Supreme Court allows appeal against traffic accident verdict due to insufficient evidence of pedestrian fault.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court allowed the appeal against the First Instance Court's verdict regarding a traffic accident, finding the lower court's reasoning insufficient. The appellant argued that the First Instance Court failed to properly establish the pedestrian's fault and ignored the motorcycle driver's potential liability. Consequently, the Court ruled that the lower court violated substantive legal rules by not adequately examining the facts of the collision.
Legislator headnote
AI generatedArticles 577, 580, 559 of the Code of Civil Procedure; An appeal is admissible when the lower court fails to substantiate its findings of fact or violates substantive legal rules regarding liability allocation in traffic accidents.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 898 / 2020 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 898/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Χοϊμέ, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Μαρία Τζανακάκη και Ελένη Φραγκάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 6 Μαρτίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Α. Π. (A. P.) του Κ. (K.), 2) Ν. Π. (N. P.) του Σ. (S.), 3) Σ. Π. (S. P.) του Σ. (S.), κατοίκων ..., 4) Ά. Π. (A. P.) του Σ. (S.), συζ. Σ. Κ., κατοίκου ..., ατομικά και ως συνασκούσας με το σύζυγό της τη γονική μέριμνα των ανηλίκων τέκνων τους α. Α. Κ. του Σ. και β. Β. Κ. του Σ. και 5) Σ. Κ. του Δ., κατοίκου ..., ατομικά και ως συνασκούντος με τη σύζυγό του Ά. Π. (A. P.) τη γονική μέριμνα των ανηλίκων τέκνων τους α. Α. Κ. του Σ. και β. Β. Κ. του Σ., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Παναγιώτη Αθανασόπουλο. Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "..." και ήδη ""...", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημοσθένη Σκλήρη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και ο οποίος, στην ως άνω από 10-2-2020 δήλωση, καθώς και στις κατατεθείσες από 10-2-2020 προτάσεις του, δήλωσε την ως άνω μεταβολή της αναιρεσίβλητης εταιρείας.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-11-2015 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1188/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6042/2018 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 5-2-2019 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Μαρία Τζανακάκη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη από 5-2-2019 (αρ.κατ. 95/2019) αίτηση για την αναίρεση της υπ' αριθμόν 6042/2018 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε με την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο καθώς και από τη σύμβαση ασφάλισης αυτού (άρθρο 681Α ΚΠολΔ), έχει ασκηθεί νόμιμα και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των κατ' ιδίαν λόγων αυτής (άρθρο 577 παρ.1 και 3 ΚΠολΔ).
Από την επιτρεπτή, κατ' άρθρο 561 αρ.2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και των λοιπών διαδικαστικών εγγράφων της δίκης, αναφορικά με το δικονομικό ιστορικό της υπόθεσης, προκύπτει ότι, σε τροχαίο δυστύχημα, που συνέβη στις 14-12-2014 στη Λεωφόρο ... η με αριθμό κυκλοφορίας ... δίκυκλη μοτοσυκλέτα, την οποία οδηγούσε ο Α.
Π. (που σήμερα δεν είναι διάδικος), την αστική ευθύνη του οποίου έναντι των τρίτων ζημιούμενων κάλυπτε η ήδη αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία, τραυμάτισε θανάσιμα τον πεζό Σ. Π. του Χ., στενό συγγενή των αναιρεσειόντων και ειδικότερα, νόμιμου όσο ζούσε συζύγου της 1ης αναιρεσείουσας, πατέρα των 2ου, 3ου και 4ης των αναιρεσειόντων, πενθερού του 5ου αναιρεσείοντα και παππού των ανηλίκων, Β.
και Α. Κ., των οποίων τη γονική μέριμνα ασκούν οι γονείς τους και ήδη 4η και 5ος των αναιρεσειόντων. Οι αναιρεσείοντες άσκησαν την από 10-11-2015 (αρ. κατ. 5833/2015) αγωγή σε βάρος του ασφαλισμένου οδηγού, (κατά του οποίου παραιτήθηκαν στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο) και σε βάρος της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρείας και ζητούσαν να τους επιδικασθούν ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης τα αναφερόμενα αναλυτικά για κάθε ενάγοντα ποσά.
Επί της αγωγής εκδόθηκε η υπ' αρ. 1188/2017 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία απέρριψε την αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη κρίνοντας ότι ο πεζός ήταν αποκλειστικά υπαίτιος για τον θανάσιμο τραυματισμό του, διότι κατά παράβαση του άρθρου 38 παρ. 4 του Ν. 2696/1999 - ΚΟΚ επιχείρησε αμελώς να διασχίσει κάθετα, εκτός διαβάσεων, την Λεωφόρο ....
Οι ήδη αναιρεσείοντες, συγγενείς του θύματος, άσκησαν σε βάρος της εκκαλουμένης απόφασης την από 7-9-2017 (αρ.κατ. 504385/2017) έφεση, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση και επικύρωσε την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου. Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 299, 300, 330 εδ.
β" και 914 ΑΚ συνάγεται, ότι η αδικοπρακτική ευθύνη προς αποζημίωση προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση ζημίας και αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της ζημίας. Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, μπορεί δε η συμπεριφορά αυτή να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή σε παράλειψη ορισμένης ενέργειας.
Μορφή υπαιτιότητας είναι και η αμέλεια, η οποία υπάρχει, όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια, που απαιτείται στις συναλλαγές, δηλαδή αυτή, που αν καταβαλλόταν, με μέτρο τη συμπεριφορά του μέσου συνετού και επιμελούς ανθρώπου του κύκλου δραστηριότητας του ζημιώσαντος, θα καθιστούσε δυνατή την αποτροπή του παράνομου και ζημιογόνου αποτελέσματος.
Αιτιώδης σύνδεσμος υπάρχει, όταν η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του δράστη ήταν, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει τη ζημία και την επέφερε στη συγκεκριμένη περίπτωση. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα, επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας.
Δεν αποκλείεται καταρχήν η ύπαρξη του αιτιώδους συνδέσμου από το γεγονός, ότι στο αποτέλεσμα συνετέλεσε και συνυπαιτιότητα του βλαβέντος, εφόσον δεν διακόπτεται ο αιτιώδης σύνδεσμος. Ειδικότερα, από τις διατάξεις αυτές συνάγεται, ότι οι έννοιες της αμέλειας και της συνυπαιτιότητας είναι νομικές και επομένως η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς τη συνδρομή ή όχι συντρέχοντος πταίσματος του ζημιωθέντος κατά την επέλευση της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου ως προς το εάν τα περιστατικά, που το δικαστήριο της ουσίας δέχεται ανελέγκτως ως αποδειχθέντα, συγκροτούν την έννοια του συντρέχοντος πταίσματος.
Αντιθέτως, ο καθορισμός της βαρύτητας του πταίσματος και του ποσοστού, κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση, αφορά εκτίμηση πραγμάτων, που δεν ελέγχεται ακυρωτικώς. Τα πιο πάνω έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση του άρθρου 10 του ν. ΓΠΝ/1911, ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών των συγκρουσθέντων αυτοκινήτων, κατά το οποίο είναι εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ.
Εξάλλου, η παράβαση διατάξεων του ΚΟΚ δεν θεμελιώνει αυτή καθεαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του επελθόντος αποτελέσματος (ΑΠ 52/2016, ΑΠ 848/2015, ΑΠ 869/2013, ΑΠ 686/2011), ενώ μόνη η τήρηση των ελαχίστων υποχρεώσεων που επιβάλλει ο ΚΟΚ, στους οδηγούς των οχημάτων κατά την οδήγησή τους, δεν αίρει την υποχρέωσή τους να συμπεριφέρονται και πέραν των ορίων τούτων, όταν οι περιστάσεις το επιβάλλουν για την αποτροπή ζημιογόνου γεγονότος ή τη μείωση των επιζήμιων συνεπειών (ΑΠ 1544/2017, ΑΠ 1500/2002, ΑΠ 1070/2001).
Περαιτέρω, κατά το άρθρ. 12 παρ. 1 του Ν. 2696/1999 (ΚΟΚ), ορίζεται ότι "οι χρησιμοποιούντες τις οδούς, πρέπει, να αποφεύγουν οποιαδήποτε συμπεριφορά, η οποία είναι ενδεχόμενο μεταξύ άλλων να εκθέσει σε κίνδυνο πρόσωπα, ενώ οι οδηγοί υποχρεούνται να οδηγούν με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή τους". Εξάλλου, από το άρθρο 19 του ίδιου ως άνω Ν. 2696/1999 (ΚΟΚ), ορίζονται υποχρεώσεις και κανόνες προς τους οποίους πρέπει να συμμορφώνεται ο οδηγός κάθε οχήματος, προκειμένου να αποφεύγονται, κατά το δυνατόν, ατυχήματα πεζών και οχημάτων.
Ειδικότερα: α) κατά το άρθρ. 19 παρ 1 "ο οδηγός του οδικού οχήματος, επιβάλλεται να έχει τον έλεγχο του οχήματός του, ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελέσει τους απαιτούμενους χειρισμούς", β) κατά το αρθρ. 19 παρ. 2 "ο οδηγός επιβάλλεται να έχει τον έλεγχο του οχήματός του και πρέπει να έχει την επιβαλλόμενη από τις περιστάσεις ταχύτητα, η οποία μπορεί να είναι και κατώτερη της προβλεπόμενης από το νόμο, κυρίως σε κατοικημένες περιοχές και έχει υποχρέωση να τη μειώνει μέχρι διακοπής της πορείας του, όταν οι περιστάσεις το επιβάλλουν...", κατά δε την παρ. 3 "ιδιαίτερα ο οδηγός επιβάλλεται να μειώνει την ταχύτητα του οχήματος του σε τμήματα της οδού με περιορισμένο πεδίο ορατότητας
κατά τις νυκτερινές ώρες... αν πεζοί που βρίσκονται στην τροχιά του καθυστερούν να απομακρυνθούν, ως και σε κάθε άλλη ειδική περίπτωση, που επιβάλλεται μετριασμός ταχύτητας..." (ΑΠ 1207/2004). Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 20 παρ. 1 του ΚΟΚ ορίζεται ότι "το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας των αυτοκινήτων οχημάτων οχημάτων, μέσα στις κατοικημένες περιοχές ορίζεται σε 50 χιλιόμετρα την ώρα...". Τέλος, κατά το άρθρο 38 ΚΟΚ, με το οποίο ρυθμίζονται κανόνες για την κυκλοφορία των πεζών, στην παράγραφο 4 αυτού, ορίζεται ότι "οι πεζοί προκειμένου να διασχίσουν το οδόστρωμα υποχρεούνται:..., δ) σε διαβάσεις που η κυκλοφορία τόσο των πεζών όσο και των οχημάτων δεν ρυθμίζεται με φωτεινούς σηματοδότες, να μην κατεβαίνουν στο οδόστρωμα πριν λάβουν υπόψη τους την απόσταση και την ταχύτητα των οχημάτων, τα οποία πλησιάζουν, ε) αν δεν υπάρχουν στο οδόστρωμα διαβάσεις πεζών, να μην κατεβαίνουν σ' αυτό, αν δεν βεβαιωθούν ότι δεν θα παρεμποδίσουν την κυκλοφορία των οχημάτων, στη συνέχεια δε να διασχίζουν το οδόστρωμα κάθετα προς τον άξονά του" (ΑΠ 804/2017, ΑΠ 1303/2017).
Κατά την έννοια του άρθρ. 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδρύεται ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα, να μην μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου, που δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 1/1999).
Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά, που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων, που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά, που, είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).
Δηλαδή, δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού, αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Συνακόλουθα, τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του και, επομένως, δεν συνιστούν αιτιολογία της απόφασης, ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης από το άρθρ. 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων, που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 1685/2017, ΑΠ 174/2015, ΑΠ 198/2015, ΑΠ 845/2012, ΑΠ 1351/2011).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον μοναδικό λόγο της αίτησης αναίρεσης οι αναιρεσείοντες - συγγενείς του θύματος αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, προκειμένου να δεχτεί ότι αποκλειστικά υπαίτιος για το θανάσιμο τραυματισμό του ήταν δήθεν ο πεζός συγγενής τους, παραβίασε εκ πλαγίου τις ουσιαστικού κανόνα δικαίου διατάξεις του άρθρου 914 ΑΚ σε συνδυασμό με άρθρ. 38 παρ. 4 του Ν. 2696/1999 - ΚΟΚ, με ελλιπείς και αντιφατικές αιτιολογίες ως προς τις συνθήκες τέλεσης του τροχαίου δυστυχήματος και τη συμπεριφορά του ασφαλισμένου οδηγού της αναιρεσίβλητης και του πεζού και έτσι στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, διότι δεν είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος για την ορθή ή μη υπαγωγή των αποδειχθέντων περιστατικών στο πραγματικό των ανωτέρω κανόνων δικαίου, τους οποίους, εφάρμοσε καταλήγοντας στο ως άνω συμπέρασμα ότι αποκλειστικά υπαίτιος για την πρόκληση του τροχαίου ατυχήματος ήταν ο πεζός αν και έπρεπε να δεχτεί, κατά την άποψη των αναιρεσειόντων, ότι αποκλειστικά υπαίτιος για την πρόκληση του τροχαίου δυστυχήματος ήταν ο ασφαλισμένος οδηγός της μοτοσυκλέτας, ο οποίος, από αμέλεια, οδηγούσε με υπερβολική ταχύτητα, κατά παράβαση των ουσιαστικών κανόνων δικαίου των άρθρων 12 παρ. 1, 19 παρ. 1-3 και 20 παρ. 1 ΚΟΚ, τους οποίους το Εφετείο επίσης παραβίασε εκ πλαγίου αποκλείοντας την εφαρμογή τους με τις ως άνω ελλιπείς και αντιφατικές αιτιολογίες.
Επισημαίνεται στο σημείο αυτό ότι αν και οι τελευταίες ως άνω διατάξεις του ΚΟΚ δεν αναφέρονται αριθμητικά στο αναιρετήριο, ο λόγος αναίρεσης κρίνεται αρκούντως ορισμένος και παραδεκτός, εφόσον, από όλο το περιεχόμενο του αναιρετηρίου, προκύπτει, χωρίς αμφιβολία και το πραγματικό των ανωτέρω ουσιαστικών κανόνων δικαίου, που δεν μνημονεύονται (ΑΠ 146/2018, ΑΠ 1572/2018).
Περαιτέρω, από την επιτρεπτή, κατά το άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, για τις ανάγκες του ερευνώμενου μοναδικού αναιρετικού λόγου, προκύπτει ότι το Εφετείο, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά περί των πραγμάτων κρίση του, δέχθηκε τα ακόλουθα, κατ' ακριβή λεκτική αντιγραφή, ως προς τις συνθήκες τέλεσης του τροχαίου δυστυχήματος και τη συμπεριφορά των εμπλακέντων σ' αυτό οδηγού του ασφαλισμένου ζημιογόνου οχήματος και του πεζού: "Στις 14-12-2014, ημέρα Κυριακή και περί ώρα 19:00 μμ ο Α.
Π., οδηγώντας την υπ'αριθμ. κυκλοφορίας ... δίκυκλη μοτοσικλέτα, ιδιοκτησίας του, η οποία ήταν κατά το χρόνο εκείνο ασφαλισμένη για την προς τρίτους αστική ευθύνη στην εναγομένη ασφαλιστική εταιρία, εκινείτο με ταχύτητα περί τα 50 χλμ/ώρα στη λεωφόρο ..., στην περιοχή της ..., με κατεύθυνση από Αθήνα προς Ηλιούπολη.
Στο ύψος αυτό η λεωφόρος ... είναι ευθεία, μονής κατεύθυνσης, με τρεις λωρίδες κυκλοφορίας, στη μεσαία από τις οποίες εκινείτο ο προαναφερθείς οδηγός, συνολικό πλάτος οδοστρώματος 10,5 μέτρα, υποχρεωτική κατεύθυνση των οχημάτων από την Αθήνα προς τη Γλυφάδα, και μέγιστη ταχύτητα των οχημάτων, οριζόμενη με ρυθμιστικές της κυκλοφορίας πινακίδες, 50 χλμ/ώρα, ως κατοικημένη περιοχή, ενώ κατά τον προαναφερθέντα χρόνο η κίνηση των οχημάτων ήταν κανονική, ο καιρός αίθριος και η ορατότητα καλή, με επαρκή τεχνητό φωτισμό.
Την ίδια χρονική στιγμή, ο συγγενής των εναγόντων Σ. Π. του Χ., 75 ετών, ο οποίος είχε εξέλθει από την οικία του από τις 10.00 π.μ., ευρισκόταν επί του αριστερού, σε σχέση με την κατεύθυνση των κινούμενων σ' αυτή οχημάτων, πεζοδρομίου της ως άνω λεωφόρου, φορώντας μπουφάν χρώματος λαδί, πιζάμα χρώματος γκρι, και παπούτσια χρώματος μαύρου.
Όταν ο οδηγός της μοτοσικλέτας έφθασε στο ύψος του οικοδομικού αριθμού 206 της λεωφόρου, και συγκεκριμένα αμέσως μετά τη συμβολή αυτής με την κάθετη στα αριστερά οδό ... και λίγο πριν την αντίστοιχη συμβολή της με την, κάθετη στα δεξιά κατά την υποχρεωτική πορεία της, οδό ..., ο Σ. Π. επιχείρησε να διασχίσει πεζός κάθετα το οδόστρωμα της ως άνω λεωφόρου, από δεξιά προς τα αριστερά σε σχέση με την πορεία της παραπάνω μοτοσικλέτας, από σημείο όπου δεν υπήρχαν διαβάσεις πεζών.
Ο οδηγός της μοτοσικλέτας μόλις αντιλήφθηκε, σε ελάχιστη απόσταση από το όχημά του, τον πεζό να έχει κατέλθει του πεζοδρομίου και να διασχίζει τη λεωφόρο, ενεργοποίησε την ηχητική προειδοποίηση της μοτοσικλέτας του, ανακόπτοντας την ταχύτητά του και κλίνοντας ελαφρά το όχημά του προς τα δεξιά. Μόλις ο πεζός αντιλήφθηκε τη μοτοσικλέτα, ακινητοποιήθηκε, δίνοντας στον οδηγό αυτής την εντύπωση ότι αναμένει τη διέλευσή της έμπροσθεν αυτού, και έτσι ο Α.
Π. συνέχισε την πορεία της μοτοσυκλέτας του, με ελαφρά κλίση προς τα δεξιά, όπως προαναφέρθηκε, προκειμένου να τον προσπεράσει. Μόλις όμως ο οδηγός της μοτοσικλέτας έφθασε πλησίον του πεζού, ο τελευταίος συνέχισε ανεξήγητα τη πορεία του προς το δεξιό πεζοδρόμιο της Λεωφόρου, με αποτέλεσμα να επιπέσει επ' αυτού η μοτοσικλέτα, με το αριστερό τμήμα της, παρά τον αποφευκτικό ελιγμό προς τα δεξιά που είχε ενεργήσει ο οδηγός της.
Στη συνέχεια, η μοτοσικλέτα ανετράπη και σύρθηκε διαγώνια, μαζί με τον οδηγό της, προς τα δεξιά σε σχέση με την πορεία της, για 7 μέτρα περίπου, οπότε και ακινητοποιήθηκε σε κολώνα χαμηλού ύψους επί της γωνίας της συμβολής της Λεωφόρου ... με την οδό ..., ενώ ο οδηγός της επέπεσε επί ακινητοποιημένου εκείνη τη στιγμή οχήματος στη γωνία της οδού ...
με την ανωτέρω λεωφόρο. Αμέσως μετά το ατύχημα, ο πεζός μεταφέρθηκε με ασθενοφόρο του ΕΚΑΒ στο γενικό νοσοκομείο Αθηνών "Γ. Γεννηματάς", όπου διεγνώσθησαν κατάγματα πλευρών και πνευμονοθώρακας δεξιά. Θωρακοχειρουργός του τοποθέτησε σωλήνα θωρακικής παροχέτευσης, πλην όμως μετά την επέμβαση εμφάνισε καρδιοαναπνευστική ανακοπή.
Έγιναν προσπάθειες αναζωογόνησης, οι οποίες δεν απέδωσαν και ο τελικά ο πεζός απεβίωσε την ίδια ημέρα στις 22.14 μ.μ. Σύμφωνα με την υπ' αριθμ. ...2014 ιατροδικαστική έκθεση νεκροψίας-νεκροτομής ο θανών υπέστη "καθολικά, συντριπτικά κατάγματα πλευρών δεξιά. Αιμοθώρακας δεξιά. Θλάσεις πνευμόνων δεξιά. Τραυματικές ρήξεις κάτω λοβού δεξιού πνεύμονος".
Σημειώνεται ότι το σώμα του θανόντος παρέμεινε στα "αζήτητα" για τέσσερις ολόκληρες ημέρες, αφού δεν αναζητήθηκε από τους ενάγοντες συγγενείς του για το διάστημα αυτό, παρά το γεγονός ότι εξήλθε από την οικία του (στην οποία διέμενε με την ενάγουσα σύζυγό του και τους ενάγοντες ενήλικες υιούς του) στην ..., στις 10.00 το πρωί της ίδιας ημέρας που έγινε το ατύχημα, φορώντας τις πιζάμες του.
Υπό τα πλήρως ως άνω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, τα οποία επιβεβαιώνονται από την προσκομισθείσα έκθεση αυτοψίας και το πρόχειρο σχεδιάγραμμα που τη συνοδεύει, τις προανακριτικές καταθέσεις των Κ. Κ. και Ι. Κ., την ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου ένορκη κατάθεση της Α. Ρ., αποκλειστικά υπεύθυνος του ενδίκου ατυχήματος και του επελθόντος κατ' αυτό θανάτου του πεζού συγγενούς των εναγόντων τυγχάνει ο θανών, ο οποίος, κατά παράβαση του άρθρου 38 παρ. 4 του Κ.Ο.Κ., ενεργώντας απερίσκεπτα, ενώ ήταν νύκτα και ο ίδιος φορούσε σκουρόχρωμα ρούχα, επιχείρησε να διασχίσει κάθετα το οδόστρωμα της κεντρικής λεωφόρου ...
σε σημείο όπου δεν υπήρχαν διαβάσεις πεζών, χωρίς προηγούμενο έλεγχο της κυκλοφορίας των οχημάτων επ' αυτής -παρότι τούτο ήταν εφικτό, αφού η ορατότητα στο σημείο αυτό δεν περιορίζεται- και χωρίς προηγουμένως να βεβαιωθεί ότι με την κίνησή του αυτή δεν θα παρεμπόδιζε την κυκλοφορία των οχημάτων, ενώ δε είχε ήδη διασχίσει την αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας και εισήλθε στη μεσαία, όπου εκινείτο η μοτοσικλέτα, ακινητοποιήθηκε στιγμιαία για να επιτρέψει τη διέλευσή της, αμέσως μετά όμως, και ενώ η μοτοσυκλέτα πλησίαζε για να τον προσπεράσει, συνέχισε αψυχολόγητα την πορεία του, με αποτέλεσμα να αιφνιδιάσει τον οδηγό της μοτοσικλέτας, ο οποίος, λόγω της ελαχίστης απόστασης με τον πεζό, αν και επιχείρησε την ηχητική προειδοποίηση και αποφευκτικό ελιγμό προς τα δεξιά, δεν μπόρεσε να αποφύγει την πρόσκρουση της μοτοσυκλέτας στο σώμα του πεζού.
Ο ισχυρισμός των εναγόντων, ότι ο οδηγός της μοτοσικλέτας έβαινε με αυξημένη για την περιοχή ταχύτητα, πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος, καθόσον δεν αποδείχθηκε από κανένα αποδεικτικό μέσο. Άλλωστε, αν ο οδηγός της μοτοσικλέτας οδηγούσε με αυξημένη ταχύτητα, το σώμα του πεζού θα είχε παρασυρθεί ή θα είχε εκτιναχθεί σε οποιαδήποτε κατεύθυνση και δεν θα ανευρίσκετο στη μεσαία λωρίδα κυκλοφορίας, ακριβώς στο σημείο πρόσκρουσης.
Αφού όμως αποδείχθηκε ότι αποκλειστικά υπαίτιος για το ένδικο ατύχημα και τον επελθόντα κατ' αυτό θάνατο του συγγενούς των εναγόντων Σ. Π., είναι ο ίδιος ο θανών, και δεν βαρύνεται με υπαιτιότητα ο οδηγός της ασφαλισμένης στην εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία μοτοσυκλέτας, ορθώς το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την εκκαλουμένη απόφαση απέρριψε την αγωγή ως αβάσιμη κατ' ουσίαν, απορριπτομένων ως αβασίμων όσων αντίθετων υποστηρίζονται με το μοναδικό λόγο της υπό κρίση εφέσεως...".
Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, για να καταλήξει στο αποδεικτικό πόρισμα περί της αποκλειστικής υπαιτιότητας του πεζού-θύματος και ότι ουδεμία υπαιτιότητα βαρύνει τον οδηγό της ασφαλισμένης μοτοσυκλέτας, στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, διότι διέλαβε ελλιπείς και αντιφατικές αιτιολογίες που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη υπαγωγή των περιστατικών, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στο πραγματικό των ουσιαστικών διατάξεων του άρθρου 914 ΑΚ σε συνδυασμό με άρθρ. 38 παρ. 4 του Ν. 2696/1999, που εφάρμοσε και των ουσιαστικών διατάξεων των άρθρων 12 παρ. 1, 19 παρ. 1-3 και 20 παρ. 1 του ίδιου ως άνω νόμου τους οποίους δεν εφάρμοσε και συνεπώς παραβίασε εκ πλαγίου.
Πιο συγκεκριμένα: Α) το Εφετείο διέλαβε αντιφατικές αιτιολογίες διότι, ενώ δέχεται ότι ο πεζός βρισκόταν στο αριστερό πεζοδρόμιο της Λεωφόρου ... (βλ. σελίδα 4α της προσβαλλόμενης απόφασης) σε σχέση με την πορεία της μοτοσυκλέτας, σε σημείο, όπου δεν υπάρχουν διαβάσεις πεζών, ότι επιχείρησε να διασχίσει την αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας και ότι εισήλθε στη μεσαία λωρίδα κυκλοφορίας (βλ.
σελ. 5β), όπου εκινείτο κανονικά η μοτοσυκλέτα, ότι ο πεζός δεν αντιλήφθηκε το όχημα, ο οδηγός του οποίου τον είχε αντιληφθεί και είχε ανακόψει ταχύτητα ενεργοποιώντας συγχρόνως την ηχητική προειδοποίηση, εκτελώντας αποφευκτικό δεξιό ελιγμό και ότι ο πεζός, αν και ακινητοποιήθηκε αρχικά, εντελώς ανεξήγητα επανεκκίνησε συνεχίζοντας την πορεία του προς το δεξιό πεζοδρόμιο, με συνέπεια η μοτοσυκλέτα, με το αριστερό μέρος αυτής, να επιπέσει στη δεξιά πλευρά του σώματος του πεζού, όπου εντοπίστηκαν και όλες οι σωματικές του κακώσεις, εντούτοις το Εφετείο, με εντελώς αντιφατική αιτιολογία, στη σελίδα 4β της απόφασής του δέχτηκε, ότι ο πεζός επιχείρησε να διασχίσει τη Λεωφόρο ...
από δεξιά προς τα αριστερά ως προς την πορεία της μοτοσυκλέτας. Η αντίφαση αυτή όμως είναι ουσιώδης για την έκβαση της δίκης ως προς τις συνθήκες τέλεσης του τροχαίου δυστυχήματος και τη συμπεριφορά του οδηγού και ειδικότερα, εάν αυτός κατ' αντικειμενική κρίση του μέσου συνετού οδηγού μοτοσυκλέτας εκτέλεσε ορθό αποφευκτικό ελιγμό προς τα δεξιά, (με την εκδοχή, ότι ο πεζός εκινείτο κάθετα στο οδόστρωμα από αριστερά προς τα δεξιά του οχήματος, που ας σημειωθεί συνάδει και με τα τραύματα του πεζού στη δεξιά πλευρά του σώματος του, σύμφωνα με την έκθεση νεκροψίας) ή εάν αντιθέτως ο πεζός κατήλθε στο οδόστρωμα από δεξιά προς τα αριστερά ως προς την πορεία της μοτοσυκλέτας και, σύμφωνα με τις παραδοχές, κατά την επανεκκίνησή του συνέχισε την πορεία του προς το δεξιό πεζοδρόμιο, (δηλαδή με την εκδοχή αυτή ο πεζός κινήθηκε προς τα πίσω για να επιστρέψει στο δεξιό πεζοδρόμιο από το οποίο είχε κατέλθει), οπότε ο δεξιός αποφευκτικός ελιγμός του οδηγού της μοτοσυκλέτας δεν ήταν ο ενδεδειγμένος, διότι η πορεία του οχήματος και του πεζού (με την τελευταία αυτή εκδοχή), θα συνέπιπταν με πλήρη βεβαιότητα, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων.
Επίσης, Β) το Εφετείο διέλαβε ελλιπή αιτιολογία, διότι δεν προσδιορίζει στην απόφασή του από πόση απόσταση ο οδηγός της μοτοσυκλέτας αντιλήφθηκε τον πεζό να κατέρχεται στο οδόστρωμα και πόση απόσταση μεσολαβούσε μεταξύ τους, κατά την επανεκκίνηση του πεζού από τη μεσαία λωρίδα, ζήτημα που στην ένδικη υπόθεση είναι ουσιώδες, προκειμένου να ελεχθεί, εάν ο οδηγός, κατ'αντικειμενική κρίση του μέσου επιμελούς οδηγού μοτοσυκλέτας, που αντιλαμβάνεται ένα ηλικιωμένο άτομο να κατέρχεται στο οδόστρωμα, είχε το χρονικό περιθώριο, είτε να ακινητοποιήσει τη μοτοσυκλέτα, ενόψει μάλιστα της μικρής ταχύτητάς του, που σύμφωνα με τις παραδοχές δεν υπερέβαινε το όριο των 50 χλμ/ώρα και να επιτρέψει στον πεζό να ολοκληρώσει την κίνησή του και να διεκπεραιωθεί στο απέναντι πεζοδρόμιο (ανεξάρτητα από την αμελή συμπεριφορά του πεζού), άλλως επικουρικά, εάν ο οδηγός είχε τη δυνατότητα να εκτελέσει έγκαιρα ορθό αποφευκτικό δεξιό ελιγμό, για να αποφύγει τον πεζό.
Τέλος, Γ) το Εφετείο διέλαβε ελλιπή και εν μέρει αντιφατική αιτιολογία ως προς το ακριβές σημείο της σύγκρουσης, διότι ενώ δέχτηκε, ότι μετά τη σύγκρουση η μοτοσυκλέτα ανατράπηκε στο οδόστρωμα και σύρθηκε διαγώνια προς τα δεξιά σε μήκος 7 μέτρων (βλ. σελίδα 4β της προσβαλλόμενης απόφασης) και ότι τα περιστατικά αυτά επιβεβαιώνονται από το σχεδιάγραμμα και την έκθεση αυτοψίας (σελ. 5β), εντούτοις από το σχεδιάγραμμα της Τροχαίας, το οποίο επισκοπείται επιτρεπτά, κατ' άρθρο 561 αρ.1 ΚΠολΔ, λόγω του ερευνώμενου αναιρετικού λόγου εκ του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η χαραγή των 7 μέτρων δεν αρχίζει από τη μεσαία λωρίδα κυκλοφορίας, στην οποία, κατά τις παραδοχές ανατράπηκε η μοτοσυκλέτα, αλλά ότι αρχίζει από τη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας, ως προς την πορεία της μοτοσυκλέτας, πολύ κοντά στο δεξιό πεζοδρόμιο, εντός των ορίων της οδού ..., κάθετης προς τα δεξιά της Λεωφόρου ....
Το ζήτημα αυτό είναι κρίσιμο, προκειμένου να διαπιστωθεί το σημείο καθόδου του πεζού στο οδόστρωμα και την πορεία αυτού εντός αυτού (που ας επισημανθεί, ήταν <άγνωστη>, κατά την έκθεση αυτοψίας και το δελτίο τροχαίου ατυχήματος, που επίσης επισκοπούνται επιτρεπτά κατ' αρ. 561 αρ.1 ΚΠολΔ, εφόσον πρόκειται για τον ερευνώμενο αναιρετικό λόγο εκ του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ).
Επίσης, το ανωτέρω ζήτημα είναι κρίσιμο και για το σημείο της σύγκρουσης και ειδικότερα,εάν τούτο εντοπίζεται στη μεσαία λωρίδα κυκλοφορίας, όπως δέχεται το Εφετείο στη σελίδα 6α της απόφασής του ή στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας, πλησίον του δεξιού πεζοδρομίου, από το οποίο κατήλθε ή επανεκκίνησε για να κατευθυνθεί ο πεζός, σύμφωνα με τις αλληλοαναιρούμενες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης (βλ.
σελ. 4β αυτής). Επομένως, οι ανωτέρω ελλιπείς και αντιφατικές αιτιολογίες δεν στηρίζουν το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης περί της κατάγνωσης αποκλειστικής υπαιτιότητας στον πεζό, που συμπεριφέρθηκε, κατά παράβαση της διάταξης του άρθρου 38 παρ. 4 Ν. 2696/1999, την οποία εφάρμοσε το Εφετείο σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, και συνεπώς παραβίασε εκ πλαγίου με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, ενώ επίσης, δημιουργούνται αμφιβολίες για την ορθή ή όχι ερμηνεία των διατάξεων των άρθρων 12 παρ. 1, 19 παρ. 1-3 και 20 παρ. 1 ΚΟΚ, τις οποίες το Εφετείο δεν εφάρμοσε, με τη μη κατάγνωση υπαιτιότητας στον οδηγό της μοτοσυκλέτας και συνεπώς επίσης, παραβίασε εκ πλαγίου.
Συνακόλουθα, ιδρύεται η αναιρετική πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ για την εκ πλαγίου παραβίαση των ανωτέρω ουσιαστικών κανόνων δικαίου και ο μοναδικός λόγος της αίτησης αναίρεσης πρέπει να γίνει δεκτός ως ουσιαστικά βάσιμος και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση στο σύνολό της. Στη συνέχεια, πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση, για να ερευνηθεί περαιτέρω, στο Δικαστήριο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, συγκροτούμενο από άλλον Δικαστή (άρθρο 580 παρ.3 ΚΠολΔ).
Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου, που οι αναιρεσείοντες έχουν καταθέσει στο Δημόσιο Ταμείο για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης (άρθρο 495 παρ. 3 περ. Βδ' ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί η αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία, που ηττήθηκε (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ) στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, που κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο αίτημα αυτών, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμόν 6042/2018 οριστική απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών (ειδική διαδικασία του άρθρου 681Α ΚΠολΔ).
Παραπέμπει την υπόθεση για να ερευνηθεί περαιτέρω στο Δικαστήριο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση συγκροτούμενο από άλλον Δικαστή. Διατάσσει την επιστροφή στους αναιρεσείοντες του παραβόλου, που έχει κατατεθεί στο Δημόσιο Ταμείο για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης. Και
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, που ορίζει σε τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Ιουνίου 2020.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 6 Αυγούστου 2020.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ