Legislator Case Law & Legislation
899/2010 AI generated

Supreme Court overturns traffic accident verdict due to insufficient reasoning on negligence and causation.

Case Number 899/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece overturned the Second Instance Court's judgment regarding a traffic accident caused by a pedestrian. The Court found the lower court's reasoning insufficient because it failed to adequately explain how the driver's speed and braking constituted negligence or established a causal link to the injury. Consequently, the appeal was allowed, the verdict was annulled, and the case was remanded for retrial by a different panel of judges.

Legislator headnote

AI generated

Articles 10 of Law 1911/1911 and 914 of the Civil Code; In traffic accident liability cases, the court must explicitly demonstrate that the driver's conduct was illegal and causally linked to the damage, specifically addressing whether the speed was appropriate for conditions and if the driver could have avoided the accident through proper care.

Keywords

AI generated
traffic accident liability negligence standard causal link requirement insufficient reasoning remand for retrial civil procedure appeal driver duty of care

Cited Legislation

AI generated
Article 10 of Law 1911/1911
Articles 297, 298-300, 330(b) of the Civil Code
Article 914 of the Civil Code
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 899 / 2010 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 899/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελευθέριο Μάλλιο, Γεωργία Λαλούση, Ευτύχιο Παλαιοκαστρίτη και Σοφία Καραχάλιου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 19 Μαρτίου 2010, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Α. χήρας Α. Δ., το γένος Χ. Φ., 2) Κ. Δ. του Α., 3) Ε. συζύγου Π. Σ., το γένος Α. Δ., 4) Σ. συζύγου Κ. Δ., το γένος Λ. Β., 5) Π. Σ. του Δ., 6) Α. Δ. του Κ., 7) Λ. Δ. του Κ., 8) Δ. Σ. του Π., 9) Α. Σ. του Π., 10) Β. Σ. του Π., 11) Χ. Δ. του Φ., κατοίκων ..., 12) Σ. Δ. του Φ., 13) Γ. Δ. του Φ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Κοτζαμανίδη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Α. Τ. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Παρηγόρη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις, 2) Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρίας με την επωνυμία "ΥΔΡΟΓΕΙΟΣ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΚΑΙ ΑΝΤΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Λάζαρο Χατζηθέμελη και δεν κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29/3/2005 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 10335/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1322/2008 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 24/6/2009 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Σοφία Καραχάλιου ανέγνωσε την από 5/3/2010 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, και την απόρριψη του δευτέρου λόγου αυτής.

Ο πληρεξούσιος της παραστάσας αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 10 του Ν. Γ.Π.Ν./1911, 297, 298 έως 300, 330 εδ. β' και 914 του Α.Κ., συνάγεται ότι, σε περίπτωση αυτοκινητικού ατυχήματος, η ευθύνη προς αποζημίωση προϋποθέτει συμπεριφορά του οδηγού παράνομη και υπαίτια, επέλευση ζημίας και ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς αυτής και της ζημίας.

Μορφή υπαιτιότητας αποτελεί και η αμέλεια, η οποία υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, δηλαδή αυτή που, αν είχε καταβληθεί, με μέτρο την συμπεριφορά του μέσου συνετού και επιμελούς οδηγού, θα καθιστούσε δυνατή την αποτροπή του ζημιογόνου αποτελέσματος. Αιτιώδης σύνδεσμος υπάρχει, όταν η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του οδηγού ήταν, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή, κατά την συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει την ζημία και την επέφερε στην συγκεκριμένη περίπτωση.

Η παράβαση των διατάξεων του Κώδικα οδικής Κυκλοφορίας δεν θεμελιώνει, αυτή καθ' εαυτή, υπαιτιότητα στην επέλευση της συγκρούσεως αυτοκινήτων, αποτελεί, όμως, στοιχείο η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί, σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης παραβάσεως και του επελθόντος αποτελέσματος.

Σύμφωνα δε με τις διατάξεις του άρθρου 19 παρ. 2 του Κ.Ο.Κ, ο οδηγός επιβάλλεται να ρυθμίζει την ταχύτητα του οχήματός του λαμβάνων υπόψη συνεχώς τις επικρατούσες συνθήκες ιδιαίτερα δε τη διαμόρφωση του εδάφους την κατάσταση και τα χαρακτηριστικά της οδού ... τις συνθήκες κυκλοφορίας και τις καιρικές συνθήκες, κατά τρόπον ώστε να είναι εις θέση να διακόψει την πορεία του οχήματος του μπροστά από οποιοδήποτε εμπόδιο, που μπορεί να προβλεφθεί και το οποίο βρίσκεται στο ορατό από αυτόν μπροστινό τμήμα της οδού.

Υποχρεούται επίσης να μειώνει την ταχύτητα του οχήματος του και, σε περίπτωση ανάγκης, να διακόπτει την πορεία του, όταν οι περιστάσεις το επιβάλλουν. Ιδιαίτερα επιβάλλεται να μειώνει την ταχύτητα του οχήματος του σε τμήματα της οδού με περιορισμένο πεδίο ορατότητας, στις στροφές ... στις απότομες κατωφέρειες ...

κατά τις νυκτερινές ώρες ... την αυτή επίσης υποχρέωση έχει κατά την διέλευση του από στενές διόδους και αν η διασταύρωση του με άλλα οχήματα καθίσταται δυσχερής ... ως και κάθε άλλη ειδική περίπτωση, που επιβάλλεται μετριασμός ταχύτητας. Εξ άλλου, οι έννοιες της υπαιτιότητας και του αιτιώδους συνδέσμου είναι νομικές και επομένως η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς την συνδρομή ή όχι υπαιτιότητας του εμπλακέντος στο αυτοκινητικό ατύχημα οδηγού, για την επέλευση της ζημίας και του αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του και το ζημιογόνου αποτελέσματος, υπόκεινται στο έλεγχο του Αρείου Πάγου, κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθμ. 1 εδ α' και β' και 19 του ΚΠολΔ, για ευθεία παράβαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου και για παράβαση διδαγμάτων της κοινής πείρας, καθώς και για έλλειψη νομίμου βάσεως της αποφάσεως.

Ειδικότερα, ελέγχεται αναιρετικώς η κρίση του δικαστηρίου, περί του εάν τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία δέχεται το δικαστήριο, ως αποδειχθέντα, καθ' εαυτά, αντικειμενικώς και βάσει των διδαγμάτων της κοινής πείρας, συγκροτούν ή όχι την έννοια της υπαιτιότητας και θεμελιώνουν την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ αυτής και του ζημιογόνου αποτελέσματος.

Περαιτέρω, έλλειψη νομίμου βάσεως της αποφάσεως, η οποία στοιχειοθετεί τον προβλεπόμενο από την διάταξη του αριθμού 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., λόγο αναιρέσεως, συντρέχει και όταν η απόφαση έχει αντιφατικές ή ανεπαρκείς αιτιολογίες σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στη έκβαση της δίκης. Αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια της αιτιολογίας, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, υπάρχει, όταν στο αιτιολογικό, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, αναφέρονται αντιφατικώς ή ανεπαρκώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του, επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν, στην συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόσθηκε.

Στην παρούσα περίπτωση, με την προσβαλλομένη απόφασή του, όπως προκύπτει από αυτή, το Εφετείο δέχθηκε, ανελέγκτως, ως αποδειχθέντα, τα κατωτέρω πραγματικά περιστατικά: ... "Στις 7 Ιουλίου 2004 και ώρα 23.50, ο πρώτος εναγόμενος, οδηγώντας το με αριθμό κυκλοφορίας … Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο ιδιοκτησίας του, που ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη στη δεύτερη εναγομένη ασφαλιστική εταιρία, εκινείτο επί της εθνικής οδού … - …, με κατεύθυνση προς την … .

Η ανωτέρω Ε.Ο. στο 79,4 χιλιόμετρο της έχει δύο ρεύματα κυκλοφορίας, που χωρίζονται με διακεκομμένη γραμμή, με μία λωρίδα κυκλοφορίας ανά ρεύμα, το συνολικό πλάτος του οδοστρώματος είναι 7.40 μέτρα [ήτοι 3,70 μέτρα ανά κατεύθυνση], στις δύο πλευρές του υπάρχει έρεισμα πλάτους 1 μέτρου, το οποίο διαχωρίζεται με συνεχή γραμμή, είναι ευθεία σε μήκος άνω των 500 μέτρων και το ανώτερο επιτρεπόμενο όριο ταχύτητος ήταν 90 χλμ/ώρα.

Κατά τον ανωτέρω χρόνο δεν υπήρχε τεχνητός φωτισμός, επικρατούσε καλοκαιρία, η κατάσταση της οδού ήταν ξηρά, η κυκλοφορία τόσο των πεζών, όσο και των αυτοκινήτων ήταν αραιή. Την ίδια ώρα ο Α. Δ., προτιθέμενος να διασχίσει κάθετα, στο πιο πάνω σημείο, την ανωτέρω οδό, όπου, ας σημειωθεί, δεν υπάρχει διάβαση πεζών ή σηματοδότες για την ρύθμιση της κυκλοφορίας, ξεκίνησε από την πλευρά του ρεύματος κυκλοφορίας προς τη …, δηλαδή από τα αριστερά προς τα δεξιά σε σχέση με την πορεία του αυτοκινήτου, κρατώντας από τη δεξιά πλευρά του σώματός του ένα ποδήλατο, το οποίο κινούσε με τα χέρια του.

Αυτός, αφού διέσχισε το ρεύμα κυκλοφορίας με κατεύθυνση προς τη …, συνέχισε τη διάσχιση της Ε.Ο., βαδίζοντας στο ρεύμα κυκλοφορίας με κατεύθυνση προς …, όπου κινούνταν και το αυτοκίνητο του πρώτου εναγομένου. Την στιγμή που είχε διασχίσει το μισό περίπου από το ρεύμα κυκλοφορίας προς την … και ήταν σε απόσταση 1,5 μ.

περίπου από το έρεισμα της οδού, δέχθηκε κτύπημα από το εμπρόσθιο αριστερό μέρος του αυτοκινήτου του πρώτου εναγομένου, όπως προκύπτει από τα βλαβέντα σημεία του [εμπρόσθιος ανεμοθώρακας], εμπρόσθιο καπό, εμπρόσθιος προφυλακτήρας και αριστερό φτερό], αρχικά στο ποδήλατό του και στη συνέχεια στον εαυτό του, που το κινούσε.

Κατόπιν αυτός χτύπησε πρώτα στον εμπρόσθιο ανεμοθώρακα [παρμπρίζ] του αυτοκινήτου στην αριστερή του πλευρά [μπροστά δηλαδή από τη θέση του οδηγού] και στη συνέχεια εκτινάχθηκε και έπεσε στο οδόστρωμα σε απόσταση 25 περίπου μέτρων από το σημείο της σύγκρουσης, εντός του ρεύματος κυκλοφορίας προς την … και σε απόσταση 1,40 μέτρων από τη γραμμή που χωρίζει το έρεισμα από τη λωρίδα κυκλοφορίας.

Το πιο πάνω Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο ακινητοποιήθηκε εντός του ρεύματος κυκλοφορίας του, με ελαφρά κλίση προς τη δεξιά άκρη του οδοστρώματος, σε απόσταση 27 μέτρων περίπου από το σημείο της σύγκρουσης (βλ. ...). Αποτέλεσμα της σύγκρουσης ήταν να τραυματισθεί ο ανωτέρω Α. Δ., ηλικίας 72 ετών, ο οποίο υπέστη συντριπτικά κατάγματα πλευρών και στέρνου, αιμοθώρακα, πολλαπλές ρήξεις ήπατος και σπλήνας και ρήξη του αορτικού τόξου, που του προκάλεσαν μαζική εσωτερική αιμμοραγία οδηγώντας τον στο θάνατο (βλ. ...).

Κατά τον χρόνο του ατυχήματος τελούσε υπό την επήρεια οινοπνεύματος (βλ. ...), διότι η περιεκτικότητα του αίματός του, σε οινόπνευμα ήταν ένα γραμμάριο και εβδομήντα τέσσερα εκατοστά του γραμμαρίου ανά λίτρο αίματος ή 1,74 ο/οο, ενώ σύμφωνα με την υπ' αριθμ. πρωτ. 3022/10/1240-δ/14-9-2004 έκθεση επανεξέτασης του δευτέρου δείγματος που είχε ληφθεί, προέκυψε ότι η περιεκτικότητα του αίματος του σε οινόπνευμα ήταν ένα γραμμάριο και εξήντα τέσσερα εκατοστά του γραμμαρίου, ανά λίτρο αίματος ή 1,64 ο/οο (βλ...).

Ο πρώτος εναγόμενος οδηγούσε το αυτοκίνητό του κανονικά στο ρεύμα κυκλοφορίας του και με κανονική ταχύτητα, δηλαδή δεν ξεπερνούσε το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο. Από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν αποδείχθηκε ότι αυτός εκινείτο με υπερβολική ταχύτητα, κατά πολύ ανωτέρω της επιτρεπομένης, δηλαδή αυτή των 150-160 χλμ/ώρα, όπως ισχυρίζονται οι ενάγοντες.

Η έκθεση αυτοψίας της τροχαίας δεν διαπίστωσε την ταχύτητα του πρώτου εναγομένου, ενώ αντιθέτως ο πραγματογνώμονας Μ. Κ., σύμφωνα με μαθηματικούς υπολογισμός στηριζόμενος στα αντικειμενικά ευρήματα (σημεία σύγκρουσης, έλλειψη ιχνών τροχοπέδησης κ.λ.π.), εκτιμά ότι η ταχύτητα του αυτοκινήτου ακριβώς πριν και κατά τη στιγμή της σύγκρουσης κυμαινόταν μεταξύ 80 και 88 χιλιομέτρων ανά ώρα περίπου (β'...).

Επίσης αυτός είχε αναμμένα τα φώτα διασταύρωσης - μεσαία του αυτοκινήτου του, τα οποία του παρείχαν εμβέλεια 35-40 μέτρων, όπως συμβαίνει με τα σύγχρονα αυτοκίνητα και κατά τις συνήθεις προδιαγραφές, διότι στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, κινούνταν άλλα αυτοκίνητα. Με βάση την πιο πάνω ταχύτητα του αυτοκινήτου και τον διασκελισμό του πεζού, ο οποίος δεν μπορούσε να είναι γρήγορος, διότι κρατούσε το ποδήλατο, ο πρώτος εναγόμενος αντιλήφθηκε τον πεζό, πριν την πρόσκρουση, στην απόσταση που του επέτρεπαν τα φώτα του οχήματός του, αφού στο σημείο εκείνο δεν υπήρχε τεχνητός φωτισμός, οπότε η απόσταση αυτή ασφαλώς δεν ήταν αρκετή ώστε να αποφύγει το ατύχημα ο οδηγός, ο οποίος ενστικτωδώς τροχοπέδησε και έκανε ελιγμό προς τα δεξιά, αλλά χωρίς αποτέλεσμα.

Περί των ανωτέρω κατέθεσαν προανακριτικά με σαφήνεια οι δύο αυτόπτες μάρτυρες, που επέβαιναν στο αυτοκίνητο του πρώτου εναγομένου και βρίσκονταν ο μεν ένας [ο Γ. Μ.] στη θέση του συνοδηγού και ο άλλος [Ε. Τ.] στις πίσω θέσεις, ο τελευταίος μάλιστα και ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου. Επομένως, το επίδικο τροχαίο ατύχημα και ο συνεπεία του θάνατος του Α.

Δ. οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του τελευταίου, η οποία συνίσταται στο ότι επιχείρησε να διασχίσει καθέτως την πιο πάνω εθνική οδό, την νύχτα στο παραπάνω σημείο της, όπου δεν υπήρχε τεχνητός φωτισμός, ούτε διαβάσεις πεζών και οχημάτων, κρατώντας το ποδήλατο που κινούσε με τα χέρια του και το οποίο δεν διέθετε αντανακλαστήρα σε κάθε του πλευρά, πράγμα που προκύπτει από τις με επίκληση προσκομιζόμενες φωτογραφίες του ποδηλάτου, χωρίς προηγουμένως να ελέγχει, όπως όφειλε, την κίνηση των οχημάτων που βρίσκονταν σε αυτή, μολονότι μπορούσε ευχερώς να το κάνει, καθώς στο σημείο εκείνο η οδός είναι ευθεία με ακώλυτη ορατότητα, ώστε να βεβαιωθεί προηγουμένως ότι δεν θα παρεμπόδιζε την κυκλοφορία των οχημάτων.

Είναι γεγονός, ότι αν αυτός πραγματοποιούσε τον ανωτέρω έλεγχο, οπωσδήποτε θα αντιλαμβανόταν το αυτοκίνητο του πρώτου εναγομένου, λόγω των φώτων του, οπότε ως μέσος συνετός άνθρωπος έπρεπε να περιμένει πρώτα τη διέλευσή του, στεκόμενος, είτε στο έρεισμα της οδού, στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, είτε τουλάχιστον στη διαχωριστική γραμμή μεταξύ των δύο ρευμάτων και μετά θα επιχειρούσε με ασφάλεια να διασχίσει τον δρόμο.

Αντιθέτως, καμία υπαιτιότητα δεν βαρύνει τον πρώτο εναγόμενο Α. Τ., ο οποίος εκινείτο με επιτρεπτή ταχύτητα, εντός του ρεύματος πορείας του, με αναμμένα τα φώτα διασταυρώσεως του αυτοκινήτου του, χωρίς να μπορεί να προβλέψει ότι στο σημείο εκείνο της ανωτέρω εθνικής οδού που είναι ευθεία σε μήκος 500 τουλάχιστον μέτρων, θα εμφανιζόταν στην πορεία του πεζός ...".

Με βάση τις παραδοχές του αυτές, το Εφετείο έκρινε, ότι αποκλειστικός υπαίτιος του ατυχήματος και του εξ αυτού αποτελέσματος είναι ο παθών και, απορρίπτοντας την έφεση που είχαν ασκήσει οι ενάγοντες ήδη αναιρεσείοντες, επεκύρωσε των πρωτόδικο απόφαση, η οποία είχε κρίνει ομοίως και είχε απορρίψει την αγωγή.

Έτσι, που έκρινε το Εφετείο, παραβίασε εκ πλαγίου τις προαναφερόμενες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, με ασαφείς, ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των διατάξεων αυτών, ήτοι ως προς την ορθή ή μη εξειδίκευση των αορίστων νομικών εννοιών της υπαιτιότητας των εμπλακέντων στο ένδικο ατύχημα και του αιτιώδους συνδέσμου αυτής προς το επελθόν αποτέλεσμα.

Και τούτο διότι: 1) ενώ δέχεται ότι το ατύχημα έλαβε χώρα περί ώρα 23.50 (της 7-7-2004) και επομένως σε χρόνο που επικρατούσε σκοτάδι και ότι δεν υπήρχε στο σημείο της οδού, όπου αυτό έλαβε χώρα, τεχνητός φωτισμός, προσέτι δε ότι το Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο, που ωδήγει ο α' εναγόμενος - αναιρεσίβλητος, εκινείτο με "κανονική ταχύτητα, που δεν υπερέβαινε το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο των 90 Χ/Ω", δεν αποσαφηνίζει, αν η "κανονική" αυτή ταχύτητα ήταν και ανάλογη προς τις επικρατούσες, ως άνω, συνθήκες (σκοτάδι-έλλειψη τεχνητού φωτισμού). 2) ενώ δέχεται ότι τα μεσαία φώτα πορείας, τα οποία είχε αναμμένα ο οδηγός του Ι.Χ.Ε.

αυτοκινήτου, "του παρείχαν εμβέλεια" 35-40 μέτρων, δεν αποσαφηνίζει αν η "κανονική" ταχύτητα με την οποία εκινείτο το αυτοκίνητο, επέτρεπε σ' αυτόν ή όχι να διακόψει την πορεία του οχήματός του "μπροστά" από οποιοδήποτε εμπόδιο θα του εμφανίζετο στο ορατό από αυτόν τμήμα της οδού. 3) ενώ δέχεται ότι, με βάση τον διασκελισμό του παθόντος πεζού, που δεν μπορούσε να είναι γρήγορος, διότι κρατούσε το ποδήλατο, ο οδηγός του Ι.Χ.Ε.

αυτοκινήτου "αντιλήφθηκε" αυτόν, στην απόσταση που του επέτρεπαν τα φώτα του οχήματός του (ήτοι τουλάχιστον στα 35 μέτρα): δεν αποσαφηνίζει σε ποια απόσταση από τον πεζό διενεργήθηκε η ενστικτώδης πέδηση και δεν αιτιολογεί γιατί, παρά την "κανονική" ταχύτητά του Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου και την ενστικτώδη πέδηση, η ταχύτητα τούτου" ακριβώς πριν και κατά την στιγμή της σύγκρουσης", που φαίνεται να αποδέχεται, ήταν 80-88 Χ/Ω, ωριαίως, γιατί το Ι.Χ.Ε.

αυτοκίνητο ακινητοποιήθηκε 27 μέτρα μετά το σημείο συγκρούσεως, καθώς και γιατί ο πεζός, αφού πρώτα κτύπησε στον ανεμοθώρακα του αυτοκινήτου στην αριστερή πλευρά, "εκτινάχθηκε" ακολούθως και κατάπεσε στο οδόστρωμα σε απόσταση 25 μέτρων από το σημείο της συγκρούσεως. Ωσαύτως, ενώ δέχεται, ότι στο ανωτέρω 79,4 χ/ρο Εθνικής οδού …-… "η κυκλοφορία τόσο των πεζών όσο και των οχημάτων ήταν αραιή", ακολούθως δέχεται, αντιφατικώς, ότι ο οδηγός του Ι.Χ.Ε.

αυτοκινήτου, α' εναγόμενος, δεν μπορούσε να προβλέψει ότι στο σημείο αυτό θα εμφανιζόταν πεζός. Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια της εκ πλαγίου παραβιάσεως των προαναφερομένων κανόνων ουσιαστικού δικαίου, με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, πρέπει να γίνει δεκτός, ως βάσιμος.

Κατ' ακολουθίαν των προεκτεθέντων, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Εφετείο, εφ' όσον είναι δυνατή η συγκρότηση αυτού από δικαστές άλλους, εκτός εκείνων που δίκασαν, να καταδικασθούν δε οι αναιρεσίβλητοι, λόγω της ήττας των, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων (άρθ. 176, 183 Κ.Πολ.Δ), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό. Εξ άλλου, εφ' όσον η απόφαση αναιρείται, κατά παραδοχή του αμέσως ανωτέρω αναφερομένου πρώτου λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως, παρέλκει η έρευνα του δευτέρου λόγου αυτής (από τον αριθμό 12 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθμ. 1322/2008 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Παραπέμπει την υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Εφετείο, το οποίο θα συγκροτηθεί από δικαστές άλλους, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως.

Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει σε τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 22 Απριλίου 2010.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Μαΐου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ