Supreme Court dismisses appeal as inadmissible due to lack of legal interest and final judgment on main claims.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request for cassation against the Court of Appeals' decision. The appellant argued that the employment contract was invalid due to a lack of professional license, claiming the work performed did not require such a license. The court found that the lower courts had already ruled the main claims inadmissible and the ancillary unjust enrichment claim unfounded. Consequently, the court held that all cassation grounds lacked direct legal interest because overturning the decision would not benefit the appellant given the final judgment on the underlying facts.
Legislator headnote
AI generatedArticles 68 and 559 of the Code of Civil Procedure; The court dismisses cassation requests lacking direct legal interest when the underlying facts have been finally adjudicated as false, rendering any reversal of the lower court's decision on the main claim's rejection futile for the appellant.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 898 / 2012 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:
Ναυπηγοί. Η έλλειψη άδειας ασκήσεως του επαγγέλματος καθιστά τη σύμβαση εργασίας άκυρη. Απαράδεκτοι, ως προβαλλόμενοι χωρίς άμεσο έννομο συμφέρον, λόγοι αναιρέσεως με τους οποίους επιδιώκεται η διάσωση του κύρους της συμβάσεως, ενώ τα περιστατικά που στηρίζουν τις ένδικες αξιώσεις έχουν κριθεί τελεσίδικα αναληθή, κατά την έρευνα και κατ' ουσίαν απόρριψη της επικουρικής βάσεως από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό. Απορρίπτει την αίτηση.
Αριθμός 898/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2 Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους δικαστές Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Δημήτριο Μουστάκα, Χριστόφορο Κοσμίδη και Ασπασία Καρέλλου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 27η Μαρτίου 2012, με την παρουσία και του γραμματέως Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
ΤΟΥ ΑΝΑΙΡΕΣΕΙΟΝΤΟΣ: Γ. Τ. του Ν., κατοίκου ..., που παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου Αναστασίου Νάκου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
ΤΩΝ ΑΝΑΙΡΕΣΙΒΛΗΤΩΝ: 1) Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία "Ι. και Η. Τ. ΝΑΥΠΗΓΟΠΛΑΣΤΙΚΗ ΑΕΒΕ" όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Αθήνα και 2) Ι. Τ. του Δ., κατοίκου ..., που παραστάθηκαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Μιχαήλ Πικραμένου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-1-2001 (ημερομηνία κατάθεσης) αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πρεβέζης. Επί της αγωγής εκδόθηκε η 768/2001 απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 98/2008 απόφαση του Εφετείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση της τελευταίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 22-3-2011 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώθηκε. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Χριστόφορος Κοσμίδης, ανέγνωσε την από 15-3-2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης για αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 1225/1981 για τη "χορήγηση άδειας άσκησης επαγγέλματος στους διπλωματούχους μηχανικούς ανώτατων σχολών" και των άρθρων 1, 2, 3 και 9 του ν. 6422/1934 "περί ασκήσεως του επαγγέλματος του Μηχανολόγου, του Ηλεκτρολόγου και του Μηχανολόγου-Ηλεκτρολόγου Μηχανικού ως και του Ναυπηγού", η ελεύθερη άσκηση των επαγγελμάτων αυτών επιτρέπεται μόνο σε όσους έχουν αποκτήσει σχετικό δίπλωμα ανώτατης τεχνικής σχολής της ημεδαπής ή της αλλοδαπής (και, κατ' εξαίρεση, σε κάποιες άλλες κατηγορίες προσώπων με σχετική εμπειρία και ανάλογες σπουδές, σύμφωνα με μεταβατικές ρυθμίσεις του ν. 6422/1934 που δεν ενδιαφέρουν πλέον), οι οποίοι και μόνο δικαιούνται να φέρουν τον τίτλο του "διπλωματούχου" της αντίστοιχης ειδικότητας. Για "απλές" μηχανολογικές ή ηλεκτρολογικές εγκαταστάσεις, όμως, η άσκηση του επαγγέλματος, χωρίς παράλληλη χρήση του τίτλου "διπλωματούχος", επιτρέπεται και σε όσους έχουν πτυχίο μέσης ή κατώτερης τεχνικής σχολής της με ειδικότητα Μηχανολόγου ή Ηλεκτρολόγου, καθώς και σε τεχνίτες πείρας, εφ' όσον όλοι τους εφοδιάζονται με σχετικές άδειες, ανάλογα προς την ειδικότητα και την πείρα τους. Τέλος, όποιος χωρίς άδεια ασκεί το επάγγελμα ή χρησιμοποιεί τον τίτλο του διπλωματούχου Μηχανικού (Μηχανολόγου ή Ηλεκτρολόγου ή Μηχανολόγου-Ηλεκτρολόγου ή Ναυπηγού) τιμωρείται κατ' έγκληση, με την ποινή που καθορίζεται στον ως άνω νόμο.
2. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του δικογράφου της ένδικης, από 22-1-2001 αγωγής, ο αναιρεσείων (ενάγων), εξέθετε σ' αυτήν ότι την 26-3-1996 είχε προσληφθεί από την πρώτη από τους αναιρεσίβλητους, την οποία εκπροσωπούσε ο δεύτερος από αυτούς (εναγόμενοι), με σύμβαση παροχής εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και με την ειδικότητα του ναυπηγού - μηχανικού, προκειμένου να απασχοληθεί στο χώρο διαχείμασης, επισκευής και συντήρησης πλοίων (μαρίνα "Κλεοπάτρα"), που αυτή διατηρούσε στο Άκτιο, στην επισκευή και συντήρηση μηχανών και σε ηλεκτρολογικές και ναυπηγικές εργασίες επί πλοίων των πελατών της.
Με βάση τη σύμβαση αυτή και με την επίκληση του περιστατικού ότι ο αναιρεσείων είχε εργασθεί για μεγάλα χρονικά διαστήματα καθ' υπέρβαση του νομίμου ωραρίου, με την αγωγή ζητείτο να υποχρεωθούν οι αναιρεσίβλητοι να καταβάλουν εις ολόκληρο προς τον αναιρεσείοντα αμοιβές για υπερεργασία και υπερωρίες, καθώς και συναφείς διαφορές μεταξύ των νομίμων και των πράγματι καταβληθεισών αποδοχών του χρονικού διαστήματος από την έναρξη λειτουργίας της συμβάσεως μέχρι την άσκηση της αγωγής.
Επικουρικώς, για την περίπτωση που η σύμβαση εργασίας ήθελε κριθεί άκυρη, ο αναιρεσείων ζητούσε τις ίδιες αμοιβές με επίκληση των διατάξεων για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό (ΑΚ 904). Περαιτέρω, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε (όπως και το Πρωτοδικείο) ότι η κυρία βάση της ένδικης αγωγής ήταν μη νόμιμη, διότι, με δεδομένο το ότι ο αναιρεσείων δεν επικαλείτο την κατοχή άδειας εξάσκησης του επαγγέλματος για το οποίο είχε προσληφθεί, η σύμβαση εργασίας ήταν άκυρη, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 1225/1981 και των άρθρων 1, 2, 3 και 9 του ν. 6422/1934.
Κατόπιν αυτού, απέρριψε τους λόγους έφεσης που υποστήριζαν το αντίθετο και, μάλιστα, απέρριψε ως απαράδεκτο (ΚΠολΔ 224, 269, 527) τον όψιμο ισχυρισμό του αναιρεσείοντος (τότε εκκαλούντος) περί του ότι οι εργασίες για τις οποίες είχε προσληφθεί είχαν το χαρακτήρα των "απλών" εργασιών, προς διενέργεια των οποίων (κατά την άποψη του αναιρεσείοντος) δεν απαιτείτο άδεια σύμφωνα με το άρθρο 3 του ν. 6422/1934.
Στη συνέχεια, το Εφετείο (όπως και το Πρωτοδικείο) ερεύνησε τους λόγους της έφεσης που αναφέρονταν στην επικουρική βάση της αγωγής και τους απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμους, αφού δέχθηκε ότι ουδόλως είχε αποδειχθεί εργασία του αναιρεσείοντος πέραν των νομίμων χρονικών ορίων, επί της οποίας αμέσως ή εμμέσως στηρίζονταν οι ένδικες αξιώσεις.
3. Με τους τρεις, συναφείς μεταξύ τους, λόγους αναιρέσεως αποδίδονται στην προσβαλλομένη απόφαση οι αιτιάσεις ότι το Εφετείο: α) Εφάρμοσε εσφαλμένα τις διατάξεις του ν. 6422/1934 και, μάλιστα, αυτή του άρθρου 3, που επιτρέπει την απασχόληση χωρίς άδεια για την εκτέλεση "απλών" εργασιών. β) Περιέλαβε ελλιπή αιτιολογία, διότι δεν διευκρίνισε αν οι εργασίες, για τις οποίες είχε προσληφθεί ο αναιρεσείων, ενέπιπταν ή όχι στην κατηγορία των "απλών" εργασιών.
γ) Δεν έλαβε υπ' όψη τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος περί του ότι, στην πραγματικότητα, η σύμβαση, με την οποία είχε προσληφθεί, απέβλεπε στην εκτέλεση "απλών" εργασιών. Και δ) δέχθηκε ακυρότητα της σύμβασης εργασίας λόγω ελλείψεως της κατά νόμο άδειας ασκήσεως επαγγέλματος, ενώ στη συγκεκριμένη περίπτωση τέτοια άδεια δεν απαιτείτο.
Παρατηρείται, όμως, ότι πάντες οι λόγοι της αιτήσεως αποβλέπουν στην αναίρεση της προσβαλλομένης αποφάσεως με αποκλειστικό σκοπό τη διάσωση του κύρους της συμβάσεως εργασίας. Όπως αναφέρθηκε, οι ένδικες αξιώσεις είχαν και επικουρική βάση από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό. Η βάση αυτή ερευνήθηκε κατ' ουσίαν και απορρίφθηκε ως αναπόδεικτη.
Η περί τούτου κρίση δεν προσβάλλεται με λόγο αναιρέσεως. Ως εκ τούτου και παρά το γεγονός ότι οι νομικοί ισχυρισμοί του αναιρεσείοντος δεν βρίσκουν έρεισμα στις διατάξεις που αναφέρονται στην πρώτη σκέψη της παρούσας (βλ. παραπάνω, αρ.1), ακόμη και αν ήθελαν ευδοκιμήσει οι προβαλλόμενοι λόγοι αναιρέσεως, η ακύρωση της προσβαλλομένης αποφάσεως ως προς το κεφάλαιο περί απορρίψεως της κυρίας βάσεως της ένδικης αγωγής δεν θα ωφελούσε τον αναιρεσείοντα, αφού τα περιστατικά που στηρίζουν τις αξιώσεις του θα έχουν κριθεί αμετάκλητα αναληθή.
Επομένως, όλοι οι λόγοι της αιτήσεως, με τους οποίους προσάπτονται στην προσβαλλομένη απόφαση οι αναιρετικές πλημμέλειες του άρθρου 559 αρ. 1, αρ. 8, αρ. 14 και αρ. 19 ΚΠολΔ, προβάλλονται άνευ αμέσου εννόμου συμφέροντος (ΚΠολΔ 68) και, ως εκ τούτου, είναι προεχόντως απαράδεκτοι.
4. Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση. Ο αναιρεσείων πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτών (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 22-3-2011 αίτηση περί αναιρέσεως της 98/ 2008 αποφάσεως του Εφετείου Ιωαννίνων. -Και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα την 15η Μαΐου 2012. -Και
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στην Αθήνα την 29η Μαΐου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ