898/2013 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Ιανουαρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την 311/1997 απόφαση του Μον/λούς Πρωτοδικείου Θηβών, με την οποία καθορίσθηκε η προσωρινή τιμή μονάδος αποζημιώσεως για απαλλοτριώμενες εκτάσεις. Με τις υπ' αριθ. 890/31-7-97, 1235/15-10-97 και 1234/15-10-97 αιτήσεις και 449/27-5-2010, 450/27-5-2010 και 451/27-5-2010 παρεμπίπτουσες αιτήσεις, των ήδη αναιρεσειόντων και τις ανταιτήσεις των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκαν στο Εφετείο Αθηνών, ζητήθηκε ο καθορισμός της οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5974/1999 μη οριστική και 2354/2004 οριστική απόφαση του ιδίου Δικαστηρίου, με την οποία κρίθηκε απαράδεκτη η συζήτηση της υπόθεσης. Την υπόθεση επανέφεραν προς συζήτηση οι ήδη αναιρεσείοντες με κλήση και εκδόθηκε η 6832/2005 απόφαση του ιδίου Δικαστηρίου. Οι ήδη αναιρεσείοντες με τις από 29-12-2005 αιτήσεις τους προς τον 'Αρειο Πάγο, ζήτησαν την αναίρεση της ανωτέρω απόφασης. Επί των αιτήσεων εκδόθηκε η 402/2007 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την 6832/2005 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και την παρέπεμψε προς περαιτέρω εκδίκαση.
Legislator headnote
AI generated898/2013 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Επειδή, κατά το άρθρο 17§2 του Συντάγματος "Κανένας δεν στερείται την ιδιοκτησία του παρά μόνο για δημόσια ωφέλεια που έχει αποδειχθεί με τον προσήκοντα τρόπο, όταν και όπως ο νόμος ορίζει και πάντοτε αφού προηγηθεί αποζημίωση που να ανταποκρίνεται στην αξία που είχε το απαλλοτριούμενο κατά το χρόνο συζήτησης στο δικαστήριο......".
Full text
Απόφαση 898 / 2013 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 898 /2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Γιαννούλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή, Δημητρούλα Υφαντή και Ιωάννα Πετροπούλου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Ιανουαρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων:1. Γ. χήρας Χ. Χ., το γένος Θ. Σ., κατοίκου ... 2. Β. Χ. του Χ., κατοίκου ... 3. Μ. Χ. του Χ., κατοίκου ... 4.Ε. χήρας Κ. Χ., 5 Β. Χ. του Κ. και 6. Π. Χ. του Κ., όλοι οι ανωτέρω κάτοικοι ... 7. Β. Ι. Χ., κατοίκου ... 8. α) Ι. Χ. του Δ. και ) Θ. Χ. του Δ., ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του αποβιώσαντος πατρός τους Δ. Ι. Χ., κατοίκων ... και 9. Π. Ι. Χ., κατοίκου ... όλοι εκπροσωπήθηκαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου τους Γεώργιο Καρύδη, βάσει δηλώσεως κατ' άρθρο 242 παρ.2 ΚπολΔ και κατέθεσαν προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. Του Ελληνικού Δημοσίου, νομίμως εκπροσωπούμενου, το οποίο εκπροσωπήθηκε δια της πληρεξουσίας Παρέδρου του ΝΣΚ Αγγελικής Καστανά, βάσει δηλώσεως κατ' άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσε προτάσεις και 2. Του εδρεύοντος στην Αθήνα ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Ταμείο Αρχαιολογικών Πόρων και Απαλλοτριώσεων" νομίμως εκπροσωπούμενου, το οποίο εκπροσωπήθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του Κων/νου Κοτταρίδη, βάσει δηλώσεως, κατ' άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την 311/1997 απόφαση του Μον/λούς Πρωτοδικείου Θηβών, με την οποία καθορίσθηκε η προσωρινή τιμή μονάδος αποζημιώσεως για απαλλοτριώμενες εκτάσεις. Με τις υπ' αριθ. 890/31-7-97, 1235/15-10-97 και 1234/15-10-97 αιτήσεις και 449/27-5-2010, 450/27-5-2010 και 451/27-5-2010 παρεμπίπτουσες αιτήσεις, των ήδη αναιρεσειόντων και τις ανταιτήσεις των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκαν στο Εφετείο Αθηνών, ζητήθηκε ο καθορισμός της οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5974/1999 μη οριστική και 2354/2004 οριστική απόφαση του ιδίου Δικαστηρίου, με την οποία κρίθηκε απαράδεκτη η συζήτηση της υπόθεσης. Την υπόθεση επανέφεραν προς συζήτηση οι ήδη αναιρεσείοντες με κλήση και εκδόθηκε η 6832/2005 απόφαση του ιδίου Δικαστηρίου. Οι ήδη αναιρεσείοντες με τις από 29-12-2005 αιτήσεις τους προς τον 'Αρειο Πάγο, ζήτησαν την αναίρεση της ανωτέρω απόφασης. Επί των αιτήσεων εκδόθηκε η 402/2007 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την 6832/2005 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και την παρέπεμψε προς περαιτέρω εκδίκαση.
Εκδόθηκε η 5289/2008 οριστική απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Οι ήδη αναιρεσείοντες με την από 4-2-2009 αίτησή τους προς τον 'Αρειο Πάγο ζήτησαν την αναίρεση της 5289/2008 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Εκδόθηκε η 524/2010 απόφαση του Αρείου Πάγου με την οποία αναιρέθηκε η 5289/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο πιο πάνω δικαστήριο.
Εκδόθηκε η 4033/2011 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 11-4-2012 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ιωάννα Πετροπούλου, ανέγνωσε την από 16-1-2013 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως από τον αριθμό 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και την απόρριψη των λοιπών λόγων.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, κατά το άρθρο 17§2 του Συντάγματος "Κανένας δεν στερείται την ιδιοκτησία του παρά μόνο για δημόσια ωφέλεια που έχει αποδειχθεί με τον προσήκοντα τρόπο, όταν και όπως ο νόμος ορίζει και πάντοτε αφού προηγηθεί αποζημίωση που να ανταποκρίνεται στην αξία που είχε το απαλλοτριούμενο κατά το χρόνο συζήτησης στο δικαστήριο......".
Κατά την παρ 4 του ίδιου άρθρου "Η αποζημίωση ορίζεται από τα δικαστήρια..... πριν καταβληθεί η οριστική ή προσωρινή αποζημίωση διατηρώντας ακέραια τα δικαιώματα του ιδιοκτήτη και δεν επιτρέπεται κατάληψη". Ως καταβλητέα αποζημίωση για τη συντέλεση της απαλλοτρίωσης και τη δυνατότητα κατάληψης νοείται η κατά την ως άνω διάταξη της παρ 2 "πλήρης" η οποία πρέπει συνεπώς, να περιλαμβάνει και την αξία των κατά το άρθρο 953 ΑΚ συστατικών του ακινήτου, τα οποία συναπαλλοτριώνονται αυτοδικαίως σύμφωνα με το άρθρο 4 του ν. 2882/2001 (ΚΑΑΑ), ανεξάρτητα από τη μνεία της στην απόφαση κήρυξης της αναγκαστικής απαλλοτρίωσης ή στο κτηματολογικό διάγραμμα ή στον κτηματολογικό πίνακα.
Την έννοια του συστατικού καθορίζουν οι διατάξεις των άρθρων 953, 954, και 955 ΑΚ με τις οποίες ορίζεται ότι: α) συστατικό που δεν μπορεί να αποχωρισθεί από το κύριο πράγμα, χωρίς αλλοίωση της ουσίας ή του προορισμού του δεν μπορεί να είναι αντικείμενο κυριότητας ή άλλου εμπραγμάτου δικαιώματος. Β) συστατικά ακινήτου με την ,έννοια του προηγούμενου άρθρου, είναι εκτός των άλλων, τα πράγματα που έχουν συνδεθεί σταθερά με το έδαφος, ιδίως τα οικοδομήματα, ενώ συστατικά οικοδομήματος είναι όλα τα κινητά που χρησιμοποιήθηκαν για την ανέγερση ή τα προσαρμοσμένα με αυτό για σκοπό μόνιμο και όχι παροδικό.
Εξ άλλου, το άρθρο 1 του πρώτου πρόσθετου πρωτοκόλλου της από 4.11.1950 Ευρωπαϊκής σύμβασης για την προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών (Ε.Σ.Δ.Α) που κυρώθηκε μαζί με τη σύμβαση, αρχικά με το ν. 2329/1953 και εκ νέου με το ν.δ 53/1974 και έχει αυξημένη ισχύ σύμφωνα με το άρθρο 28 του Συντάγματος, έναντι των κοινών νόμων, ορίζει ότι κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του και κανένας δεν μπορεί να στερηθεί της περιουσίας του παρά μόνο για λόγους δημόσιας ωφέλειας και υπό όρους που προβλέπονται από το νόμο και τις γενικές αρχές του διεθνούς δικαίου.
Με τη διάταξη αυτή προστατεύονται και τα ενοχικά περιουσιακά δικαιώματα του προσώπου, όπως και το δικαίωμα αποζημιώσεως για την προσγενόμενη ζημία στην περιουσία του. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 13 παρ 1,2 και 4 του ν. 2882/2001 (ΚΑΑΑ) ορίζεται ότι " η αποζημίωση πρέπει να είναι πλήρης και να ανταποκρίνεται στην αξία του απαλλοτριούμενου ακινήτου κατά το χρόνο της συζητήσεως ενώπιον του δικαστηρίου για τον προσωρινό προσδιορισμό της αποζημιώσεως ή σε περίπτωση απευθείας αιτήσεως για οριστικό προσδιορισμό, κατά το χρόνο συζητήσεως για τον οριστικό προσδιορισμό.
Ως κριτήριο για την εκτίμηση της αξίας του απαλλοτριούμενου ακινήτου λαμβάνονται υπόψη, ιδίως, η αξία που έχουν κατά τον κρίσιμο χρόνο παρακείμενα και ομοειδή ακίνητα και προσδιορίζεται κυρίως από την αντικειμενική αξία, τα τιμήματα σε συμβόλαια μεταβιβάσεως κυριότητας ακινήτων, τα οποία συντάχθηκαν κατά το χρόνο της κηρύξεως της απαλλοτρίωσης, καθώς και η πρόσοδος του απαλλοτριούμενου.
Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων συνάγεται ότι για να είναι πλήρης η αποζημίωση, η οποία οφείλεται ως αντάλλαγμα για την στέρηση της ιδιοκτησίας, πρέπει να περιλαμβάνει την αξία του απαλλοτριουμένου τμήματος του ακινήτου και την αξία των κατά το άρθρο 953 ΑΚ συστατικών του ακινήτου τα οποία απαλλοτριώνονται αυτοδικαίως σύμφωνα με το άρθρο 4 του ν. 2882/2001, ανεξάρτητα από τη μνεία τους στην απόφαση κηρύξεως της αναγκαστικής απαλλοτρίωσης ή στο κτηματολογικό διάγραμμα ή στον πίνακα, την τιμή μονάδας αποζημιώσεως των οποίων (μη περιλαμβανόμενων στον πίνακα συστατικών), έχει την εξουσία να προσδιορίσει το δικαστήριο, εφ' όσον υποβληθεί σχετικό αίτημα.
Τέλος, ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε ή επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν ή άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως "αίτηση" κατά την έννοια της διατάξεως του αριθμού 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι κάθε αυτοτελής αίτηση των διαδίκων με την οποία ζητείται η παροχή έννομης προστασίας υπό οιανδήποτε νόμιμη μορφή αυτής και η οποία δημιουργεί αντίστοιχη εκκρεμότητα δίκης και γενικώς, η αίτηση για κάθε είδους πράγματα με την έννοια του άρθρου 559 αρ.8 ΚΠολΔ και ο λόγος αυτός ιδρύεται, όταν το δικαστήριο δεν αποφάνθηκε στο διατακτικό ή στις αιτιολογίες με προσόντα διατακτικού, επί της ως άνω "αίτησης".
Στην προκειμένη περίπτωση, με τις κρινόμενες με αρ. κατ. 1235/1997 και 1234/1997 αιτήσεις και με αρ. κατ. αντίστοιχα 338/2010 και 340/2010 παρεμπίπτουσες αιτήσεις ενώπιον του Εφετείου Αθηνών οι αιτούντες ζήτησαν να καθορισθεί οριστική τιμή μονάδος αποζημίωσης αντίστοιχα των ΚΠ5 και ΚΠ6 ιδιοκτησιών τους, και ειδικότερα, των περιγραφόμενων σ' αυτές εδαφικών εκτάσεων, καθώς και των επικειμένων (κτισμάτων) με σαφή αναφορά της αιτούμενης για καθένα αυτών οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης, που κηρύχθηκαν αναγκαστικά απαλλοτριωτέες με την 1059448/4108/0010/18.7.1991 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Πολιτισμού (ΦΕΚ 552/Δ'/7.8.1991) υπέρ του πρώτου των καθών Ελληνικού Δημοσίου και με δαπάνες του δεύτερου των καθών Ταμείου Αρχαιολογικών Πόρων και Απαλλοτριώσεων, για λόγους δημόσιας ωφέλειας και συγκεκριμένα για την προστασία, συντήρηση, ανάδειξη και μελλοντική επέκτασή του Μουσείου Θήβας, ενώ με τις ανταιτήσεις που άσκησαν οι καθών οι ως άνω αιτήσεις-παρεμπίπτουσες αιτήσεις με τις από 28.4.1999 προτάσεις τους ενώπιον του ίδιου ως άνω δικαστηρίου, ζήτησαν να καθορισθεί οριστική τιμή μονάδος αποζημιώσεως σε ποσά μικρότερα εκείνων που ζητούνται με τις αιτήσεις.
Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση που παραδεκτώς επισκοπείται (άρθ. 561§2 ΚΠολΔ) καθόρισε οριστική τιμή μονάδος αποζημίωσης των ΚΠ5 και ΚΠ6 ιδιοκτησιών των εκ των αναιρεσειόντων αντίστοιχα Γ. χας Χ. Χ., Β. Χ. Μ. Χ. (1ης, 2ου, 3ης) και Ε. χας Κ. Χ., Β. και Π. Χ. (4ης, 5ου, 6ου) που απαλλοτριώθηκαν αναγκαστικά για λόγους δημόσιας ωφέλειας, ενιαίς και για την οικοπεδική αυτών έκταση και για τα επικείμενα (κτίσματα) σύμφωνα με τον τρόπο προσδιορισμού της αντικειμενικής αξίας των απαλλοτριούμενων στα σχετικά έγγραφα της Κτηματικής Υπηρεσίας Βοιωτίας, διότι όπως δέχθηκε, οι αιτούντες ζητούν την αξία των επικειμένων μαζί με την αξία των οικοπέδων και την αξία των ακινήτων που περιλαμβάνουν τα επικείμενα.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο υπέπεσε στην από τον αριθμό 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, καθώς δεν προέβη σε ορισμό τιμής μονάδος αποζημίωσης σύμφωνα με το αιτητικό των κρινομένων αιτήσεων (κύριων και παρεμπιπτουσών) των ως ανωτέρω αναιρεσειόντων χωριστά για τις οικοπεδικές εκτάσεις και για ένα έκαστο των επικείμενων (κτισμάτων) των με αρ.
ΚΠ5 και αρ. ΚΠ6 αντίστοιχα ιδιοκτησιών τους και πρέπει επομένως να γίνει δεκτός σε σχέση με τους αναιρεσείοντες αυτούς ο πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως από τους αριθμούς 1 και 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και αληθώς από τον αριθμό 9 του ίδιου άρθρου και Κώδικα ως βάσιμος.
Επειδή, σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά παραδοχή του λόγου αυτού αναίρεσης που προτείνεται σε σχέση με τα απαλλοτριούμενα ακίνητα με αρ ΚΠ5 και αρ ΚΠ6 των ως ανωτέρω αναιρειόντων παρελκούσης ως προς αυτούς του δεύτερου λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως από τον αριθμό 11γ του άρθρου 559 του ΚΠολΔ.
Περαιτέρω σύμφωνα με το άρθρο 580 παρ 3 εδ. α ΚΠολΔ όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 12 παρ 4 του ν. 4055/2012. " Αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε άλλο λόγο, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2, μπορεί να κρατήσει την υπόθεση και να ασχοληθεί με την εκδίκασή της, ιδίως αν κατά την κρίση του δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση.
Στην αντίθετη περίπτωση παραπέμπει την υπόθεση..... και αν πρόκειται για τους λόγους που αναφέρονται στους αρ 1,2,3,6 έως 17,19 και 20 του άρθρου 559 μπορεί να παραπέμψει την υπόθεση για παραπέρα εκδίκαση σε άλλο δικαστήριο..... Αν όμως αναιρεθεί η απόφαση του τελευταίου αυτού δικαστηρίου, δεν γίνεται δεύτερη παραπομπή, αλλά ο Άρειος Πάγος δικάζει αυτός την ουσία της υπόθεσης.".
Πρέπει επομένως, όπως κατ' εφαρμογή της διατάξεως αυτής, οι με αρ. κατ.1235/1997 και 1234/1997 αιτήσεις και οι με αρ. κατ.338/2010 και 340/2010 παρεμπίπτουσες αιτήσεις των εκ των αναιρεσειόντων αντίστοιχα Γ. χας Κ. Χ., Β. Χ., Μ. Χ. (1ης, 2ου, 3ης) και Ε. χας Κ. Χ., Β. και Π. Χ. (4ης , 5ου , 6ου ) οι ασκηθείσες επ' αυτών παραδεκτά με τις προτάσεις ανταιτήσεις των καθών με τις οποίες ζητείται ο καθορισμός οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης για τις αναφερόμενες σ' αυτές εδαφικές εκτάσεις με τα επικείμενά τους, στα οποία κηρύχθηκε αναγκαστική απαλλοτρίωση για δημόσια ωφέλεια, σε τιμές μεγαλύτερες με τις αιτήσεις και μικρότερες με τις ανταιτήσεις, εκείνων, που καθόρισε η υπ'.
αριθμ. 311/1997 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θηβών, μετά την έκδοση επ' αυτών α) της 5974/1999 απόφασης του Εφετείου Αθηνών με την οποία διατάχθηκε η διενέργεια πραγματογνωμοσύνης, β) της 2354/2004 απόφασης του Εφετείου Αθηνών με την οποία κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση προκειμένου να προσκομισθεί το αναφερόμενο σ' αυτήν έγγραφο, γ) της 6832/2005 απόφασης του δικαστηρίου τούτου η οποία δέχθηκε εν μέρει κατ' ουσίαν τις αιτήσεις και ανταιτήσεις, δ) της 402/2007 απόφασης του Αρείου Πάγου η οποία αναίρεσε μόνο ως προς τους αιτούντες την πιο πάνω 6832/2005 απόφαση α)..
για ανεπαρκή αιτιολογία ως προς την απόρριψη του αιτήματος καθορισμού ιδιαίτερης αποζημίωσης για το δικαίωμα της καθ' ύψος επέκτασης των οικοδομών των ΚΠ5 και ΚΠ6 ιδιοκτησιών β) για εσφαλμένη κρίση ως προς τον κρίσιμο χρόνο καθορισμού της πραγματικής αξίας των απαλλοτριουμένων (13.3.1997 χρόνο συζήτησης της αίτησης προσωρινού προσδιορισμού, αντί του ορθού 4-5-1999 χρόνου πρώτης συζήτησης ενώπιον του Εφετείου), ε) της 5289/2008 απόφασης του Εφετείου Αθηνών η οποία δέχθηκε ως προς τους αιτούντες εν μέρει κατ' ουσίαν τις αιτήσεις και ανταιτήσεις, καθόρισε, με κρίσιμο χρόνο την 4/5/1999, οριστικές τιμές μονάδος αποζημίωσης και απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμο το αίτημα καθορισμού ιδιαίτερης αποζημίωσης για το δικαίωμα "υψούν" των οικοδομών των ΚΠ5 και ΚΠ6 ιδιοκτησιών και στ) της 524/2010 απόφασης του Αρείου Πάγου η οποία αναίρεσε την πιο πάνω 5289/2008 απόφαση με την αιτιολογία ότι "Το Εφετείο με το να θεωρήσει ως κρίσιμο χρόνο υπολογισμού της τιμής μονάδος την 4.5.1999 και όχι τον χρόνο της κατά την ενώπιον αυτού συζήτησης της υπόθεσης (6.5.2008) μετά την αναίρεση της 6832/2005 απόφασης του Εφετείου Αθηνών παραβίασε ευθέως τις παραπάνω αναφερόμενες διατάξεις.....", να ερευνηθούν περαιτέρω κατ' ουσίαν, αφού εξαφανισθεί η προσβαλλόμενη απόφαση (υπ.
αρ. 4033/2011) ως προς τους ανωτέρω αναιρεσείοντες και διακρατηθεί ως προς αυτούς η υπόθεση για κατ' ουσία έρευνα.
Από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων που περιέχονται στα με αρ.311/1997 πρακτικά συνεδριάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θηβών, την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα των αιτούντων Κ. Μ. ενώπιον του Εφετείου Αθηνών που περιέχεται στα υπ. αριθμ. 5289/2008 πρακτικά συνεδριάσεως αυτού, την από 7.4.2003 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του πραγματογνώμονα Δ.
Α., πολιτικού μηχανικού που διενεργήθηκε δυνάμει της 5974/1999 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, τις από 8/4/2008 και 1/2/2011 εκθέσεις εκτίμησης ακινήτων και τεχνικές περιγραφές του αρχιτέκτονα μηχανικού Γ. Β., φύλλα υπολογισμού αξίας ακινήτων, την από 27.8.2007 δήλωση της Γ. Τ., μεσίτριας το 134 τεύχος στατιστικού δελτίου Οικονομικής Συγκυρίας της Τράπεζας Ελλάδος, τα με αρ.
πρωτ. 1208/2.11.1995, 207/24.2.2005, 1559/21.9.2007 και 112/21.1.2013 έγγραφα της Κτηματικής Υπηρεσίας Βοιωτίας για τις αξίες κατά το αντικειμενικό σύστημα των απαλλοτριουμένων (ακινήτων και επικειμένων), τις φωτογραφίες των επιδίκων μεταξύ των οποίων και οι από 30.8.2007, η γνησιότητα των οποίων δεν αμφισβητείται και όλα τα έγγραφα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:
Με την 1059448/4108/0010/18.7.1991 απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Πολιτισμού, η οποία δημοσιεύτηκε νομότυπα στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (ΦΕΚ 552/Δ/7.8.1991), κηρύχθηκαν αναγκαστικά απαλλοτριωτέες για λόγους δημόσιας ωφέλειας και ειδικότερα για την προστασία, συντήρηση, ανάδειξη και μελλοντική επέκταση του Μουσείου της Θήβας, οικοπεδικές εκτάσεις με τα επικείμενά τους συνολικής επιφάνειας 1257,05 τ.μ.
που βρίσκονται στη Θήβα και εμφαίνονται με αριθμούς ιδιοκτησιών 5,6,7,8,9,10,11,12, και 13 στο Α/Α 2250/14.3.1989 κτηματολογικό διάγραμμα-πίνακα που συνέταξε ο Θ. Κ. και θεώρησε ο προϊστάμενος της Διεύθυνσης Αποτυπώσεως και Συντηρήσεως κτιρίων του ΤΑΠΑ Μ. Μ. Φερόμενοι ως ιδιοκτήτες της ΚΠ5 ιδιοκτησίας είναι οι αιτούντες της από 15.9.1997 (αρ.
κατ. 1235/1997) αίτησης Γ. χήρα Χ. Χ., Β. Χ. του Χ. και Μ. Χ. του Χ., και της ΚΠ6 ιδιοκτησίας, οι αιτούντες της από 15.9.1997 (αρ. κατ. 1234/1997) αίτησης, Ε. χήρα Κ. Χ., Β. Χ. του Κ. και Π. Χ. του Κ. Οι ιδιοκτησίες αυτές βρίσκονται απέναντι από το Μουσείο Θηβών επί της οδού …, σε περιοχή και θέση κεντρική, εμπορική, αναβαθμισμένη με όμορφες πολυώροφες πολυκατοικίες, εντός του πολεοδομικού σχεδίου της πόλης των Θηβών, στο ΟΤ …, με συντελεστή δόμησης 2,2.
Επί της ΚΠ5 ιδιοκτησίας επιφάνειας 273,60 τ.μ. υπάρχει σε καλή κατάσταση ένα κύριο διώροφο πλακοσκεπές κτίσμα του οποίου ο φέρων οργανισμός είναι από μπετόν αρμέ με πλάκες από οπλισμένο σκυρόδεμα. Το εν λόγω κτίσμα αποτελείται από υπόγειο εμβαδού 85,50 τ.μ. που χρησιμοποιείται ως ενιαίος χώρος αποθήκης, ισόγειο εμβαδού 85,50 τ.μ.
που χρησιμοποιείται ως κατάστημα, με πατάρι εμβαδού 19,75 τ.μ. και πρώτο όροφο που χρησιμοποιείται ως κατοικία, αποτελούμενη από σαλόνι-τραπεζαρία, δύο υπνοδωμάτια, λουτρό, χωλ, κουζίνα, διαδρόμους και εξώστες εμβαδού 99,60 τ.μ.. Εκτός των ανωτέρω κατασκευών υπάρχουν ακόμη επί της ιδιοκτησίας ΚΠ5 ένα εξωτερικό κλιμακοστάσιο επικοινωνίας από οπλισμένο σκυρόδεμα εμβαδού 12,50 τ.μ.
και μία στοά εμβαδού 15,20 τ.μ.. Επί της ΚΠ6 ιδιοκτησίας επιφάνειας 257,80 τ.μ. υπάρχει σε καλή κατάσταση ένα κύριο διώροφο πλακοσκεπές κτίσμα από μπετόν αρμέ με πλάκες από οπλισμένο σκυρόδεμα. Το κτίσμα αυτό αποτελείται από υπόγειο εμβαδού 69,50 τ.μ. που χρησιμοποιείται ως ενιαίος χώρος αποθήκης και στοά εμβαδού 14,20 τ.μ.,ισόγειο-κατάστημα εμβαδού 51,20 τ.μ.
και κλειστό χώρο εισόδου ο οποίος μαζί με το κλιμακοστάσιο είναι εμβαδού 20,20 τ.μ. και πρώτο όροφο που χρησιμοποιείται ως κατοικία, ίδιας περίπου περιγραφής με την κατοικία της ΚΠ5 ιδιοκτησίας, εμβαδού μαζί με το κλιμακοστάσιο 84,25 τ.μ. (78,50+5,75 τ.μ.). Επίσης, εκτός του ανωτέρω κυρίου κτιρίου στο όπισθεν μέρος της αυτής οικοπεδικής έκτασης υπάρχει ακόμη μία ισόγειος μικροκατασκευή (κοτέτσι από τσιμεντόλιθους) εμβαδού 17,80 τ.μ.
ένα ισόγειο γκαράζ (υπόστεγο μεταλλικής κατασκευής με στέγη από ελλενίτ) εμβαδού 17,80 τ.μ., μία ισόγειος αποθήκη από τσιμεντόλιθους εμβαδού 11,25 τ.μ. και ένας μανδρότοιχος από μπατική οπτοπλινθοδομή με διαστάσεις 10 μ. μήκος και 2,80 μ. ύψος.
Οι αντικειμενικές αξίες των απαλλοτριουμένων ανέρχονται: Α. Σύμφωνα με το 1208/2.11.1995 έγγραφο της Κτηματικής Υπηρεσίας Βοιωτίας: Για την ΚΠ5 ιδιοκτησία α) της κατοικίας του α' ορόφου σε 34.662 δραχμές το τ.μ. (3.448.881 δραχμές: 99,5 τ.μ.) δηλαδή σε 101,72 ευρώ το τ.μ. β) της ισόγειας κατοικίας σε 27.294 δραχμές (2.534.225 δρχ.: 92,85 τ.μ.) δηλαδή σε 81 ευρώ το τ.μ.
γ) της επαγγελματικής στέγης σε 83.402 δραχμές το τ.μ. (7.061.691 δρχ.: 84,67 τ.μ.) δηλαδή σε 244,76 ευρώ το τ.μ. και δ) του οικοπέδου συνολικά σε 982.737 δραχμές δηλαδή σε 2.884,04 ευρώ. Για την ΚΠ6 ιδιοκτησία α) της κατοικίας του Α' ορόφου σε 38.513 δραχμές το τ.μ. (3.117.280 δρχ.:80,94 τ.μ.) δηλαδή σε 113,02 ευρώ το τ.μ. β) της επαγγελματικής στέγης σε 83.397 δραχμές το τ.μ.(5.636.843 δρχ.:67,59 τ.μ.) δηλαδή σε 244,75 ευρώ το τ.μ.
και γ) του οικοπέδου συνολικά σε 4.048.705 δραχμές δηλαδή σε 11.881,75 ευρώ. Β. Σύμφωνα με τα 207/24.2.2005 ,1559/21.9.2007,101/1.2.2011 και 112/21.1.2013 έγγραφα της αυτής υπηρεσίας, με τα δύο τελευταία των οποίων γνωστοποιείται στους αιτούντες, σε απάντηση σχετικής αιτήσεώς τους ότι ισχύει η 15.559/21.9.2007 εκτίμηση αντικειμενικής αξίας απαλλοτριούμενων ακινήτων οι αντικειμενικές αξίες των επικειμένων (μαζί με την αξία του αντιστοιχούντος οικοπέδου) και των οικοπέδων των ΚΠ5 και ΚΠ6 ιδιοκτησιών ανέρχονται κατά τα έτη 2005 και 2007 στα εξής ποσά:
Για την ΚΠ5 ιδιοκτησία α) της υπόγειας αποθήκης σε 10.080,47 και 17.920,83 ευρώ αντιστοίχως, ήτοι 117 ευρώ/τ.μ και 209,5 ευρώ/τ.μ., β) του ισογείου καταστήματος σε 49.832,63 και 88.591,35 ευρώ (1.οο1 ευρώ/τ.μ:0 αντιστοίχως, γ) της κατοικίας Α' ορόφου σε 36.155,27 και 64.276,03 ευρώ (645 ευρώ/τ.μ.) αντιστοίχως. Για την ΚΠ6 ιδιοκτησία α) της υπόγειας αποθήκης σε 4.371,36 και 7.771,30 ευρώ (112 ευρώ/τ.μ.) αντιστοίχως β) του ισογείου καταστήματος μαζί με κλειστό χώρο 20,20 τ.μ.
σε 38.061,73 και 67.665,29 ευρώ (947 ευρώ/τ.μ.) αντιστοίχως γ) του ισογείου κλιμακοστάσιου σε 6.596,95 και 11.727,92 ευρώ αντιστοίχως δ) του ισογείου γκαράζ σε 675,13 ευρώ και 1200,23 ευρώ αντιστοίχως ε) του ισογείου κοτετσιού και αποθήκης σε 2.421,60 και 4.305,06 ευρώ αντιστοίχως στ) της κατοικίας Α' ορόφου σε 29.770,65 και 52,925,59 ευρώ (674 ευρώ/τ.μ.) αντιστοίχως.
Από τα παραπάνω εκτιθέμενα συνάγεται, ότι κατά τα έτη 2005 και 2007 επήλθε αύξηση των αντικειμενικών αξιών σε ποσοστό 70%-80% προσεγγίζοντας τις πραγματικές τιμές των ακινήτων. Από το στατιστικό στοιχείο οικονομικής συγκυρίας Τράπεζας Ελλάδος που προσκομίζεται, προκύπτει αύξηση τιμών των κατοικιών σε ποσοστό 3,8% και 2,6% τα έτη 2007 και 2008 και έκτοτε μείωση κατά 2,9% το έτος 2009 και 3,3% το έτος 2010 ενώ, λόγω της οικονομικής κρίσης, παρατηρείται έκτοτε, συνεχώς αυξανόμενη μείωση των τιμών τους.
Ο μάρτυρας των αιτούντων Κ. Μ., αρχιτέκτων μηχανικός, που κατέθεσε στις 13.3.1997 στη δίκη για τον προσωρινό προσδιορισμό της αποζημίωσης, υπολόγισε την αξία των επιδίκων εδαφικών εκτάσεων σε 260.000 δραχμές το τ.μ. δηλαδή σε 763,02 ευρώ το τ.μ., όσο αναφέρει και στην από Μαΐου 1996 τεχνική του έκθεση. Στο ίδιο ποσό με την αυτή έκθεση υπολόγισε την αξία ανά τ.μ.
της κατοικίας του πρώτου ορόφου (763,02 ευρώ), στο ποσό των 420.000 δραχμών ή ευρώ 1237,57 το τ.μ. την αξία του ισογείου καταστήματος, και στο ποσό των 180.000 δραχμών ή ευρώ 528,25 το τ.μ. την αξία του υπογείου. Στις 6.5.2008 στη δίκη ενώπιον του Εφετείου (βλ. 5289/2008 πρακτικά) ο αυτός μάρτυρας, κατέθεσε ότι η αξία ανά τ.μ. των εδαφικών εκτάσεων ανέρχεται πλέον σε 1.150 ευρώ, των ισογείων καταστημάτων σε 2.500 ευρώ, των υπογείων σε 950 ευρώ, των πρώτων ορόφων σε 1.100 ευρώ, των αποθηκών σε 550 ευρώ, του γκαράζ σε 450 ευρώ του οικίσκου σε 350 ευρώ, του δώματος σε 740 ευρώ ανά τ.μ., όσο δηλαδή εκτιμά με τις από 8.4.2008 εκθέσεις του ο αρχιτέκτων μηχανικός Γ.
Β. Ο ίδιος μάρτυρας στην αυτή κατάθεσή του επεσήμανε ότι το έτος 1999 οι αναφερόμενες στην από Μαΐου 1996 έκθεσή του τιμές είχαν αυξηθεί κατά 22%. Ο μάρτυρας των καθ' ων Χ. Σ., δημόσιος υπάλληλος, στη δίκη του προσωρινού προσδιορισμού της αποζημίωσης προσδιόρισε την τιμή ζώνης των ακινήτων που εφάπτονται στη πλατεία Κεραμοπούλου σε 170.000 δραχμές ή ευρώ 489,90, για δε τα ακίνητα που δεν έχουν πρόσοψη στη πλατεία σε 150.οοο δραχμές ή 440,20 ευρώ, την δε αντικειμενική αξία κατά το μήνα Νοέμβριο του 1995 των οικοπέδων που εφάπτονται στη πλατεία Κεραμοπούλου σε 90.823 δραχμές ή 266,54 ευρώ το τ.μ.
και όσων δεν εφάπτονται σε 68.000 δραχμές ή 199,57 ευρώ το τ.μ. Με τις ανταιτήσεις που οι καθ' ων άσκησαν με τις από 26.4.1999 προτάσεις τους στο Εφετείο ζήτησαν να καθορισθεί η οριστική τιμή μονάδας αποζημίωσης Α. Για την ΚΠ5 ιδιοκτησία στα συνολικά ποσά των 10.390.039 δραχμών για την κατοικία Α' ορόφου εμβαδού 99,5 ήτοι 306,44 ευρώ το τ.μ.,8.726.067 δραχμών για την ισόγεια κατοικία εμβαδού 92,85 τ.μ.
ήτοι 275,80 ευρώ το τ.μ, 15.669.77 δραχμών για την επαγγελματική στέγη εμβαδού 84,67 τ.μ ήτοι 543,12 ευρώ το τ.μ και 10.989.759 δραχμών ήτοι 32.251,67 ευρώ για το οικόπεδο. Β Για την ΚΠ6 ιδιοκτησία στα συνολικά ποσά των 7.801.806 δραχμών για την κατοικία Α' ορόφου εμβαδού 80,94 τ.μ., 12.508.800 δραχμών για την επαγγελματική στέγη εμβαδού 67,59 τ.μ.
ήτοι 543,12 ευρώ το τμ και 5.143.438 δραχμών ήτοι 15.094,46 ευρώ για το οικόπεδο. Εξ άλλου, με την 311/1997 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θηβών καθορίστηκε η προσωρινή αποζημίωση των επίδικων εδαφικών εκτάσεων με κρίσιμο χρόνο την 13.3.1997, σε 52.000 δρχ (152,60) το τμ για την ΚΠ5 ιδιοκτησία και 26.000 δρχ (76,30 ευρώ) για την ΚΠ6 ιδιοκτησία.
Με την ίδια απόφαση η προσωρινή αποζημίωση των επικειμένων καθορίστηκε στα εξής ποσά: Α) ιδιοκτησία ΚΠ5: σε 135.000 δρχ (396,18) ευρώ ανά κ.μ. για την κατοικία Α ορόφου, σε 122.οοο δρχ (358,03) ευρώ ανά κμ για την ισόγεια κατοικία και σε 240.000 δρχ (704,33) ευρώ ανά κμ για την επαγγελματική στέγη, σε 230.000 (674,98) ευρώ κατ' αποκοπή για το υπόστεγο γκαράζ-αποθήκη και σε 25.000δρχ (73,37 ευρώ) κατ' αποκοπή για το κτίσμα με τσιμεντόλιθους και ελλενίτ.
Β) Ιδιοκτησία ΚΠ6 125.000 δρχ (366,84 ευρώ) ανά κ.μ για την κατοικία Α' ορόφου και σε 240.000 δρχ (704,33 ευρώ) ανά κ.μ. για την επαγγελματική στέγη. Τα διάδικα μέρη προσκομίζουν με επίκληση: Οι αιτούντες: 1) την 181/1995 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θηβών με την οποία καθορίστηκε προσωρινή αποζημίωση για απαλλοτρίωση ακινήτου επί της οδού …αρ …και με κρίσιμο χρόνο 22.9.1994 στο ποσό των 350.000δρχ (1029 ευρώ ανά τμ) 2) το 46440/19.6.1996 συμβόλαιο της συμ/φου Θήβας Ασημίνας Γκόγκου, δυνάμει του οποίου πωλήθηκε ισόγειο κατάστημα κτισμένο σε οικόπεδο 53,46 τμ επί της οδού … αρ … στη Θήβα αντί του ποσού των 15.811.420 δρχ (869 ευρώ ανά τμ) 3) τα από 15.6.2007 φύλλα της εφημερίδας "Χρυσή Ευκαιρία " στα οποία προσφέρονται αντιστοίχως προς πώληση οροφοδιαμέρισμα 100 τμ μαζί με δικαίωμα υψούν, άλλα τόσα, στη Θήβα (ζώνη Α) αντί του ποσού των 350.000 ευρώ (3.500 ευρώ ανά τ.μ.), καθώς και ισόγειο κατάστημα 110 τ.μ.
στη Θήβα αντί του ποσού των 275.000 ευρώ (2.750 ευρώ/τ.μ.). 4) Προσκομίζονται επίσης φύλλα εφημερίδων έτους 1995 σχετικά με τις αντικειμενικές αξίες στο Δήμο Θηβών. 5) Τις εκθέσεις εκτίμησης ακινήτων από 8/4/2008, τεχνικές περιγραφές από 8/4/2008 και εκθέσεις εκτίμησης ακινήτων από 1/2/2011 του αρχιτέκτονα μηχανικού Γ. Β. που προσδιορίζει τις αντικειμενικές αξίες των ακινήτων α) Για την ΚΠ5 ιδιοκτησία, οικόπεδο 1.150 ευρώ/τ.μ., υπόγειο 950 ευρώ/τ.μ., πατάρι 650 ευρώ/τ.μ., Α' όροφος κατοικία 1.100 ευρώ/τ.μ., β) Για την ΚΠ6 ιδιοκτησία, οικόπεδο 1.150 ευρώ/τ.μ., ισόγειο κατάστημα 2.500 ευρώ/τ.μ.:
Α' όροφος κατοικία 1.100 ευρώ/τ.μ. 6) την από 27/8/2007 δήλωση της Γ. Τ. μεσίτριας που εκτιμά τις αξίες των ακινήτων ως εξής: οικόπεδα 1.300 ευρώ/τ.μ., καταστήματα 3.000 ευρώ/τ.μ., κατοικίες 1500 ευρώ/ τμ, υπόγεια 1.100 ευρώ/τ.μ.
Οι καθ' ων προσκομίζουν 1) την 10267/1995 απόφαση του Εφετείου Αθηνών με την οποία καθορίσθηκε οριστική τιμή αποζημίωσης για ακίνητα (οικόπεδο) στην οδό … στη Θήβα με κρίσιμο χρόνο την 22/9/1994 σε 90.000 δρχ., δηλαδή σε 264,12 ευρώ/τ.μ.
Με βάση τα προαναφερθέντα αποδεικτικά στοιχεία, αλλά και όσα δε μνημονεύονται ρητά, τα συγκριτικά στοιχεία εκτιμώμενα κατά το λόγο της τοπικής και χρονικής προσφορότητας, το Δικαστήριο κρίνει ότι η οριστική τιμή μονάδος αποζημίωσης των απαλλοτριουμένων μετά των επικειμένων τους κατά τον κρίσιμο χρόνο της παρούσας συζήτησης (25.1.2013) μετά την αναίρεση της 4033/2011 απόφασης του Εφετείου Αθηνών ως προς τους ως ανωτέρω αιτούντες και σε σχέση με τα υπό στοιχεία ΚΠ5 και ΚΠ6 απαλλοτριούμενα ακίνητα της ιδιοκτησίας τους χωρίς να υπολογισθεί η τυχόν ανατίμησή τους εξαιτίας της εξαγγελίας της απαλλοτρίωσης ή της εκτέλεσης των έργων, για το οποίο κηρύχθηκε η απαλλοτρίωση και συνακόλουθα η πλήρης αποζημίωση, δηλαδή εκείνη με την οποία οι ως ανωτέρω αιτούντες-αναιρεσείοντες μπορούν να αντικαταστήσουν τα απαλλοτριούμενα με άλλα ισάξια, ανέρχονται στις αναγραφόμενες στο διατακτικό τιμές.
Επειδή, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 322 παρ 1 και 324 του ΚΠολ, το δεδικασμένο αφορά το δικαίωμα, το οποίο είχε με την αγωγή προβληθεί, με βάση την επικληθείσα συγκεκριμένη ιστορική και συνακόλουθη νόμιμη αιτία. Δεν γεννάται δεδικασμένο ως προς άλλες ιστορικές βάσεις που θα ήταν δυνατόν να στηρίζουν το δικαίωμα και το ίδιο αγωγικό αίτημα, οι οποίες όμως δεν είχαν προβληθεί με την αγωγή και επί των οποίων επομένως, το δικαστήριο δεν έκρινε.
Ο ενάγων, ο οποίος είχε στηρίξει το αγωγικό αίτημα σε ορισμένη ιστορική αιτία, δεν κωλύεται αν η αγωγή εκείνη απορρίφθηκε, να στηρίξει με τη νέα αγωγή του όμοιο αίτημα σε διάφορη ιστορική αιτία. Η βάση όμως επί της οποίας το δικαστήριο έκρινε καθώς και ο λόγος της απόρριψης, κρίνεται από την ίδια την απορριπτική απόφαση.
Διότι αυτή αναγκαίως αξιολόγησε την αγωγή επί της οποίας έκρινε και αποφάνθηκε επί της ιστορικής αιτίας της η δε επ' αυτής κρίση της παράγει δεδικασμένο, η έκταση του οποίου καθορίζεται από την αιτιολογία της απόρριψης. Προκειμένου επομένως, να εξετασθεί, αν υφίσταται από προηγηθείσα τελεσίδικη απόφαση δεδικασμένο το οποίο κωλύει την έρευνα του ήδη με νέα αγωγή φερόμενου προς κρίση, βάσει ορισμένης αιτίας αιτήματος, θα ληφθεί υπόψη η αιτιολογία της πρώτης απόφασης , όσον αφορά την ιστορική αιτία επί της οποίας έκρινε και ο λόγος της απόρριψης.
Εξ άλλου, ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 16 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας εξετάζοντας αυτεπαγγέλτως ή μετά από πρόταση κάποιου διαδίκου, ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις του δεδικασμένου δέχεται παρά το νόμο, ότι υπάρχει ή δεν υπάρχει δεδικασμένο.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα παραδεκτώς κατ' άρθρο 561§2 ΚΠολΔ επισκοπούμενα διαδικαστικά έγγραφα οι ως ανωτέρω Γ. χα Χ. Χ., Β. Χ. και Μ. Χ. του Χ. (1η, 2ος ,3η ), Ε. χα Κ. Χ., Β. Χ. και Π. Χ. του Κ. (4η , 5ος ,6ος) με τις υπ. αρ. κατ. 1235/1997 και 1234/1997 αιτήσεις τους και αντίστοιχα με τις υπ. αρ. κατ. 338/2010 και 340/2010 παρεμπίπτουσες αιτήσεις τους ενώπιον του Εφετείου Αθηνών ζήτησαν να καθορισθεί οριστική τιμή μονάδος αποζημιώσεως για τις υπό στοιχεία Κ5 και Κ6 ιδιοκτησίες τους που απαλλοτριώθηκαν αναγκαστικά δυνάμει της υπ.
αρ. 1059448/4108/0010/18.7.1991 κοινής απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Πολιτισμού για λόγους δημόσιας ωφέλειας και ειδικότερα, σε σχέση με τη ΚΠ5 ιδιοκτησία για την οικοπεδική έκταση, το υπόγειο, το ισόγειο κατάστημα, το πατάρι και το δικαίωμα υψούν και σε σχέση με τη ΚΠ6 ιδιοκτησία για την οικοπεδική έκταση, το υπόγειο, το ισόγειο κατάστημα, τον α' όροφο, το δικαίωμα υψούν και τα επικείμενα.
Το Εφετείο, με τη 6832/2005 απόφαση απέρριψε το αίτημα καθορισμού οριστικής τιμής μονάδος αποζημιώσεως για το δικαίωμα υψούν στις με αρ. ΚΠ5 και ΚΠ6 ιδιοκτησίες, διότι οι υπάρχουσες σαυτές οικοδομές δεν έχουν την στατική επάρκεια για τη καθ ύψος επέκτασή τους χωρίς προηγούμενη ενίσχυση της υπάρχουσας θεμελίωσης.
Η απόφαση αυτή αναιρέθηκε με τη 402/2007 απόφαση του Αρείου Πάγου, το μεν, διότι όρισε ως σκοπητέο χρόνο υπολογισμού της πραγματικής αξίας των απαλλοτριωθέντων το χρόνο συζήτησης για τον προσωρινό προσδιορισμό της αποζημίωσης, ήτοι την 13.3.1997, ενώ οι ως άνω αιτήσεις τους για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημιώσεως συζητήθηκαν στις 17.5.2005, ήτοι μετά την παρέλευση ενός και πλέον έτους από τη γενόμενη συζήτηση για τον προσωρινό προσδιορισμό και την ισχύ των αναθεωρημένων διατάξεων της παρ 2 του άρθρου 17 του Συντάγματος 2001, οπότε ως κρίσιμος χρόνος για την πραγματική αξία των απαλλοτριωθέντων λαμβάνεται υπόψη ο χρόνος της συζητήσεως για τον οριστικό προσδιορισμό, το δε διότι με ανεπαρκείς αιτιολογίες απέρριψε το αίτημα καθορισμού οριστικής τιμής μονάδος του δικαιώματος υψούν για τις υπ.
αρ. ΚΠ5 και ΚΠ6 ιδιοκτησίες. Η εκδοθείσα στη συνέχεια 5289/2008 α[όφαση του Εφετείου αναφορικά με το τελευταίο αυτό αίτημα, το απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμο καθ όσον, όπως δέχθηκε, δεν μπορούν να προστεθούν άλλοι όροφοι με βάση την νυν υφιστάμενη θεμελίωσή τους και εν γένει στατική επάρκεια, ώστε να είναι δυνατή και ασφαλής η καθ' ύψος επέκταση του υπάρχοντος κτιρίου εκάστης τούτων των ιδιοκτησιών, παρεκτός αν ενισχυθεί η υπάρχουσα θεμελίωσή τους και κατόπιν ερευνητικής μελέτης, αν απαιτηθεί και η ενίσχυση των δοκών και υποστυλωμάτων τους, λύση όμως που δεν αποδείχθηκε από τους έχοντες το βάρος απόδειξης αιτούντες, ότι είναι και συμφέρουσα από οικονομική άποψη με παράθεση αναλυτικών στοιχείων κόστους της απαιτηθησόμενης για το έργο αυτό δαπάνης αναφορικά με την ωφέλεια που θα αποκομίσουν από την καθ' ύψος επέκταση των οικοδομών τους, αφού μόνη η κατάθεση του μάρτυρα αυτών Κ.
Μ. ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου ότι "οι εν λόγω οικοδομές έχουν καλή κατασκευή και τεχνικά μπορούν να υψωθούν και αυτό είναι συμφέρον γιατί υπάρχει ο σκελετός" χωρίς περαιτέρω οικονομική ανάλυση του κόστους του έργου συγκριτικά με την αποκομιζόμενη ωφέλεια, δεν μπορεί, ενόψει και της άρνησης των καθ' ων να οδηγήσει το Δικαστήριο σε παραδοχή του εν λόγω αιτήματος.
Περαιτέρω, με την ίδια ως άνω απόφαση καθορίσθηκε οριστική τιμή μονάδος αποζημιώσεως για την εδαφική, έκταση των ΚΠ5 και ΚΠ6 ιδιοκτησιών και για τα επικείμενα των ιδιοκτησιών αυτών με κρίσιμο χρόνο την 4.5.1999. Η τελευταία αυτή απόφαση αναιρέθηκε με την 524/2010 απόφαση του Αρείου Πάγου διότι θεώρησε ως κρίσιμο χρόνο υπολογισμού της τιμής μονάδας την 4.5.1999 και όχι το χρόνο της συζήτησης της υπόθεσης (6.5.2008) ενώπιον αυτού.
Στη συνέχεια, εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση (υπ. αρ. 4033/2011) του Εφετείου, η οποία προσδιόρισε οριστική τιμή μονάδος αποζημιώσεως ενιαία για τις εδαφικές εκτάσεις και τα επικείμενα των ΚΠ5 και ΚΠ6 ιδιοκτησιών που κηρύχθηκαν αναγκαστικά απαλλοτριωτέες με την 1059448/4108/0010/18.7.1991 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Πολιτισμού, ενώ εξ άλλου, όπως περαιτέρω, δέχθηκε, στην αποζημίωση των επικειμένων των υπ.
αρ. ΚΠ5 και ΚΠ6 ιδιοκτησιών δεν υπολογίζονται τα ποσά των 110.145,65 ευρώ αντίστοιχα που αναφέρονται στα έγγραφα της Κτηματικής Υπηρεσίας Βοιωτίας περί της αντικειμενικής αξίας των απαλλοτριωθέντων, γιατί προφανώς, αφορούν την αξία του Δικαιώματος επέκτασης της οικοδομής τους, επειδή οι καλούντες (αναιρεσείοντες) δεν προσέβαλαν με την αναίρεσή τους την 5289/2008 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, κατά το κεφάλαιό της που αφορούσε την απόρριψη του αιτήματος καθορισμού ιδιαίτερης αποζημίωσης για το δικαίωμα υψούν για τις ΚΠ5 και ΚΠ6 ιδιοκτησίες".
Με το δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση κατά ένα μέρος η πλημμέλεια από τον αριθμό 16 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι το Εφετείο, παρά το Νόμο δέχθηκε δεδικασμένο απορρέον από την προγενέστερη υπ. αρ. 5289/2008 απόφαση αυτού αναφορικά με την απορριπτική αυτής κρίση ως προς το κεφάλαιο της αποζημίωσης του δικαιώματος υψούν των απαλλοτριωθεισών ιδιοκτησιών των ως ανωτέρω αναιρεσειόντων.
Ο λόγος αυτός της αιτήσεως αναιρέσεως κατά το μέρος αυτό είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, καθόσον στο παρατιθέμενο ως άνω αιτιολογικό της εν λόγω απόφασης (υπ. αρ. 5289/2008) σαφώς διατυπώνεται η επικαλούμενη απορριπτική αυτής κρίση αναφορικά με την αιτούμενη αποζημίωση του δικαιώματος υψούν των υπό στοιχεία ΚΠ5 και ΚΠ6 ιδιοκτησιών των ως ανωτέρω αναιρεσειόντων ενόψει και της έτερης αυτής παραδοχής περί μη προσβολής της εν λόγω απόφασης κατά το κεφάλαιό της αυτό με την ασκηθείσα κατ' αυτής αναίρεσή τους.
Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 106, 335, 338, 340 και 346 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας προκειμένου να σχηματίσει το αποδεικτικό πόρισμα αναφορικώς με τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έχουν ανάγκη αποδείξεως, υποχρεούται να λάβει υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα τα οποία νομίμως επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, χωρίς να είναι ανάγκη να γίνεται χωριστή αξιολόγηση του καθενός.
Η παραβίαση της υποχρεώσεως αυτής ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αρ. 11 περ γ του ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως. Ο λόγος όμως αυτός απορρίπτεται ως αβάσιμος κατ' ουσίαν όταν το δικαστήριο βεβαιώνει στην απόφασή του ότι έλαβε υπόψη τα συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα για τα οποία προτείνεται ο λόγος αναιρέσεως , ή προκειμένου περί εγγράφων όταν έλαβε υπόψη όλα τα με επίκληση προσκομισθέντα από τους διαδίκους έγγραφα, εκτός αν παρά τη διαβεβαίωση αυτή από το περιεχόμενο της αποφάσεως και ιδίως από τις αιτιολογίες της καταλείπονται αμφιβολίες για τη συνεκτίμηση όλων ή ορισμένων εγγράφων, οπότε και μόνον είναι κατ' ουσία βάσιμος ο πιο πάνω λόγος αναιρέσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως προσάπτεται από τους αναιρεσείοντες Β. Ι. Χ., Χ. Ι. του Δ., Χ. Θ. του Δ. και Π. Ι. Χ. (7ο, 8α, 8β και 9ο) στην προσβαλλόμενη απόφαση κατά ένα μέρος, η πλημμέλεια από τον αριθμό 11 εδ.γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό πόρισμα αναφορικά με την οριστική υπόψη τιμή μονάδος των απαλλοτριωθέντων ιδιοκτησιών, δεν έλαβε υπόψη 1) τις από 8.4.2008 και 1.2.2011 εκθέσεις εκτίμησης ακινήτων και τεχνικές περιγραφές του αρχιτέκτονα μηχανικού Γ.
Β. 2) την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα των αναιρεσιόντων ενώπιον του Εφετείου που περιέχεται στα υπ. αρ. 5289/2008 πρακτικά αυτού. 3) το υπ. αρ. 134 τεύχος Στατιστικού Δελτίου οικονομικής Συγκυρίας της Τράπεζας της Ελλάδος και 4) τα υπ. αρ. πρωτ. 1559/21.9.2007 και 101/1.2.2011 έγγραφα της Κτηματικής Υπηρεσίας Ν. Βοιωτίας περί της αντικειμενικής αξίας των απαλλοτριωθέντων.
Ο αναιρετικός λόγος ο οποίος είναι και ο μοναδικός λόγος αναιρέσεως, τον οποίο προβάλλουν κατά της προσβαλλόμενης αποφάσεως οι από του αναιρεσείοντες Β. Ι. Χ., Χ. Ι. του Δ., Χ. Θ. του Δ. και Π. Ι. Χ. (7ο, 8α, 8β και 9ο) είναι κατά το ως άνω μέρος απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι όπως από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει, το Εφετείο, ρητά αναφέρεται στα επικαλούμενα αποδεικτικά ως ανωτέρω μέσα για τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος αναφορικά με την οριστική τιμή μονάδος των απαλλοτριωθεισών ιδιοκτησιών.
Επειδή, με βάση τα προεκτιθέμενα, πρέπει να απορριφθεί η από 11.4.2012 αίτηση αναιρέσεως της 4033/2011 απόφασης του Εφετείου Αθηνών των εκ των αναιρεσειόντων Β. Ι. Χ., Χ. Ι. του Δ., Χ. Θ. του Δ., Π. Ι. Χ. (7ο, 8α, 8β και 9ου αντίστοιχα) και μη επιβληθεί δικαστική δαπάνη σε βάρος τους ελλείψει σχετικού ως προς αυτούς αιτήματος των αναιρεσιβλήτων.
Περαιτέρω, πρέπει, κατά παραδοχή ως βάσιμου και κατ' ουσία του πρώτου λόγου της ως ανωτέρω αιτήσεως αναιρέσεως να γίνει δεκτή αυτή ως βάσιμη και κατ' ουσία ως προς τους εκ των αναιρεσειόντων Γ. Χ. Χ. Χ., Β. Χ. του Χ., Μ. Χ. του Χ., Ε. Χ. Κ. Χ., Β. Χ. του Κ. και Π. Χ. του Κ. (1ο έως και 6ο των αναιρεσειόντων), να εξαφανισθεί η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς αυτούς και αφού διακρατηθεί η υπόθεση προς κατ' ουσία έρευνα από το Δικαστήριο τούτο (άρθρο 580§3 ΚΠολΔ), πρέπει να απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμες οι με αρ.
κατ. 338/2010 και 340/2010 παρεμπίπτουσες αιτήσεις των εκ των αναιρεσειόντων αντίστοιχα Γ. Χ. Χ., Β. Χ. Μ. Χ. (1ης,2ου,3ης ) και Ε. χας Κ. Χ., Β. και Π. Χ. (4ης,5ου και 6ου ) καθώς και οι ανταιτήσεις των αναιρεσιβλήτων, να γίνουν εν μέρει δεκτές οι με αρ. κατ. 1235/1997 και 1234/1997 αιτήσεις των ως ανωτέρω αναιρεσειόντων και να διαταχθεί η επιστροφή στους αναιρεσείοντες του κατατεθέντος παραβόλου (άρθρο 12§2 ν. 4055/2012).
Εξ άλλου, από τις διατάξεις του άρθρου 18§4 του Ν 2882/2001 προκύπτει ότι α) η δικαστική δαπάνη βαρύνει τον υπόχρεο προς αποζημίωση και επιδικάζεται από το δικαστήριο με την ίδια απόφαση, β) η εκκαθάριση της δικαστικής δαπάνης γίνεται σύμφωνα με τις εκάστοτε ισχύουσες οικείες διατάξεις, γ) το άρθρο 22 του Ν.3693/1957 δεν εφαρμόζεται, δ) η απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου, με την οποία καθορίζεται η προσωρινή αποζημίωση, αποτελεί, ως προς την δικαστική δαπάνη, τίτλο εκτελεστό εις βάρος του υποχρέου προς αποζημίωση, εάν και οι δύο διάδικοι απεδέχθησαν την απόφαση αυτή ή παρήλθε άπρακτη η προθεσμία ασκήσεως αιτήσεως οριστικού προσδιορισμού της αποζημιώσεως, ε) σε περίπτωση ασκήσεως εμπροθέσμου αιτήσεως, το Εφετείο αποφαίνεται ενιαίος τόσο για την δικαστική δαπάνη της ενώπιον αυτού διαδικασίας, όσο και για την δικαστική δαπάνη του προσωρινού προσδιορισμού της αποζημιώσεως και στ) στη δίκη του προσωρινού ή οριστικού προσδιορισμού της αποζημιώσεως του απαλλοτριουμένου ακινήτου, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 18, 19 και 20 του αυτού, ως άνω, νόμου, ένα είναι το αντικείμενο της δίκης, δηλαδή ο προσδιορισμός της αποζημιώσεως (προσωρινός ή οριστικός) και συνεπώς μία αμοιβή του δικηγόρου, σε ποσοστό επί της αξίας του αντικειμένου αυτού της δίκης, ορίζεται (άρθρα 100§1, 114§5 του Κώδικα Δικηγόρων).
Έτσι, σε περίπτωση ασκήσεως εμπροθέσμου αιτήσεως, για τον προσδιορισμό της οριστικής αποζημιώσεως στο Εφετείο, μετά τον προσωρινό προσδιορισμό της αποζημιώσεως, η δικαστική δαπάνη περιλαμβάνει: 1) τα γενόμενα για την διεξαγωγή και υπεράσπιση της δίκης έξοδα που ήταν απαραίτητα (άρθρο 189§1 του Κ.Πολ.Δ.), 2) την αμοιβή του δικηγόρου του δικαιούχου για την παράστασή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου καθώς και την παράστασή του ενώπιον του Εφετείου (άρθρ. 109 και 111 του Κώδικα Δικηγόρων) και 3) την αμοιβή του δικηγόρου του δικαιούχου, σε ποσοστό επί της καθοριζομένης οριστικής αποζημιώσεως και ειδικότερα:
α) από ποσοστό 2% για την σύνταξη αιτήσεως ανταιτήσεως, δι' ιδίου δικογράφου ή κυρίας παρεμβάσεως, δι' ιδίου δικογράφου, β) από 1% για την σύνταξη προτάσεων επί της αιτήσεως ή της δι' ιδίου δικογράφου ασκηθείσας κυρίας παρεμβάσεως και γ) από 2% για την άσκηση ανταιτήσεως, δια των προτάσεων, ή κυρίας παρεμβάσεως δια των προτάσεων ή την σύνταξη απλών προτάσεων του καθ' ού, κατά τις διατάξεις των άρθρων 100§1, 103, 107 §1 και 11 §3 του Κώδικα περί Δικηγόρων.
Εξ άλλου, κατά την διάταξη του άρθρου 579 §1 του Κ.Πολ.Δ., "αν αναιρεθεί η απόφαση, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την απόφαση που αναιρέθηκε και η διαδικασία πριν από την απόφαση αυτή ακυρώνεται μόνον εφ' όσον στηρίζεται στην παράβαση για την οποία έγινε δεκτή η αναίρεση...". Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, μετά την αναίρεση της αποφάσεως, καταργείται, κατά την αυτή έκταση, και η συζήτηση κατά την οποία είχε εκδοθεί η αναιρεθείσα απόφαση.
Ως εκ τούτου, οι προτάσεις που υποβλήθηκαν κατ' αυτήν, εφ' όσον ανάγονται σε διατάξεις για τις οποίες ασκήθηκε η αναίρεση, δεν λαμβάνονται υπόψη.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 11.4.2012 αίτηση αναιρέσεως της 4033/2011 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών των εκ των αναιρεσειόντων 1.Β. Ι. Χ., 2.Χ. Ι. του Δ., 3Χ. Θ. του Δ. και Π. Ι. Χ. ((7ου, 8α, 8β και 9ου αντίστοιχα).
Αναιρεί την 4033/2011 απόφαση του Εφετείου Αθηνών κατά το μέρος που στο σκεπτικό αναφέρεται, ως προς τους εκ των αναιρεσειόντων 1. Γ. χα Χ. Χ. 2 Β. Χ. του Χ. 3 Μ. Χ. του Χ. 4 Ε. χα Κ. Χ.5 Β. Χ. του Κ. και Π. Χ. του Κ. (1η ,2ο ,3η ,4η ,5ο και 6ο αντίστοιχα. Κρατεί την υπόθεση, κατά το αναιρεθέν μέρος και τη δικάζει κατ' ουσίαν.
Απορρίπτει τις με αρ. κατ.338/2010 και 340/2010 παρεμπίπτουσες αιτήσεις, καθώς και τις ανταιτήσεις.
Δέχεται κατά τα λοιπά εν μέρει τις αιτήσεις ως προς τους ανωτέρω αναιρεσείοντες.
Καθορίζει οριστικά την τιμή μονάδας αποζημίωσης των εδαφικών εκτάσεων και των επικείμενων τους των με αρ. κτηματολογικού πίνακα 5 και 6 ιδιοκτησιών που κηρύχθηκαν αναγκαστικά απαλλοτριωτέες με την 1059448/4108/0010/18.7.1991 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Πολιτισμού (ΦΕΚ 552/Δ/7.8.1991) για την προστασία, συντήρηση, ανάδειξη και μελλοντική επέκταση του Μουσείου Θήβας στα παρακάτω ποσά. Α) Για την ΚΠ5 ιδιοκτησία.
Εδαφικές εκτάσεις σε πεντακόσια ευρώ (500) ευρώ ανά τμ.
Επικείμενα:
1) Υπόγεια αποθήκη εμβαδού 85,50 τμ σε διακόσια εβδομήντα (270) ευρώ ανά τμ. 2) Ισόγειο κατάστημα εμβαδού 85,50 τμ. Σε (800) ευρώ ανά τμ.
3) Πατάρι εμβαδού 19,75 τμ σε τριακόσια (300) ευρώ ανά τμ.
4) Πρώτος Α' όροφος εμβαδού 99,60 τμ σε πεντακόσια πενήντα (550) ευρώ ανά τμ. 5) Εξωτερικό κλιμακοστάσιο εμβαδού 12,50 τμ. σε εκατό (100) ευρώ ανά τμ. και 6) Στοά εμβαδού 15,20 τμ. σε εκατό ευρώ (100) ανά τμ.
Β) Για την ΚΠ6 ιδιοκτησία Εδαφικές εκτάσεις σε πεντακόσια ευρώ (500) ευρώ ανά τμ.
Επικείμενα 1) Υπόγεια αποθήκη εμβαδού 69,50 τμ. σε διακόσια εβδομήντα (270) ευρώ ανά τμ.
2) Ισόγειο κατάστημα με κλειστό χώρο εισόδου και κλιμακοστάσιο συνολικού εμβαδού 71,40 τμ. σε οκτακόσια είκοσι (820) ευρώ ανά τμ.
3) Χώρος στοάς εμβαδού 14,20 τμ. σε εκατό (100) ευρώ ανά τμ.
4) Πρώτος Α'όροφος εμβαδού 84,25 τμ σε πεντακόσια πενήντα (550) ευρώ ανά τμ.
5) Μικροκατασκευή (κοτέτσι) από τσιμεντόλιθους εμβαδού 17,80 τμ σε πενήντα (50) ευρώ ανά τμ.
6) Υπόστεγο μεταλλικής κατασκευής με στέγη από ελενίτ εμβαδού 17,80 τμ. σε ογδόντα (80) ευρώ ανά τμ.
7) Ισόγεια αποθήκη από τσιμεντόλιθους εμβαδού 11,25 τμ σε εκατό (100) ευρώ ανά τμ.
Καταδικάζει το δεύτερο των καθών "Ταμείο Αρχαιολογικών Πόρων και Απαλλοτριώσεων" (υπόχρεο σε αποζημίωση στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αιτούντων ((δικαιούχων αποζημίωσης) για τις ΚΠ5 και ΚΠ6 ιδιοκτησίες τα οποία ορίζει σε 3% επί της καθορισθείσης ως άνω αποζημίωσης που αναλογεί σε κάθε αιτούντα και επιπλέον στο ποσό των οκτακοσίων (800) ευρώ για παράσταση του πληρεξουσίου δικηγόρου των ως ανωτέρω αιτούντων- αναιρεσειόντων στην παρούσα δίκη και στη δίκη για τον προσωρινό προσδιορισμό της αποζημίωσης μετά των λοιπών εξόδων. Και Διατάσει την επιστροφή στους αναιρεσείοντες του κατατεθέντος παραβόλου.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 9 Απριλίου 2013. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 14 Μαΐου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ