Supreme Court dismisses appeal for vague grounds regarding evidence evaluation and insufficient reasoning in inheritance case.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Court of Appeal's decision in an inheritance dispute. The appellant argued that the lower court erred in evaluating evidence regarding family contributions and gifts, but the court found these arguments vague and lacking specific legal citations. Consequently, the appeal was rejected as inadmissible because it failed to meet the strict requirements for challenging judicial reasoning.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559 no. 11, 8, 19 K.P.D.: Appeals based on evidence not properly cited or insufficient reasoning are inadmissible if they lack specificity regarding violated substantive law or missing factual premises.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 898 / 2009 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 898/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Μίμη Γραμματικούδη, Ιωάννη Σίδερη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Νοεμβρίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Χ, κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Ροϊνιώτη.
Των αναιρεσίβλητων: 1. Ψ1, κατοίκου ..., 2. Ψ2 και 3. Ψ3, κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Καρατζαφέρη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-12-2001 και την από 16-2-2004 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ναυπλίου. Εκδόθηκαν επί της 1ης αγωγής η 99/2003 απόφαση και επί της 2ης αγωγής η 444/2005 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου. Ασκήθηκε έφεση και εκδόθηκε η 122/2007 απόφαση του Εφετείου Ναυπλίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 24-8-2007 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Σπυρίδων Μιτσιάλης ανέγνωσε την από 14-10-2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11 περ. β' Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν. Κατά την αληθινή έννοια της διάταξης αυτής, που προκύπτει και από το συνδυασμό της προς τις διατάξεις των άρθρων 106, 237 εδ. 1 στοιχ. β' 346 και 453 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ, ως αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν νοούνται και εκείνες των οποίων δεν έγινε σαφής και ορισμένη επίκληση με τις προτάσεις του διαδίκου που τις προσκόμισε (Ολ.
ΑΠ 9/2000). Εξάλλου για τη θεμελίωση του από το παραπάνω άρθρο προβλεπόμενου λόγου αναίρεσης ότι λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο μη επικληθέντα νομίμως αποδεικτικά μέσα πρέπει να εκτίθενται στην αίτηση αναίρεσης ποιά είναι τα αποδεικτικά μέσα τα οποία λήφθηκαν υπόψη, παρόλο που δεν είχε γίνει νόμιμη επίκληση τους, οι ισχυρισμοί για τους οποίους το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και η επίδραση που έχουν αυτοί στο διατακτικό της απόφασης (ΑΠ 33/1987).
Περαιτέρω ο προβλεπόμενος στο άρθρο 559 αρ.8 α' ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί που συνθέτουν την ιστορική βάση και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως, όχι όμως και η αιτιολογημένη άρνηση αυτών, ούτε τα συμπεράσματα που αντλεί το δικαστήριο από την εκτίμηση των αποδείξεων.
Προς τους μη προταθέντες εξομοιώνονται οι απαραδέκτως προταθέντες ισχυρισμοί, άρα και αυτοί που για την επαναφορά τους από προηγούμενη συζήτηση δεν τηρήθηκε η προβλεπόμενη στο άρθρο 240 ΚΠολΔ διαδικασία, η τήρηση της οποίας ωστόσο επιβάλλεται για τους ισχυρισμούς που προβάλλονται με τις προτάσεις και όχι για εκείνους που περιέχονται στην αγωγή.
Εξάλλου, ή εκ μέρους του εκκαλούντος επαναφορά ισχυρισμών του στο εφετείο δεν μπορεί να γίνει με τις προτάσεις του, παρά μόνο με λόγο εφέσεως. Για το ορισμένο του λόγου αυτού αναίρεσης πρέπει να αναφέρονται σ' αυτόν τα "πράγματα" που το δικαστήριο έλαβε υπόψη του παρά το νόμο, ενώ δεν προτάθηκαν, καθώς και τα στοιχεία εκείνα από τα οποία θα κρινόταν αν τα "πράγματα" ήταν ουσιώδη και ακόμη το σφάλμα από την λήψη υπόψη των "πραγμάτων" αυτών (ΑΠ 1742/2006, ΑΠ 1933/2006).
Τέλος η διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., θέτει γενικό κανόνα, ότι είναι απαράδεκτος λόγοι αναιρέσεως που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν είχε προταθεί νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις τρεις εξαιρετικές περιπτώσεις που σ' αυτήν περιοριστικώς αναφέρονται, αν δηλαδή πρόκειται α) για παραβίαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια απόφαση, γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.
Από την εν λόγω διάταξη, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 118 αριθ. 4 και 566 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., συνάγεται ότι ο αναιρεσείων οφείλει, για το ορισμένο του λόγου αναιρέσεως, να αναφέρει στο αναιρετήριο, ότι είχε προτείνει νόμιμα τον αντίστοιχο ισχυρισμό στο δικαστήριο της ουσίας, καθορίζοντας συνάμα τον τρόπο της προτάσεως ( ΑΠ 760/2004, ΑΠ 593/2003, ΑΠ 139/2001, ΑΠ 6/2001, ΑΠ 1114/2002).
Ειδικότερα, αν ο αναιρεσείων είχε νικηθεί στον πρώτο βαθμό, η νόμιμη επαναφορά των ισχυρισμών του στο εφετείο, πριν από την εξαφάνιση της εκκαλουμένης, μόνο με λόγο περιεχόμενο στο δικόγραφο της έφεσης ή σε δικόγραφο πρόσθετων λόγων πρέπει να γίνεται ( ΑΠ 1647/2005, ΑΠ 1609/1999). Εξάλλου από τη διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., συνάγεται ότι το ως άνω καθιστάμενο απαράδεκτο αναφέρεται σε όλους τους λόγους του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. ( ΑΠ 619/1994 Δνη ).
O αναιρεσείων με τους πρώτο και δεύτερο λόγους της αναίρεσής του από τους αριθμούς 11, 8 και 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., προβάλλει ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του τα αποδεικτικά μέσα που προσκόμισαν οι αναιρεσίβλητοι χωρίς να γίνει νόμιμη επίκληση και προσκομιδή τους, καθώς και τους ισχυρισμούς που πρόβαλαν αυτοί με τις πρωτόδικες προτάσεις τους, χωρίς να έχει γίνει νόμιμη επαναφορά τους, όπως απαιτεί το άρθρο 240 Κ.Πολ.Δ., οι οποίοι έτσι ήταν απαράδεκτοι.
Οι λόγοι αυτοί είναι απορριπτέοι, προεχόντως, ως αόριστοι, επειδή στην αίτηση αναίρεσης δεν αναφέρονται ποιά συγκεκριμένα αποδεικτικά στοιχεία λήφθηκαν υπόψη χωρίς να έχει γίνει νόμιμη επίκληση τους, οι ισχυρισμοί για τους οποίους το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και η επίδραση που έχουν αυτοί στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης.
Αναφορικά δε με τους ισχυρισμούς των αναιρεσιβλήτων, που έλαβε το Εφετείο υπόψη του χωρίς να έχει γίνει νόμιμη επαναφορά τους από τους αναιρεσιβλήτους, διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο αναιρεσείων είχε προτείνει στο Εφετείο το απαράδεκτο των ισχυρισμών αυτών, αλλ' ούτε αναφέρονται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των αναιρεσιβλήτων τους οποίους έλαβε υπόψη του το Εφετείο χωρίς να έχουν προταθεί νόμιμα, τα στοιχεία εκείνα από τα οποία θα κρινόταν αν οι ισχυρισμοί αυτοί ήταν ουσιώδεις και ποιό ήταν το σφάλμα της προσβαλλόμενης απόφασης από τη λήψη υπόψη των ισχυρισμών αυτών.
Ο ίδιος πρώτος λόγος από τον αριθμό 12 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., είναι επίσης αόριστος, διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ποιά είναι τα αποδεικτικά μέσα, σχετικά με την αποδεικτική δύναμη των οποίων το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου. Με το δεύτερο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., πλημμέλεια, και συγκεκριμένα ότι το Εφετείο έπρεπε κατ' αρχήν να απορρίψει την υπό κρίση (από 30-3-2004) αγωγή των αναιρεσιβλήτων κατ' αυτού, λόγω εκκρεμοδικίας, επειδή η ασκηθείσα όμοια από 10-12-2001 αγωγή τους, επί της οποίας εκδόθηκε η 99/2003 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ναυπλίου που την απέρριψε ως αόριστη, παρέμενε εκκρεμής, δεδομένου ότι η τελευταία απόφαση δεν είχε καταστεί τελεσίδικη.
Και ακόμη ότι το Εφετείο υπέπεσε στην από τον αρ. 11 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ πλημμέλεια με το να λάβει υπόψη του, χωρίς νόμιμη επίκληση του, το υπ. αρ. 44/2005 πιστοποιητικό του γραμματέα του Πρωτοδικείου Ναυπλίου από το οποίο προέκυπτε η τελεσιδικία της ως άνω 99/2003 απόφασης και έτσι δέχθηκε ότι η ένδικη αγωγή ασκήθηκε εντός εξαμήνου από την τελεσίδικη απόρριψη, ως αόριστης, με την παραπάνω απόφαση, της προηγούμενης (από 10-12-2001) αγωγής των αναιρεσιβλήτων και, επομένως, ότι η ένδικη αξίωση των αναιρεσιβλήτων δεν έχει υποκύψει σε παραγραφή.
Αναφορικά με την αποδιδόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση από τον αρ. 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., πλημμέλεια ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, αφού το Εφετείο έκρινε ότι η πιο πάνω 99/2003 απόφαση κατέστη τελεσίδικη διότι κατ' αυτής δεν ασκήθηκε έφεση μέσα στη νόμιμη προθεσμία από την, ύστερα από παραγγελία του εναγομένου, επίδοσή της στους ενάγοντες που έγινε την 1-11-2003.
Εξάλλου αναφορικά με την αποδιδόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., ο λόγος αυτός πρέπει ν' απορριφθεί, προεχόντως, ως αόριστος, διότι, ενόψει του ότι, κατά τα εκτιθέμενα στο αναιρετήριο, ο αναιρεσείων είχε νικηθεί στον πρώτο βαθμό, δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι το απαράδεκτο του πιο πάνω πιστοποιητικού προβλήθηκε ενώπιον του Εφετείου.
Με τον τρίτο λόγο της αναίρεσης ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., και ειδικότερα ότι το Εφετείο με το να δεχθεί ότι η υπό κρίση αγωγή αποτελεί επανέγερση της από 10-12-2001 αγωγής των αναιρεσιβλήτων κατά του αναιρεσείοντος, παρόλο που υπάρχει διαφοροποίηση της αξίας των ακινήτων που αναφέρονται σ'αυτές, παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 223 και 224 Κ.Πολ.Δ και 263 ΑΚ.
Αναφορικά με την προσαπτόμενη πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ και σχετικά με τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος ότι το Εφετείο παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 223 και 224 Κ.Πολ.Δ., ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, ενόψει του ότι ο από τον αρ. 1 του ως άνω άρθρου λόγος δίδεται μόνον επί παραβάσεως κανόνων του ουσιαστικού δικαίου και όχι επί κανόνων του δικονομικού δικαίου, όπως είναι και οι διατάξεις των άρθρων 223 και 224 του Κ.Πολ.Δ.
Αναφορικά δε με την αποδιδόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση παράβαση του άρθρου 263 ΑΚ ο λόγος αυτός είναι αόριστος, επειδή με την αναίρεση δεν καθορίζεται το κατά την εκδοχή του αναιρεσείοντος ερμηνευτικό ή υπαγωγικό σφάλμα και δεν αναφέρονται με πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το Εφετείο, ενόψει των οποίων εξέφερε την κρίση του για τη συνδρομή των όρων τις πιο πάνω διάταξης που εφάρμοσε, ότι δηλαδή η δεύτερη αγωγή αποτελούσε επανέγερση της πρώτης.
Αναφορικά με την αποδιδόμενη πλημμέλεια από τον αρ. 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος, προεχόντως, ως απαράδεκτος, επειδή δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι η αιτίαση αυτή προτάθηκε στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο (ΑΠ 1621/1988). Ανεξάρτητα απ ' αυτό πάντως, με βάση τα εκτιθέμενα στην αίτηση αναίρεσης, ούτε παράβαση των άρθρων 223 και 224 Κ.Πολ.Δ υπάρχει και ειδικότερα απαράδεκτη μεταβολή του αιτήματος και της βάσης της αγωγής, αφού η μεταβολή της αξίας των ακινήτων έγινε σε σχέση με άλλη αγωγή και δεν αφορά την ίδια αγωγή.
Από τη διάταξη του άρθρου 250§17 ΑΚ, η οποία ορίζει ότι σε πενταετή παραγραφή υπόκεινται οι αξιώσεις των κάθε είδους μισθών, των καθυστερουμένων προσόδων, συντάξεων, διατροφής και κάθε άλλης παροχής που επαναλαμβάνεται περιοδικά, προκύπτει ότι, λόγω της γενικότητας των όρων "καθυστερουμένων προσόδων" και "κάθε άλλης παροχής που επαναλαμβάνεται περιοδικά", περιλαμβάνονται σ' αυτούς οι καρποί, φυσικοί ή πολιτικοί, και τα ωφελήματα, τα οποία η χρησιμοποίηση του πράγματος περιοδικώς παρέχει και συνακόλουθα στην προβλεπόμενη από τη διάταξη αυτή πενταετή παραγραφή υπόκεινται και οι αξιώσεις του κοινωνού πράγματος κατά του συγκοινωνού, που έκανε αποκλειστική χρήση του κοινού, για απόδοση ανάλογης μερίδας των από τη χρήση αυτή ωφελημάτων.
Κατά δε τα άρθρα 251 και 253 ΑΚ η παραγραφή των παραπάνω αξιώσεων αρχίζει μόλις λήξει το έτος μέσα στο οποίο γεννήθηκε κάθε περιοδική παροχή και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξή της (ΑΠ 440/2000). Με τον τέταρτο λόγο της αναίρεσης (κατ' εκτίμησή του) ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις από τους αρ. 1 και 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ,Δ πλημμέλειες και πιο συγκεκριμένα α) ότι το Εφετείο με το να απορρίψει την προβληθείσα νόμιμα απ' αυτόν ένσταση παραγραφής της αξίωσης των αναιρεσιβλήτων για απόδοση σ' αυτούς των καρπών των επίδικων ακινήτων παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1837 ΑΚ και 250 αρ. 17 ΑΚ και β) ότι απαραδέκτως περιέλαβαν οι αναιρεσίβλητοι το πρώτον στην υπό κρίση αγωγή τους και την αμέσως παραπάνω αξίωσή τους και ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν κήρυξε το απαράδεκτο αυτό.
Ο λόγος αυτός (αναφορικά με το πρώτο τμήμα του) είναι απορριπτέος προεχόντως ως αόριστος, αφού στην αναίρεση δεν εκτίθενται τα πραγματικά περιστατικά τα οποία δέχθηκε το δικαστήριο, ενόψει των οποίων εξέφερε την κρίση του, σε σχέση με τη βασιμότητα της παραπάνω αξίωσης των αναιρεσιβλήτων, επί πλέον δε δεν αναφέρεται και το κατά την εκδοχή του (αναιρεσείοντος) ερμηνευτικό ή υπαγωγικό σφάλμα στο οποίο υπέπεσε το Εφετείο.
Ανεξάρτητα απ' αυτό, πάντως, ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος κατά το πρώτο τμήμα του ως αβάσιμος, επειδή η αξίωση για απόδοση καρπών υπόκειται στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 250 παρ. 17 ΑΚ, η οποία αρχίζει μόλις λήξει το έτος μέσα στο οποίο γεννήθηκε κάθε περιοδική παροχή και ήταν δυνατή η δικαστική της επιδίωξη, χρονικό διάστημα το οποίο, κατά τις παραδοχές του Εφετείου, δεν είχε εν προκειμένω συμπληρωθεί όταν ασκήθηκε η υπό κρίση δεύτερη αγωγή.
Ο ίδιος λόγος κατά το δεύτερο τμήμα του είναι απαράδεκτος, διότι, ενόψει του ότι κατά τα εκτιθέμενα στο αναιρετήριο και σύμφωνα με την προεκτεθείσα νομική σκέψη, ο αναιρεσείων είχε νικηθεί στον πρώτο βαθμό, στηρίζεται σε ισχυρισμό που δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, αφού, όπως προκύπτει από την επιτρεπτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., εκτίμηση του περιεχομένου της από 4-8-2005 έφεσης κατά της 444/2005 πρωτόδικης απόφασης, τέτοιος ισχυρισμός, δηλαδή αντίστοιχος λόγος έφεσης ότι απαραδέκτως οι αναιρεσίβλητοι περιέλαβαν για πρώτη φορά στην ένδικη (δεύτερη) αγωγή τους και την αξίωσή τους για τους καρπούς, δεν περιέχεται σ'αυτήν.
Με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων προβάλλει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση υπέπεσε στις πλημμέλειες από τους αριθμούς 1,10 και 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., διότι για τον υπολογισμό της αξίας της κληρονομίας και στη συνέχεια της νόμιμης μοίρας των αναιρεσιβλητων δεν έλαβε υπόψη την αντικειμενική αξία των δωρηθέντων ακινήτων, η οποία αναγράφεται στα σχετικά συμβόλαια και μάλιστα χωρίς να προσβληθούν τα συμβόλαια αυτά ως πλαστά κατά το σχετικό με την αξία των ακινήτων περιεχόμενο τους και ακόμη χωρίς να εξηγήσει για ποιό λόγο δεν λήφθηκε υπόψη η αναφερόμενη στα συμβόλαια αυτά αξία των ακινήτων.
Τα αποδιδόμενα όμως με τον πιο πάνω λόγο σφάλματα του Εφετείου αφορούν εκτίμηση των αποδείξεων, η οποία δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.), ενώ τα συμβόλαια δεν αποτελούν, κατά τα άρθρα 438 και 440 Κ.Πολ..Δ., πλήρη απόδειξη για την αναφερόμενη σ' αυτά αξία των μεταβιβασθέντων ακινήτων, γι' αυτό και ο λόγος αυτός πρέπει ν' απορριφθεί ως απαράδεκτος.
Κατά το άρθρο 1831 παρ. 2 ΑΚ για τον υπολογισμό της νόμιμης μοίρας προστίθενται στην κληρονομία, με την αξία που είχαν κατά το χρόνο της παροχής οτιδήποτε ο κληρονομούμενος παραχώρησε, όσο ζούσε, χωρίς αντάλλαγμα σε μεριδούχο είτε με δωρεά είτε με άλλο τρόπο και επίσης οποιαδήποτε δωρεά που ο κληρονομούμενος έκανε στα τελευταία δέκα χρόνια πριν από το θάνατό του, εκτός αν την επέβαλαν λόγοι ευπρέπειας ή ιδιαίτερο ηθικό καθήκον. Στη συνέχεια στο άρθρο 1833 του αυτού Κώδικα ορίζεται ότι στη νόμιμη μοίρα καταλογίζονται οι παροχές σε μεριδούχο, με την αξία που είχαν όταν έγιναν, εφόσον προστίθενται στην κληρονομιά σύμφωνα με το άρθρο 1831, εκτός αν ο κληρονομούμενος όρισε διαφορετικά όταν έδωσε την παροχή. Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών συνάγεται ότι στη νόμιμη μοίρα κάθε μεριδούχου καταλογίζεται κάθε παροχή από ελευθεριότητα που έγινε από τον κληρονομούμενο στο μεριδούχο, αφού μετά το ν. 1329/1983, αυτή είναι κατά νόμο καταλογιστέα, εκτός αν ο κληρονομούμενος όρισε διαφορετικά. Η εξαίρεση δηλαδή του μη καταλογισμού προβλέπεται μόνο για τις καταλογιστέες στη νόμιμη μοίρα παροχές (άρθρο 1833 §1) και όχι για τις συνυπολογιστέες στην κληρονομιά (άρθρο 1831 §2).
Συνεπώς όταν δεν υπάρχει διαφορετική βούληση του κληρονομουμένου, στη νόμιμη μοίρα καταλογίζεται και η δωρεά προς τον μεριδούχο που έγινε από ιδιαίτερο ηθικό καθήκον ή από λόγους ευπρέπειας, αφού και αυτή δεν παύει να είναι παροχή από ελευθεριότητα, που δόθηκε δηλαδή από τον κληρονομούμενο χωρίς νόμιμη υποχρέωση.
Ενόψει τούτων, στις προστιθέμενες κατά το άρθρο 1831 §2 ΑΚ στην κληρονομιά παροχές του κληρονομουμένου προς τους μεριδούχους, περιλαμβάνονται οι χωρίς αντάλλαγμα γενόμενες προς αυτούς παροχές, έστω και αν έγιναν από λόγους ευπρέπειας ή από ιδιαίτερο ηθικό καθήκον, όπως επίσης και οι δωρεές προς τρίτους, εφόσον οι τελευταίες αυτές έγιναν στα τελευταία δέκα χρόνια πριν πεθάνει ο κληρονομούμενος, αν δεν αποδείξει ο τρίτος δωρεοδόχος ότι αυτές έγιναν από λόγους ευπρέπειας ή από ιδιαίτερο ηθικό καθήκον (ΑΠ 171/2003).
Στην προκείμενη περίπτωση με το πρώτο σκέλος του έκτου λόγου της αναίρεση ο αναιρεσείων προβάλλει ότι στο Εφετείο παραδεκτά πρόβαλε την ένσταση ότι οι παροχές που έγιναν προς αυτόν από τον κληρονομούμενο πατέρα του με τα υπ' αρ. ... και ... συμβόλαια έγιναν από ιδιαίτερο ηθικό καθήκον και από λόγους ευπρέπειας, ότι αυτές δεν ήταν συνυπολογιστέες στην κληρονομιά του πατέρα του και ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε κατ' ουσία την ένστασή του αυτή, δεχθέν ότι μόνη η σχετική δήλωση του δωρητή στο συμβόλαιο δεν αρκεί για την απόδειξη του παραπάνω χαρακτήρα των δωρεών και ότι το Εφετείο με επικουρική σκέψη του δέχθηκε ότι και αν ακόμη οι ανωτέρω δωρεές έγιναν από λόγους ευπρέπειας ή από ιδιαίτερο ηθικό καθήκον και πάλι υπολογίζονται στην κληρονομιά, επειδή ο τιθέμενος περιορισμός του άρθρου 1831 παρ. 2 ΑΚ ισχύει μόνο για τις προς τους τρίτους μη μεριδούχους δωρεές του κληρονομουμένου και όχι για τις γενόμενες προς μεριδιούχους.
Τέλος ότι έτσι η προσβαλλόμενη απόφαση παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 1831 ΑΚ, την οποία εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε. Ο λόγος αυτός ( κατά το ανωτέρω τμήμα του), αναφορικά με την κατ'ουσίαν απόρριψη της παραπάνω ένστασης του αναιρεσείοντος πρέπει ν'απορριφθεί προεχόντως ως απαράδεκτος, διότι αφορά την εκτίμηση των αποδείξεων.
Αναφορικά όμως με την επικουρική σκέψη της προσβαλλόμενης απόφασης, ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, επειδή, σύμφωνα με την προηγηθείσα σκέψη, για τον προσδιορισμό της πλασματικής ομάδας της κληρονομιάς, επί της οποίας υπολογίζεται η νόμιμη μοίρα, προστίθενται στην πραγματική ομάδα της κληρονομιάς, ήτοι υπόκεινται σε συνεισφορά (συνυπολογισμό), οι προς τους μεριδούχους, χωρίς αντάλλαγμα, παροχές του κληρονομουμένου, έστω και αν έγιναν από λόγους ευπρέπειας ή από ιδιαίτερο ηθικό καθήκον, αφού ο περιορισμός αυτός, ήτοι να μην έγινε η δωρεά από λόγους ευπρέπειας ή από ιδιαίτερο ηθικό καθήκον, ισχύει μόνο για τις προς τρίτους (μη μεριδούχους) δωρεές του κληρονομουμένου.
Με το δεύτερο τμήμα του λόγου (έκτου) αυτού ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αρ. 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., πλημμέλεια, προβάλλοντας ότι το Εφετείο παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 1831 ΑΚ, με το να δεχθεί ότι οι παροχές του 1963 και 1975 καλύπτουν τυχόν υφιστάμενο ιδιαίτερο ηθικό καθήκον, "αφού αυτό ελέγχεται για τα 10 χρόνια πριν το θάνατο του κληρονομουμένου".
Ο παρών λόγος κατά το τμήμα του αυτό πρέπει να απορριφθεί, προεχόντως, ως αόριστος, επειδή δεν αναφέρονται με πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το Εφετείο με βάση τα οποία εξέφερε την κρίση του για τη συνδρομή των όρων των πιο πάνω διατάξεων που εφάρμοσε. Με τον έβδομο λόγο της αναίρεσης προβάλλεται ότι η προσβαλλόμενη, απόφαση έσφαλε, παραβιάζοντας το άρθρο 1831 ΑΚ και έτσι υπέπεσε στην πλημμέλεια του αρ. 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, διότι το Εφετείο, στηριζόμενο κυρίως στην κατάθεση της μάρτυρος ..., απέρριψε κατ' ουσίαν την ένσταση του αναιρεσείοντος ότι η μητέρα των αναιρεσιβλήτων είχε λάβει από τον κληρονομούμενο, πατέρα και πάππο των διαδίκων αντίστοιχα το ποσό των 13.511.660 δραχμών με τον όρο του καταλογισμού του στη νόμιμη μοίρα και ακόμη ότι το Εφετείο δεν δέχθηκε ούτε τις δωρεές του κληρονομουμένου προς την μητέρα των αναιρεσιβλήτων για αγορά αυτοκινήτου, διαμερίσματος και για δαπάνες νοσηλείας της, ούτε τέλος το Εφετείο έλαβε υπόψη του σχετική δήλωση του κληρονομουμένου σε δημόσια διαθήκη του.
Τα αποδιδόμενα όμως με τον πιο πάνω λόγο σφάλματα αφορούν εκτίμηση των αποδείξεων, η οποία δεν υπόκειται στον έλεγχο του Ακυρωτικού (561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ}, γι' αυτό και ο λόγος αυτός πρέπει ν' απορριφθεί ως απαράδεκτος. Τέλος με τον αναιρετικό λόγο του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, με τον οποίο αποδίδεται η πλημμέλεια, ότι η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση εξαιτίας ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ελέγχεται η ορθότητα της ελάσσονος πρότασης του νομικού συλλογισμού, από την άποψη αν οι παραδοχές της απόφασης πληρούν το πραγματικό του κανόνα δικαίου που εφάρμοσε.
Επομένως, ο λόγος αυτός, για να είναι ορισμένος και κατά συνέπεια παραδεκτός, πρέπει να διαλαμβάνει, πλην άλλων α) τις πραγματικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα δεκτά γενόμενα από αυτήν πραγματικά περιστατικά και β) εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου, ήτοι σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια των αιτιολογιών, ποιο δηλαδή στοιχείο, αναγκαίο για την επάρκεια τους, λείπει, και σε τι συνίσταται η αντίφαση και από ποια αντιτιθέμενα μέρη τους προκύπτει (ΟλΑΠ 20/2005, ΟλΑΠ 32/96).
Στην προκείμενη περίπτωση με τους όγδοο και ένατο λόγους αναίρεσης ο αναιρεσείων επικαλούμενος αναιρετικές πλημμέλειες από το άρθρο 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ., προβάλλει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, λόγω ανεπαρκών αιτιολογιών αναφορικά με τα ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ότι, όπως δέχτηκε οι γονικές παροχές που έγιναν με τα ...
και ... συμβόλαια δεν έγιναν από ιδιαίτερα ηθικό καθήκον και από λόγους ευπρέπειας και ότι η μητέρα τους δεν είχε λάβει από τον πατέρα τους με τον όρο του καταλογισμού στη νόμιμη μοίρα της το συνολικό ποσό των 13.511.666 δρχ., καθώς και για το ζήτημα της ποσότητας και της αξίας των εξαχθέντων καρπών. Οι λόγοι αυτοί είναι προεχόντως, αόριστοι και, συνεπώς, απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, επειδή δεν αναφέρονται η διάταξη ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε εκ πλαγίου, ούτε οι σχετικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης με πληρότητα και σαφήνεια, αλλά ούτε και τα στοιχεία που λείπουν από το σκεπτικό της και είναι αναγκαία για την επάρκειά τους.
Κατ'ακολουθίαν, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων (άρθρα 176, 183 Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 24-8-2007 αίτηση του Χ για αναίρεση της 122/2007 απόφασης του Εφετείου Ναυπλίου. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 27 Ιανουαρίου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Απριλίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ