Legislator Case Law & Legislation
898/2015 AI generated

Supreme Court dismisses appeal as inadmissible because the ground of reversal was not properly raised in the Court of Appeal.

Case Number 898/2015
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by heirs against a final judgment regarding property ownership and interruption of limitation periods. The appellants argued that the lower court erred in rejecting their claim regarding the interruption of limitation periods, but the court found this specific ground was not properly raised in the Court of Appeal. Consequently, the court ruled the appeal inadmissible because the legal basis for reversal must have been presented in the lower instance.

Legislator headnote

AI generated

Articles 1710, 1712, 1721, 1724, 1813, 1846, 369, 1192, 1193, 1195, 1198, 1199, 1033 of the Civil Code; Articles 1049, 261, 263 of the Civil Code; Article 338(1) of the Code of Civil Procedure; Article 562(2) of the Code of Civil Procedure; Article 559(6) of the Code of Civil Procedure: An appeal ground is inadmissible if the claim supporting it was not properly raised in the lower court proceedings.

Keywords

AI generated
inadmissible appeal interruption of limitation properly raised claim property ownership heirs and inheritance code of civil procedure reversal grounds

Cited Legislation

AI generated
Articles 1710(1), 1712, 1721, 1724, 1813, 1846, 369, 1192, 1193, 1195, 1198, 1199, 1033 of the Civil Code
Articles 1049, 261, 263 of the Civil Code
Article 338(1) of the Code of Civil Procedure
Article 562(2) of the Code of Civil Procedure
Article 559(6) of the Code of Civil Procedure
Article 495(4) of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 191(2) of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 898 / 2015 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 898/2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Μπιχάκη Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Ιωάννη Σίδερη), Ε. Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Μαρία Βαρελά και Ασπασία Μαγιάκου, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 20 Μαΐου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειουσών: 1)Ο. συζ. Θ. Κ., θυγ. Δ. Ζ., κατοίκου ..., με την ιδιότητά της ως μοναδικού εξ αδιαθέτου κληρονόμου της Ε. χήρας Δ. Ζ., και 2)Ο., χήρας Ι. Ρ., θυγ. Α. Μ., κατοίκου ..., οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Βασιλική Δουληγέρη, με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1)Π. - Δ. Φ., του Α., 2)Α. Φ. του Α., κατοίκων Αθηνών, 3)Χ. Χ. του Μ., 4)Ε. θυγ. Χ. Χ., συζ. Α. Δ., 5)Μ. θυγ. Χ. Χ., συζ. Γ. Π., και 6)Μ. (Α.) Χ. του Χ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αθανάσιο Σαφάρη, με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16-1-2006 αγωγή των 1ου και 2ου των αναιρεσιβλήτων και της αρχικής διαδίκου Α. θυγ. Δ. Φ., που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6705/2007, 2008/2009 μη οριστικές και 1727/2011 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4641/2013 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 8/5/2014 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ασπασία Μαγιάκου ανέγνωσε την από 27-1-2015 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 1710 παρ.1, 1712, 1721, 1724, 1813, 1846, 369, 1192, 1193, 1195, 1198, 1199 και 1033 ΑΚ, συνάγεται ότι η κυριότητα ακινήτου αποκτάται παραγώγως, με κληρονομική μεν διαδοχή, από το θάνατο του κληρονομούμενου, εφόσον ο κληρονόμος αποδεχθεί την κληρονομιά με δημόσιο έγγραφο και μεταγράψει την περί αποδοχής δήλωση του, με συμφωνία δε μεταξύ του κυρίου και εκείνου που την αποκτά, ότι μετατίθεται σε αυτόν η κυριότητα για κάποια νόμιμη αιτία, η οποία γίνεται με συμβολαιογραφικό έγγραφο που υποβάλλεται σε μεταγραφή.

Προϋπόθεση για τη μεταβίβαση της κυριότητας του ακινήτου με κληρονομική διαδοχή ή με σύμβαση είναι ο αποβιώσας ή εκείνος που συμφώνησε τη μεταβίβαση να ήταν κύριος του ακινήτου. Ο τρόπος κτήσης κυριότητας του άμεσου δικαιοπαρόχου του κληρονόμου ή εκείνου που αποκτά με σύμβαση στερείται εννόμων συνεπειών, εκτός αν ο εναγόμενος επί διεκδικητικής αγωγής, που στηρίζεται στον παράγωγο τρόπο κτήσης κυριότητας του διεκδικούμενου ακινήτου, με τις προτάσεις του της πρώτης συζήτησης αμφισβητήσει την κυριότητα του άμεσου δικαιοπαρόχου του ενάγοντος στο επίδικο, οπότε ο τελευταίος υποχρεούται με τις προτάσεις του της πρώτης συζήτησης να καθορίσει (και η σχετική απόφαση να διαλαμβάνει) τον τρόπο κτήσης κυριότητας του άμεσου δικαιοπαρόχου του και, αν υπάρχει ανάγκη, και των απώτερων δικαιοπαρόχων μέχρι πρωτότυπου τρόπου κτήσης κυριότητας.

Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 974, 1041, 1042, 1043, 1045, 1051 ΑΚ προκύπτει ότι για την κτήση της κυριότητας ακινήτου με τακτική μεν χρησικτησία απαιτείται άσκηση νομής με καλή πίστη και νόμιμο ή νομιζόμενο τίτλο για μια δεκαετία, ενώ με έκτακτη χρησικτησία απαιτείται άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία με τη δυνατότητα, και στις δύο περιπτώσεις, εκείνου που απέκτησε τη νομή με καθολική ή με ειδική διαδοχή να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο της νομής του δικαιοπαρόχου του.

Στην περίπτωση, όμως, που ο τελευταίος δεν ασκούσε τη νομή με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας ο νομέας κληρονόμος του μπορεί να αρχίσει δική του αυτοτελή χρησικτησία, οπότε δεν έχει εφαρμογή το άρθρο 1051 ΑΚ για την προσμέτρηση του χρόνου νομής του δικαιοπαρόχου του. Περαιτέρω, για την απόκτηση κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία, σύμφωνα με τους ν.8 παρ.1 (7.39), ν.9 παρ.1 Πανδ. (50.14), ν.2 παρ.20 Πανδ. (41.4), ν.6 Πανδ. (44.3), ν.76 παρ.1 Πανδ. (18.1), ν.7 παρ.3 Πανδ. (23.3), ν. 20 παρ.12 Πανδ. 5.8, ν.27 Πανδ. (18.1), ν.10, 17 και 48 Πανδ. (41.3), ν.3 Πανδ. (41.10) και ν.109 Πανδ. (950.16) του βυζαντινορρωμαϊκού δικαίου που εφαρμόζονται κατά τα άρθρα 51 και 64 του ΕισΝΑΚ, όταν η επικαλούμενη κτήση της κυριότητας του ακινήτου έλαβε χώρα πριν από την έναρξη ισχύος του ΑΚ (23/2/1946), απαιτείται άσκηση νομής επί 30ετία με καλή πίστη, δηλαδή, με την ειλικρινή πεποίθηση του νομέα, ότι με την κτήση της νομής του ακινήτου δεν προσβάλλεται κατ’ ουσίαν το δικαίωμα της κυριότητας τρίτου.

Άσκηση νομής, προκειμένου για ακίνητο, συνιστούν οι εμφανείς υλικές ενέργειες επάνω σ’ αυτό που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του, με τις οποίες εκδηλώνεται η βούληση του νομέα να το εξουσιάζει. Ως πράξεις νομής θεωρούνται, μεταξύ άλλων, η επίβλεψη, η επίσκεψη, η οριοθέτηση, ο καθορισμός, η φύλαξη του ακινήτου και, αν αφορά κληρονομιαίο ακίνητο, η αποδοχή της κληρονομίας.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και, ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Έλλειψη νόμιμης βάσης, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο σαφή, πλήρη και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόστηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.

Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται, όταν υπάρχουν ελλείψεις, αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται σαφώς, πλήρως και χωρίς αντιφάσεις.

Ως ζητήματα, τέλος, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή κατάργηση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης (ολ ΑΠ 24/1992).

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση του, δέχθηκε τα ακόλουθα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά: "Το επίδικο ακίνητο είναι ένα οικόπεδο επιφανείας 299.65 τμ, με παλιά ισόγεια οικία επιφανείας 78 τμ μέσα σ’ αυτό, βρίσκεται δε στη θέση "..." στο Κολωνάκι (Αθήνα) στην οδό ... αρ. ... Αυτό εμφαίνεται με τα στοιχεία ΑΒΓΔΑ στο από Μαΐου 1991 τοπογραφικό διάγραμμα του Πολιτικού Μηχανικού Μ.

Κ. συνορεύει, δε, βορειοδυτικά με πρόσοψη Γ-Δ μήκους 12,60 μ. με ανώνυμη οδό, που αποτελεί προέκταση της οδού ..., βορειοανατολικά σε πλευρά Β-Γ μήκους 26,20μ, με πολυκατοικία (διαφόρων ιδιοκτητών), νοτιοανατολικά με πρόσοψη Α-Β μήκους 10,45μ. με την οδό ... και νοτιοδυτικά με πρόσοψη Δ-Α μήκους 26 μ. με την οδό .... Ο πρώτος και ο δεύτερος ενάγων απέκτησαν από 1/4 εξ αδιαιρέτου στο ακίνητο αυτό από κληρονομιά του πατέρα τους Α.

Φ. του Δ., που πέθανε στις 25-10-1998, δυνάμει της από 7-2-1994 ιδιόγραφης διαθήκης του, που δημοσιεύθηκε με το 5210/1999 πρακτικό συνεδρίασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Το υπόλοιπο 1/2 (2/4) εξ αδιαιρέτου στο ακίνητο αυτό απέκτησε η τρίτη ενάγουσα από κληρονομιά του πατέρα της Δ. Φ., που πέθανε στις 5-5-1958, δυνάμει της από 27-10-1952 ιδιόγραφης διαθήκης του, που δημοσιεύτηκε με το 5070/24-7-1958 πρακτικό συνεδριάσεως του Πρωτοδικείου Αθηνών.

Συγκεκριμένα, με τη διαθήκη αυτή ο Δ. Φ. άφησε την επικαρπία του ως άνω ακινήτου στις σύζυγο του Ε., το γένος Ζ. Κ., την δε ψιλή κυριότητα στα τρία παιδιά του, δηλαδή την ήδη τρίτη ενάγουσα, τον πατέρα των δύο πρώτων εναγόντων Α. Φ. και τον Π. Φ. (ο οποίος δεν είχε κατιόντες) που αποποιήθηκε την κληρονομιά, συντάχθηκε, δε, σχετικά η 517/1958 έκθεση του Γραμματέα του Πρωτοδικείου Αθηνών.

Έτσι, η τρίτη ενάγουσα και ο πατέρας των δύο πρώτων εναγόντων Α. κληρονόμησαν από 1/2 της ψιλής κυριότητας του ακινήτου αυτού και εν συνεχεία απέκτησαν πλήρη κυριότητα, αφού η μητέρα τους Ε., (που είχε κληρονομήσει την επικαρπία) πέθανε στις 26-12-1976. Όλοι οι ανωτέρω αποδέχθηκαν τις κληρονομιές αυτές και μετέγραψαν νόμιμα τις πράξεις αποδοχής.

Ειδικότερα, η τρίτη αποδέχθηκε το κληρονομικό της μερίδιο με την ...2001 πράξη αποδοχής κληρονομιάς του Συμ/φου Αθηνών Παν. Περράκη. Μετά, δε, το θάνατο το Δ. Φ., η σύζυγος του Ε. και τα Παιδιά του Α. και Α. άρχισαν αμέσως να νέμονται το κληρονομηθέν, αλλά δεν συντάχθηκε πράξη αποδοχής. Γι’ αυτό οι δύο πρώτοι ενάγοντες μαζί με την κληρονομιά του πατέρα τους Α., αποδέχθηκαν την κληρονομιά του Δημητρίου και την κληρονομιά της Ε.

Φ. (το γένος Κ.) γιαγιάς τους, με την ...2000 πράξη αποδοχής κληρονομιάς του Συμ/φου Αθηνών Παναγιώτη Περράκη και εν συνεχεία προέβησαν στις πράξεις μεταγραφής. Η δε τρίτη ενάγουσα αποδέχθηκε την κληρονομιά, που περιήλθε σ’ αυτή από τη μητέρα της και τον πατέρα της, με την ...2001 πράξη του ιδίου ως άνω Συμ/φου, που μεταγράφηκε νόμιμα.

Ο Δ. Χ. Φ. είχε αγοράσει το ακίνητο αυτό μαζί με μεγαλύτερη έκταση, δυνάμει του υπ’ αριθμ. ...30-12-1926 πωλητηρίου συμβολαίου του Συμ/φου Αθηνών Γεωργίου Ζήση, που μεταγράφηκε νόμιμα, στις 20-1-1927 - τομ. ... αριθ. ... των βιβλίων μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Αθηνών, από τη σύζυγο του Ε. Φ. το γένος Ζ. Κ.. Συγκεκριμένα, η Ε.

Φ. μεταβίβασε με το συμβόλαιο αυτό στο σύζυγο της οικόπεδο επιφανείας 500 τμ, περίπου, ή όση έκταση είναι επιπλέον, που συνορεύει βορειοανατολικά με κτήματα κληρονόμων Σ. Π. και Ι. Σ., βορειοδυτικά με βράχο σχιστής πέτρας συμπεριλαμβανομένου του χώρου πέριξ του βράχου αυτού και της σχιστής πέτρας, ανατολικομεσημβρινά με την οδό ...

και δυτικομεσημβρινά την οικία .... Το συμβόλαιο αυτό δεν συνοδεύεται από τοπογραφικό διάγραμμα, το δε πωληθέν περιγράφεται σε αυτό ως "οικόπεδο", χωρίς πλευρικές διαστάσεις. Η πωλήτρια Ε. Φ. είχε αγοράσει αυτό από τον Γ. Κ., δυνάμει του υπ’ αριθμ. ...22-12-1926 συμβολαίου του Συμ/φου Αθηνών Γεωργίου Ζήση, που μεταγράφηκε νόμιμα, στις 22/12/1926 - τομ. 884 αρ. 382 των βιβλίων μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Αθηνών, ως οικόπεδο επιφανείς 500 τμ περίπου ή όσης εκτάσεως είναι επιπλέον, συνορευόμενο όπως παραπάνω, χωρίς να έχει συνταχθεί τοπογραφικό διάγραμμα.

Αναφέρεται, δε, στο ως άνω συμβόλαιο ότι το οικόπεδο αυτό περιήλθε στον πωλητή από δωρεά της μητέρας του Ε. Κ., υνάμει του υπ’ αριθμ. ...17-5-1900 συμβολαίου του Συμ/φου Αθηνών Ηρακλέους Καρκούλια, που μεταγράφηκε νόμιμα. Με το υπ’ αριθμ. ...6-8-1927 συμβόλαιο του Συμ/φου Αθηνών Κων/νου Μιχαλακάκου, που μεταγράφηκε νόμιμα, (στις 9-8-1927 στον τόμο ...

με αριθμό ... των βιβλίων μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Αθηνών), ο Δ. Φ. αγόρασε το ίδιο ως άνω ακίνητο μαζί με μεγαλύτερη έκταση, σε σχέση με εκείνη, που είχε προηγουμένως αγοράσει. Συγκεκριμένα, αγόρασε έκταση 1000 τμ από την Α. θυγατέρα του Δ. Μ. και της Μ. Δ. Π.. Αυτό περιγράφεται ως ένα αγρόκτημα βουνώδες εν μέρει, εκτάσεως περίπου ενός στρέμματος πλέον ή έλαττον, συνορευόμενο βόρεια με υψηλό βουνό ..., μεσημβρινά με οδό ...

και…, πρώην, δε, με κτήματα Σ. Τ., ανατολικά με Ι. Π. ήδη δε Σ. Π. και ίδια πωλήτρια και δυτικά με κτήματα τέως Κ. Τ., ήδη δε ... εν μέρει και με προέκταση της οδού ..., σε πλευρά 10 μ. Το συμβόλαιο αυτό δεν συνοδεύεται από τοπογραφικό διάγραμμα. Το ακίνητο αυτό περιγράφεται ως αγρόκτημα, αν και η μείζων περιοχή είχε ενταχθεί στο σχέδιο της πόλης των Αθηνών από το έτος 1891.

Με το συμβόλαιο αυτό, στο οποίο περιελήφθη το ήδη αγορασθέν από αυτόν ακίνητο των 500 τμ, ο Δ. Φ. σκοπούσε να κατοχυρώσει το δικαίωμα κυριότητας, που είχε αποκτήσει από κύριο, δυνάμει του προηγούμενου (...1926) συμβολαίου, εν όψει της ρευστότητας των ορίων των γειτονικών ιδιοκτησιών της περιοχής του επιδίκου.

Αμέσως μετά τη μεταγραφή του υπ’ αριθμ. ...1926 συμβολαίου (20-1-1927) ο Δ. Φ. εγκαταστάθηκε στο ακίνητο αυτό με διάνοια κυρίου, νόμιμο τίτλο και καλή πίστη, ενόψει του ότι απέκτησε το ακίνητο αυτό ‘ από κυρίους, όπως αναφέρθηκε. Οι αναφερθείσες, ως άνω, δικαιοπραξίες πωλήσεως είναι πραγματικές, με σκοπό την παραγωγή εννόμων αποτελεσμάτων, που στηρίζονται στην κυριότητα των προκατόχων τους.

Ο ως άνω νεμόταν το ακίνητο αυτό έχοντας την ακράδαντη πεποίθηση, που δεν οφείλετο σε βαρειά αμέλεια, ότι με την νομή δεν προσβάλει δικαιώματα κυριότητας τρίτων. Έκτοτε ενεργούσε εμφανείς σε τρίτους διακατοχικές πράξεις, χωρίς να αποβληθεί από κανέναν. Το οικόπεδο αυτό ήταν επικλινές, με βραχώδες το δυτικό του τμήμα και υψομετρική διαφορά από την οδό ....

Αυτός το περιέφραξε με ξερολιθιά, κατασκεύασε σκάλα από την οδό ... προς το επίδικο. Εν όψει ότι δεν υδρεύετο τότε η περιοχή από δίκτυο ύδρευσης, ανόρυξε φρέαρ το έτος 1927, αφού κατέθεσε την με αριθμό πρωτοκόλλου ...23-2-1927 αίτηση του προς τον Προϊστάμενο του Γραφείου Σχεδίων Δήμων Αττικοβοιωτίας και με το με αριθμό πρωτοκόλλου ...24-2-1927 έγγραφο του τελευταίου, επιτράπηκε η εκτέλεση των εργασιών για την ανόρυξη του φρέατος.

Αφού, δε, εκδόθηκε η με αριθμό ...16-5-1927 άδεια ανέγερσης αποθήκης του Υπουργείου Συγκοινωνίας, Γραφείου Σχεδίων Πόλεων Αττικοβοιωτίας, για την οποία είχε συνταχθεί ο από 24-2-1927 προϋπολογισμός δαπάνης ανέγερσης ποσού 31.520 δρχ, προέβη σε ανέγερση ισογείου κτίσματος, που αποτελείτο από τέσσερα κύρια δωμάτια.

Στο κτίσμα αυτό στεγάστηκε η οικογένεια του, η οποία αποτελείτο από τον ίδιο, τη σύζυγο του, τα τέσσερα παιδιά τους και την υπηρέτρια τους. Η διεύθυνση του σπιτιού αυτού ήταν ... ... Ανάμεσα στο σπίτι και στο δρόμο φύτευσε δένδρα και λουλούδια, καλλιεργούσε δε και λαχανικά, επίσης είχε κοτέτσι στο πίσω μέρος, καθώς και σκύλο.

Στις 22-4-13932 υπέγραψε συμβόλαιο οικιακής χρήσης με τη ΔΕΗ, για το ακίνητο αυτό, με αριθμό παροχής .... Στις 23-6-1955 καταρτίστηκε όμοιο συμβόλαιο μεταξύ της συζύγου του Ε.ς και της ΔΕΗ, για το ίδιο ακίνητο όπως αποδεικνύεται από την με αριθμό 503 11/2-2-2001 βεβαίωση της ΔΕΗ - πρακτορείου Αθήνας. Όπως δε διαπιστώθηκε από τη βεβαίωση αυτή, η εν λόγω σύμβαση εξακολουθούσε να ισχύει μέχρι την αναφερθείσα ημερομηνία εκδόσεως της ως άνω βεβαίωσης, στο όνομα της τελευταίας, ως άνω.

Περαιτέρω, ο Δ. Φ. κατέβαλε τους φόρους οικοδομής του ακινήτου αυτού, εκδόθηκαν, δε, σχετικά διπλότυπα είσπραξης. Συγκεκριμένα, τα από 18-2-1941 για το οικονομικό έτος 1935-1936, από 31-3-1947 και από 14-2-1947 για το οικονομικό έτος 1946-1947, από 11-6-1948 για το οικονομικό έτος 1947-1948. Ως ιδιοκτήτης του ακινήτου αυτού αντιμετωπιζόταν ο Δ.

Φ. από δημόσιες υπηρεσίες, οι οποίες απευθύνονταν εγγράφως προς αυτόν με την ιδιότητα του ως ιδιοκτήτη. Ενδεικτικά, με την υπ’ αριθμ. ...17-8-1940 ανακοίνωση του Ε’ Ταμείου Εισπράξεων Αθηνών κλήθηκε να καταβάλει φόρο. Στις 6-2-1928 έλαβε πρόσκληση από τον Έφορο της Ε’ Οικονομικής Εφορίας Αθηνών. Με την 17244/24-8-1936 πρόσκληση του Γραφείου Σχεδίων Πόλεων Αττικοβοιωτίας του Υπουργείου Συγκοινωνιών κλήθηκε να υποδείξει τα όρια της ιδιοκτησίας του.

Όλα τα έγγραφα αυτά φέρουν το όνομα του Δ. Φ. και τη διεύθυνση του επίδικου ακινήτου (... 33), ως κατοικία του. Ομοίως, αναφέρεται η ίδια διεύθυνση στο με αριθμό 703289/16-10-1942 έγγραφο του Υπουργείου Εθνικής Άμυνας, που του κοινοποιήθηκε. Ο ενάγων Δ. Φ. διεξήγαγε δικαστικούς αγώνες για να προστατεύσει το ακίνητο αυτό.

ισχυριζόμενος ότι έχει γίνει με νόμιμο τρόπο κύριος αυτού. Συγκεκριμένα, άσκησε αίτηση κατά του Δήμου Αθηναίων, επί της οποίας εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, η υπ’ αριθμ. 224/1927 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών, που δέχθηκε την αίτηση και κατ’ έφεση εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. 5344/1928 απόφαση του Πρωτοδικείου Αθηνών, που εξαφάνισε την προηγούμενη απόφαση και απέρριψε την αίτηση.

Ο Δήμος Αθηναίων άσκησε την από 1-7-1933 διεκδικητική αγωγή κατά του ως άνω για το ακίνητο αυτό. Ο δικαστικός αγώνας διεξήχθη αντιμωλία των διαδίκων, εκδόθηκαν οι υπ’ αριθμ. 12626/1937, 2906/1958 προδικαστικές αποφάσεις του Πρωτοδικείου Αθηνών και η υπ’ αριθμ. 1976/1961 οριστική απόφαση αυτού. Ακολούθως δε (αφού ασκήθηκε έφεση) η υπ’ αριθμ. 1383/1963 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Η αντιδικία με το Δήμο Αθηναίων δεν έχει λήξει ακόμα στο Εφετείο, όπου εκκρεμεί η διενέργεια πραγματογνωμοσύνης, που έχει διαταχθεί.

Οι εναγόμενες ισχυρίζονται ότι ο Α. Μ., τον οποίον κληρονόμησαν, είχε γίνει κύριος του επιδίκου ακινήτου δυνάμει την υπ’ αριθμ. ...1896 περίληψης κατακυρωτικής έκθεσης του Συμ/φου Αθηνών Ν. Λ., που μεταγράφηκε νόμιμα και ότι μολονότι ακυρώθηκε ο πλειστηριασμός αυτός, το νεμήθηκε με καλή πίστη μέχρι το θάνατό του, στις 14-6-1918.

Αποδείχθηκε, βέβαια, ότι ο Α. Μ. και ο Σ. Σ. απέκτησαν, δυνάμει της υπ’ αριθμ. ...5-10-1896 περίληψης κατακυρωτικής έκθεσης του Συμ/φου Αθηνών 1/2 εξ αδιαιρέτου σε δύο ακίνητα του οφειλέτη Δημητρίου Παπαγεωργίου στη θέση "..." επιφανείας 472,08 ττπ και 104,46 ττπ χωρίς να συνοδεύεται η εν λόγω κατακυρωτική έκθεση από σχεδιάγραμμα.

Από τα ακίνητα αυτά εκείνο των 472,08 ττπ ταυτίζεται με το επίδικο. Το επίδικο ακίνητο περιλαμβάνεται στους τίτλους κτήσεως κυριότητας, που επικαλούνται και τα δύο αντίδικα μέρη. Οι ως άνω υπερθεματιστές άσκησαν την από 6-6-1897 αγωγή τους ενώπιον του Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία ζήτησαν την ακύρωση του πλειστηριασμού.

Η αγωγή αυτή έγινε δεκτή με την ...9/1898 απόφαση του Πρωτοδικείου Αθηνών. Η απόφαση αυτή έγινε τελεσίδικη και αμετάκλητη, αφού ο οφειλέτης Δ. Π. παραιτήθηκε από όλα τα ένδικα μέσα κατ’ αυτής, οι δε ενάγοντες (υπερθεματιστές), αφού αποδέχθηκαν την ως άνω δήλωση παραιτήσεως εισέπραξαν το πλειστηρίασμα των 923,30 δρχ.

και υπέγραψαν την υπ’ αριθμ. ...16-3-1899 πράξη εξόφλησης του Συμ/φου Αθηνών Ν. Λ.. Με την άσκηση της αγωγής για ακύρωση του πλειστηριασμού, την έκδοση της απόφασης για ακύρωση αυτού και την είσπραξη του πλειστηριάσματος, που είχαν καταβάλει, αφού αυτοί εκδήλωσαν δια της δικαστικής οδού την επιθυμία του)-να αποξενωθούν από το ακίνητο αυτό και δικαιώθηκαν, εξέλιπε πλέον κάθε πεποίθηση (των υπερθεματιστών) ότι με την άσκηση νομής σ’ αυτό δεν προσβάλουν το δικαίωμα κυριότητας κανενός, ακόμα και αν δεν σημειώθηκε στο βιβλίο μεταγραφών η απόφαση ακύρωσης του πλειστηριασμού.

Πέραν τούτου, όμως, κανένας από τους υπερθεματιστές αυτούς δεν άσκησε πράξεις νομής στα ακίνητα, των οποίων ακυρώθηκε ο πλειστηριασμός. Οι εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι ο Α. Μ. νεμόταν αυτό, χωρίς να αποδεικνύουν συγκεκριμένες εμφανείς σε τρίτους διακατοχικές πράξεις, καθόσον ποτέ δεν έλαβαν χώρα τέτοιες.

Οι εξ αδιαθέτου όμως κληρονόμοι του ως άνω Α. Μ. (που πέθανε στις 14-6-1918), Ζ. το γένος Α. Μ. και Ε. χήρα Α. Μ. άσκησαν ενώπιον του Πρωτοδικείου Αθηνών την από 15-12-1931 με αριθμό κατάθεσης 1488/1935 κύρια παρέμβαση σε εκκρεμή δίκη με ενάγοντες τους Μ. Λ., Ε. Ι. και Σ. Μ. (κληρονόμους της Μ. Π.), οι οποίοι είχαν ασκήσει την από 15-11-1931 διεκδικητική αγωγή για το επίδικο (μεταξύ άλλων ακινήτων), κατά τον Δ.

Φ.. Στη συνέχεια, καταρτίστηκε ανάμεσα στον Δ. Φ. και τους ως άνω κληρονόμους του Α. Μ., εκπροσωπουμένων από τον πληρεξούσιο τους Ι. Σ. (δυνάμει του υπ’ αριθ. ...1935 πληρεξουσίου εγγράφου που είχε συντάξει ο Δ.Φ. ως Συμ/φος) η υπ’ αριθμ..../22-2-193 5 συμβολαιογραφική πράξη του Συμ/φου Αθηνών Κων/νου Μιχαλακάκου, που μεταγράφηκε νόμιμα, σύμφωνα με την οποία συμβιβάστηκαν τα συμβαλλόμενα μέρη, προς αποφυγή δικαστικών αγώνων, να μεταβιβαστούν τα διεκδικούμενα ακίνητα στον Δ.

Φ., αντί τιμήματος 14.000 δρχ. να γίνει παραίτηση από την κυρία παρέμβαση και να καταργηθεί η εκκρεμής δίκη, συμψηφιζομένων των δικαστικών εξόδων. Ο συμβιβασμός αυτός δεν αποτελεί αναγνώριση δικαιωμάτων στο επίδικο ακίνητο του Α. Μ. και των κληρονόμων του ούτε μεταβιβάστηκαν έτσι δικαιώματα κυριότητας στον Δ.

Φ. από τις ως άνω παρεμβαίνουσες, που ποτέ δεν είχαν αποκτήσει τέτοια δικαιώματα κυριότητας. Αλλά αυτός (συμβιβασμός) έγινε για να εξασφαλιστούν τα δικαιώματα που ο Δ. Φ. με τα μνημονευθέντα ως άνω συμβόλαια είχε αποκτήσει, ενόψει ότι οι ως άνω παρεμβαίνουσες προέβαλαν δικαιώματα κυριότητας και υπήρξε ρευστότητα των ορίων των ακινήτων της περιοχής εκείνης, όπως αναφέρθηκε, αφού οι τίτλοι κυριότητας δεν ήταν απόλυτα σαφείς, καθόσον δεν συνοδεύονταν από σχεδιαγράμματα.

Με την ως άνω .../1935 συμβολαιογραφική πράξη ο Δ. Φ.ς αναγνωρίστηκε από τις συμβαλλόμενες του κύριος των οικοπέδων, που είχε ήδη αγοράσει σε μεγαλύτερη έκταση, δυνάμει του αναφερθέντος υπ’ αριθμ. ...1927 συμβολαίου. Το ότι οι αναφερθέντες υπερθεματιστές δεν άσκησαν ποτέ νομή στο επίδικο και δεν απέκτησαν δικαιώματα κυριότητας σ’ αυτό ενισχύεται και από τη συμπεριφορά του ετέρου υπερθεματιστή Σ.

Σ., ο οποίος μέχρι το 1932, που πέθανε, δεν είχε προβάλει δικαιώματα κυριότητας στο επίδικο, μολονότι υπήρχε κτισμένο σπίτι μέσα σ’ αυτό, όπου κατοικούσε ο Δ. Φ., δεν άσκησε, δε, αγωγή ούτε αίτηση ασφαλιστικών μέτρων εναντίον του. Οι κληρονόμοι αυτού Ε. συζ. Ν. Λ., Σ. Σ., Σ. Μ. ή Γ., Δ. Μ. ή Γ., Ν. Μ. ή Γ., Ε. Μ. ή Γ., Π. Κ. Δ., άσκησαν κατά του Δ.

Φ. την από 10-7-1953 αρ. 110 / τομ ... αγωγή, ενώπιον του Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία ισχυρίστηκαν ότι ο απώτερος δικαιοπάροχος τους Σ. Σ. απέκτησε το 1/2 εξ αδιαιρέτου του ακινήτου αυτού, δυνάμει της υπ’ αριθμ. ...1896 περίληψης κατακυρωτικής έκθεσης του Συμ/φου Αθηνών Ν. Λάσκαρη και ότι αυτός το νεμόταν με διάνοια κυρίου, καλή πίστη και νόμιμο τίτλο από τον Οκτώβριο του 1896 μέχρι το θάνατο του.

Ο Δ. Φ. απέκρουσε και την αγωγή αυτή, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. 12687/1961 οριστική απόφαση, που δέχθηκε αυτήν κατ’ ουσίαν, μετά όμως από άσκηση έφεσης, εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. 1980/1962 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, που εξαφάνισε την ως άνω απόφαση και εν συνεχεία απέρριψε την αγωγή κατ’ ουσίαν.

Πρέπει να λεχθεί ότι η αναφερθείσα ως άνω υπ’ αριθμ. .../22-2-1935 συμβολαιογραφική πράξη - σύμβαση του Συμ/φου Αθηνών Κων/νου Μιχαλακάκου καταρτίστηκε εκπροσωπουμένων των Ε. χήρας Α. Μ. και Ζ. Ρ.-Μ. από τον συνταξιούχο στρατιωτικό Ι. Σ. Σ. δυνάμει του υπ’ αριθμ. ...15-2-1935 πληρεξουσίου εγγράφου του Συμ/φου Αθηνών Δ.

Φ., ο οποίος υπέγραψε αυτήν. Εν συνεχεία, η Ζ. συζ. Π.Ρ., το γένος Α. Μ. για τον εαυτό της και ως πληρεξούσια της μητέρας της Ε. χήρας Α. Μ. υπέγραψε, ενώπιον δύο μαρτύρων, το από 22-2-1935 ιδιωτικό έγγραφο - απόδειξη είσπραξης του ποσού του συμβιβασμού των 14.000 δραχμών. Οι εναγόμενες ισχυρίζονται ότι το υπ’ αριθμ. ...1935 ως άνω πληρεξούσιο είναι πλαστό, αφού ο Δ.

Φ. έθεσε σ’ αυτό, κατ’ απομίμηση, την υπογραφή της Ζ. Ρ.-Μ.. Ο ισχυρισμός αυτός δεν αποδείχθηκε ουσιαστικά βάσιμος από όλα τα νομίμως, προσκομιζόμενα και επικαλούμενα αποδεικτικά στοιχεία, συμπεριλαμβανομένων των εκτιμουμένων ελεύθερα εκθέσεων των γραφολόγων, συγκεκριμένα της από 5-1-1953 έκθεσης του γραφολόγου Α.

Π., που αποφαίνεται ότι οι υπογραφές της Ζ. Ρ. στο ...15-2-1935 πληρεξούσιο "φαίνονται ως πιθανώς μη γνήσιαι της Ζ. Ρ." και της από Φεβρουαρίου 2012 έκθεσης της γραφολόγου Μ.-Μ. Κ., η οποία γνωμοδότησε ότι η υπογραφή στο υπ’ αριθμ. ...1935 αναφερθέν πληρεξούσιο είναι μη γνήσια της Ζ. Ρ., όπως επίσης ότι δεν είναι γνήσια στο από 22-2-1935 έγγραφο.

Περαιτέρω, ο ισχυρισμός ότι η Ζ. Ρ. ήταν ψυχικά ασθενής το χρονικό διάστημα 1927 έως 1937 κρίνεται, επίσης, ουσιαστικά αβάσιμος από όλα τα προσκομιζόμενα και επικαλούμενα αποδεικτικά στοιχεία. Πρέπει να σημειωθεί όμως ότι ακόμα και αν ήταν πλαστό το ως άνω πληρεξούσιο, που με βάση αυτό υπεγράφη η .../1935 συμβολαιογραφική πράξη-σύμβαση του Συμ/φου Αθηνών Κων/νου Μιχαλακάκου, το τελευταίο ως άνω έγγραφο δεν είναι κρίσιμο για τη θεμελίωση του παράγωγου τρόπου κτήσεως κυριότητας του Δ.

Φ., ούτε του πρωτοτύπου τρόπου στηριζόμενου στην τακτική χρησικτησία, αλλά κρίσιμα είναι τα επικαλούμενα από αυτόν με την αγωγή του υπ’ αριθμ. ...30-12-1926 και ...6-8-1927 ως άνω συμβόλαια. Επίσης, τυχόν πλαστότητα του εγγράφου αυτού δεν είναι κρίσιμη για τη διακοπή της χρησικτησίας από την άσκηση της εν λόγω κυρίας παρέμβασης της Ζ.

Ρ.-Μ., διότι επήλθε κατάργηση της δίκης, που ανοίχθηκε με τον τρόπο αυτό, περαιτέρω, όμως, καμία διαδικαστική πράξη δεν έλαβε χώρα μετά την άσκηση της, οπότε (και για την περίπτωση, που δεν είχε καταργηθεί η δίκη), η αξίωση για κυριότητα που είχε ασκηθεί, παραγράφηκε εν επιδικία, καθόσον συμπληρώθηκε από την τελευταία διαδικαστική πράξη (1935) δεκαετία με τα προσόντα της τακτικής χρησικτησίας εκ μέρους του Δ.

Φ., χωρίς να ενοχληθεί από κανέναν και χωρίς να ασκηθεί εναντίον του αγωγή αυτό το διάστημα. Κατά συνέπειαν, το αίτημα των εναγομένων, που περιέχεται στους πρόσθετους λόγους έφεσης, για την αναστολή της παρούσας δίκης, κατ’ άρθρο 250 ΚΠολΔ, μέχρι το πέρας της ποινικής δίκης, που ανοίχθηκε με την κατάθεση της από 12-9-2012 (ΑΒΜ-Β 2012/3713) μήνυσης των εναγομένων κατά των εναγόντων, για χρήση πλαστών εγγράφων και απάτη επί Δικαστηρίου, επειδή αυτοί εν γνώσει της πλαστότητας προσκόμισαν το ως άνω πληρεξούσιο και την αναφερθείσα απόδειξη είσπραξης χρηματικού ποσού, πρέπει ν’ απορριφθεί ως αβάσιμο.

Η Ζ. θυγ. Α. Μ. συζ. Ρ. άσκησε ενώπιον του Πρωτοδικείου Αθηνών την από 2-2-1952 (αρ. κατ. 1219/1952) αναγνωριστική της κυριότητας αγωγή κατά του Δ. Φ.. Επί της αγωγής αυτής που δικάστηκε αντιμωλία των διαδίκων, εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. 992/1953 απόφαση του Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή για έλλειψη εννόμου συμφέροντος.

Στα πλαίσια της αντιδικίας αυτής διατάχθηκε γραφολογική πραγματογνωμοσύνη για τη γνησιότητα της υπογραφής της Ζ. Ρ. στο υπ’ αριθμ. ...1935 πληρεξούσιο του Συμ/φου Αθηνών Δ. Φ., διορίστηκε δε πραγματογνώμονας ο γραφολόγος Α. Π. (όπως ήδη αναφέρθηκε). Ακολούθως άσκησε την από 20-4-1953 (αρ. κατ. δικ. 3701/1953) αγωγή, με αίτημα να εξαφανιστεί ως πλαστό το ...1935 πληρεξούσιο του Συμ/φου Αθηνών Δ.

Φ., να ακυρωθεί το .../1936 πωλητήριο του Συμ/φου Αθηνών Κων/νου Μιχαλακάκου και να διαταχθεί η επιστροφή του ακινήτου. Η αγωγή αυτή απορρίφθηκε με την υπ’ αριθμ. 6130/2002 οριστική απόφαση του Εφετείου Αθηνών, ως μη νόμιμη ως προς τον παράγωγο τρόπο κτήσεως της κυριότητας της ενάγουσας, καθώς και ως προς τη βάση της από την τακτική χρησικτησία, ως αόριστη δε, έως προς τη βάση της από την έκτακτη χρησικτησία.

Εν συνεχεία, οι κληρονόμοι της ως άνω Ζ. Μ. άσκησαν ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά των ήδη εναγόντων, την από 10-12-2002 με αριθμό κατάθεσης 168610/10572/16-12-2002 αγωγή (με αίτημα να ακυρωθεί το ...1935 πληρεξούσιο ως πλαστό και προϊόν απάτης καθώς και η .../1935 συμβολαιογραφική πράξη για τους ίδιους λόγους, να αναγνωριστεί, δε, η κυριότητα του επιδίκου), την από_12-10-2004 (140182/8442/2004 αγωγή, την από 4-10-(151781/8925/2005) αγωγή από τα δικόγραφα των οποίων παραιτήθηκαν, καθώς και την από 27-9-2010 αγωγή, που προσδιορίστηκε για τις 11-10-2011, όλες με το ίδιο περιεχόμενο.

Σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν, ο Α. Μ. δεν άσκησε ποτέ πράξεις νομής στο επίδικο, επομένως δεν έγινε ποτέ κύριος, αυτού, κατά συνέπειαν δεν μεταβίβασε κυριότητα στους κληρονόμους του. Ο Δ. Φ. από τις 20-1-1927, ημερομηνία μεταγραφής του συμβολαίου του, ασκούσε συνεχώς και αδιαλείπτως εμφανείς διακατοχικές πράξεις στο ακίνητο, που αγόρασε, με διάνοια κυρίου, νόμιμο τίτλο και καλή πίστη, δηλαδή ειλικρινή άδολη, χωρίς βαρειά αμέλεια, πεποίθηση ότι δεν προσβάλει τα δικαιώματα κανενός.

Η δίκη, που ανοίχθηκε από τους κληρονόμους του Α. Μ. κατ’ αυτού με την άσκηση της από 15-12-1931 (αρ. κατ. 1488/1935) κύριας παρέμβασης των πρώτων, καταργήθηκε, αφού αυτοί συμβιβάστηκαν με την αναφερθείσα .../1935 συμβολαιογραφική πράξη. Μετά ταύτα, η διακοπή της χρησικτησίας του Δ. Φ., που είχε επέλθει με την άσκηση της κυρίας παρέμβασης θεωρείται ότι δεν έγινε (αρθρ. 261, 263 ΑΚ, Παπαδόπουλος Κ., Αγωγές Εμπράγματου Δικ, έκδ.1985, σελ. 88) και η χρησικτησία συνεχιζόταν, συμπληρώθηκε, δε, η τακτική χρησικτησία στις 20-1-1937.

Και μετά την ημερομηνία αυτή ο Δ. Φ.ς συνέχισε τις εμφανείς διακατοχικές πράξεις στο επίδικο (να διαμένει σ’ αυτό με την οικογένεια του, να φροντίζει τα δένδρα του κήπου, και τα λουλούδια), με διάνοια κυρίου και καλή πίστη, συμπληρώθηκε, δε, ο χρόνος έκτακτης χρησικτησίας κατά το προϊσχύσαν δίκαιο στις 20-1-1957 (τριακονταετία).

Στις 5-5-1958, που πέθανε, είχε γίνει κύριος αυτού, παραγώγως αλλά και πρωτοτύπως, με τακτική και έκτακτη χρησικτησία. Οι κληρονόμοι του εξακολούθησαν να χρησιμοποιούν το σπίτι ως κατοικία και να φροντίζουν τον κήπο. Οι πραγματογνώμονες Α. Γ., Α. Κ. και Π. Σ., που είχαν διοριστεί με την υπ’ αριθμ. 6864/1954 προδικαστική απόφαση, πραγματοποίησαν αυτοψία στο ακίνητο αυτό, στις 18-10-1999 και βρήκαν εκεί να κατοικούν οι κληρονόμοι αυτού Π.-Δ.

Φ. και Α. Φ.. Περαιτέρω, έχει συμπληρωθεί χρόνος έκτακτης χρησικτησίας σύμφωνα με τις προϋποθέσεις του αστικού κώδικα (διάνοια κυρίου, εικοσαετής νομή μετά τις 23-2-1946)".

Με βάση τις πραγματικές αυτές παραδοχές το Εφετείο έκρινε ότι οι αναιρεσίβλητοι έγιναν συγκύριοι του επίδικου ακινήτου τόσο με παράγωγο όσο και με πρωτότυπο τρόπο (έκτακτη χρησικτησία) και ότι οι αναιρεσείουσες δεν κατέστησαν συγκύριες του πιο πάνω ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, κατόπιν δε τούτου, αφού απέρριψε τις ενστάσεις των αναιρεσειουσών περί ιδίας κυριότητας και περί διακοπής της χρησικτησίας των αναιρεσιβλήτων, δέχθηκε την ένδικη αναγνωριστική κυριότητας αγωγή των τελευταίων, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση που είχε εκφέρει όμοια κρίση.

Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο δεν στέρησε την απόφαση του νόμιμης βάσης, αφού διέλαβε σε αυτή πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο ως προς τα ουσιώδη ζητήματα ότι οι δύο πρώτοι αναιρεσίβλητοι και η Α. Φ. (αρχικώς ενάγουσα) κατέστησαν συγκύριοι του επίδικου ακινήτου, κατά τα αναφερόμενα ποσοστά, μετά από διαδοχικές κληρονομικές διαδοχές των αποβιωσάντων κατά τα έτη 1998, 1958 και 1976, αντίστοιχα, Α.

Φ. (πατέρα των δύο πρώτων), Δ. Φ. (παππού των δύο πρώτων και πατέρα της Α.ς και του Α. Φ.) και της Ε. Φ. (συζύγου του Δ. Φ., μητέρας του Α. και της Α.ς και γιαγιάς των δύο πρώτων αναιρεσιβλήτων), τις κληρονομιές των οποίων αποδέχθηκαν νόμιμα και μετέγραψαν τις οικείες συμβολαιογραφικές πράξεις. Ότι το πιο πάνω ακίνητο μαζί με μεγαλύτερη έκταση είχε περιέλθει στην κυριότητα του κοινού δικαιοπαρόχου τους Δ.

Φ. με αγορά κατά το έτος 1926 από τη σύζυγο του Ε. Φ. με το ...1926 νόμιμα μεταγεγραμμένο συμβόλαιο. Ότι η τελευταία είχε γίνει κυρία του ακινήτου αυτού με αγορά κατά το ίδιο έτος από τον Γ. Κ. με το ...1926 νόμιμα μεταγεγραμμένο συμβόλαιο, στο οποίο αναφέρεται ότι το επίδικο είχε περιέλθει στην κυριότητα του πωλητή με δωρεά από τη μητέρα του Ε.

Κ. κατά το έτος 1900 με το ...1900 νόμιμα μεταγεγραμμένο συμβόλαιο. Ότι ο Δ. Φ.ς, με σκοπό να κατοχυρώσει το δικαίωμα κυριότητας του στο επίδικο ακίνητο, ενόψει της ρευστότητας των ορίων των γειτονικών ακινήτων αγόρασε κατά το έτος 1927 από την Α. Ψ. (θυγ. Δ. Μ. και Μ. Π.) το ίδιο πιο πάνω ακίνητο μαζί με μεγαλύτερη έκταση, δυνάμει του ...1927 νόμιμα μεταγεγραμμένου συμβολαίου.

Ότι όλες οι πιο πάνω δικαιοπραξίες πώλησης είναι πραγματικές και έγιναν με σκοπό την παραγωγή εννόμων αποτελεσμάτων που στηρίζονται στην κυριότητα των προκατόχων τους. Ότι αμέσως μετά τη μεταγραφή του ...1926 συμβολαίου κατά την 20/1/1927, ο Δ. Φ. εγκαταστάθηκε στο επίδικο με διάνοια κυρίου, νόμιμο τίτλο και καλή πίστη, νεμόμενος αυτό συνεχώς, με την ακράδαντη και άδολη πεποίθηση ότι δεν προσβάλλει δικαιώματα κυριότητας τρίτων, ασκώντας τις ειδικότερα αναφερόμενες στην απόφαση πράξεις νομής (περίφραξη, υδροδότηση, ανέγερση ισογείου κτίσματος, καλλιέργεια λαχανικών, καταβολή φόρων οικοδομής, διεξαγωγή δικαστικών αγώνων για την προστασία του ακινήτου κ.α.) για χρονικό διάστημα τριάντα ετών (όπως απαιτείτο κατά το προϊσχύσαν δίκαιο) και ότι συνεπώς κατά το χρόνο του θανάτου του (5/5/1958) είχε ήδη γίνει κύριος του επίδικου ακινήτου τόσο με παράγωγο όσο και με πρωτότυπο τρόπο (τακτική και έκτακτη χρησικτησία).

Ότι, αντίθετα, ο απώτατος δικαιοπάροχος των αναιρεσειουσών Α. Μ., δεν είχε γίνει κύριος του πιο πάνω ακινήτου, δυνάμει της ...1896 περίληψης κατακυρωτικής έκθεσης του συμβολαιογράφου Αθηνών Ν. Λ., ούτε άσκησε ποτέ εμφανείς πράξεις νομής στο ακίνητο αυτό μετά την ακύρωση του διενεργηθέντος πλειστηριασμού, με την .../1898 τελεσίδικη απόφαση του Πρωτοδικείου Αθηνών, με αποτέλεσμα οι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι αυτού Ζ.

και Ε. Μ. μετά το θάνατο του το έτος 1918 να μην αποκτήσουν την κυριότητα του επιδίκου. Ότι οι τελευταίες με την .../1935 συμβολαιογραφική πράξη του συμβολαιογράφου Αθηνών Κων. Μιχαλακάκου συμβιβάστηκαν με το Δ. Φ. και παραιτήθηκαν από την κύρια παρέμβαση που είχαν ασκήσει στη μεταξύ αυτού και τρίτων εκκρεμή δίκη (διεκδικητική αγωγή) ως προς άλλα ακίνητα, μεταξύ των οποίων ήταν και το επίδικο.

Ότι δεν είναι πλαστό το ...1935 πληρεξούσιο, με βάση το οποίο ο Ι. Σ. υπέγραψε για λογαριασμό των πιο πάνω κληρονόμων του Α. Μ. την προαναφερθείσα συμβολαιογραφική πράξη. Ότι η διακοπή της χρησικτησίας του Δ. Φ. που επήλθε με την άσκηση της πιο πάνω κύριας παρέμβασης θεωρείται ότι δεν έλαβε χώρα μετά το συμβιβασμό που έγινε με την .../1935 συμβολαιογραφική πράξη και ότι έτσι συμπληρώθηκε ο χρόνος της τακτικής χρησικτησίας του τελευταίου στις 20/1/1937.

Ότι ο Δ. Φ. και μετά την ημερομηνία αυτή μέχρι το θάνατο του (στις 5/5/1958) εξακολούθησε να ασκεί τις αναφερόμενες στην απόφαση πράξεις νομής με διάνοια κυρίου και καλή πίστη. Ότι και οι κληρονόμοι του τελευταίου εξακολούθησαν μετά το θάνατο του να κατοικούν στην εντός του επίδικου ακινήτου οικία και να φροντίζουν τον κήπο, για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της εικοσαετίας, και ότι έτσι απόκτησαν την κυριότητα αυτού και με έκτακτη χρησικτησία.

Δεν ήταν δε αναγκαία η περαιτέρω παράθεση και άλλων ειδικότερων περιστατικών, από τα οποία να προκύπτει η καλή πίστη του απώτερου δικαιοπαρόχου των αναιρεσιβλήτων Δ. Φ. για την κτήση κυριότητας του στο επίδικο ακίνητο με έκτακτη χρησικτησία υπό την ισχύ του ΒΡΔ. Επομένως, οι πρώτος, κατά το δεύτερο μέρος, τρίτος, κατά το δεύτερο μέρος, και τέταρτος, κατά το δεύτερο μέρος, λόγοι αναίρεσης, από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, με τους οποίους οι αναιρεσείουσες υποστηρίζουν τα αντίθετα είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.

Κατά το μέρος δε που οι ίδιοι λόγοι βάλλουν κατά της εκτίμησης των αποδείξεων και της αιτιολόγησης του εξαγομένου από αυτές πορίσματος του δικαστηρίου της ουσίας είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ). Εξάλλου, η με τον πρώτο, κατά το δεύτερο μέρος, λόγο αναίρεσης περαιτέρω αιτίαση των αναιρεσειουσών ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έχει επαρκείς αιτιολογίες ως προς τον παράγωγο τρόπο κτήσης κυριότητας των αναιρεσιβλήτων, διότι η κληρονομική διαδοχή, με βάση την οποία το επίδικο ακίνητο περιήλθε στην κυριότητα της απώτατης δικαιοπαρόχου του Δ.

Φ. Ε. Κ. και της άμεσης δικαιοπαρόχου του ιδίου Α. θυγ. Δ. Μ. και Μ. Π. δεν αποτελεί κατά το ΒΡΔ παράγωγο τρόπο κτήσης κυριότητας, είναι απορριπτέα διότι στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, αφού όπως προκύπτει από το προαναπτυχθέν περιεχόμενο της απόφασης δεν υπάρχει παραδοχή περί κτήσης κυριότητας των πιο πάνω δικαιοπαρόχων του Δ.

Φ. στο επίδικο με κληρονομική διαδοχή κατά το ΒΡΔ.

Ο εναγόμενος διεκδικητικής ή αναγνωριστικής κυριότητας αγωγής που στηρίζεται στον παράγωγο τρόπο κτήσης κυριότητας του ενάγοντος στο επίδικο ακίνητο μπορεί να αρνηθεί την ιστορική βάση αυτής, ισχυριζόμενος ότι ο ενάγων δεν έγινε κύριος διότι απέκτησε το ακίνητο από μη κύριο ή στην περίπτωση που η αγωγή στηρίζεται στην κτήση κυριότητας με (τακτική ή έκτακτη) χρησικτησία, κατά το ΒΡΔ μπορεί να αρνηθεί, μεταξύ άλλων, την ύπαρξη καλής πίστης του ενάγοντος κατά την κτήση της νομής του ακινήτου. Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αρ.8 περ.β’ ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Πράγματα δε, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, είναι οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση της αγωγής και επομένως θεμελιώνουν το αίτημα της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης, και όχι οι αρνητικοί απλώς ισχυρισμοί ή εκείνοι που αποτελούν επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή την εκτίμηση των αποδείξεων. Δεν ιδρύεται, όμως, ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιαδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό.

Συνεπώς, αν με την προσβαλλόμενη με αναίρεση απόφαση προκύπτει ότι ο ισχυρισμός εξετάσθηκε και απορρίφθηκε ως απαράδεκτος ή αβάσιμος από το δικαστήριο της ουσίας, παρά τα όσα αντίθετα υποστηρίζονται στο αναιρετήριο, ο σχετικός από τη διάταξη αυτή λόγος απορρίπτεται ως αβάσιμος. Στην προκείμενη περίπτωση, με τους πρώτο, κατά το πρώτο μέρος, τρίτο, κατά το πρώτο μέρος, και τέταρτο, κατά το τρίτο μέρος, λόγους αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ.8 περ.

β’ ΚΠολΔ αποδίδονται στο Εφετείο οι αιτιάσεις ότι δεν έλαβε υπόψη του τους προβληθέντες με τους λόγους έφεσης ισχυρισμούς των αναιρεσειουσών: α) ότι οι δύο πρώτοι των αναιρεσιβλήτων και η Α. Φ. δεν απέκτησαν την κυριότητα του επιδίκου ακινήτου, με παράγωγο τρόπο (κληρονομική διαδοχή) λόγω έλλειψης κυριότητας τόσο του άμεσου δικαιοπαρόχου τους Δ.

Φ. όσο και των δικαιοπαρόχων αυτού, που είχαν ως συνέπεια την ακυρότητα όλων των συμβολαιογραφικών μεταβιβαστικών τίτλων, β) ότι είναι εικονικά και εντεύθεν άκυρα το ...1927 συμβόλαιο αγοραπωλησίας και το ...1900 συμβόλαιο δωρεάς, με τα οποία οι εκεί συμβαλλόμενοι δεν αποσκοπούσαν, όπως υποστηρίζουν οι αναιρεσείουσες, στην παραγωγή των αντίστοιχων με αυτά εννόμων αποτελεσμάτων, αλλά στη δημιουργία τίτλων κυριότητας για την καταπάτηση του επίδικου ακινήτου και γ) ότι ο Δ.

Φ. δεν τελούσε σε καλή πίστη κατά την κτήση της νομής του επίδικου ακινήτου την 20/1/1927, διότι γνώριζε την έλλειψη κυριότητας του δικαιοπαρόχου του Γ. Κ., και ότι συνεπώς δεν ήταν δυνατή η κτήση κυριότητας αυτού (Δ. Φ.) με τα προσόντα της τακτικής και της έκτακτης χρησικτησίας. Όλοι οι πιο πάνω λόγοι αναίρεσης πρέπει να απορριφθούν, και, ειδικότερα, ο πρώτος, κατά το πρώτο μέρος, και ο τέταρτος, κατά το τρίτο μέρος, αναφορικά με τις υπό στοιχεία α’ και γ’ αιτιάσεις ως απαράδεκτοι, διότι οι ισχυρισμοί που τους στηρίζουν δεν αποτελούν "πράγμα" κατά την έννοια του αρ.8 περ.

β’ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αλλά άρνηση της ένδικης αναγνωριστικής αγωγής κυριότητας, ενώ ο τρίτος, κατά το πρώτο μέρος, αναφορικά με την υπό στοιχείο β’ αιτίαση ως αβάσιμος, διότι όπως προκύπτει από το προαναπτυχθέν περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης ο ισχυρισμός των αναιρεσειουσών περί εικονικότητας των επίμαχων συμβολαίων λήφθηκε υπόψη και απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμος.

Ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 11 περ.γ’ ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας παρέλειψε να λάβει υπόψη του κατά τη διαμόρφωση της αποδεικτικής του κρίσης αποδεικτικά μέσα που παραδεκτώς και νομίμως επικαλέσθηκαν οι διάδικοι και χρήσιμα προς άμεση ή έμμεση απόδειξη πραγματικών γεγονότων με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, δηλ. 6το διατακτικό της απόφασης (ολ ΑΠ 2/2008).

Τέτοιοι δε ισχυρισμοί είναι αυτοί που θεμελιώνουν την αγωγή ή τις ενστάσεις ή χρησιμεύουν προς απόκρουση της αγωγής ή των ο ενστάσεων (ΑΠ 179/2003). Καμία, ωστόσο, διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλά αρκεί η γενική μνεία των κατ’ είδος αποδεικτικών μέσων που λήφθηκαν υπόψη.

Μόνο αν από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης, δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, στοιχειοθετείται ο αναιρετικός αυτός λόγος, ενώ αυτός απορρίπτεται κατ’ ουσία, αν ο Άρειος Πάγος από την επισκόπηση των προτάσεων του Εφετείου διαπιστώσει ότι δεν έγινε επίκληση του αποδεικτικού μέσου που ο αναιρεσείων προτείνει ως παραβίαση.

Στην προκείμενη περίπτωση, οι αναιρεσείουσες με τους πρώτο, κατά το τρίτο μέρος, τρίτο, κατά το τρίτο μέρος, και τέταρτο, κατά το πρώτο μέρος λόγους αναίρεσης του άρθρου 559 αρ. 11 περ. γ’ ΚΠολΔ προσάπτουν στο Εφετείο την αιτίαση ότι δεν έλαβε υπόψη τα αποδεικτικά μέσα που αυτές προσκόμισαν και επικαλέσθηκαν με τις προτάσεις τους κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, και ειδικότερα: 1) την υπ’ αριθ. ...2000 έκθεση πραγματογνωμοσύνης των Α.

Γ., Α. Κ. και Π. Σ., 2) το ...1900 συμβόλαιο δωρεάς του συμβολαιογράφου Αθηνών Ηρακλή Καρκούλια, 3) το .../1925 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Κων. Ιωάννου, 4) το ...1925 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Κων. Αποστολόπουλου, 5) το ...1887 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Παναγ. Πέρδικα, 6) το ...1927 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Κων.

Ιωάννομ 7) το από 27/3/1... διάγραμμα του μηχανικού Ζίζηλα, προσαρτημένο στο .../1895 διενεμητήριο συμβόλαιο, 8) το ...1892 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Νικ. Κανελλίδου, 9) το .../1895 διανεμητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Γρηγορίου Φορτούνα, 10) το από 23/12/1826 ιδιωτικό πωλητήριο έγγραφο του Α. Σ. Α., 11) το ...1892 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Νικ.

Κανελλίδου, 11α) την ...1927 συμβολαιογραφική πράξη του συμβολαιογράφου Αθηνών Γεωργίου Ζήση, 12) το ...1892 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Νικ. Κανελλίδου, 13) το ...1854 διανεμητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Δ. Σούντζου, 14) το ...1880 πιστοποιητικό του οικονομικού εφόρου Αττικής, τα σχεδιαγράμματα που συνοδεύουν το ...1837 συμβόλαιο και το από Σεπτεμβρίου 2000 σχέδιο 1 που συνοδεύει την ...2000 έκθεση πραγματογνωμοσύνης, 15) το ...1922 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Βασ.

Λαχανά, 16) το ...1896 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Ιωάννη Γαϊτάνου, 17) το ...1894 συμβόλαιο, 18) το... συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Θεμ. Ρωσόπουλου, από τα οποία θα αναδεικνυόταν ο ισχυρισμός τους περί ακυρότητας του ...1927 αγοραπωλητηρίου συμβολαίου, διότι η αναφερόμενη σε αυτό ως δικαιοπάροχος του Δ.

Φ. Μ. Ψ.-Π. δεν ήταν κυρία του μεταβιβασθέντος σε αυτόν επίδικου οικοπέδου, 19) το ...1923 πωλητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Δ. Δημητρίου, 20) το ...1923 συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο του ίδιου πιο πάνω συμβολαιογράφου, 21) το ...1923 συμβόλαιο και 22) την ...1927 συμβολαιογραφική πράξη του συμβολαιογράφου Αθηνών Γεωργίου Ζήση, από τα οποία θα αποδεικνυόταν ο ισχυρισμός τους ότι "τίποτε δεν θα εμπόδιζε το Γ.

Κ. να καταρτίσει και άλλα εικονικά συμβόλαια και δη το ...1900 συμβόλαιο, προκειμένου να οικειοποιηθεί ξένα οικόπεδα και ειδικά το όμορο οικόπεδο του απώτερου δικαιοπαρόχου τους Δ. Π., την έκταση του οποίου συμπεριέλαβε στο ως άνω συμβόλαιο ως δική του..". Οι λόγοι αυτοί είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι, και ειδικότερα, ως προς τα με αριθμούς 3, 4, 5, 6, 10, 11, 11α, 15, 16, 17, 18 έως και 22 προαναφερθέντα έγγραφα, διότι από την επισκόπηση των προσκομιζομένων από 7/3/2013 προτάσεων των αναιρεσειουσών της κατ’ έφεση δίκης, προκύπτει ότι τα πιο πάνω έγγραφα δεν προσκομίστηκαν από αυτές με νόμιμη επίκληση ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας, ενώ ως προς τα λοιπά έγγραφα, διότι από την περιεχόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση βεβαίωση, ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα έγγραφα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, σε συνδυασμό με το παραπάνω περιεχόμενο της απόφασης αυτής δεν γεννάται καμία απολύτως αμφιβολία, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και τα ως άνω έγγραφα, τα οποία και συνεκτίμησε με τις υπόλοιπες αποδείξεις για την στήριξη του προαναφερθέντος αποδεικτικού πορίσματος του, πέραν του ότι οι ίδιοι λόγοι είναι απορριπτέοι και ως απαράδεκτοι, κατά το μέρος που με την επίφαση συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελίωσης τους πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικών γεγονότων και, ιδιαίτερα, του περιεχομένου των πιο πάνω εγγράφων.

Κατά τους ορισμούς του άρθρου 352 παρ.1 ΚΠολΔ δικαστική ομολογία που αποτελεί πλήρη απόδειξη σε βάρος εκείνου του διαδίκου που ομολογεί είναι μόνο εκείνη που γίνεται προφορικώς ή εγγράφως ενώπιον του δικάζοντος δικαστηρίου ή εντεταλμένου δικαστηρίου. Εξάλλου, για να ιδρυθεί ο από το άρθρο 559αρ. 11 περ.γ’ ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για μη λήψη υπόψη αποδεικτικών μέσων που προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι διάδικοι με τις προτάσεις τους κατά τη συζήτηση μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, πρέπει, στην περίπτωση του αποδεικτικού μέσου της ομολογίας, ο αναιρεσείων να επικαλέστηκε τη δικαστική (ή την εξώδικη) ομολογία του αντιδίκου του με τις προτάσεις του ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας, αποδεικνύοντας τούτο με την προσκόμιση τους.

Περαιτέρω, ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αρ. 12 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται, αν το δικαστήριο αποδίδει σε ορισμένο αποδεικτικό μέσο δύναμη αποδείξεως μικρότερη ή μεγαλύτερη από εκείνη που προσδίδει ο νόμος, προβλέποντας, ιδίως, ότι ορισμένο αποδεικτικό μέσο παράγει πλήρη απόδειξη με ή χωρίς δυνατότητα ανταποδείξεως, όπως η δικαστική ομολογία που αποτελεί πλήρη απόδειξη εναντίον εκείνου που ομολογεί.

Εξάλλου, στην περίπτωση που το διατακτικό της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης στηρίζεται αυτοτελώς σε δύο ή περισσότερες επάλληλες αιτιολογίες και με τους λόγους της αναίρεσης πλήττεται η μία μόνον από αυτές οι λόγοι της αναίρεσης είναι απορριπτέοι ως αλυσιτελείς, αφού οι μη πληττόμενες αιτιολογίες στηρίζουν επαρκώς το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης.

Το ίδιο συμβαίνει και στην περίπτωση που με τους λόγους της αναίρεσης πλήττονται όλες οι αιτιολογίες, αλλά η προσβολή της μίας από αυτές δεν τελεσφορεί (ολ ΑΠ 25/2003). Στην προκείμενη περίπτωση, με το δεύτερο, κατά το πρώτο μέρος, λόγο αναίρεσης, από το άρθρο 559 αρ. 11 περ.γ’ ΚΠολΔ, οι αναιρεσείουσες αποδίδουν στο Εφετείο την αιτίαση ότι παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη τη δικαστική ομολογία των πρώτου και δεύτερου των αναιρεσιβλήτων και της Α.ς Φ.

που εμπεριέχεται στις κατ’ έφεση προτάσεις τους, σύμφωνα με την οποία "ο Δ. Φ. με το ...1927 συμβόλαιο προέβη σε αγορά μεγαλύτερης έκτασης, περίπου 1000 τμ., στην οποία συμπεριλαμβάνεται το επίδικο, από την Α. Ψ., η οποία είχε προβάλει αβάσιμα δικαίωμα κυριότητας στο ακίνητο που είχε αποκτήσει από τη σύζυγο του, προκειμένου να ενισχύσει και να κατοχυρώσει το δικαίωμα της κυριότητας του σε αυτό".

Η δικαστική αυτή ομολογία των πιο πάνω αντιδίκων τους, όπως υποστηρίζουν οι αναιρεσείουσες, προτάθηκε από τις ίδιες με την προσθήκη των προτάσεων που κατέθεσαν στο Εφετείο για την απόδειξη του ισχυρισμού τους ότι το ...1927 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Κων. Μιχαλακάκου με το οποίο μεταβιβάστηκε το επίδικο ακίνητο στο δικαιοπάροχο των αναιρεσιβλήτων Δ.

Φ. είναι άκυρο, αφενός μεν διότι η Α. Ψ. δεν ήταν κυρία του μεταβιβασθέντος ακινήτου, αφετέρου δε διότι το εν λόγω συμβόλαιο ήταν εικονικό, αφού οι συμβαλλόμενοι δεν αποσκοπούσαν πράγματι στην παραγωγή εννόμων αποτελεσμάτων της περιγραφόμενης αγοραπωλησίας, αλλά στη δημιουργία τίτλου κυριότητας υπέρ του Δ.

Φ.. Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απορριπτέος προεχόντως ως αλυσιτελής, καθόσον η επικαλούμενη δικαστική ομολογία έχει σχέση με την αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης ως προς τον παράγωγο τρόπο κτήσης κυριότητας των αναιρεσιβλήτων στο επίδικο ακίνητο, ενώ δεν πλήττεται επιτυχώς με λόγο αναίρεσης η έτερη αιτιολογία της απόφασης, η οποία στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της ότι μετά το θάνατο του Δ.

Φ., το έτος 1958, οι κληρονόμοι του Ε., Α. και Α. Φ. (δικαιοπάροχοι των αναιρεσιβλήτων) άρχισαν αμέσως να νέμονται οι ίδιοι το επίδικο ακίνητο με διάνοια κυρίου για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της εικοσαετίας κι ότι έτσι κατέστησαν κύριοι αυτού με έκτακτη χρησικτησία. Περαιτέρω, ο ίδιος, κατά το δεύτερο μέρος, λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 12 ΚΠολΔ, με τον οποίο οι αναιρεσείουσες μέμφονται το Εφετείο ότι παραβίασε τους ορισμούς του νόμου, σχετικά με την αυξημένη αποδεικτική δύναμη της δικαστικής ομολογίας είναι απορριπτέος ως αλυσιτελής, μετά την απόρριψη του συναφούς με αυτόν δεύτερου , κατά το πρώτο μέρος, λόγου αναίρεσης.

Οι ομολογίες που γίνονται ενώπιον άλλου δικαστηρίου, καθώς και εκείνες που περιέχονται σε άλλα έγγραφα που εκδίδονται από το διάδικο αποτελούν εξώδικες ομολογίες και εκτιμώνται ελεύθερα από το δικαστή (άρθρο 352 παρ.2 ΚΠολΔ), Εάν η προβαλλόμενη εξώδικη ομολογία περιέχεται σε προτάσεις του διαδίκου, τις οποίες αυτός είχε υποβάλει ενώπιον άλλου δικαστηρίου πρέπει οι προτάσεις αυτές να προσκομίζονται στο δικαστήριο ενώπιον του οποίου προβάλλεται η πιο πάνω ομολογία και συγχρόνως να γίνεται επίκληση των προτάσεων αυτών.

Περαιτέρω, ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 11 περ.γ’ ΚΠολΔ για μη λήψη υπόψη της εξώδικης ομολογίας δεν θεμελιώνεται αν από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη το έγγραφο, από το οποίο συνάγεται κατά τον αναιρεσείοντα η εξώδικη ομολογία. Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πέμπτο λόγο του αναιρετηρίου από το άρθρο 559 αρ. 11 περ.γ’ ΚΠολΔ αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια ότι παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη την εξώδικη ομολογία των αναιρεσιβλήτων που εμπεριέχεται στις από 2/4/1963 προτάσεις των κληρονόμων Δ.

Φ. κατά του Δήμου Αθηναίων που κατέθεσαν με αφορμή τη μεταξύ τους δίκη, τις οποίες (προτάσεις) επικαλέστηκαν και προσκόμισαν στο Εφετείο οι αναιρεσείουσες προς απόδειξη του ισχυρισμού τους ότι ο απώτερος δικαιοπάροχος τους Α. Μ. απέκτησε τη νομή του επίδικου ακινήτου και εγκαταστάθηκε εξ ολοκλήρου σε αυτό, δυνάμει της από 28/10/1896 έκθεσης εγκατάστασης του δικαστικού κλητήρα στο Πρωτοδικείο Αθηνών Ν.

Β., κατόπιν αγοράς του από πλειστηριασμό, ότι έκτοτε αυτός ήταν αναμφισβήτητα καλής πίστεως νομέας, ανεξαρτήτως της μεταγενέστερης ακύρωσης του πλειστηριασμού και ότι ουδέποτε αποβλήθηκε από τη νομή του επιδίκου μέχρι το θάνατο του το έτος 1918, οπότε κληρονομήθηκε από τις εξ αδιαθέτου κληρονόμους του Ε.

Μ. και Ζ. Ρ. (δικαιοπαρόχους ων αναιρεσειουσών), οι οποίες συνέχισαν με τα ίδια προσόντα τις πράξεις νομής του δικαιοπαρόχου τους και κατέστησαν κυρίες του επιδίκου με έκτακτη χρησικτησία το αργότερο την 28/10/1926, δηλαδή πριν αποκτήσει τη νομή αυτού ο Δ. Φ.. Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι όπως προκύπτει από το προαναπτυχθέν περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο έλαβε υπόψη το περιεχόμενο των επίμαχων προτάσεων των αντιδίκων των αναιρεσειουσών από το οποίο συνάγεται, κατά την άποψη τους, εξώδικη ομολογία των αναιρεσιβλήτων, αφού στην απόφαση γίνεται ειδική αναφορά στα πιο πάνω πραγματικά περιστατικά που εκτίθενται στις από 2/4/1963 προτάσεις, πλην όμως εκτιμώντας ελεύθερα το έγγραφο αυτό έκρινε ανελέγκτως ότι "ο απώτερος δικαιοπάροχος των αναιρεσειουσών Α.

Μ. μετά την ακύρωση του πλειστηριασμού με την .../1898 απόφαση του Πρωτοδικείου Αθηνών και την είσπραξη του καταβληθέντος πλειστηριάσματος από τον ίδιο και από τον έτερο υπερθεματιστή Σ. Σ., εκδήλωσε την επιθυμία να αποξενωθεί από το επίδικο ακίνητο, και εξέλιπε πλέον κάθε πεποίθηση των τελευταίων ότι με την άσκηση νομής σε αυτό δεν προσβάλλουν το δικαίωμα κυριότητας κανενός, ενώ οι εναγόμενοι δεν απέδειξαν συγκεκριμένες, εμφανείς σε τρίτους, διακατοχικές πράξεις του Α.

Μ., καθόσον ποτέ δεν έλαβαν χώρα τέτοιες, και, επομένως, δεν έγινε ποτέ κύριος αυτού και δεν μεταβίβασε κυριότητα στους κληρονόμους του".

Από τις διατάξεις των άρθρων 1049, 261 και 263 ΑΚ συνάγεται ότι η διακοπή της χρησικτησίας (και της παραγραφής) επέρχεται με την άσκηση αγωγής. Λογίζεται, όμως, ως μη διακοπείσα στην περίπτωση παραίτησης από την αγωγή ή απόρριψης της για λόγους μη ουσιαστικούς (μεταξύ των οποίων και η ακυρότητα του δικογράφου λόγω αοριστίας).

Αν η αγωγή ασκηθεί και πάλι μέσα σε έξι μήνες από την παραίτηση ή την τελεσιδικία της απορριπτικής απόφασης η διακοπή θεωρείται ότι επήλθε με την πρώτη αγωγή. Ως εκ νέου άσκηση της αγωγής θεωρείται η άσκηση νέας αγωγής από τον ίδιο ενάγοντα κατά του ιδίου εναγομένου, που βασίζεται στην ίδια ιστορική και νομική αιτία με την προηγούμενη αγωγή.

Ο ισχυρισμός ότι συντρέχει λόγος διακοπής της χρησικτησίας εισάγεται στη δίκη με ένσταση εκείνου που τον επικαλείται, ο οποίος έχει και το βάρος απόδειξης, κατ’ άρθρο 338 παρ.1 ΚΠολΔ. Εξάλλου, όπως προκύπτει από τη διάταξη του άρθρου 562 παρ.2 ΚΠολΔ, για να είναι παραδεκτός ο λόγος αναίρεσης θα πρέπει να στηρίζεται σε ισχυρισμό που προτάθηκε παραδεκτώς και νομίμως στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση (ολ ΑΠ 43/1990).

Ο κανόνας αυτός ισχύει για όλους τους λόγους αναίρεσης (ΑΠ 30/2006). Έτσι, αν ο αναιρεσείων είχε ηττηθεί στον πρώτο βαθμό η νόμιμη επαναφορά των ισχυρισμών του στο Εφετείο, πριν από την εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης, μόνο με λόγο έφεσης (κύριο ή πρόσθετο) μπορεί να γίνει. Στην προκείμενη περίπτωση, με τον έκτο λόγο αναίρεσης από τους αρ.1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια ότι κατά παράβαση των άρθρων 1049, 261 και 263 ΑΚ και με αντιφατικές αιτιολογίες απέρριψε την προταθείσα με τις κατ’ έφεση προτάσεις των αναιρεσειουσών ένσταση περί διακοπής της έκτακτης χρησικτησίας του Δ.

Φ., με την έγερση της από 2/2/1952 αναγνωριστικής αγωγής κυριότητας της δικαιοπαρόχου τους Ζ. θυγ. Α. Μ. κατά του τελευταίου και των μεταγενέστερων αυτής αγωγών. Ο παραπάνω λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος, διότι ο ισχυρισμός που τον στηρίζει δεν προτάθηκε παραδεκτά από τις ηττηθείσες στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο αναιρεσείουσες είτε με το κύριο δικόγραφο της έφεσης είτε με το δικόγραφο των πρόσθετων λόγων αυτής, αλλά αντίθετα προτάθηκε, όπως οι ίδιες αναφέρουν στο αναιρετήριο, με τις προτάσεις τους στην κατ’ έφεση δίκη.

Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης ως αβάσιμη, να διαταχθεί εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ.4 ΚΠολΔ) και να καταδικαστούν οι αναιρεσείουσες στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, κατά το νόμιμο αίτημα τους (άρθρα 176, 183, 191 παρ.2 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 8/5/2014 αίτηση των Ο. Κ. και Ο. Ρ. για αναίρεση της 4641/2013 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.

Καταδικάζει τις αναιρεσείουσες στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 9 Ιουνίου 2015.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 22 Ιουνίου 2015.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ