Supreme Court allows appeal against contract interpretation where court ignored statutory rules despite finding ambiguity.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court allowed the appeal against the Athens Court of Appeal's decision to reject a contract dispute. The lower court had found no ambiguity in the contract terms but proceeded to interpret them without applying the mandatory statutory rules for resolving ambiguities. The Court ruled that this procedural error violated the specific provisions governing contract interpretation, necessitating a remand for a new trial.
Legislator headnote
AI generatedArticle 559(1) of the Code of Civil Procedure; Articles 173 and 200 of the Civil Code: A court of first instance must apply statutory interpretation rules when it finds ambiguity in a contract; failure to do so despite such a finding constitutes a ground for appeal.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 898 / 2019 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 898/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Λέκκα Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Καγκάνη, Αλτάνα Κοκκοβού, Αγγελική Τζαβάρα και Χρήστο Τζανερρίκο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 7 Μαΐου 2018, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ηλία Αγγελακόπουλο και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρείας με την επωνυμία "..." ως καθολικής διαδόχου της αρχικά εναγομένης Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Λαδογιάννη και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6/12/2004 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6122/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2157/2013 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 28/12/2015 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. O Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χρήστος Τζανερρίκος ανέγνωσε την από 18/9/2017 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του παρόντος Δικαστηρίου, τότε Αρεοπαγίτη και ήδη Προέδρου του Αρείου Πάγου Βασιλείου Πέππα, με την οποία εισηγήθηκε να γίνουν δεκτοί οι πρώτος και δεύτερος λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως και να απορριφθούν οι λοιποί. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν παραβιάσθηκαν οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 ΑΚ. Οι ερμηνευτικοί αυτοί κανόνες εφαρμόζονται από το δικαστήριο της ουσίας, όταν κατά την ανέλεγκτη, ως προς αυτό, κρίση του, διαπιστώνει ότι υπάρχει στη σύμβαση κενό ή αμφιβολία σχετικά με τη δήλωση της βουλήσεως των συμβαλλομένων.
Η διαπίστωση αυτή του δικαστηρίου της ουσίας μπορεί είτε να αναφέρεται στην απόφαση ρητώς, είτε να προκύπτει από αυτήν έμμεσα όταν, παρά τη μη ρητή αναφορά της διαπιστώσεώς της, ή ακόμα και παρά τη ρητή διαβεβαίωση της ανυπαρξίας της, το δικαστήριο προβαίνει σε ερμηνεία της συμβάσεως, η οποία (ερμηνεία) αποκαλύπτει ότι το δικαστήριο βρέθηκε μπροστά σε κενό ή αμφιβολία σχετικά με την δήλωση της βουλήσεως των συμβαλλομένων, τα οποία ακριβώς δημιούργησαν την ανάγκη να καταφύγει σε ερμηνεία της.
Μόνη η παράλειψη της μνείας των διατάξεων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ δεν συνιστά παραβίασή τους, αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη κατά την ερμηνεία της συμβάσεως τα ερμηνευτικά κριτήρια που προβλέπονται με αυτές. Παραβιάζονται δε οι κανόνες αυτοί όταν το Δικαστήριο, παρά την διαπίστωση, έστω και έμμεσα, κενού ή αμφιβολίας σχετικά με την έννοια της δήλωσης βούλησης, παραλείπει να προσφύγει σ' αυτούς, για την διαπίστωση της αληθινής έννοιας των δηλώσεων ή να παραθέσει στην απόφασή του τα πραγματικά στοιχεία από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή τους ή προβαίνει σε κακή εφαρμογή τους, με την έννοια ότι το ερμηνευτικό πόρισμα στο οποίο, μετά από ερμηνεία της δικαιοπραξίας κατέληξε (το δικαστήριο), δεν είναι σύμφωνο με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη (ΟλΑΠ 26/2004, Α.Π. 1183/2007, ΑΠ 1009/10).
Περαιτέρω κατά τον αριθμό 19 του άρθρο 559 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Έλλειψη δε η ανεπάρκεια η αντιφατικότητα της αιτιολογίας, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής υπάρχει όταν στο αιτιολογικό, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν αναφέρονται διόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στην συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 26/2004).
Οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών παραβιάζονται εκ πλαγίου κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ.19 του ΚΠολΔ και όταν, από όσα το δικαστήριο εδέχθη, δεν διευκρινίζεται αν στην δικαιοπραξία υπάρχει ή όχι κενό ή ασάφεια της παραπάνω φύσεως, αφού από την καταφατική ή αποφατική απάντηση στο ζήτημα αυτό, προσδιορίζεται η εφαρμογή ή όχι των ερμηνευτικών κανόνων (ΑΠ 846/2008, 329/2008).
ΙΙ. Στην ένδικη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε, επί λέξει, τα ακόλουθα: "Η ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "..." που εδρεύει στην .... κατάρτισε διά του νομίμου εκπροσώπου της Ι. Π. στη 1.7.1999 με την εταιρεία "... Α.Ε." που έχει έδρα στη … και εκπροσωπείται νόμιμα, την με ίδια ως άνω ημεροχρονολογία έγγραφη σύμβαση πρακτορεύσεως, η οποία διέπεται από τις διατάξεις του ν. 1569/85 σε συνδυασμό με εκείνες του π.δ. 298/86 και ν.δ. 400/70.
Στα πλαίσια αυτά η πρώτη ανέθεσε στη δεύτερη τη διαμεσολάβηση για τη σύναψη ασφαλιστικών συμβάσεων στους κλάδους Ζωής, Συνταξιοδοτήσεως και Ασθένειας, την υπογραφή των ασφαλιστηρίων συμβολαίων, την παράδοσή τους στους ασφαλισμένους και την είσπραξη των ασφαλίστρων για λογαριασμό τους, όπως αναλυτικά περιγράφονται στην άνω σύμβαση (που επισκοπείται από το Δικαστήριο, χωρίς να αμφισβητείται ως προς το περιεχόμενο των επί μέρους όρων της από τα διάδικα μέρη), έναντι προμήθειας και προσθέτων αμοιβών, όπως λεπτομερώς μνημονεύονται στο προσαρτώμενο στην άνω σύμβαση παράρτημα 1 αυτής και δεν αμφισβητούνται από τους διαδίκους, με την υποχρέωση εκ μέρους της δεύτερης να έχει ήδη σε λειτουργία ίδια επαγγελματική εγκατάσταση (άρθ. 8 της άνω συμβάσεως).
Στο παραπάνω μνημονευόμενο παράρτημα 1 αυτής, στο στοιχείο Β (γενικές ρυθμίσεις) αλλά και στον όρο 6 της συμβάσεως, προβλεπόταν ότι η πράκτορας (η ενάγουσα) είχε την αποκλειστική ευθύνη για τον επιμερισμό και την πληρωμή των συνεργατών του δικτύου της, καθώς και ότι τα έξοδα λειτουργίας των γραφείων της πράκτορος και των συνεργατών της αφορούν αποκλειστικά την τελευταία, χωρίς οποιαδήποτε συμμετοχή της εταιρείας (εναγομένης).
Στο ίδιο ως άνω παράρτημα 1 υπό στοιχείο Α προβλεπόταν ότι η πράκτορας (ενάγουσα) υποχρεούται να πραγματοποιεί κάθε χρόνο ετησιοποιημένη παραδοθείσα ασφαλιστική παραγωγή τουλάχιστον 60.000.000 δραχμών. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι οι διάδικοι συμφώνησαν και προσάρτησαν στην ανωτέρω σύμβαση ως παράρτημα 2 αυτής τα ακόλουθα: "Για την περαιτέρω ενίσχυση των προσπαθειών για την αύξηση των πωλήσεων, η εταιρεία (...
Α.Ε.) θα καταβάλλει μηνιαίως στον πράκτορα (... ΑΕ.) το ποσό του 1.500.000 δραχμών, αρχής γενομένης από 1.8.1999. Η καταβολή του ως άνω ποσού δεν αποτελεί πρόσθετη αμοιβή ή προμήθεια, αλλά αποσκοπεί αποκλειστικά στην υποβοήθηση του πράκτορα να οργανώσει το αναγκαίο δίκτυο για την ικανοποιητική προώθηση των πωλήσεων της εταιρείας".
Στις 4.12.2001 η εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία κατήγγειλε με εξώδικη δήλωσή της που επιδόθηκε στην ενάγουσα στις 5.12.2001 την παραπάνω μεταξύ τους καταρτισθείσα σύμβαση πρακτόρευσης (βλ. ...12β/2001 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή Θεσσαλονίκης Ε. Δ.), επικαλούμενη την παραβίαση ουσιωδών όρων της άνω συμβάσεως εκ μέρους της πράκτορος και δη (μεταξύ άλλων) τη μη πραγματοποίηση της συμφωνηθείσας κατά τα προεκτεθέντα ετησιοποιημένης παραγωγής 60.000.000 δραχμών και τη μη οργάνωση από αυτήν, ούτε καν υποτυπώδους δικτύου για την προώθηση των πωλήσεων της εταιρείας, όπως είχε υποσχεθεί.
Τρία έτη αργότερα, η εταιρεία "... Α.Ε.", η οποία στο μεταξύ (δυνάμει του από 8.10.2001 ιδιωτικού συμφωνητικού) είχε υποχρεωθεί να αναγνωρίσει ότι όφειλε σε άλλο κλάδο της ... (ΓΕΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΕΙΩΝ) από εισπραχθέντα και μη αποδοθέντα ασφάλιστρα το ποσό των 400.000.000 δραχμών, καθώς και ότι είχε την υποχρέωση τμηματικής αποδόσεώς τους, χωρίς κατά τον διαδραμόντα από την ως άνω καταγγελία χρόνο να προβεί σε οποιαδήποτε διαμαρτυρία προς την αντισυμβαλλόμενή της (...
ΖΩΗΣ) άσκησε την υπό κρίση αγωγή. Η τελευταία ενδιαφέρει το παρόν Δικαστήριο και ερευνάται στα πλαίσια του άρθρου 522 ΚΠολΔ, κατά το μέρος που η εκκαλουμένη τη δέχθηκε ως ουσιαστικά βάσιμη κατά την επικαλούμενη απαίτησή της των 127.659,57 ευρώ (που απορρέει από το ως άνω παράρτημα 2 της επίδικης σύμβασης) και προσβάλλεται με την κρινόμενη έφεση.
Η ενάγουσα λοιπόν ισχυρίσθηκε ότι η εναγομένη, κατά παράβαση των ως άνω συμφωνηθέντων στο παράρτημα 2 δεν εκπλήρωσε την υποχρέωσή της για καταβολή μηνιαίως του προμνημονευόμενου ποσού των 1.500.000 δραχμών (ήδη 4.402,05 ευρώ). Στη μη εκπλήρωση της άνω υποχρεώσεως της εναγόμενης μάλιστα αποδίδει την αδυναμία της να διατηρήσει το δίκτυο πωλήσεων που δημιούργησε για τις ανάγκες της τελευταίας και εντεύθεν να επιτύχει το συμφωνημένο στόχο των 60.000.000 δραχμών ετησίως (ομολογώντας εμμέσως πλην σαφώς τη βασιμότητα ενός των λόγων της επίμαχης καταγγελίας, στα πλαίσια του άρθρου 700 Α.Κ.), την οποία όμως χαρακτηρίζει ως αναίτια λόγω της επικαλούμενης προηγηθείσας συμπεριφοράς της εναγόμενης, χωρίς ωστόσο ευθέως να την πλήττει, ως αντικείμενη στο άρθρο 281 ΑΚ...Από την επισκόπηση του περιεχομένου του προπαρατεθέντος όρου της επίμαχης συμβάσεως (παράρτημα 2), από τον οποίο δεν προκύπτει ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας σχετικά με την έννοια της δηλώσεως βουλήσεως των μερών, ώστε να είναι αναγκαία η προσφυγή στις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 Α.Κ...., σαφώς συνάγεται (κατά την ακριβή έννοια των επιμέρους λέξεων βλ.
και Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας Γ. Μπαμπινιώτη αντίστοιχα λήμματα σελίδες 1387, 320, 257, 1868, 780, 1522) ότι οι διάδικοι συμφώνησαν πως για την περαιτέρω (από ένα σημείο και μετά, πιο πέρα) ενίσχυση των προσπαθειών για την αύξηση (ποσοτική άνοδο) των πωλήσεων, η εταιρεία (...) θα καταβάλει μηνιαίως στην πράκτορα (...
Α.Ε.) το ποσό των 1.500.000 δραχμών, ποσό που δεν αποτελεί πρόσθετη αμοιβή ή προμήθεια, αλλά αποσκοπεί (αποβλέπει στην επίτευξη συγκεκριμένου αποτελέσματος) αποκλειστικά στην υποβοήθηση (έμμεση βοήθεια ή δευτερευόντως ή επιπλέον συμβολή σε κάτι) του πράκτορα να οργανώσει το αναγκαίο δίκτυο για την ικανοποιητική (αυτή που χαρακτηρίζεται από επάρκεια, πληρότητα, αυτή από την οποία κάποιος είναι ευχαριστημένος) προώθηση (συμβολή στο να προχωρήσει κάτι προς τα εμπρός) των πωλήσεων της εταιρείας.
Είναι πρόδηλο λοιπόν, κατά το σαφές νόημα των προμνημονευόμενων λέξεων που απαρτίζουν το επίμαχο κείμενο συμφωνίας, ότι το συγκεκριμένο ποσό θα καταβαλλόταν όχι απλώς για να οργανώσει η πράκτορας το δίκτυο πωλήσεων στα πλαίσια της άνω συμβάσεως το οποίο άλλωστε όπως προελέχθη όφειλε ήδη να διαθέτει, αλλά να το οργανώσει με τέτοιο, πρόσφορο τρόπο, ώστε να προωθούνται (επ' ωφελεία της τελευταίας) και εντεύθεν να αυξάνονται οι πωλήσεις της εναγόμενης.
Αποδείχθηκε ωστόσο ότι η ενάγουσα κατά το πρώτο έτος της συμβάσεως πρακτορεύσεως (1999) έναντι του προμνημονευόμενου στόχου των 60.000.000 δραχμών (ήδη 176.082,17 €), είχε ασφαλιστική παραγωγή ύψους 8.473,07 €, κατά το δεύτερο έτος (2000) είχε αρνητική παραγωγή (ακυρώσεις συμβολαίων) ύψους 670,80 ευρώ και το 2001 μηδενική παραγωγή.
Η ανάπτυξη ασφαλιστικής παραγωγής κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και τους κανόνες της λογικής προϋπέθετε την ύπαρξη ενός δικτύου συνεργατών, που κατά τους όρους της επίδικης σύμβασης (6.8) και εκείνους του παραρτήματος 1 (Β.2.3) οι σχετικές δαπάνες βάρυναν την ίδια. Πλην όμως δεν αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα έστω και στοιχειωδώς προέβη κατά τον ως άνω διαδραμόντα χρόνο των 3 ετών στην οργάνωση δικτύου για την προώθηση των πωλήσεων ασφαλίσεων της ενάγουσας, γεγονός που επιβεβαιώνεται άλλωστε και από τα πενιχρά ως άνω αποτελέσματα παραγωγής.
Η παράλειψη αυτή προδήλως φανερώνει έλλειψη ενδιαφέροντος προς ενίσχυση των προσπαθειών για ικανοποιητική προώθηση και εντεύθεν αύξηση των πωλήσεων της εταιρείας, αφού αποδείχθηκε ότι δεν υπήρξε προσπάθεια ούτε για υποτυπώδη δραστηριότητα, παρά τα αντίθετα υποστηριζόμενα από την ενάγουσα. Αντίθετα αποδείχθηκε ότι οι ασφαλιστές που επικαλείται ότι προόριζε για τη δημιουργία του δικτύου της (Σ.
Ν., Σ. Κ., Γ. Ο., Β. Γ., Σ. Δ., Ν. Β.) ήσαν άτομα με τους οποίους ήδη συνεργαζόταν άμεσα η εναγομένη αλλά και οι εταιρείες (... ΑΕΑΖ, ...) με τις οποίες συγχωνεύθηκε το 1999, όπως άλλωστε παραδέχθηκε εμμέσως πλην σαφώς και ο μάρτυράς της Ν. Π. Άλλωστε, εάν είχε δραστηριοποιήσει τον αριθμό των συνεργατών που επικαλείται, τα αποτελέσματα της παραγωγής της θα ήσαν διαφορετικά (πάντως όχι σχεδόν μηδενικά).
Υπό τα ως άνω δεδομένα, δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις για τη γέννηση της σχετικής από το παράρτημα 2 της άνω συμβάσεως υποχρεώσεως της εναγόμενης να καταβάλει στην ενάγουσα το προμνημονευόμενο ποσό του 1.500.000 δραχμών (ήτοι η περαιτέρω ενίσχυση των προσπαθειών για την αύξηση των πωλήσεων, οργάνωση του αναγκαίου δικτύου για ικανοποιητική προώθηση των πωλήσεων, προϋποθέσεις άρρηκτα συνδεδεμένες με το επιχειρηματικό όφελος της ασφαλιστικής εταιρείας και σύμφυτες με την κατά προορισμό λειτουργία της, αλλά και το σκοπό συνάψεως των σχετικών συμβάσεων).
Ενόψει των παραπάνω η αγωγική απαίτηση για καταβολή του ως άνω ποσού κρίνεται απορριπτέα ως αβάσιμη κατ' ουσίαν. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο συνεπώς που τα αντίθετα έκρινε επιδικάζοντας για την παραπάνω αιτία στην ενάγουσα το ποσό των 127.659,57 ευρώ (29 μήνες Χ 1.500.000 δρχ. και ήδη 4.402,05 €) εσφαλμένα τις αποδείξεις εκτίμησε, όπως βάσιμα παραπονείται με τους αντίστοιχους λόγους της εφέσεώς της (1ο, 2ο, 3ο και 4ο) η εναγομένη, που πρέπει να γίνουν δεκτοί αλλά και η έφεση στο σύνολο της κατ' ουσίαν..".
Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, αφού εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου που είχε δεχτεί την αγωγή κατά το παραπάνω κονδύλιο, δικάζοντας κατ' ουσίαν, απέρριψε αυτήν, ως ουσιαστικά αβάσιμη.
ΙΙΙ. Με αυτά που δέχτηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, παρά τη ρητή διαβεβαίωση στην αναιρεσιβαλλομένη, περί ανυπαρξίας κενού ή αμφιβολίας σχετικά με την έννοια της δηλώσεως βουλήσεως των μερών, ώστε να είναι αναγκαία η προσφυγή στις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, ότι κατά το νόημα του επίμαχου συμβατικού όρου προϋπόθεση για την καταβολή του επίδικου ποσού ήταν να οργανώσει η πράκτορας το δίκτυο πωλήσεων κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να προωθούνται επ' ωφελεία της και εντεύθεν να αυξάνονται οι πωλήσεις της εναγομένης, προέβη σε ερμηνεία του εν λόγω συμβατικού όρου, αναζητώντας την αληθινή βούληση των συμβληθέντων, μέσω της αναζήτησης του νοήματος των λέξεων που συγκροτούν το συμβατικό κείμενο, δια της προσφυγής σε λεξικό της Νεοελληνικής γλώσσας και όχι στους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 ΑΚ.
Επομένως, ιδρύονται, εν προκειμένω, οι από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετικοί λόγοι, αφού το Εφετείο, ενώ αρχικά διέγνωσε ότι δεν υπάρχει κενό ή αμφιβολία, σχετικά με την έννοια της δηλώσεως βουλήσεως στον επίμαχο συμβατικό όρο, εντούτοις, στη συνέχεια, προσέφυγε σε ερμηνεία του όχι, όμως, με βάση τις προαναφερθείσες διατάξεις του ΑΚ (173, 200), διαλαμβάνοντας, ταυτόχρονα, αντιφατικές παραδοχές, ως προς την ύπαρξη κενού και την ανάγκη ερμηνείας της σύμβασης, όπως βασίμως μέμφεται την αναιρεσιβαλλομένη η αναιρεσείουσα, με τους πρώτο και δεύτερο λόγους της υπό κρίση αιτήσεως, οι οποίοι, συνακόλουθα, πρέπει να γίνουν δεκτοί.
IV. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, μετά την παραδοχή των παραπάνω αναιρετικών λόγων, των οποίων η αναιρετική εμβέλεια καταλαμβάνει, στο σύνολό της, την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, παρέλκει η έρευνα των λοιπών, τρίτου και τετάρτου αναιρετικών λόγων, που κατατείνουν στο ίδιο αποτέλεσμα, πρέπει να αναιρεθεί αυτή και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκασή της στο ίδιο Εφετείο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές, κατά την παράγραφο 3 του άρθρου 580 Κ.Πολ.Δ., όπως ισχύει. Πρέπει, ακόμη, να διαταχθεί η επιστροφή του κατατεθέντος παραβόλου στην αναιρεσείουσα (άρθρο 495 παρ. 4 Κ.Πολ.Δ.) και να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη, ως ηττώμενη (άρθρα 106, 176, 183 και 191 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.) στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της, μη καταθέσασας προτάσεις, αναιρεσείουσας, κατά παραδοχή του υποβληθέντος, με το αναιρετήριο, σχετικού αιτήματος αυτής, όπως ορίζεται, ειδικότερα, στο διατακτικό της παρούσας.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 2157/2013 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.
Διατάσσει την απόδοση του κατατεθέντος παραβόλου στην αναιρεσείουσα.
Επιβάλλει στην αναιρεσιβλήτη τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων (2.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 19 Νοεμβρίου 2018.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 23 Ιουλίου 2019.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ