Legislator Case Law & Legislation
899/2009 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on land area calculation error, ruling lower court correctly applied Byzantine law.

Case Number 899/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by the heirs of the original plaintiff against a first-instance court decision regarding land area. The appellants argued the lower court erred in calculating the land's size by failing to prioritize boundary measurements over square meter figures derived from perimeter calculations. The court held that the lower court correctly applied Byzantine-Roman law principles, determining the area based on boundary dimensions rather than accepting the appellants' claim of a specific square meter figure.

Legislator headnote

AI generated

Articles 286(a), 287(1), 290 of the Code of Civil Procedure; Article 559(1)(a) of the Code of Civil Procedure: An appeal based on the violation of substantive law rules is admissible only if the lower court misapplied rules of interpretation or failed to apply them correctly, and in this case, the lower court correctly calculated the land area based on boundary dimensions according to Byzantine-Roman law principles.

Keywords

AI generated
Byzantine-Roman law land area calculation boundary measurements substantive law violation appeal dismissal property boundaries code of civil procedure

Cited Legislation

AI generated
Articles 286(a), 287(1), 290 of the Code of Civil Procedure
Article 559(1)(a) of the Code of Civil Procedure
Articles 176 and 183 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AP 835/1973
AP 29/1973
OLAP 4/2005
OLAP 7/2006
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 899 / 2009 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 899/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Μίμη Γραμματικούδη, Ιωάννη Σίδερη και Δημήτριο Μαζαράκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 19 Νοεμβρίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Χ, ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Των αναιρεσιβλήτων: 1. Ψ1, κατοίκου ..., 2. Ψ2, κατοίκου ..., 3. Ψ3, κατοίκου ... και 4. Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΠΕΤΡΟΣ Μ. ΝΟΜΙΚΟΣ ΘΗΡΑΪΚΗ ΑΚΤΟΠΛΟΪΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΕΜΠΟΡΙΟΥ ΚΑΙ ΝΑΥΤΙΚΩΝ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ", που εδρεύει στον ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Ο 1ος και 2ος (Ψ1 και Ψ2) εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Θεόδωρο Κοντοβαζαινίτη. Ο 3ος Ψ3 εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ελευθέριο Γαβρίλη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.. Η 4η εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Στυλιανό Παπανδρεόπουλο.

Στο σημείο αυτό η πληρεξούσια δικηγόρος του αναιρεσείοντος Αλεξάνδρα Σιούλη δήλωσε ότι ο αναιρεσείων (Χ) απεβίωσε στις 2-11-2007 και κληρονομήθηκε από α) την κόρη του Χ1 και β) τον γιό του Χ2, οι οποίοι συνεχίζουν την βιαίως διακοπείσα δίκη και παραστάθηκαν με την πληρεξούσια δικηγόρο τους Αλεξάνδρα Σιούλη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε : α) με την από 7-1-2003 αγωγή του αποβιώσαντος αρχικού διαδίκου Χ, β) με την από 7-4-2005 πρόσθετη παρέμβαση του Ψ3 (ήδη 3ου αναιρεσιβλήτου), γ) με την από 13-4-2004 ανακοίνωση δίκης - προσεπίκληση-παρεμπίπτουσα αγωγή των Ψ1 και Ψ2 (ήδη 1ου και 2ου αναιρεσιβλήτων) και δ) με την από 29-10-2004 κύρια παρέμβαση της ΑΕ. "ΠΕΤΡΟΣ Μ. ΝΟΜΙΚΟΣ ΘΗΡΑΙΚΗ ΑΤΜΟΠΛΟΪΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΕΜΠΟΡΙΟΥ ΚΑΙ ΝΑΥΤΙΚΩΝ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ" (ήδη 4ης αναιρεσίβλητης) που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Νάξου και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 14/2006 του ίδιου Δικαστηρίου και 313/2006 του Εφετείου Αιγαίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 17-7-2007 αίτησή του και με τους από 9-10-2008 προσθέτους λόγους των κληρονόμων του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Μαζαράκης ανέγνωσε την από 7-11-2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και των πρόσθετων λόγων.

Η πληρεξούσια των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων αναιρέσεως, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 286 εδ. α, 287 παρ. 1 και 290 Κ.Πολ.Δ, τα οποία εφαρμόζονται και στην κατ' αναίρεση δίκη (άρθρ. 573 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ), προκύπτει ότι η βίαιη διακοπή της δίκης που επέρχεται από το θάνατο του διαδίκου, καθώς και η εκούσια επανάληψη αυτής από τους κληρονόμους του, μπορούν να γνωστοποιηθούν διαδοχικά με ενιαία δήλωση στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υποθέσεως προς συζήτηση, εφόσον δεν υπάρξει αμφισβήτηση της ιδιότητάς τους ως κληρονόμων, οπότε ακολουθεί αμέσως συζήτηση της υποθέσεως (Ολ.ΑΠ 22/2000).

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως αποδεικνύεται από τη προσκομιζόμενη ... ληξιαρχική πράξη θανάτου, που συνέταξε ο ληξίαρχος ..., στις 2-11-2007 αποβίωσε στην ... ο αναιρεσείων Χ, ο οποίος, όπως προκύπτει από τα νομίμως προσκομιζόμενα έγγραφα, ήτοι α') το ... πιστοποιητικό πλησιέστερων συγγενών του Δήμου ..., β') τη ...

δήλωση αποδοχής κληρονομίας εκ διαθήκης ενώπιον της συμβολαιογράφου Θήρας Ειρήνης Βαξάλη, στην οποία προσαρτώνται η ... δημόσια διαθήκη ενώπιον της ως άνω συμβολαιογράφου και το 21/21-2-2008 πρακτικό δημοσίευσης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Νάξου και γ') το από 18-3-2008 πιστοποιητικό μεταγραφής της ως άνω δήλωσης αποδοχής στο Υποθηκοφυλακείο Θήρας, ο ανωτέρω αποβιώσας αρχικώς αναιρεσείων κληρονομήθηκε εκ διαθήκης, χωρίς να αμφισβητείται από τους αναιρεσιβλήτους, από τα τέκνα του Χ1 και Χ2.

Επομένως, οι τελευταίοι ως εκ διαθήκης κληρονόμοι του αποβιώσαντος Χ, εκπροσωπούμενοι από την δικηγόρο τους Αλεξάνδρα Σιούλη, μετά της οποίας παρέστησαν στη δίκη, νομίμως δήλωσαν στο ακροατήριο, κατά τη συζήτηση της υποθέσεως, το θάνατο του πιο πάνω αναιρεσείοντος και την εκούσια στο όνομά τους επανάληψη της δίκης που βιαίως διακόπηκε λόγω του θανάτου αυτού και έτσι παραδεκτώς προχωρεί η συζήτηση της υποθέσεως.

Επειδή, η νομική αοριστία της αγωγής, στηρίζει λόγο αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ), συντρέχει δε αν το δικαστήριο για τη θεμελίωση της αγωγής στο συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου αρκέστηκε σε στοιχεία λιγότερα ή αξίωσε περισσότερα από εκείνα που ο κανόνας αυτός απαιτεί για τη γένεση του οικείου δικαιώματος, κρίνοντας αντιστοίχως νόμιμη ή μη στηριζόμενη στο νόμο την αγωγή.

Αντίθετα η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν εκτίθενται στην αγωγή όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, τα πραγματικά, δηλαδή, περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγο αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 8 ή 14 του ΚΠολΔ.

Στην προκείμενη περίπτωση οι ήδη αναιρεσείοντες με τον πρώτο λόγο αναίρεσης προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι το Εφετείο κατά παράβαση των διατάξεων του άρθρου 216 του ΚΠολΔ απέρριψε ως αόριστη την ένδικη διεκδικητική αγωγή, και κατά το μέρος με το οποίο αυτοί ζητούσαν να αναγνωριστούν συγκύριοι εδαφικής έκτασης, εμβαδού 2.680,81 τ.μ., που αποτελεί τμήμα του αναφερόμενου μείζονος ακινήτου τους, εμβαδού 89.420,40 τ.μ.

Από την προσβαλλόμενη απόφαση όμως προκύπτει ότι το Εφετείο δεν απέρριψε ως αόριστη την αγωγή, κατά το προαναφερόμενο μέρος της, αλλά αντίθετα δέχθηκε αυτήν ως νόμιμη και ορισμένη και στη συνέχεια την απέρριψε κατ' ουσίαν, δεχθέν ότι επίδικο δεν ήταν το προαναφερόμενο τμήμα των 2.680,81 τ.μ., αλλά επίδικες ήταν οι αναφερόμενες άλλες εδαφικές εκτάσεις, εμβαδού, αντιστοίχως, 4.428,25 τ.μ.

και 4.403,47 τ.μ.. Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης, ο οποίος, κατ' ορθή υπαγωγή, είναι από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ και όχι από τον αριθμό 1 του ίδιου άρθρου που επικαλούνται οι ήδη αναιρεσείοντες, είναι αβάσιμος, ως στηριζόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση.

Επειδή, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 1710, 1846, 1193, 1195, 1198 και 1199 του ΑΚ, παράγωγο τρόπο κτήσης της κυριότητας κινητών και ακινήτων αποτελεί και η κληρονομική διαδοχή, τόσο η εξ αδιαθέτου όσο και η από διαθήκη. Προκειμένου δε για κληρονομιαίο ακίνητο, η κυριότητά του αποκτάται από τον κληρονόμο και μάλιστα αναδρομικά από το θάνατο του κληρονομουμένου, εφόσον ο κληρονόμος αποδεχτεί την κληρονομία και μεταγράψει την αποδοχή της, που προκύπτει από δημόσιο έγγραφο.

Κατά δε το άρθρο 1033 ΑΚ για τη μεταβίβαση της κυριότητας ακινήτου απαιτείται συμφωνία μεταξύ του κυρίου και εκείνου που την αποκτά, ότι μετατίθεται σ' αυτόν η κυριότητα για κάποια νόμιμη αιτία. Η συμφωνία γίνεται με συμβολαιογραφικό έγγραφο και υποβάλλεται σε μεταγραφή. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι μεταξύ των προϋποθέσεων που απαιτούνται για την απόκτηση της κυριότητας ακινήτου με σύμβαση είναι, ότι ο μεταβιβάσας ήταν κύριος του ακινήτου που μεταβιβάστηκε.

Συνακόλουθα των ανωτέρω, επί διεκδικητικής αγωγής ακινήτου που έχει ως βάση έναν από τους πιο πάνω παράγωγους τρόπους κτήσης της κυριότητας, πρέπει το επίδικο ακίνητο, όπως τούτο περιγράφεται στην αγωγή, να ταυτίζεται με το ακίνητο που περιγράφεται στον επικαλούμενο μεταβιβαστικό τίτλο. Εξάλλου, κατά τις διατάξεις των ν. 8 παρ. 1 κωδ. (7.39), ν. 9 παρ. 1 Πανδ. (50.14), ν. 2 παρ. 20 Πανδ. (41.4), ν 6 Πανδ. (44.3), ν. 76 παρ.1 Πανδ. 18.1), ν 7 παρ.3 Πανδ. (23.3), μπορούσε να αποκτηθεί η κυριότητα ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία κατόπιν άσκησης νομής, ως τέτοιας νοούμενης της άσκησης σ' αυτό εμφανών και συνεχών πράξεων που εκδηλώνουν βούληση εξουσίασης του νομέα πάνω στο ακίνητο, όπως καλλιέργεια, εκμίσθωση, εποπτεία, φύλαξη και άλλες πράξεις που προσιδιάζουν στη φύση του ακινήτου, με καλή πίστη, ήτοι με την ειλικρινή πεποίθηση του νομέα ότι με την κτήση της νομής του πράγματος δεν προσβάλλει κατ' ουσία το δικαίωμα κυριότητας τρίτου, γεγονός που συνάγεται από το δικαστήριο της ουσίας, ενόψει της φύσης της καλής πίστης ως ενδιάθετης κατάστασης, σύμφωνα με τις διατάξεις των ν. 20 παρ. 12 Πανδ. (5.8), 27 Πανδ. (18.1), και διάνοια κυρίου για χρονικό διάστημα μιας συνεχούς τριακονταετίας.

Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1041, 1042, 1043 και 1044 ΑΚ προκύπτει, ότι για να αποκτήσει κάποιος κυριότητα σε ακίνητο με τακτική χρησικτησία, απαιτούνται φυσική εξουσίαση του πράγματος με διάνοια κυρίου (νομή), καλή πίστη, που πρέπει να υπάρχει κατά τον χρόνο που αποκτάται η νομή, νόμιμος τίτλος, που πρέπει να υποβληθεί σε μεταγραφή (άρθρα 1192 περίπτ.

α', και 1198 ΑΚ), πράγμα δεκτικό χρησικτησίας και παρέλευση δεκαετίας. Ειδικότερα, ως προς το στοιχείο της καλής πίστης, αυτό συντρέχει, όταν ο νομέας, με βάση τα εκάστοτε συντρέχοντα περιστατικά, έχει, κατά την κτήση της νομής, την πεποίθηση, η οποία δεν οφείλεται σε βαριά αμέλεια, ότι απέκτησε την κυριότητα.

Σύμφωνα δε με τη διάταξη του άρθρου 1045 ΑΚ, εκείνος που έχει στη νομή του για μια εικοσαετία πράγμα κινητό ή ακίνητο γίνεται κύριος αυτού με έκτακτη χρησικτησία, κατά δε το άρθρο 974 του ίδιου Κώδικα όποιος απέκτησε τη φυσική εεξουσία πάνω στο πράγμα (κατοχή) είναι νομέας, αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου.

Με τις διατάξεις αυτές για την κτήση της κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία απαιτείται άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία με τη δυνατότητα εκείνου που απέκτησε τη νομή του πράγματος με καθολική ή με ειδική διαδοχή να συνοπολογήσει στο χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του κατ' άρθρο 1051 ΑΚ.

Άσκηση νομής, προκειμένου για ακίνητο, συνιστούν εμφανείς υλικές ενέργειες επάνω σ' αυτό που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του, με τις οποίες εκδηλώνεται η βούληση του νομέα να το εξουσιάζει. Εξάλλου, ο από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, όταν δεν προκύπτουν επαρκώς από τις παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης τα περιστατικά που είναι αναγκαία στη συγκεκριμένη περίπτωση για την κρίση του δικαστηρίου περί της συνδρομής των νόμιμων όρων και προϋποθέσεων της διάταξης που εφαρμόστηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων, η οποία αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες σχετικά με τον χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, όχι δε όταν υφίστανται ελλείψεις αναγόμενες στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται σαφώς (Ολ.

ΑΠ 1/1999, Ολ. ΑΠ 24/1992). Δεν ιδρύεται επίσης ο λόγος αυτός αναίρεσης από την αναφορά ή μη στην επιχειρηματολογία των διαδίκων ή από την επιχειρηματολογία του δικαστηρίου ( ΑΠ 16/2005). Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε, ύστερα από ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, τα ακόλουθα:

Επίδικα είναι δύο συνεχόμενα ακίνητα, εμβαδού 4.428,25 και 4.403,47 τετραγωνικών μέτρων, αντίστοιχα, κείμενα στη θέση ... της κτηματικής περιφέρειας του δημοτικού διαμερίσματος ..., όπως αυτά αποτυπώνονται υπό τα στοιχεία Β και Γ στο συνημμένο στην αγωγή από Ιανουαρίου 2001 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού ... .

Ο ενάγων με την νομίμως μεταγεγραμμένη ... δήλωση αποδοχής κληρονομιάς του συμβολαιογράφου Αθηνών Αθανασίου Καραθανάση αποδέχθηκε κατά το ιδανικό μερίδιο των 75/480 την εξ αδιαθέτου κληρονομιά των γονέων του ... και ... επί ενός αγροτικού ακινήτου που βρίσκεται στη θέση ... του δημοτικού διαμερίσματος ... του δήμου ..., εκτάσεως 89.720,40 τ.μ., το οποίο ακίνητο περιήλθε στην αποβιώσασα στις 28-2-1942 μητέρα του ...

δυνάμει του νομίμως μεταγεγραμμένου ... πωλητηρίου συμβολαίου του τότε συμβολαιογράφου Καλλίστης Γεωργίου Αλαφούζου. Παράλληλα, με τις νομίμως μεταγεγραμμένες ... και ... δηλώσεις αποδοχής κληρονομιάς της συμβολαιογράφου Θήρας Φωτεινής Νικολοπούλου, τα αδέλφια και συγκληρονόμοι του ενάγοντος ..., ... και ..., αποδέχθηκαν κατά τα ιδανικά τους μερίδια την ως άνω κληρονομιά, δηλώνοντας όμως ότι το κληρονομιαίο ακίνητο έχει έκταση 2.681, 81 τ.μ.

και συνορεύει βόρεια με ιδιοκτησία αγνώστου και δίοδο, ανατολικά με ιδιοκτησία Ψ3, νότια με ιδιοκτησία Ψ1 και Ψ2 (εναγομένων) και βορειοδυτικά με γκρεμνούς, απότομες κλίσεις εδάφους που φθάνουν ως τη θάλασσα και εν μέρει με ιδιοκτησία αγνώστου. Στην απώτερη δικαιοπάροχο του ενάγοντος και των συγκληρονόμων αδελφών του, δηλαδή στη μητέρα τους ..., το κληρονομηθέν ακίνητο είχε περιέλθει δυνάμει του προαναφερθέντος ...

συμβολαίου λόγω αγοράς από τον πατέρα της ..., στον δε δικαιοπάροχο πατέρα της περιήλθε λόγω δωρεάς εν ζωή από τον ... δυνάμει του νομίμως μεταγεγραμμένου ... συμβολαίου της τότε συμβολαιογράφου Θήρας Καλλίστης Αλαφούζου. Στους ανωτέρω τίτλους αλλά κυρίως σ' αυτόν της κληρονομουμένης και προηγουμένης κυρίας του κληρονομηθέντος ακινήτου ..., το κληρονομηθέν ακίνητο περιγράφεται ως "αγρός κείμενος εις θέσιν ...

περιοχής ... του τέως δήμου ... της ... εκ δύο πεζουλιών με συκάς γειτνιάζοντα με κτήματα ... και ... και θάλασσα, εκτάσεως περίπου ημίσειας ζευγαριάς". Εκ της ανωτέρω περιγραφής των ορίων και της εκτάσεως του κληρονομηθέντος ακινήτου και με δεδομένο ότι η μισή θηραϊκή ζευγαριά αντιστοιχεί σε 1500 έως 2000 τετραγωνικά μέτρα συνάγεται ότι ο ενάγων με την μεταγραφή της ως άνω υπ'αριθμό ...

δήλωσης αποδοχής κληρονομιάς δεν κατέστη κύριος αγρού, εμβαδού 89.720,40 τ.μ., αλλά ενός αγρού, κειμένου στην προαναφερόμενη θέση, εμβαδού 2.681,81 τ.μ., ο οποίος δεν ταυτίζεται αλλά απλώς συνορεύει κατά τη νότια πλευρά του με τα επίδικα ακίνητα. Περαιτέρω δεν αποδείχθηκε ότι ο ενάγων και οι δικαιοπάροχοί του νεμήθηκαν από το έτος 1931 έως το 2000 μείζονα, πλην της κληρονομιαίας, έκταση και μάλιστα τα παρακείμενα επίδικα ακίνητα, αφού δεν αποδείχθηκαν περιστατικά που να συγκεκριμενοποιούν τις ειδικότερες πράξεις νομής τους σ' αυτό το χρονικό διάστημα.

Ειδικότερα, μόνη η γενικόλογη αναφορά της μάρτυρας και θυγατέρας του ενάγοντος ότι οι παππούδες της καλλιεργούσαν τα επίδικα και ο πατέρας της φύτευε φάβα και ντομάτα, δεν επαρκεί, χωρίς την παράθεση άλλων συγκεκριμένων, εμφανών και συνεχών υλικών πράξεων, για να προσδώσει σ' αυτούς την επί εβδομήντα έτη ιδιότητα του νομέως, λαμβανομένης, μάλιστα, υπόψη της κατηγορηματικά αντίθετης κατάθεσης του μόνιμου κατοίκου της περιοχής, τέως προέδρου της Κοινότητος και κτηματομεσίτη το επάγγελμα μάρτυρα των εναγομένων και του προσθέτως παρεμβαίνοντος ..., ενώ δεν συντρέχει στην προκείμενη περίπτωση ανάγκη για να διαταχθεί πραγματογνωμοσύνη.

Επομένως, εφόσον οι δικαιοπάροχοι του ενάγοντος δεν απέκτησαν την κυριότητα των επιδίκων με τα προσόντα της τακτικής ή έκτακτης χρησικτησίας, δεν έχει καταστεί συγκύριος των επιδίκων ο ενάγων με έκτακτη χρησικτησία και με προσμέτρηση του χρόνου νομής του στο χρόνο νομής των δικαιοπαρόχων του. Περαιτέρω δεν αποδείχθηκε ότι συνέτρεξαν οι προϋποθέσεις της έκτακτης χρησικτησίας στο πρόσωπο του ενάγοντος, καθόσον δεν αποδείχθηκε η διενέργεια οποιασδήποτε πράξεως νομής απ' αυτόν.

Ενισχυτικό της ως άνω κρίσης αποτελεί το γεγονός ότι, κατά την κατ' εντολή του ενάγοντος μέτρηση του κληρονομιαίου ακινήτου από τον πολιτικό μηχανικό ... για τη σύνταξη τοπογραφικού διαγράμματος και την απ' αυτόν (ενάγοντα) υπόδειξη των ορίων τα οποία δεν ήταν σαφή, αφού ποτέ δεν το είχε περιφράξει, προέκυψε ακίνητο εκτάσεως 61.818,80 τ.μ., όπως βεβαιώνεται στο από Ιούνιο 1996 σχετικό τοπογραφικό διάγραμμα.

Στο δε επακολουθήσαν μετά διετία και συνταχθέν από Ιούνιο 1998 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού ... κατ' εντολή του ενάγοντος και καθ' υπόδειξη των ορίων από τον τελευταίο η έκταση αυξάνεται στα 89.720,40 τ.μ. Τούτο καταδεικνύει την αδυναμία του ενάγοντος να προσδιορίσει επακριβώς την κληρονομιαία και κατ' επέκταση την διεκδικούμενη απ' αυτόν έκταση κατά το ως άνω ποσοστό εξ αδιαιρέτου.

Την κρίση του δικαστηρίου ενισχύει και εδραιώνει η συμπεριφορά των αδελφών και συγκληρονόμων του ενάγοντος, οι οποίοι δεν διεκδικούν μείζονα της ως άνω κληρονομηθείσας εκτάσεως των 2.680,81 τ.μ. Το γεγονός ότι οι τελευταίοι παλαιότερα αποδέχθηκαν μεγαλύτερη έκταση την οποία μάλιστα δήλωσαν και στην Εφορία με το Ε9 δεν ασκεί ουδεμία επιρροή στην έκβαση της δίκης, εφόσον κατά ρητές δηλώσεις των ιδίων τούτο έγινε πεπλανημένα κατόπιν κακής πληροφόρησης αυτών.

Ακολούθως το Εφετείο, με βάση τις πιο πάνω παραδοχές, δέχτηκε ότι ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων δεν έχει καταστεί κύριος των πιο πάνω επίδικων ακινήτων ούτε με κληρονομική διαδοχή, ούτε με τακτική ή έκτακτη χρησικτησία, αφού και οι δικαιοπάροχοί του δεν τα είχαν αποκτήσει με παράγωγο ή πρωτότυπο τρόπο και κατόπιν τούτου απέρριψε την ασκηθείσα έφεσή του κατά της πρωτόδικης απόφασης που είχε απορρίψει ως κατ' ουσίαν αβάσιμη την ένδικη διεκδικητική του αγωγή.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο ως προς την απόρριψη της αγωγής ως προς όλες τις πιο πάνω βάσεις της, που συνιστούν ουσιώδη για την έκβαση της δίκης ζητήματα, δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση εξ αιτίας αντιφατικών ή ανεπαρκών αιτιολογιών, αφού εξέθεσε σ' αυτήν χωρίς αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά γεγονότα που δέχτηκε ως αποδεικνυόμενα ή μη και ειδικότερα σε σχέση με την ακριβή έκταση και τα όρια των επίδικων ακινήτων και που ήταν αναγκαία για την εφαρμογή των ως άνω ουσιαστικών διατάξεων του προϊσχύσαντος βυζαντινορωμαϊκού δικαίου, καθώς και των άρθρων 1033, 1094, 1041, 1045 και 1051 του ΑΚ, τις οποίες εφάρμοσε και γι' αυτό οι περί του αντιθέτου από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ δεύτερος λόγος, κατά το τρίτο μέρος του, της κυρίας αναίρεσης και δεύτερος πρόσθετος λόγος, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.

Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Κατά την έννοια της ως άνω διάταξης ο αναιρετικός αυτός λόγος ιδρύεται όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς ισχυρισμούς οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά ή όταν δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξη γι' αυτά (ΑΠ 1038/2008).

Εξάλλου, σύμφωνα με την πρώτη παράγραφο του άρθρου 368 ΚΠολΔ, το δικαστήριο μπορεί να διορίσει έναν ή περισσότερους πραγματογνώμονες, αν κρίνει ότι πρόκειται για ζητήματα που απαιτούν για να γίνουν αντιληπτά ειδικές γνώσεις επιστήμης ή τέχνης. Κατά δε την δεύτερη παράγραφο του ιδίου άρθρου το δικαστήριο οφείλει να διορίσει πραγματογνώμονες αν το ζητήσει κάποιος διάδικος και κρίνει ότι χρειάζονται ειδικές (ιδιάζουσες) γνώσεις επιστήμης ή τέχνης.

Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι η συμπλήρωση των αποδείξεων με τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης εναπόκειται στην κυριαρχική και μη ελεγχόμενη αναιρετικά κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο ελευθέρως εκτιμά την ανάγκη της χρησιμοποιήσεως του αποδεικτικού αυτού μέσου, με εξαίρεση την περίπτωση κατά την οποία κάποιος διάδικος ζητεί τον διορισμό πραγματογνώμονα και το δικαστήριο κρίνει ότι χρειάζονται ειδικές (ιδιάζουσες) γνώσεις επιστήμης ή τέχνης, οπότε οφείλει να διορίσει πραγματογνώμονα.

Επομένως, αν δεν υπάρχει παραδοχή του δικαστηρίου ότι πρόκειται για ζητήματα που απαιτούν για να γίνουν αντιληπτά ιδιάζουσες γνώσεις επιστήμης ή τέχνης, η μη λήψη υπόψη ισχυρισμού του διαδίκου για ανάγκη διενέργειας πραγματογνωμοσύνης ή η απόρριψη ρητά ή σιωπηρά σχετικού αιτήματος αυτού, δεν δημιουργεί λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 847/2007).

Στην προκείμενη περίπτωση οι ήδη αναιρεσείοντες με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης, κατά το πρώτο μέρος αυτού, προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ πλημμέλεια ότι το Εφετείο παρά το νόμο δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη και συγκεκριμένα χωρίς να διατάξει τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης για να αποδειχθεί η ακριβής έκταση του επίδικου ακινήτου.

Ο εξεταζόμενος λόγος είναι απαράδεκτος, διότι, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, δεν υπάρχει παραδοχή του Εφετείου ότι πρόκειται για ζήτημα που απαιτεί για να γίνει αντιληπτό, ιδιάζουσες γνώσεις επιστήμης ή τέχνης.

Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως 340 του ΚΠολΔ συνάγεται ότι το δικαστήριο για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλόμενων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι για άμεση και έμμεση απόδειξη, χωρίς όμως να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά.

Βέβαια δεν αποκλείεται το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύει και να εξαίρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί όμως να γίνεται αδίστακτα βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν νόμιμα οι διάδικοι.

Η παράβαση της υποχρεώσεως αυτής ιδρύει το λόγο της αναίρεσης του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ, υπό την αποκλειστική προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφού μόνο ένα τέτοιο ουσιώδες γεγονός καθίσταται αντικείμενο απόδειξης (ΟλΑΠ 42/2002).

Στην προκείμενη περίπτωση από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο περιεχόμενο σ' αυτήν αποδεικτικό πόρισμα ως προς τους κρίσιμους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, έλαβε υπόψη του και "τα επικαλούμενα και νόμιμα προσκομιζόμενα έγγραφα τα οποία χρησιμεύουν είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα είτε ως δικαστικά τεκμήρια".

Από τη γενική αυτή βεβαίωση, σε συνδυασμό και με το όλο αιτιολογικό της απόφασης καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το Εφετείο προς σχηματισμό της κρίσεώς του έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε μαζί με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα και α') το ... συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Θήρας Ξένιας Καφούρου- Χατζηξενή, β') το ...

συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Πειραιά Κωνσταντίνου Καϊλάνη, γ') το ... συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Θήρας Μιχαήλ Αλαφούζου, δ') την ... πράξη αποδοχής κληρονομιάς της συμβολαιογράφου Αθηνών Ελένης Αργείτου και το ... συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Θήρας Φωτεινής Νικολοπούλου, τα οποία είχε επικαλεστεί και προσκομίσει ο αναιρεσείων προς απόδειξη του ισχυρισμού του ότι το επίδικο έχει έκταση 89.720,40 τ.μ.

και όχι 2.680,81 τ.μ. Επομένως, είναι απορριπτέα ως αβάσιμα τα αντίθετα υποστηριζόμενα με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης κατά το δεύτερο μέρος του από τον αριθμό 11 περ. γ' ΚΠολΔ.

Επειδή, ο από το άρθρο 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου συνίσταται στο διαγνωστικό λάθος της αποδόσεως από το δικαστήριο σε αποδεικτικό, με την έννοια των άρθρων 339 και 432 ΚΠολΔ, έγγραφο, περιεχομένου καταδήλως διαφορετικού από το αληθινό, εξαιτίας του οποίου καταλήγει σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα.

Δεν περιλαμβάνει όμως και την περίπτωση που το δικαστήριο, από την εκτίμηση και αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου, έστω και εσφαλμένως, καταλήγει σε συμπέρασμα αντίθετο από εκείνο που θεωρεί ως ορθό ο αναιρεσείων, γιατί τότε πρόκειται για αιτίαση σχετική με την εκτίμηση πραγμάτων, η οποία δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο (Ολ.ΑΠ 1/1999, ΑΠ 194/2005).

Στην προκείμενη περίπτωση με τον δεύτερο λόγο, κατά το σχετικό τέταρτο μέρος του, της κυρίας αναιρέσεως, καθώς και με τον πρώτο πρόσθετο λόγο κατά το πρώτο μέρος του, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από την ως άνω διάταξη πλημμέλεια της παραμόρφωσης του περιεχομένου των προσκομισθέντων από τον αναιρεσείοντα εγγράφων, ήτοι α') του ...

συμβολαίου της τότε συμβολαιογράφου Θήρας Καλλίστης Αλαφούζου, β') του ... συμβολαίου της ιδίας ως άνω συμβολαιογράφου και γ') της ... δήλωσης αποδοχής κληρονομίας του συμβολαιογράφου Αθηνών Αθανασίου Καραθανάση, προς απόδειξη των αγωγικών τους ισχυρισμών ως προς την περιγραφόμενη σ' αυτά έκταση και τα όρια των επίδικων ακινήτων.

Οι λόγοι αυτοί είναι απορριπτέοι προεχόντως ως απαράδεκτοι, διότι από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι η παραδοχή του Εφετείου, ως προς την έκταση και τα όρια των επιδίκων, δεν οφείλεται σε διαγνωστικό λάθος, αλλά αποτελεί εκτίμηση του περιεχομένου των ανωτέρω εγγράφων, η οποία, όμως, κατά τα προεκτιθέμενα, δεν ιδρύει τον παρόντα λόγο αναιρέσεως.

Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 περ. β' ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. "Πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, είναι οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, παρακώλυση ή κατάλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, το οποίο ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό (βάση αγωγής, ανταγωγής) είτε ως αμυντικό (ένσταση, αντένσταση) μέσο, αλλά όχι και οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από την εκτίμηση των αποδείξεων, καθώς και οι ισχυρισμοί που συνιστούν επιχειρήματα για την υποστήριξη των απόψεων των διαδίκων (Ολ.ΑΠ 3/1997, ΑΠ 22/2005).

Με τον τρίτο λόγο της αναίρεσης, κατά το πρώτο μέρος του, από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ο αρχικώς αναιρεσείων ψέγει το Εφετείο, διότι ενώ αυτός είχε ισχυριστεί ότι λόγω του ότι είχαν δημιουργηθεί διαπληκτισμοί μεταξύ αυτού και του πρώτου των αναιρεσιβλήτων και λόγω της ιδιομορφίας, της επικινδυνότητας του εδάφους και της ελλείψεως των απαιτουμένων οργάνων μέτρησης από τον μηχανικό ... , δεν κατέστη δυνατή η συνολική μέτρηση του επιδίκου, γεγονός όμως που συνέβη στην δεύτερη καταμέτρηση αυτού από τον τοπογράφο μηχανικό ..., οπότε και προέκυψε ακίνητο εκτάσεως 89.720,40 τ.μ., ότι οι συγκληρονόμοι αδελφοί του είχαν υποβάλει στις αρμόδιες Δ.Ο.Υ.

δηλώσεις εντύπου Ε9 στις οποίες ανέφεραν την πραγματική έκταση του επιδίκου (89.720,40 τ.μ.) και ότι σε συμπαιγνία με τον πρώτο των αναιρεσίβλητων στη συνέχεια αποδέχτηκαν ότι δήλωσαν μεγαλύτερη έκταση στην Εφορία πεπλανημένα κατόπιν κακής πληροφόρησής τους, όμως το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τους ισχυρισμούς του αυτούς, από τους οποίους θα αποδεικνύονταν ότι το κληρονομιαίο ακίνητο έχει την προαναφερθείσα έκταση και όχι 2.680,81 τ.μ.

Όμως οι ισχυρισμοί αυτοί, που φέρεται ότι αγνόησε το Εφετείο, δεν αποτελούν "πράγματα" κατά την έννοια που αναφέρεται στη μείζονα σκέψη, αλλά επιχειρήματα του αναιρεσείοντος για την επιστήριξη των απόψεών του. Επομένως, ο λόγος αυτός αναίρεσης προεχόντως είναι απαράδεκτος. Επειδή, ο λόγος αναίρεσης του άρθρου 559 αριθ. 11 περ.

γ' ΚΠολΔ δεν ιδρύεται, όταν η παράλειψη του δικαστηρίου αφορά στη μη αξιολόγηση συγκεκριμένων αποδεικτικών μέσων, που έλαβε υπόψη, σε συνδυασμό με τα άλλα ληφθέντα υπόψη αποδεικτικά μέσα ή αν το δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι αυτό έχει, διότι με την αιτίαση αυτή πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Επομένως, ο τρίτος λόγος αναίρεσης κατά το δεύτερο μέρος του, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του την ένορκη κατάθεση της μάρτυράς του ..., πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, καθόσον από τη ρητή διαβεβαίωση στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του "τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων που περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλούμενη απόφαση πρακτικά συνεδριάσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου", προκύπτει ότι το Εφετείο για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα έλαβε υπόψη του και την ανωτέρω μαρτυρική κατάθεση, την οποία συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις.

Κατά το μέρος που με τον ίδιο λόγο αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση ότι το Εφετείο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό αυτό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα που υποστηρίζει ο αρχικώς αναιρεσείων ότι έχει, ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθόσον με την αιτίαση αυτή πλήττεται η ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων.

Επειδή, σύμφωνα με τις διατάξεις των εφαρμοστέων στην προκείμενη περίπτωση, κατ' άρθρα 24 και 51 Εισαγ. Ν.Α.Κ., ως εκ του χρόνου κατά τον οποίο έλαβαν χώρα τα υπό δίκην γεγονότα, νόμων του προϊσχύσαντος β.ρ. δικαίου 45 Πανδ. (21,2), ν. 42 βασ. (19.11) και Αρμ. 74 Γγ "... επί μνείας των ορίων και της κατά εκτάσεις του πωληθέντος ο των μέτρων προσδιορισμός θεωρείται τυχαίος ...", δηλαδή αν η πώληση γίνει καθ' όρια και μέτρα υπερισχύει ο καθ' όρια προσδιορισμός, ενώ ο κατά μέτρα προσδιορισμός θεωρείται τυχαίος (ΑΠ 835/1973, ΑΠ 29/1973).

Ο δε από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδαφ. α' του ΚΠολΔ προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, τούτο δε συμβαίνει αν δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόστηκε, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμόστηκε εσφαλμένα (Ολ.ΑΠ 4/2005), η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006).

Στην προκείμενη περίπτωση με τον τρίτο πρόσθετο λόγο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από την ως άνω διάταξη πλημμέλεια ότι το Εφετείο παραβίασε τις παραπάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου, με το να δεχθεί ότι στα αναφερόμενα συμβόλαια του 1926 και 1931 του απώτερου δικαιοπαρόχου του αναιρεσείοντος η θηραϊκή μισή ζευγαριά αντιστοιχεί σε 1500 έως 2000 τετραγωνικά μέτρα, χωρίς όμως να δεχθεί ότι το εμβαδόν αυτό ήταν τυχαίο για τον χαρακτηρισμό ενός αγροτικού ακινήτου και χωρίς να λάβει υπόψη, εφόσον στους αρχικούς αυτούς τίτλους αναφέρεται συγχρόνως εμβαδό και όρια, μόνο το εμβαδόν το οποίο εξάγεται από την περίμετρο των περιγραφόμενων στα συμβόλαια ορίων.

Όμως το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, δεν δέχτηκε ότι με τα συμβόλαια αυτά μεταβιβάστηκε έκταση μικρότερη ή μεγαλύτερη από εκείνη που σε μέτρα αναγράφονταν στα συμβόλαια (μισή θηραϊκή ζευγαριά). Αντίθετα, κατ' ορθή ερμηνεία και εφαρμογή των ως άνω διατάξεων του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου, υπολόγισε το εμβαδόν βάσει των ορίων των πλευρών, που ανήγαγε σε μέτρα και κατόπιν τούτου δέχτηκε ότι από την περιγραφή των ορίων και της εκτάσεως του κληρονομηθέντος ακινήτου, όπως αναφέρεται στα αρχικά συμβόλαια, και με δεδομένο ότι η μισή θηραϊκή ζευγαριά αντιστοιχεί σε 1500 έως 2000 τ.μ., ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων με τη μεταγραφή της αναφερόμενης δήλωσης αποδοχής κληρονομίας δεν κατέστη κύριος αγρού εμβαδού 89.720,40 τ.μ., αλλά εμβαδού 2.681,81 τ.μ.

Επομένως, δεν παραβίασε τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου, τις οποίες ορθώς εφάρμοσε, και ο τρίτος πρόσθετος λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, η αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι πρέπει να απορριφθούν και να καταδικαστoύν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 17-7-2007 αίτηση και τους από 9-10-2008 πρόσθετους λόγους των ήδη αναιρεσειόντων 1) Χ1 και 2) Χ2 για αναίρεση της 313/2006 αποφάσεως του Εφετείου Αιγαίου.

Καταδικάζει τους ήδη αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Μαρτίου 2009.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Απριλίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ