Legislator Case Law & Legislation
898/2011 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on divorce grounds, upholding strong breakdown of marriage due to wife's conduct.

Case Number 898/2011
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the lower court's divorce judgment. The appellant argued the appeal was invalid due to the respondent's mental incapacity and alleged procedural flaws, but the court found the grounds for divorce based on the wife's severe neglect and confinement of her husband to a psychiatric facility were well-founded. Consequently, the appeal was rejected, and the appellant was ordered to pay the respondent's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 217, 294, 295, 297, 299, 573 of the Code of Civil Procedure; Article 1439 of the Civil Code: The court may reject an appeal if the grounds for divorce are established by the lower court's reasoning regarding the breakdown of the marital relationship due to personal conduct.

Keywords

AI generated
divorce appeal breakdown of marriage mental incapacity procedural dismissal legal costs

Cited Legislation

AI generated
Articles 217, 294, 295, 297, 299, 573 of the Code of Civil Procedure
Article 1439 of the Civil Code
Article 559, paragraph 19 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 898 / 2011 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:

Διαζύγιο λόγω ισχυρού κλονισμού της έγγαμης σχέσης από λόγο που αφορά το πρόσωπο της εναγομένης (1439 παρ. 1 ΑΚ). Παραίτηση από δικόγραφο αναιρέσεως με εξώδικη δήλωση (217, 295, 297, 299 και 573 ΚΠολΔικ). Λόγο διακοπής δίκης συνιστά η μεταβολή στη δικαιοπρακτική ικανότητα του προσώπου και την ικανότητα παράστασης και προτείνεται μόνον από εκείνον στο πρόσωπο του οποίου συντρέχει (63, 286, 287 ΚΠολΔικ). Λόγοι αναιρέσεως 559 αρ. 10 ΚΠολΔικ αόριστη. 559 αρ. 8 ΚΠολΔικ. αόριστη. 559 αρ. 19 ΚΠολΔικ. αβάσιμο.

ΑΡΙΘΜΟΣ 898/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Φούκα, Γεώργιο Χρυσικό, Ιωάννη Σίδερη και Δημήτριο Τίγγα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του στις 2 Μαΐου 2011, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Γ. Ν. Β., συζ. Κ. Φ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξουσία δικηγόρο της Αγγελική Γουνοπούλου.

Του αναιρεσιβλήτου: Κ. Φ. του Ι., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξουσία δικηγόρο του Αφροδίτη Χαριτίδου.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20.12.2006 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2131/2003 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 532/2009 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 8 Ιουνίου 2009 αίτησή της.

Η αναιρεσείουσα δια της πληρεξουσίου δικηγόρου της, Αγγελικής Γουνοπούλου, κατέθεσε την από 26 Απριλίου 2001 εξώδικη δήλωση παραίτησης από τη συζήτηση του δικογράφου της από 8 Ιουνίου 2009 αιτήσεως αναιρέσεως κατά της 532/2009 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία επιδόθηκε με την με αριθμ. 138/27.04.2001 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης Χ. Δ..

Κατά την συζήτηση της υποθέσεως η πληρεξουσία δικηγόρος δήλωσε ότι η παραίτηση από το δικόγραφο αναιρέσεως ήταν μη νόμιμα, κατά παράβαση του άρθρου 286 ΚΠολΔ., καθόσον ο αναιρεσίβλητος πάσχει από άνοια, όπως προκύπτει από την έκθεση επιδόσεως και ζήτησε την αναβολή της υποθέσεως άλλως τη συζήτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Τίγγας ανέγνωσε την από 2 Μαρτίου 2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.

Η πληρεξουσία της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξουσία του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 217, 294, 295, 297, 299 και 573 του Κ.Πολ.Δικ. συνάγεται, ότι η παραίτηση από το ένδικο μέσο της αναιρέσεως, που επιφέρει κατάργηση της δίκης, μπορεί να γίνει είτε με προφορική δήλωση του παραιτουμένου που καταχωρίζεται στα πρακτικά, είτε με επιδιδόμενο στον αντίδικο του παραιτουμένου δικόγραφο.

Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 63, 286 περίπτωση α' και 287 του Κ.Πολ.Δικ. συνάγεται ότι τη μεταβολή στο πρόσωπο κάποιου διαδίκου της δικαιοπρακτικής του ικανότητας, που επηρεάζει την ικανότητα δικαστικής του παράστασης και αποτελεί λόγο βίαιης διακοπής της δίκης, μπορεί να γνωστοποιήσει στον αντίδικο μόνον το πρόσωπο που έχει δικαίωμα να επαναλάβει τη δίκη ή ο πληρεξούσιός του.

Στην προκείμενη περίπτωση, η αναιρεσείουσα υποβάλλει αίτημα αναβολής της δίκης, ισχυριζόμενη ότι με την από 26-4-2011 εξώδικη δήλωσή της παραιτήθηκε από το δικόγραφο της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως και ο αναιρεσίβλητος σύζυγός της πάσχει από άνοια, με συνέπεια να μην καταστεί δυνατή η επίδοση στον ίδιο της δηλώσεως παραιτήσεως και να συντρέχει λόγος διακοπής της δίκης.

Επομένως είναι μη νόμιμη τόσο η προβαλλόμενη παραίτηση από το δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως με εξώδικη δήλωση της αναιρεσείουσας, όσο και η επίκληση λόγου διακοπής της δίκης στο πρόσωπο του αντιδίκου συζύγου της και ενόψει τούτων είναι αβάσιμο το υποβαλλόμενο αίτημα αναβολής της δίκης. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 368, 383, 384 και 386 έως και 388 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο σε οποιοδήποτε στάδιο της δίκης, στον πρώτο ή δεύτερο βαθμό δικαιοδοσίας, διακριτική καταρχήν ευχέρεια έχει να διατάξει πραγματογνωμοσύνη, χωρίς, είτε τη διατάξει αυτεπάγγελτα είτε ύστερα από αίτηση των διαδίκων, να υποχρεούται να αιτιολογήσει την κρίση του, τότε δε μόνον υποχρεούται να διατάξει πραγματογνωμοσύνη και αν δεν το πράξει υποπίπτει στην παράβαση του άρθρου 559 αριθ.10 ΚΠολΔ, όταν α) πρόκειται ζήτημα για το οποίο απαιτούνται ειδικές γνώσεις τέχνης ή επιστήμης, η για το οποίο κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου και β) η ενέργειά της ζητήθηκε από κάποιον από τους διαδίκους.

Εξάλλου για να είναι ορισμένος ο από το άρθρο 559 αρ.10 του ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ο ασκών ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης πραγματικός ισχυρισμός για τον οποίο το δικαστήριο δεν διέταξε απόδειξη.

Στην προκείμενη περίπτωση με τον πρώτο από το άρθρο 559 αρ. 10 του ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία έγινε δεκτή η έφεση της αναιρεσείουσας κατά της πρωτόδικης απόφασης και διατάχθηκε η λύση του γάμου των διαδίκων, η αιτίαση ότι ενώ δέχθηκε, ότι απαιτούνται ιδιάζουσες γνώσεις, προκειμένου να κριθεί ότι ο αναιρεσίβλητος πάσχει από διαταραχές νοητικών λειτουργιών, δεν διέταξε ψυχιατρική πραγματογνωμοσύνη, μολονότι υποβλήθηκε σχετικό αίτημα από την αναιρεσείουσα. Επομένως, εφόσον δεν προσδιορίζεται με το αναιρετήριο στη βάση ποιού συλλογισμού και με ποιο ακριβώς περιεχόμενο διατυπώθηκε η ανάγκη για ιδιάζουσες γνώσεις προς διαπίστωση της διανοητικής καταστάσεως του αναιρεσιβλήτου-ενάγοντος, ούτε προς απόδειξη ποίου ισχυρισμού, που ασκούσε ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, θα συνέβαλε η διαπίστωση της διανοητικής καταστάσεως του αναιρεσιβλήτου, ο ως άνω από το άρθρο 559 αρ.10 του ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως είναι προεχόντως αόριστος.

Για το ορισμένο του εκ του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ λόγου αναιρέσεως, κατά τον οποίο αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, πρέπει, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 118 αρ. 4, 566 παρ. 1, 577 παρ. 4 και 578 του ΚΠολΔ, στο αναιρετήριο να αναφέρονται:

α) ποια ήταν τα "πράγματα", δηλαδή οι αυτοτελείς και θεμελιωτικοί ή καταλυτικοί ή διακωλυτικοί ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος ισχυρισμοί που συγκροτούσαν την ιστορική βάση αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως ή λόγου εφέσεως η αντεφέσεως και τους οποίους το δικαστήριο έλαβε υπόψη, ενώ δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη παρά το ότι είχαν προταθεί από τον αναιρεσείοντα, β)τα στοιχεία από τα οποία προκύπτει ότι οι ισχυρισμοί προτάθηκαν παραδεκτά από τον αναιρεσείοντα στο Εφετείο και ήταν νόμιμοι ή συντρέχει μία από τις περιπτώσεις του άρθρου 562 παρ.2 ΚΠολΔ (Ολ.ΑΠ 43/1990) και γ)τα περιστατικά από τα οποία προκύπτει ότι οι ισχυρισμοί θα ασκούσαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλαδή το σφάλμα από τη μη λήψη υπόψη των ισχυρισμών.

Με τον δεύτερο από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η μομφή ότι έλαβε υπόψη ισχυρισμό που δεν προτάθηκε, ότι η έγγαμη συμβίωση των διαδίκων έπαψε να είναι αρμονική μετά το τέλος του 2004 και έκτοτε άρχισαν τα προβλήματα στις μεταξύ τους σχέσεις, ενώ ο αναιρεσίβλητος με την αγωγή του διαζυγίου αναφέρει κλονιστικά γεγονότα μετά το έτος 2006.

Επομένως, εφόσον δεν προσδιορίζεται με το αναιρετήριο ποια επίδραση άσκησε στο διατακτικό της αποφάσεως η παραδοχή του Εφετείου ότι κλονιστικά γεγονότα εκδηλώθηκαν και πριν από τον αναφερόμενο με την αγωγή χρόνο κλονισμού της έγγαμης σχέσης των διαδίκων, αν δηλαδή και χωρίς αυτά μπορούσε ή όχι να θεμελιωθεί ο προβαλλόμενος λόγος διαζυγίου, ο ως άνω από το άρθρο 559 αρ. 8 του Κ.Πολ.Δικ.

λόγος αναιρέσεως είναι αόριστος.

Κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 19 του Κ.Πολ.Δικ. λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσης της αποφάσεως ιδρύεται, όταν από τις αιτιολογίες της δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είναι αναγκαία για να κριθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν οι νόμιμοι όροι της ουσιαστικής διατάξεως που εφαρμόσθηκε ή δεν συντρέχουν, ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες ελλιπείς ή αντιφατικές ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.ΑΠ 12-13/1995, 1/1999). Κατά το άρθρο 1439 παρ. 1 του Α.Κ. καθένας από τους συζύγους μπορεί να ζητήσει το διαζύγιο, όταν η μεταξύ τους σχέση έχει κλονισθεί τόσο ισχυρά από λόγο που αφορά το πρόσωπο του εναγομένου, ώστε βάσιμα η εξακολούθηση της έγγαμης σχέσης να είναι αφόρητη για τον ενάγοντα. Με τη διάταξη αυτή καθιερώνεται ως λόγος διαζυγίου ο αντικειμενικός κλονισμός της έγγαμης σχέσης και προσδιορίζονται γενικά όρια εντός των οποίων θα κινηθεί ο δικαστής, χωρίς να τίθεται η υπαιτιότητα ως βάση του ισχυρισμού κλονισμού, αρκεί τα κλονιστικά γεγονότα να αφορούν τον εναγόμενο ή και τους δύο συζύγους.

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, ύστερα από ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Οι διάδικοι τέλεσαν μεταξύ τους νόμιμο πολιτικό γάμο, ο οποίος ήταν δεύτερος και για τους δύο, στην Κ. Θ. στις 24-5- 1989 (αρ. …/Α/1989 ληξιαρχική πράξη γάμου του Ληξιάρχου Καλαμαριάς).

Από τον γάμο τους αυτόν δεν απέκτησαν τέκνο. Η έγγαμη συμβίωση των διαδίκων υπήρξε αρμονική μέχρι το τέλος του 2004, οπότε άρχισαν να δημιουργούνται προβλήματα στις μεταξύ τους σχέσεις. Ειδικότερα η εναγόμενη άρχισε να παραβαίνει τις συζυγικές υποχρεώσεις της, καθ' όσον επεδείκνυε απέναντι στον ενάγοντα συμπεριφορά η οποία απάδει προς την υποχρέωση για σεβασμό, υποστήριξη, αφοσίωση και φροντίδα, που απορρέουν από τη συζυγική σχέση.

Έτσι η εναγόμενη άρχισε να έχει υπερβολικές οικονομικές απαιτήσεις από τον ενάγοντα σύζυγό της, τις οποίες, όπως γνώριζε και η ίδια, δεν ήταν σε θέση να καλύψει από τα τρέχοντα εισοδήματά του, χωρίς ωστόσο οι απαιτήσεις της αυτές να ανταποκρίνονται σε πραγματικές ανάγκες της οικογένειάς τους. Ο ενάγων, προκειμένου να ανταποκριθεί στις αυξημένες απαιτήσεις της συζύγου του, εξαναγκάσθηκε σε δανεισμό από τράπεζες και τρίτα φιλικά και συγγενικά του πρόσωπα και περιήλθε σε δυσχερή οικονομική κατάσταση.

Αποδείχθηκε περαιτέρω ότι ο ενάγων, περί τον Αύγουστο του έτους 2006, υπέστη αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο, συνεπεία του οποίου νοσηλεύθηκε στο Πανεπιστημιακό Γενικό Νοσοκομείο Θεσσαλονίκης ΑΧΕΠΑ, από τις 6-8-2006 έως και τις 14-9-2006 (βλ. προσαγόμενο νομίμως μετ' επικλήσεως υπό χρονολογία 14-9-2006 εξιτήριο - ενημερωτικό σημείωμα του παραπάνω νοσοκομείου).

Μετά την έξοδό του από το Νοσοκομείο ΑΧΕΠΑ, εισήλθε στο κέντρο αποθεραπείας - αποκατάστασης Θεσσαλονίκης "Η ΑΝΑΓΕΝΝΗΣΗ Α.Ε.", όπου παρέμεινε έως 30-9-2006 και εν συνεχεία από τις 4-10-2006 έως 7-10-2006 νοσηλεύθηκε στην Κλινική Κυανούς Σταυρός, όπου και υποβλήθηκε σε ουρολογική επέμβαση. Εισήλθε δε μετέπειτα στον πρότυπο οικισμό για την ώριμη ηλικία "Μυρτιά" που διαμένει μέχρι σήμερα.

Κατά το διάστημα της νοσηλείας του ενάγοντος στο νοσοκομείο ΑΧΕΠΑ και ενώ αντιμετώπιζε σοβαρότατο πρόβλημα υγείας, η εναγόμενη, κατά παράβαση της συζυγικής υποχρέωσης για φροντίδα, αγάπη και ψυχολογική υποστήριξη, έθεσε σαν πρωταρχικό ζήτημα την οικονομική της εξασφάλιση, αξιώνοντας από το σύζυγό της κατά το χρονικό διάστημα που εκείνος νοσηλευόταν, να εισπράττει εκείνη όλο το ποσό της συντάξεώς του, αρνούμενη να προσφέρει το παραμικρό χρηματικό ποσό για την αντιμετώπιση των αυξημένων εξόδων νοσηλείας του, αδιαφορώντας για την κάλυψη αυτών.

Επισκεπτόμενη δε το χώρο στον οποίο νοσηλευόταν ο ενάγων, δεν του προσέφερε πραγματική υπηρεσία και φροντίδα και δεν ενδιαφερόταν ουσιαστικά, για την κατάσταση της υγείας του, επιθυμώντας, όπως άλλωστε η ίδια εξέφρασε στους αδελφούς του ενάγοντος, Ν. και Β. Φ., να μην εμπλακούν στο θέμα της αποκαταστάσεως της υγείας του.

Κατά το ίδιο χρονικό διάστημα, και ενώ, σύμφωνα με την κατάθεση του εξετασθέντος στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου μάρτυρα, αδελφού του ενάγοντος, Β. Φ. του Ι., καθηγητή Πανεπιστημίου, η κατάσταση της υγείας του ενάγοντος ήταν μεν σοβαρή, πλην όμως δεν έχρηζε νοσηλείας σε ψυχιατρικό κατάστημα, η εναγόμενη εξέφρασε στον τελευταίο την επιθυμία της περί εγκλεισμού του συζύγου της σε δημόσιο ψυχιατρείο ή σε ανάλογο ιδιωτικό νοσηλευτήριο, για το οποίο θα απαιτούνταν ελάχιστα χρήματα, γεγονός που υποδηλώνει την ψυχρότητα και την παραμέληση της φροντίδας που επεδείκνυε προς τον ενάγοντα και τη συνακόλουθη άρνησή της να παράσχει σε αυτόν ψυχολογική υποστήριξη.

Αποδείχθηκε περαιτέρω, ότι κατά το χρονικό διάστημα παραμονής του ενάγοντος στο κέντρο αποκατάστασης "Η ΑΝΑΓΕΝΝΗΣΗ Α.Ε.", η εναγόμενη τον επισκεπτόταν σπανιότατα, αδιαφορώντας για την περαιτέρω εξέλιξη της υγείας του. Τα παραπάνω κρίσιμα πραγματικά περιστατικά αποδεικνύονται από τη σαφή και εμπεριστατωμένη κατάθεση του προαναφερθέντος, επ' ακροατηρίου εξετασθέντος μάρτυρα, Β.

Φ. του Ι., ο οποίος μετά λόγου γνώσεως καταθέτει περί της σχέσης των διαδίκων. Με την προεκτιθέμενη συμπεριφορά της, η εναγόμενη κλόνισε το κλίμα εμπιστοσύνης και αμοιβαίου σεβασμού, που είναι απαραίτητα για την αρμονική συνύπαρξη των συζύγων και προκάλεσε την συναισθηματική και ψυχική απομάκρυνση του ενάγοντος, ο οποίος, μάλιστα δυνάμει του με αρ. .../2006 πληρεξουσίου της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης, Γεωργίας Παρασκευοπούλου, παρείχε την εντολή και την πληρεξουσιότητα στον υιό του Ι. - Γ.

Φ. και τον αδελφό του Ν. Φ., να αποφασίζουν εκείνοι, κατά την απόλυτη κρίση τους μετά από συνεννόησή τους με τους θεράποντες ιατρούς του, για όλα όσα αφορούν στον τρόπο και τον τόπο της θεραπείας του και της ανάρρωσής του μέχρι την πλήρη αποκατάσταση της υγείας του. Από την προαναφερθείσα συμπεριφορά της εναγόμενης έχει κλονιστεί σοβαρά η έγγαμη σχέση των διαδίκων συζύγων ώστε βάσιμα η εξακολούθηση της έγγαμης σχέσης τους να αποβαίνει πλέον αφόρητη για τον ενάγοντα.

Σε αντίθετη κρίση δεν μπορεί να οδηγηθεί το Δικαστήριο από την κατάθεση του μάρτυρα ανταπόδειξης Α. Π., ο οποίος, ενώ δεν έχει ιδίαν αντίληψη για την προαναφερθείσα συμπεριφορά της εναγομένης έναντι του συζύγου της, προσπάθησε να εμφανίσει την εναγόμενη ως σύζυγο που πρόσεχε και φρόντιζε τον ενάγοντα, ενδιαφερόταν γι' αυτόν, επισκεπτόμενη το ίδρυμα αποκατάστασης 4 φορές την εβδομάδα και δεν ήθελε να τον ξεφορτωθεί σε ψυχιατρείο, ενώ αυτά διαψεύδονται και από την μετέπειτα συμπεριφορά της εναγόμενης, η οποία, μετά την άσκηση της αγωγής διαζυγίου από τον ενάγοντα, προσπάθησε και, με την από 20-4-2007 αίτησή της προς τον ιατρικό Σύλλογο Θεσ/νίκης, ζήτησε να τεθεί ο σύζυγός της σε πλήρη δικαστική συμπαράσταση, ενέργειες στις οποίες δεν είχε προβεί πριν από την άσκηση της αγωγής διαζυγίου κατ' αυτής από τον σύζυγό της.

Αλλά ούτε και από την ένορκη βεβαίωση των μαρτύρων της εναγομένης, που συντάχθηκε ενώπιον της Ειρηνοδίκη Θεσ/νίκης (αρ. …/7-5-2008), μεταβάλλεται η ως άνω κρίση του Δικαστηρίου, αφού αυτοί κατέθεσαν ότι αυτή ήταν καλή σύζυγος και ότι οι συγγενείς του ενάγοντος (αδελφοί και τέκνα) επιδιώκουν τη λύση του γάμου των διαδίκων, γιατί ποτέ δεν ήθελαν την τέλεση αυτού, ενώ αν τούτο ήταν αληθές θα μπορούσε να γίνει από το 1989 και μετά και όχι το 2006.

Αντίθετα η ίδια (εναγόμενη), όταν ο ενάγων σύζυγός της αντιμετώπισε προβλήματα υγείας, δεν έδειξε την φροντίδα, αγάπη και ψυχολογική υποστήριξη προς αυτόν, αλλά επεδίωξε με την προαναφερθείσα συμπεριφορά της να τον εγκλείσει σε ψυχιατρείο για να απαλλαγεί από τη συζυγική φροντίδα αυτού. Τέλος η εμμονή της εναγομένης να θεωρεί τον σύζυγό της ως στερούμενο της χρήσης του λογικού παρά τις αντίθετες ιατρικές γνωματεύσεις που προαναφέρθηκαν, ενισχύει την παραπάνω κρίση του Δικαστηρίου για την αντισυζυγική συμπεριφορά της.

Μετά ταύτα, αποδείχθηκε ότι η έγγαμη σχέση των διαδίκων έχει κλονισθεί τόσο σοβαρά από λόγο που αφορά το πρόσωπο της εναγομένης, ώστε βάσιμα η εξακολούθηση της έγγαμης σχέσης τους να αποβαίνει πλέον αφόρητη για τον ενάγοντα". Έτσι όπως έκρινε το Εφετείο και απήγγειλε τη λύση του γάμου των διαδίκων, λόγω ισχυρού κλονισμού της έγγαμης σχέσης τους από λόγο που αφορά το πρόσωπο της αναιρεσείουσας - εναγομένης, διέλαβε στον υπαγωγικό συλλογισμό του σαφείς, επαρκείς και μη αντιφατικές αιτιολογίες, καθιστώντας εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής εφαρμογής της ουσιαστικής διατάξεως του άρθρου 1439 εδ.

α' Α.Κ. (που εφάρμοσε). Ειδικότερα αναφέρεται η από την αναιρεσείουσα πολύμηνη παραμέληση των υποχρεώσεών της παροχής φροντίδων και της δέουσας περίθαλψης προς τον αναιρεσίβλητο σύζυγό της, μετά την έξοδό του από το νοσοκομείο, λόγω νοσηλείας του από "αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο" κατά το μήνα Αύγουστο του 2006, όπως και ο εξαιτίας αυτής της συμπεριφοράς της αναιρεσείουσας κλονισμός του γάμου των διαδίκων τόσο ισχυρά, ώστε βάσιμα η εξακολούθηση της έγγαμης σχέσης τους να αποβαίνει αφόρητη για τον αναιρεσίβλητο.

Επομένως, ο αντίθετος από το άρθρο 559 αρ. 19 του Κ.Πολ.Δ. τρίτος και τελευταίος λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 8-6-2009 αίτηση της Γ. Ν. Β. συζ. Ν. Φ. για αναίρεση της 532/2009 αποφάσεως του Εφετείου Θεσ/νίκης.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου από δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Μαΐου 2011.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του την 2 Ιουνίου 2011.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ