αξιόποινης αυτής πράξεως και τη γνώση του υπαιτίου ότι η καταμήνυση ή ανακοίνωση είναι ψευδής και ακόμη με σκοπό αυτού να προκαλέσει την καταδίωξη του μηνυομένου για την εκτιθέμενη στη μήνυση ή την ανακοίνωση αξιόποινη πράξη ή πειθαρχική παράβαση.
Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ'αριθ.961/2005 απόφαση του Εφετείου Θεσ/νίκης έγιναν δεκτά τα ακόλουθα κατά την ανέλεγκτη επί της ουσίας εκτίμηση των αποδείξεων: "Με επίσπευση της ενυπόθηκης δανείστριας με την επωνυμία "Τράπεζα Κεντρικής Ελλάδος ΑΕ", επιβλήθηκε αναγκαστική κατάσχεση σε βάρος της ακίνητης περιουσίας της οφειλέτιδας αυτής Θ.
Μ. και ορίσθηκε ως αρχική ημέρα του πλειστηριασμού η 6-12-1995, με τη με αριθμό 3584/31-10-1995 πράξη της ενάγουσας, Συμβ/φου Θεσ/νίκης, ως αρμοδίας επί του πλειστηριασμού υπαλλήλου. Στη συνέχεια, στη διετία που ακολούθησε, ο ανωτέρω πλειστηριασμός αναβλήθηκε πέντε φορές, με κοινή συμφωνία της επισπεύδουσας Τράπεζας και της ανωτέρω οφειλέτιδας και με ισάριθμες πράξεις της εν λόγω Συμβ/φου.
Στις 31-10-1997, με γραπτή σύμβαση που καταρτίσθηκε μεταξύ της ενυπόθηκης δανείστριας και της Α. Κ., αδελφής της ανωτέρω οφειλέτιδας, εκχωρήθηκε εκ μέρους της πρώτης στη δεύτερη συμβαλλόμενη, η απαίτηση αυτής ύψους 5.876.703 δρχ. πλέον τόκων και εξόδων, μετά την καταβολή του ποσού της οφειλής εκ μέρους της εκδοχέως και συμφωνήθηκε, να μεταρρυθμισθεί συναινετικά η δικαστική απόφαση για την εγγραφή προσημείωσης υποθήκης, υπέρ της εκδοχέως, ώστε να είναι πλέον αυτή εξασφαλισμένη για την εκχωρηθείσα απαίτηση.
Κατόπιν αυτών, η εν λόγω εκδοχέας με τη με αριθμό 6327/8-12-1997 πράξη της ενάγουσας, δήλωσε ότι συνεχίζει τον πλειστηριασμό και ορίσθηκε ως ημέρα διεξαγωγής αυτού η 25-2-1998. Στις 20-2-1998, οι εναγόμενοι επέδωσαν νομότυπα στην ενάγουσα, την από 10-12-1997 αναγγελία τους στον επικείμενο πλειστηριασμό, ισχυριζόμενοι ότι έχουν απαίτηση κατά της καθής η κατάσχεση, δυνάμει της με αριθμό 28705/1996 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, η οποία είναι εξασφαλισμένη με συναινετική εγγραφή προσημειώσεως υποθήκης επί του κατασχεθέντος ακινήτου της οφειλέτιδας τους - καθής η εκτέλεση.
Την ημέρα δε του πλειστηριασμού και μετά τη δοθείσα αναβολή αυτού, κατόπιν κοινής συμφωνίας μεταξύ της [νέας] επισπεύδουσας και της οφειλέτιδος, για την 24-6-1998,κατ έθεσαν και τα αναφερόμενα στη με αριθμό 6672/25-2-1998 πράξη της ενάγουσας έγγραφα, στα οποία όμως δεν συμπεριλαμβάνεται η επικαλούμενη από αυτούς στην αναγγελία τους, δικαστική απόφαση περί εγγραφής προσημειώσεως υποθήκης υπέρ της απαίτησης τους ή πιστοποιητικό του υποθηκοφυλακείου, παρά μόνον έκθεση επιδόσεως της αναγγελίας τους στον Υποθηκοφύλακα Θεσσαλονίκης.
Το πρωί της ημέρας αυτής, εμφανίσθηκαν ενώπιον της ενάγουσας οι δύο αδελφές [επισπεύδουσα και οφειλέτιδα] και δήλωσαν ότι επιθυμούν νέα αναβολή του πλειστηριασμού, πλην όμως η ενάγουσα αντέδρασε, επικαλούμενη την ύπαρξη της αναγγελίας των εναγομένων. Τότε οι προαναφερθείσες επέδειξαν σ' αυτήν α]την με αριθμό: 749/5-3-1998 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, που εξαφάνιζε την εκκαλούμενη με αριθμό 16.533/1997 απόφαση και ακύρωνε την διαταγή πληρωμής που επικαλέσθηκαν οι εναγόμενοι ως εκτελεστό τίτλο στην ανωτέρω αναγγελία τους και 2]τις σχετικές εκθέσεις επιδόσεως της εν λόγω απόφασης στους εναγομένους.
Ακολούθως, με την με αριθμό 7138/24-6-98 πράξη της ενάγουσας, αναβλήθηκε εκ νέου ο πλειστηριασμός για 4 μήνες, χωρίς όμως να γίνεται μνεία σ' αυτήν περί καταθέσεως των εν λόγω εγγράφων ή έστω απλή αναφορά του γεγονότος της επίδειξης ή εγχείρησης αυτών. Στη συνέχεια ακολούθησαν και άλλες συναινετικές αναβολές και στις 22-7-1999, αναγγέλθηκε στο πλειστηριασμό που εκκρεμούσε για την 22-7-1999, η Δ.
Κ., επικαλούμενη ότι είχε απαίτηση κατά της καθής η εκτέλεση, δυνάμει της με αριθμό 18529/1999 διαταγής πληρωμής του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης. Μετά την κατά την ανωτέρω ημερομηνία ματαίωση του πλειστηριασμού και την έκδοση της με αριθμό 28264/1999 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που επέτρεπε στην ανωτέρω δανείστρια να συνεχίσει αυτή τον πλειστηριασμό σε περίπτωση ματαιώσεώς του, συντάχθηκε από την ενάγουσα, η με αριθμό 8615/10-11-1999 πράξη υποκατάστασης της παραπάνω επισπεύδουσας και ορίσθηκε ο πλειστηριασμός για την 8-3-2000.
Τη προηγούμενη ημέρα, δηλαδή στις 7-3-2000, οι εναγόμενοι επέδωσαν στην ενάγουσα α]την από 1-3-2000 απλή αναγγελία αυτών [δηλαδή χωρίς να καταθέσουν τα σχετικά έγγραφα της απαίτησης και του τυχόν προνομίου τους] και 2]τη με αριθμό 5969/2000 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, περί υποκατάστασης αυτών ως επισπευδόντων στον πλειστηριασμό, σε περίπτωση νέας ματαίωσης του.
Την ημέρα του πλειστηριασμού και στις 9 το πρωί περίπου, εμφανίσθηκαν ενώπιον της ενάγουσας, η ανωτέρω καθ' υποκατάσταση επισπεύδουσα Δ. Κ. και η καθής η εκτέλεση και ζήτησαν να υπογράψουν πράξη μερικής καταβολής του ποσού της οφειλής και δήλωση συναινετικής αναβολής για την 10-5-2000. Έτσι συντάχθηκε η με αριθμό 8837/8-3-2000 σχετική πράξη της ενάγουσας, από το περιεχόμενο της οποίας προκύπτει ότι η αυτή ενημέρωσε τις προδιαληφθείσες ότι ήδη της είχε επιδοθεί η ανωτέρω απόφαση που επέτρεπε στους εναγόμενους να συνεχίσουν το πλειστηριασμό σε περίπτωση ματαίωσης του.
Την ίδια ημέρα και στις 10.30 περίπου, εμφανίσθηκαν ενώπιον της ενάγουσας οι εναγόμενοι με το πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ευθύμιο Αποστολάτο και δήλωσαν ότι επιθυμούν να καταθέσουν τα έγγραφα της αναγγελίας τους και να συνεχίσουν αυτοί το πλειστηριασμό. Προς το σκοπό αυτό συντάχθηκαν οι με αριθμό 8838/8-3-2000 και 8839/8-3-2000 πράξεις της ενάγουσας, αφού οι εναγόμενοι παρέμειναν στο γραφείο της για μια ώρα περίπου χωρίς να τις υπογράφουν, επειδή ανέμεναν να τους παραδοθεί η σχετική έκθεση επιδόσεως της αναγγελίας τους στον Υποθηκοφύλακα Καλαμαριάς, ύστερα από σχετική προτροπή του δικηγόρου τους, που επιθυμούσε να αποκτήσει προηγουμένως η αναγγελία τους ισχύ κατασχέσεως και μετά να δηλώσουν τη συνέχιση του πλειστηριασμού.
Από το περιεχόμενο δε της εν λόγω πράξεως προκύπτει, ότι αφενός μεν η ενάγουσα τους είχε ενημερώσει ότι ήδη ο πλειστηριασμός είχε αναβληθεί για τις 10-5-2000, όπως προαναφέρθηκε και ότι ορίσθηκε η 19-4-2000 ως νέα ημέρα του πλειστηριασμού, κατόπιν δικής τους επιμονής. Την ίδια δε ημέρα, οι εναγόμενοι κατέθεσαν στην ενάγουσα και τα με αριθμούς 43/3205/11-4-2000 και 43/3229/12-4-2000 πιστοποιητικά του Υποθηκοφυλακείου Καλαμαριάς, από το περιεχόμενο των οποίων προέκυπτε ότι η εγγραφείσα στις 8-8-1994 προσημείωση υποθήκης υπέρ της απαιτήσεως τω εναγομένων, είχε τραπεί σε υποθήκη, με τη με αριθμό 28705/1996 διαταγή πληρωμής, [η οποία όμως κατά τα προδιαληφθεντα, είχε ακυρωθεί] και ότι αυτή [υποθήκη], είχε εγγραφεί στον τόμο 150 φύλλο 32, καθώς και επικυρωμένο αντίγραφο της περίληψης εγγραφής αυτής.
Για την κατάθεση δε των εγγράφων αυτών, συντάχθηκε η με αριθμό 8899/19-4-2000 πράξη της ενάγουσας. Τελικά με τη με αριθμό 9847/18-4-2000 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, ανεστάλη ο ορισθείς για την ανωτέρω ημερομηνία [19-4-2000], πλειστηριασμός και στη συνέχεια με τη με αριθμό 11381/9-5-2000 απόφαση του ίδιου δικαστηρίου, που εκδόθηκε επί σχετικής αιτήσεως της οφειλέτιδας - καθής η εκτέλεση κατά της καθ' υποκατάσταση επισπεύδουσας Δ.
Κ., ανεστάλη η διαδικασία της αναγκαστικής εκτελέσεως, μέχρι να εκδοθεί απόφαση επί της ασκηθείσας εκ μέρους της από 1-4-2000 ανακοπής. Προέκυψε επίσης ότι η ενάγουσα Συμβ/φος, από τα κατατεθέντα σ' αυτήν έγγραφα για τα οποία συντάχθηκε η με αριθμό 3584/31-10-1995 πράξη αυτής και ειδικότερα από τη με αριθμό 1382/6-12-1995 περίληψη κατασχετήριας έκθεσης ακινήτου και από το με αριθμό 29/74 61/23-10-1995 πιστοποιητικό βαρών του Υποθηκοφυλακείου Καλαμαριάς, γνώριζε [ή όφειλε να γνωρίζει] ότι οι εναγόμενοι ήταν δεύτεροι στη τάξη εγγραφής, ενυπόθηκοι [προσημειούχοι] δανειστές της καθής η εκτέλεση [ανεξάρτητα από τη μη κατάθεση σ' αυτήν των σχετικών εγγράφων], και συνεπώς οι εκ μέρους αυτών επικαλούμενη γνώση αυτής για το εν λόγω προνόμιο τους, είναι δεδομένη και απόλυτα δικαιολογημένος ο σχετικός ισχυρισμός τους.
Μετά την εξέλιξη αυτή, οι εναγόμενοι κατέθεσαν ενώπιον του κ.Εισαγγελέως Πλημ/κών Θεσ/νίκης, την από 22-5-2000 έγκληση τους σε βάρος της ενάγουσας, της καθής η εκτέλεση, της αδελφής της και της προαναφερθείσας καθ' υποκατάσταση επισπεύδουσας, από την επισκόπηση του περιεχομένου της οποίας, προκύπτει ότι οι εγκαλούντες, αφού αναφέρουν τις παραπάνω αναβολές και ματαιώσεις του πλειστηριασμού, τις γενόμενες υποκαταστάσεις, τη γνώση από την ενάγουσα του προνομίου τους, καθώς και την όλη πορεία και κατάληξη του πλειστηριασμού, δηλαδή γεγονότα που αποδεικνύονται ως αληθινά, σύμφωνα με τα προαναφερθέντα, στη συνέχεια, εκτιμώντας την στάση και συμπεριφορά της καθής η εκτέλεση, της αδελφής της, αλλά και της μετέπειτα εμφανισθείσας δανείστριας Δ.
Κ., κάνουν μνεία περί συμπαιγνίας αυτών σε βάρος τους και αδικαιολόγητης παρέλκυσης του πλειστηριασμού. Εμπλέκουν δε και την ενάγουσα στην παρελκυστική αυτή διαδικασία και στη συμπαιγνιακή συμπεριφορά των ανωτέρω, ισχυριζόμενοι ότι: 1]με τις αναβολές που δόθηκαν με τις αρχικές πιο πάνω πράξεις της ενάγουσας, όταν δηλαδή ήταν ακόμη επισπεύδουσα η Τράπεζα, συντελέσθηκε και η πρώτη βλαπτική των συμφερόντων τους, ενέργεια της ενάγουσας, εφόσον και αυτοί ήταν ενυπόθηκοι -μετά την επισπεύδουσα Τράπεζα- δανειστές της ανωτέρω οφειλέτιδας και έπρεπε προηγουμένως να ερωτηθούν για κάθε αναβολή που δίνονταν, 2] ότι η ενάγουσα, στις επόμενες αναβολές που δόθηκαν, ουδέποτε επίσης τους ενημέρωσε ή τους ειδοποίησε σχετικά ώστε να συναινέσουν ή να αντιλέξουν και αυτοί στις αναβολές, ως ενυπόθηκοι δανειστές, με συνέπεια η συνεχής αυτή παράλειψη της, να αποτελέσει τη δεύτερη βλαπτική των συμφερόντων τους, ενέργεια αυτής και 3] ότι, όπως κατά λέξη αναφέρεται στην πιο πάνω έγκληση, "η 3η πράξη συμπαιγνίας -και βασικά από εδώ ξεκινάνε οι περισσότερες παράνομες πράξεις της εγκαλούμενης Συμβολαιογράφου- συντελέστηκε όταν εμφανίστηκε στο προσκήνιο ξαφνικά η εγκαλούμενη Δ.
Κ., δήθεν ως εργαζόμενη κατά το χρονικό διάστημα 1994-1996 στην Μονοπρόσωπη ΕΠΕ με την επωνυμία "Πρώτη Ελεκτρονική", με μοναδική μεριδούχο την εγκαλούμενη Μαλάματα και δήθεν με απαίτηση από παροχή εξαρτημένης εργασίας, με πληρεξούσιο τον δικηγόρο Θεσσαλονίκης Γεώργιο Αναστασιάδη ο οποίος κατά τύχη ήταν συνεργάτης στο ίδιο Δικηγορικό Γραφείο με τους κ.Ερίνη και Καρακατσέλη, πληρεξούσιους Δικηγόρους των αδελφών Κ.
και Μ. και κατ έθεσε την από 16 Ιουλίου 1999 αίτηση υποκατάστασης" συνεχίζουν δε λέγοντας "...ότι η εγκαλούμενη όμως Συμβ/φος, αντίθετα με το άρθρο 973 παρ 4 ΚΠολΔικ και παρότι έλαβε γνώση της ανωτέρω αποφάσεως [περί της υποκατάστασης αυτών] και της αναγγελίας τους, νομίμως και εμπροθέσμως στις 7-3-2000....προέβη σε παράνομες και άκυρες συμβολαιογραφικές πράξεις, προκειμένου να βλάψει τα συμφέροντα μας και να ωφέλησει την οφειλέτιδα μας Θ.
Μ..." Χαρακτηρίζουν δε ως τέτοιες, τις προδιαληφθείσες πράξεις αναβολής του πλειστηριασμού και κατάθεσης εντολής επαναληπτικής περίληψης, για τη διενέργεια αυτού στις 10-5-2000, ισχυριζόμενοι ότι αυτές έγιναν εκ μέρους της ενάγουσας, προκειμένου αυτή να τους αποκλείσει από το δικαστικώς αναγνωρισθέν δικαίωμα τους να επισπεύσουν οι ίδιοι τον πλειστηριασμό.
Αποδείχθηκε επίσης ότι οι εναγόμενοι, πριν από την υποβολή της ανωτέρω εγκλήσεως, είχαν υποβάλει στον Συμ/κό Σύλλογο Θεσσαλονίκης, την από 23-3-2000 αναφορά σε βάρος της ενάγουσας, στην οποία ανέφεραν τα ίδια πιο πάνω τελευταία κατά σειράν γεγονότα [από 7-3-2000], χαρακτηρίζοντας τις πράξεις της ενάγουσας άκυρες και παράνομες.
Η αναφορά αυτή τέθηκε στο αρχείο και στη συνέχεια οι εναγόμενοι υπέβαλαν την από 11-5-2000 νέα αναφορά τους, με την οποία ζητούσαν να επαναφερθεί προς εκδίκαση η προηγούμενη, επαναλαμβάνοντες και πάλι ότι οι πράξεις της ενάγουσας ήταν παράνομες, ότι αυτή αρνήθηκε να συντάξει πράξη δήλωσης συνέχισης του πλειστηριασμού από αυτούς, στις 10-5-2000 και ότι αυτή όφειλε να μεριμνήσει ώστε να διεξαχθεί κάποτε ο πλειστηριασμός και όχι "...να δίνει αναβολές αναιτιολογήτως..".
Κατόπιν δε της θέσεως στο αρχείο και της εν λόγω αναφοράς, προέβησαν στη κατάθεση της ανωτέρω έγκλησής τους, η οποία είχε σαν συνέπεια να ασκηθεί ποινική δίωξη σε βάρος μεν της ενάγουσας, για παράβαση καθήκοντος, σε βάρος δε των λοιπών εγκαλουμένων για άμεση συνεργεία σ' αυτήν. Τέλος με το με αριθμό 1909/2001 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημ/κών Θεσ/νίκης, που επικυρώθηκε με το με αριθμό 139/2002 όμοιο του Συμβουλίου Εφετών Θεσ/νίκης, οι ανωτέρω κατηγορούμενοι, απαλλάχθηκαν από την κατηγορία που τους είχε αποδοθεί.
Ενόψει του πιο πάνω περιεχομένου των αναφορών και της εγκλήσεως σε βάρος της ενάγουσας, σε συνδυασμό και με τα αποδειχθέντα πιο πάνω πραγματικά περιστατικά, είναι φανερό ότι οι εναγόμενοι δεν ισχυρίσθηκαν ούτε διέδωσαν ψευδή γεγονότα σε βάρος της, αλλά ότι αυτοί, με το να "κρίνουν", κατά τη δική τους αντίληψη, τις πράξεις της ενάγουσας, που είχαν σχέση με τις συναινετικές αναβολές του πλειστηριασμού, ως παράνομες και αναιτιολόγητες, απλώς προέβησαν σε δυσμενείς χαρακτηρισμούς σε βάρος αυτής, που στηρίχθηκαν σε αληθινά γεγονότα.
Συνεπώς, ανεξάρτητα από το αν αυτές είναι παράνομες ή άκυρες, αφού η σχετική κρίση ανήκει στο αρμόδιο δικαστήριο, ύστερα από τη προσβολή τους με τη προβλεπόμενη από το νόμο αίτηση παροχής δικαστικής προστασίας, οι παραπάνω ενέργειες τους, δεν μπορεί να χαρακτηρισθούν, αντικειμενικά και υποκειμενικά, ως απλή ή συκοφαντική δυσφήμηση ή ως ψευδής καταμήνυση της ενάγουσας [άρθρα 362, 363, 366 παρ.1α και 229 παρ.1 ΠΚ] , αφού απαραίτητη προϋπόθεση για τη στοιχειοθέτηση των εν λόγω εγκλημάτων, η τέλεση των οποίων αποτελεί και αδικοπραξία [άρθρα 914, 919 ΑΚ], είναι ο ισχυρισμός ή η διάδοση ψευδών γεγονότων ή η καταμήνυση ψευδών πράξεων σε βάρος άλλου, παρά το γεγονός ότι ο "δράστης", γνωρίζει την αναλήθειά τους.
Επί πλέον προέκυψε, ότι μετά την υποκατάσταση τους στον πλειστηριασμό με την προαναφερθείσα απόφαση, στην οποία ρητά αναφέρεται, ως πιθανολογούμενο γεγονός, η ολιγωρία των καθών [επισπεύδουσας και καθής η εκτέλεση], η ανυπαρξία σπουδαίου λόγου για τις μέχρι τότε δοθείσες αναβολές και ότι αυτές αποβλέπουν αποκλειστικά και μόνον στον αποκλεισμό της ικανοποίησης της απαιτήσεως των εναγομένων, αυτοί εύλογα πίστευαν, ότι η σύνταξη από την ενάγουσα, νέας πράξεως αναβολής στις 8-3-2000, χωρίς τη παρουσία τους και τη συναίνεση τους, [ανεξάρτητα από το αν αυτή είναι υποχρεωτική ή όχι από το νόμο αφού η σχετική κρίση είναι αδιάφορη στη παρούσα περίπτωση], σε συνδυασμό και της επί μια 5ετία εκκρεμότητας του πλειστηριασμού αλλά και του γεγονότος ότι ήδη είχε αναιρεθεί με την με αριθμό 790/1998 απόφαση του Αρείου Πάγου, η παραπάνω απόφαση του Εφετείου που ακύρωνε τον εκτελεστό τους τίτλο και αναμένονταν, κατά τον χρόνο εκείνο, η έκδοση νέας απόφασης αυτού [η οποία τελικά εκδόθηκε στις 30-3-2000 και απέρριψε την έφεση της καθής η εκτέλεση], αποτελούσε ενέργεια αυτής που ασφαλώς ευνοούσε τα συμφέροντα της καθής εκτέλεση και έβλαπτε τα δικά τους, η οποία, κατά την δικαιολογημένη κρίση τους, έπρεπε να διερευνηθεί από τα αρμόδια κατά το νόμο, ποινικά και πειθαρχικά όργανα.
Σε κάθε δε περίπτωση, από την ανάγνωση και αξιολόγηση των ανωτέρω εγγράφων [αναφορών και εγκλήσεως], προκύπτει ότι οι εναγόμενοι, δεν υπερέβησαν στη συγκεκριμένη περίπτωση, το επιβαλλόμενο και αντικειμενικά αναγκαίο μέτρο για τη διαφύλαξη
δικαιώματος και δεδικαιολογη-μένου ενδιαφέροντος τους, ούτε η έκθεση σ' αυτά των σχετικών περιστατικών, συνοδεύεται από οξύτητα ύφους και απρεπείς εκφράσεις, ώστε να θεωρηθεί ότι αυτοί υπερέβησαν το επιβαλλόμενο από τις περιστάσεις μέτρο έκφρασης και συνακόλουθη να μπορεί να συναχθεί ευχερώς, σκοπός εξύβρισης της ενάγουσας.
Ενόψει αυτών, αφού δεν αποδεικνύεται παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά των εναγομένων σε βάρος της ενάγουσας δεν δικαιολογείται η επιδίκαση υπέρ αυτής της αιτουμένης χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης αυτής." Το Εφετείο με το να δεχθεί με τις ανωτέρω σκέψεις τους αντίστοιχους λόγους της έφεσης των αναιρεσιβλήτων κατά της αντίθετης κρινάσης πρωτόδικης απόφασης, με την οποία έγινε δεκτή η αγωγή που είχε ασκήσει η αναιρεσείουσα, για την επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε, της εφαρμοσθείσες ως άνω ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 297, 298, 914, 932, 57, 59 του ΑΚ 27, 229 παρ.1, 361, 362, 363, 367 του ΠΚ καθόσον τα ανελέγκτως πιο πάνω δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά για την έλλειψη υπαίτιας αδικοπρακτικής συμπεριφοράς των αναιρεσιβλήτων με την οποία προσβλήθηκε η προσωπικότητα της αναιρεσείουσας που δεν καταμηνύθηκε εκ μέρους των αναιρεσιβλήτων εν γνώσει του ψεύδους και χωρίς σκοπό εξυβρίσεως και χωρίς η καταμήνυση αυτή να υπερβεί το επιβαλλόμενο κατ'αντικειμενική κρίση αναγκαία μέτρα για τη διαφύλαξη του προαναφερομένου δικαιολογημένου ενδιαφέροντος των αναιρεσιβλήτων δικαιολογούν την παραδοχή των αντίστοιχων λόγων της έφεσης των αναιρεσιβλήτων και την απόρριψη της αγωγής της αναιρεσείουσας.
Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα με τους πρώτο και δεύτερο κατά το ένα μέρος τους λόγους του αναιρετηρίου, με τους οποίους κατ'εκτίμηση του περιεχομένου τους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 1 του αρθρ.559 του ΚΠολΔ κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα, όπως και οι αντίστοιχοι λόγοι αναίρεσης.
Περαιτέρω, από τις ίδιες πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα προκύπτει ότι έχει νόμιμη βάση, και δη την απαιτούμενη αιτιολογία, γιατί καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς να χρειαζόταν οποιαδήποτε άλλη περαιτέρω παραδοχή, το πραγματικό των εφαρμοστέων εδώ πιο πάνω κανόνων ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 297, 298, 914, 932, 57, 59 του ΑΚ, 27, 229 παρ.1, 351, 352, 353, 357 του ΠΚ, τους οποίους η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς αιτιολογίες, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων.
Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα με τους ίδιους κατά το άλλο μέρος τους λόγους του αναιρετηρίου, με τους οποίους κατ'εκτίμηση του περιεχομένου τους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ.19 του αρθ.559 του ΚΠολΔ κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα, όπως και οι αντίστοιχοι λόγοι αναίρεσης.
Εξ' άλλου οι ίδιοι λόγοι της αναίρεσης κατά την σ'αυτούς κατά το τρίτο μέρος τους περιλαμβανόμενη αιτίαση από τις διατάξεις των άρθρων 559 αριθ.19 και 561 παρ.1 του ΚΠολΔ ότι υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης ή ανεπάρκεια και αντιφατικότητα των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης, σχετικά με την εκτίμηση των αποδείξεων, που αφορούν το ίδιο πιο πάνω προαναφερόμενο κρίσιμο ζήτημα της ύπαρξης δόλιας προαίρεσης της αναιρεσείουσας να καταμηνύσει ψευδώς την αναιρεσείουσα συμβολαιογράφο με σκοπό την καταδίωξη της για το αδίκημα της παράβασης καθήκοντος και με σκοπό εξύβρισης και τα αντίστοιχα επιχειρήματα των αναιρεσιβλήτων και τα περί του αντιθέτου επιχειρήματα της αναιρεσείουσας, που έχουν σχέση με το τελικό αποδεικτικό πόρισμα στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο και βρίσκονται κατά την αναιρεσείουσα σε αντίθεση:
α)με το ότι οι αναιρεσίβλητοι γνώριζαν την αναλήθεια των ισχυρισμών τους που περιελήφθηκαν στη μήνυσή τους σε βάρος της και στις αναφορές τους και δεν ενήργησαν από επιβεβλημένο ενδιαφέρον, όπως συνάγεται από τη δέουσα συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων και διότι η προσβαλλόμενη έχει αντιφατικό αιτιολογικό σε σχέση με τη δεσμευτικότητα των αποφάσεων, των απαλλακτικών βουλευμάτων και των αποφάσεων οργάνων του Συμβολαιογραφικού Συλλόγου είναι απορριπτέοι, ως απαράδεκτοι, αφού κατά τα προεκτιθέμενα, το από τις αποδείξεις πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια, πειστικότητα και κατά λογική ακολουθία τρόπο στην προσβαλλόμενη απόφαση, κατά τις προαναφερθείσες παραδοχές της, με τους ίδιους δε λόγους κατά τα λοιπά, εκ του περιεχομένου των οποίων δεν συντρέχει εξαιρετική περίπτωση από εκείνες του αρθ.561 παρ.1 του ΚΠολΔ, πλήττεται πλέον, μέσω των προαναφερομένων επιχειρημάτων της αναιρεσείουσας, που αφορούν την εκτίμηση των αποδείξεων η ουσία αποκλειστικά της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
ΙΙΙ. Από τις διατάξεις των άρθρων 335, και 338 έως 341 του ΚΠολΔ συνάγεται ότι το δικαστήριο για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλόμενων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι για άμεση και έμμεση απόδειξη, χωρίς να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, κατ' αντιδιαστολή προς τα λοιπά έγγραφα και εν γένει προς τα άλλα αποδεικτικά μέσα, τα οποία φέρονται ότι ελήφθησαν υπόψη προς σχηματισμό της κρίσης του.
Βέβαια δεν αποκλείεται το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύει και να εξαίρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί να γίνεται αδίστακτα βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασης ότι συνεκτιμήθηκαν και όλο το περιεχόμενο τους, όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν νόμιμα οι διάδικοι.
Η παράβαση της υποχρέωσης αυτής ιδρύει το λόγο της αναίρεσης του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' του Κ.Πολ.Δ υπό την αποκλειστική προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφού μόνο ένα τέτοιο (ουσιώδες) γεγονός καθίσταται αντικείμενο απόδειξης (Ολ.
ΑΠ 14/2005 και 2/2008). Με τον πρώτο λόγο του αναιρετηρίου κατά το άλλο μέρος του και κατ'εκτίμηση αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' του Κ.Πολ.Δ ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του και δεν εκτίμησε για την απόδειξη του βασικού ισχυρισμού της αναιρεσείουσας για τη γνώση των αναιρεσιβλήτων ως προς το ψευδές εκείνων για τα οποία την καταμήνυσαν ψευδώς τα υπ'αριθ.1909/2001 και 139/24-1-2002 αντίστοιχα απαλλακτικά βουλεύματα, του Συμβουλίου Πλημ/κών και Εφετών Θεσ/νίκης που έκριναν ότι δεν τέλεσε αυτή την πράξη της παράβασης καθήκοντος για την οποία καταμηνύθηκε ψευδώς από τους αναιρεσίβλητους εν γνώσει του ψεύδους τα αποδεικτικά δε αυτά στοιχεία είχε νόμιμα επικαλεσθεί και προσκομίσει με τις προτάσεις της στο Εφετείο που εξέδωσε προσβαλλόμενη απόφαση.
Από την περιλαμβανόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση ρητή βεβαίωση του Εφετείου, ότι στο αποδεικτικό του πόρισμα κατέληξε, αφού έλαβε υπόψη, πλην άλλων αποδεικτικών μέσων, όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που του είχαν επικαλεσθεί και προσκομίσει νομίμως οι διάδικοι, και από το όλο περιεχόμενο εκείνης της απόφασης, με την οποία απορρίφθηκε ρητά ο ισχυρισμός της αναιρεσείουσας για την ύπαρξη δόλιας πρόθεσης των αναιρεσιβλήτων εναγομένων στο να καταμηνύση ψευδώς την αναιρεσίβλητη καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις, και τα πιο πάνω αποδεικτικά στοιχεία (των οποίων το περιεχόμενο, όπως καθορίζεται στο αναιρετήριο, ρητά αποκρούεται από το Εφετείο, με τη συνεκτίμηση των λοιπών αποδεικτικών στοιχείων) για να καταλήξει στο απορριπτικό αποδεικτικό του πόρισμα, ο δε σχετικός λόγος αναίρεσης κρίνεται αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
Εξάλλου, το Εφετείο με τις ίδιες επί της ουσίας παραδοχές της προσβαλλόμενης έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε και το γεγονός με την έννοια του "πράγματος" που προέκυπτε από τα ίδια πιο πάνω απαλλακτικά βουλεύματα για την απαλλαγή της αναιρεσείουσας για την καταμηνυθείσα σε βάρος της πράξη της παράβασης καθήκοντος, και επομένως τα όσα αντίθετα ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα με τον πρώτο λόγο του αναιρετηρίου, υπο την επίκληση πλημμέλειας από τον αριθμό 8 του αρθ.559 του ΚΠολΔ κρίνονται αβάσιμα.
VI.Ο εκ του άρθρου 559 αριθ. 10 του Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως, ότι το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αν από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το δικαστήριο την κρίση του σχημάτισε από τα μνημονευόμενα σ' αυτή (απόφαση) αποδεικτικά μέσα (Α.Π.772/2006).Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, αφού έλαβε υπόψη τα αποδεικτικά μέσα της υπόθεσης (καταθέσεις εξετασθέντων μαρτύρων και με επίκληση προσκομισθέντα έγγραφα) σχημάτισε την κρίση του και κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα, με το οποίο, μεταξύ άλλων, δέχθηκε την ανυπαρξία δόλιας πρόθεσης των αναιρεσιβλήτων στο να καταμηνύσουν ψευδώς και να συκοφαντήσουν ή εξυβρίσουν την αναιρεσείουσα. Επομένως, το Εφετείο δεν δέχθηκε παρά το νόμο πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη και ο εκ του άρθρου 559 αρ.10 του Κ.Πολ.Λ. αντίθετος δεύτερος λόγος της αναιρέσεως, κατά το άλλο μέρος του, είναι αβάσιμος.
Μετά τα παραπάνω πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 6-1-2006 αίτηση της Ε. Β. για αναίρεση της υπ'αριθμ. 961/2006 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Κρίθηκε, αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 17 Μαϊου 2011 και
Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του στην Αθήνα στις 2 Ιουνίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ