Supreme Court remands traffic accident case for retrial due to appellate court's failure to specify negligence and causation details.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece partially allowed the appeal against the Athens Court of Appeal's decision in a traffic accident case. The appellate court had dismissed the plaintiff's claim by attributing sole fault to the plaintiff without adequately defining the specific negligent acts or the causal link to the accident. The court found this reasoning insufficient and a violation of substantive law because it failed to specify the maximum speed limit, visibility conditions, or the exact location and braking details of the taxi driver's actions. Consequently, the Supreme Court annulled the appellate decision and remanded the case for a new trial with the requirement to properly establish fault and causation.
Legislator headnote
AI generatedArticles 10 of the 1911 General Police Order, Articles 297-300 of the 1911 General Police Order, Article 914 of the Civil Code; In traffic accident liability cases, the appellate court must explicitly define the specific negligent acts and the causal connection to the damage, failing to do so constitutes a violation of substantive law requiring remand.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 898 / 2010 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 898/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελευθέριο Μάλλιο, Γεωργία Λαλούση, Ευτύχιο Παλαιοκαστρίτη και Σοφία Καραχάλιου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 19 Μαρτίου 2010, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ..., η οποία παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου της Αθανασίου Παυλόπουλου και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) ..., 2) Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικού διαδόχου της αρχικά αναιρεσίβλητης Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρίας με την επωνυμία "GENERAL TRUST" της οποίας η άδεια λειτουργίας ανακλήθηκε, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Παπαηλιού με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26/6/2007 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 103/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 939/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 29/6/2009 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Σοφία Καραχάλιου ανέγνωσε την από 5/3/2010 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του δευτέρου λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, και την απόρριψη των λοιπών λόγων αυτής. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Μετά την ανάκληση της λειτουργίας της β' αναιρεσιβλήτου, Α.Α.Ε, υπό την επωνυμία "GENERAL TRUST", δι' αποφάσεως της "Επιτροπής Εποπτείας Ιδιωτικής Ασφάλισης" (ΦΕΚ 2028/21.9.2009 Τ.Β'), νομίμως συνεχίζεται, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 12β § 13 του Ν.Δ. 400/1970, όπως τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε με το άρθρο 5 §2 του Ν.2170/1993, η προκειμένη δίκη, από το "Επικουρικό Κεφάλαιο Ασφαλίσεως Ευθύνης από Ατυχημάτων Αυτοκινήτων", το οποίο υποκατέστησε την ανωτέρω αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία, στο σύνολο των δικαιωμάτων και των υποχρεώσεών της.
Από τις διατάξεις των άρθρων 10 του Ν. ΓΠΝ/1911, 297, 298 έως 300 εδ. Β' και 914 Α.Κ., συνάγεται ότι, σε περίπτωση αυτοκινητικού ατυχήματος, η ευθύνη προς αποζημίωση προϋποθέτει συμπεριφορά του οδηγού παράνομη και υπαίτια, επέλευση ζημίας και ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς αυτής και της ζημίας.
Μορφή υπαιτιότητας αποτελεί και η αμέλεια, η οποία υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, δηλαδή αυτή που, αν είχε καταβληθεί, με μέτρο την συμπεριφορά του μέσου συνετού και επιμελούς οδηγού, θα καθιστούσε δυνατή την αποτροπή του ζημιογόνου αποτελέσματος. Αιτιώδης σύνδεσμος υπάρχει, όταν η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του οδηγού ήταν, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή, κατά την συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει την ζημία και την επέφερε στην συγκεκριμένη περίπτωση.
Εξ άλλου, οι έννοιες της υπαιτιότητας και του αιτιώδους συνδέσμου είναι νομικές και επομένως η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς την συνδρομή ή όχι υπαιτιότητας του εμπλακέντος στο αυτοκινητικό ατύχημα οδηγού, για την επέλευση της ζημίας, και του αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του και του ζημιογόνου αποτελέσματος, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθμ. 1 εδ.
α' και β' και 19 του Κ.Πολ.Δ., για ευθεία παράβαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου και παράβαση διδαγμάτων της κοινής πείρας, καθώς και για έλλειψη νομίμου βάσεως της αποφάσεως. Ειδικότερα, ελέγχεται αναιρετικώς η κρίση του δικαστηρίου, περί του εάν τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία δέχεται το δικαστήριο, ως αποδειχθέντα, καθ' εαυτά, αντικειμενικώς και βάσει των διδαγμάτων της κοινής πείρας, συγκροτούν ή όχι την έννοια της υπαιτιότητας και θεμελιώνουν την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ αυτής και του ζημιογόνου αποτελέσματος.
Έλλειψη δε νομίμου βάσεως της αποφάσεως, η οποία στοιχειοθετεί τον προβλεπόμενο, από την διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 19 του Κ.Πολ.Δ., λόγο αναιρέσεως, συντρέχει και όταν η απόφαση έχει αντιφατικές ή ανεπαρκείς αιτιολογίες σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια αιτιολογίας, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, υπάρχει, όταν στο αιτιολογικό, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, αναφέρονται αντιφατικώς ή ανεπαρκώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του, επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, και έτσι δεν μπορούσε να ελεγχθεί αν, στην συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα δικαίου, που εφαρμόσθηκε.
Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως προκύπτει από αυτή, το Εφετείο δέχθηκε, ανελέγκτως, ως αποδειχθέντα, τα κατωτέρω πραγματικά περιστατικά: "...... Την 18 Οκτωβρίου 2003 και περί ώρα 20.15 ο εναγόμενος ... οδηγούσε το υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... αυτοκίνητο δημοσίας χρήσεως (ΤΑΞΙ), το οποίο ήταν ασφαλισμένο για τις προς τρίτους δυνάμενες να προκληθούν ζημίες στην πλαγιαστικώς εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "ΓΕΝΙΚΗ ΠΙΣΤΗ Α.Ε.Γ.Α" και ενώ εκινείτο κανονικά επί της αριστερής λωρίδας κυκλοφορίας της λεωφόρου ...
με κατεύθυνση από ... προς ..., παρεμβλήθηκε αιφνίδια στην πορεία του η ενάγουσα, η οποία επεχείρησε πεζή να διασχίσει καθέτως το οδόστρωμα της παραπάνω λεωφόρου, κινούμενη από αριστερά προς τα δεξιά σε σχέση με την πορεία του, και με το εμπρόσθιο τμήμα του αμαξώματος του οχήματος του την κτύπησε και την τραυμάτισε.
Ειδικότερα αποδείχθηκε ότι ενώ ο πρώτος εναγόμενος εκινείτο με κανονική ταχύτητα επί της προαναφερθείσης λεωφόρου ... και στο ύψος του οικοδομικού αριθμού ..., παρεμβλήθηκε αιφνίδια στην πορεία του και σε ελάχιστη απόσταση, η ενάγουσα η οποία ευρισκόμενη επί της διαχωριστικής νησίδος της λεωφόρου ..., επεχείρησε, κινούμενη εκτός διαβάσεων πεζών, οι οποίες υπήρχαν στο σημείο εκείνο (βλ...) να διασχίσει καθέτως το ρεύμα προς ....
Αποτέλεσμα της αιφνίδιας παρεμβολής της ενάγουσας στην πορεία του πρώτου εναγομένου ήταν να μη δυνηθεί ο τελευταίος να πραγματοποιήσει κάποιο αποφευκτικό ελιγμό, να την κτυπήσει και να την τραυματίσει. Υπό τα προαναφερθέντα πραγματικά περιστατικά ουδεμία υπαιτιότητα βαρύνει τον πρώτο εναγόμενο στην πρόκληση του ενδίκου τροχαίου ατυχήματος και συνακόλουθα του τραυματισμού της ενάγουσας, ο οποίος οφείλεται σε υπαιτιότητά της, καθ' όσον δεν υπήρξε αμελής οδική συμπεριφορά αυτού...".
Με βάση τις παραδοχές του αυτές, το Εφετείο έκρινε ότι αποκλειστική υπαίτια του ενδίκου ατυχήματος και των εξ αυτού συνεπειών είναι η ενάγουσα ήδη αναιρεσείουσα και απορρίπτοντας την έφεση, η οποία είχε ασκηθεί από την τελευταία, επεκύρωσε την πρωτόδικο απόφαση, η οποία είχε κρίνει ομοίως και είχε απορρίψει την αγωγή.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, παραβίασε εκ πλαγίου τις προαναφερόμενες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, με ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των διατάξεων αυτών, ήτοι ως προς την ορθή ή μη εξειδίκευση των αορίστων νομικών εννοιών της υπαιτιότητας και του αιτιώδους συνδέσμου αυτής προς το επελθόν αποτέλεσμα.
Ειδικότερα, ενώ δέχεται ότι ο α' εναγόμενος (ήδη α' αναιρεσίβλητος), οδηγών το υπ' αριθμ. Κυκλ. ... αυτοκίνητο ΤΑΞΙ, εκινείτο "κανονικά" επί της αριστερής λωρίδος του προς ... ρεύματος κυκλοφορίας της Λεωφόρου ..., δεν προσδιορίζει το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας στην περιοχή αυτή ούτε και τις συνθήκες που επικρατούσαν επί της οδού, κατά τον χρόνο του ατυχήματος.
Ωσαύτως, ενώ δέχεται ότι η ενάγουσα- αναιρεσείουσα παρενεβλήθη αιφνίδια στην πορεία του, όταν, ευρισκόμενη επί της διαχωριστικής νησίδας, επεχείρησε να διασχίσει καθέτως το προς ... ρεύμα κυκλοφορίας της ανωτέρω Λεωφόρου, έχοντας προηγουμένως διασχίσει το προς ... ρεύμα κυκλοφορίας αυτής, δεν αποσαφηνίζει αν ο ανωτέρω οδηγός του αυτοκινήτου ΤΑΞΙ είχε ή όχι την δυνατότητα να την αντιληφθεί και από ποία απόσταση, κατά τον χρόνο προ της καθόδου της στο οδόστρωμα.
Επίσης, δεν αποσαφηνίζει ποίο είναι το πλάτος της λωρίδας στην οποία εκινείτο ο α' αναιρεσίβλητος, σε ποιο ακριβώς σημείο αυτής (και σε ποια απόσταση από την διαχωριστική νησίδα) έλαβε χώρα το ατύχημα, αν προηγήθηκε πέδηση του αυτοκινήτου αυτού και αν κατεγράφησαν ίχνη πεδήσεως επί της οδού και ποίο το μήκος των.
Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια της εκ πλαγίου παραβιάσεως των προαναφερομένων διατάξεων ουσιαστικού δικαίου, πρέπει να γίνει δεκτός, ως βάσιμος. Κατ' ακολουθίαν τούτων, πρέπει να αναιρεθεί η απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο εφετείο, εφ' όσον είναι δυνατή η συγκρότηση αυτού από δικαστές άλλους, εκτός εκείνων που δίκασαν, να καταδικασθούν δε οι αναιρεσίβλητοι στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, λόγω της ήττας των (άρθρ. 176, 183 Κ.Πολ.Δ.), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.
Εξ άλλου, εφ' όσον αναιρείται η απόφαση, κατά παραδοχήν του αμέσως ανωτέρω αναφερομένου λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως, παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων αυτής (από τον αριθμό 11 και 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 939/2009 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Εφετείο, το οποίο θα συγκροτηθεί από δικαστές άλλους, εκτός εκείνων που δίκασαν, προηγουμένως.
Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποί ορίζει σε δύο χιλιάδες (2.000) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 6 Μαΐου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 20 Μαΐου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ