Legislator Case Law & Legislation
898/2008 AI generated

Supreme Court dismisses appeal for failure to cite specific substantive law and misapplies common sense regarding authority.

Case Number 898/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court rejected the appellant's request to overturn the First Instance Court's judgment on a payment order. The appellant argued the lower court erred in interpreting the scope of the accountant's authority to sign the invoice, claiming the court failed to apply common sense or consider specific evidence. The court ruled that the appeal was inadmissible because it did not clearly identify the specific substantive law violated and incorrectly assumed the accountant lacked authority when the court had already considered the evidence presented.

Legislator headnote

AI generated

Articles 118(4), 566(1), 577(3), 559(1)(a), 559(1)(b), 559(1)(g) of the Code of Civil Procedure; An appeal must clearly specify the substantive law violated and the factual basis for the error, and common sense does not automatically negate the authority of a company representative if the court has examined the evidence.

Keywords

AI generated
Code of Civil Procedure appeal admissibility substantive law citation common sense application representative authority payment order legal error specification

Cited Legislation

AI generated
Article 118(4) of the Code of Civil Procedure
Article 566(1) of the Code of Civil Procedure
Article 577(3) of the Code of Civil Procedure
Article 559(1)(a) of the Code of Civil Procedure
Article 559(1)(b) of the Code of Civil Procedure
Article 559(1)(g) of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 898 / 2008 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 898/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Καλαμίδα, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Αθανάσιο Κουτρομάνο και Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Ιανουαρίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Χ1, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Δέσποινα Λωλίδου-Παγίδα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ..

Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΒΕΡΝΙΛΑΚ ΑΕ-ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΧΡΩΜΑΤΩΝ" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Τρίμη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-5-2004 ανακοπή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.

Εκδόθηκε οι αποφάσεις: 988/2005 του ίδιου δικαστηρίου η οποία παρέπεμψε την υπόθεση στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών λόγω αρμοδιότητας και 837/2007 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 20-5-2007 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Δήμητρα Παπαντωνοπούλου ανέγνωσε την από 4-1-2008 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 118 αρ.4, 566 παρ.1 και 577 παρ.3 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι στο δικόγραφο της αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας, ώστε να είναι δυνατό να διαπιστωθεί, αν και ποιο λόγο αναίρεσης από τους περιοριστικώς αναφερόμενους στο άρθρο 559 ΚΠολΔ θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση.

Ειδικότερα, για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός λόγος αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αρ.1) πρέπει να καθορίζεται στο αναιρετήριο η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου, που κατά τον αναιρεσείοντα παραβιάστηκε, το αποδιδόμενο στην πληττόμενη νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου και ο ουσιώδης για την έκβαση της δίκης ισχυρισμός, θεμελιωτικός αγωγής, ανταγωγής, ένστασης και αντένστασης προς αντιμετώπιση του οποίου το δικαστήριο έσφαλε ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου.

Αν δε το δικαστήριο της ουσίας ερεύνησε την υπόθεση στην ουσία της, πρέπει να αναφέρονται επίσης στο αναιρετήριο οι ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου, υπό τις οποίες και συντελέστηκε η προβαλλόμενη παραβίαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ώστε από το αναιρετήριο να προκύπτει η προβαλλόμενη νομική πλημμέλεια, δοθέντος ότι η αοριστία του λόγου αναίρεσης δεν μπορεί να συμπληρωθεί με τις προτάσεις ή άλλα διαδικαστικά έγγραφα (Oλ.ΑΠ 20/2005) Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, ο αναιρεσείων, κατ` επίκληση παραβίασης από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ, ζητεί την αναίρεση της προσβαλλόμενης τελεσίδικης ήδη απόφασης, με την οποία, κατ' αποδοχή ως ουσιαστικά βάσιμης της ασκηθείσης από την αναιρεσίβλητη ανακοπής κατά της εκδοθείσης από τον αναιρεσείοντα 2721/2004 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ακύρωσε αυτήν (διαταγή πληρωμής), αποδίδοντας στο δικαστήριο της ουσίας την αιτίαση, ότι παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 623 ΚΠολΔ, "αφού απαίτησε, εσφαλμένα, στοιχεία αποδεικτικά της καταρτίσεως της επίδικης συμβάσεως, τα οποία δεν συγκαταλέγονται στο παραπάνω άρθρο για το παραδεκτό της σχετικής αιτήσεως".

Στο αναιρετήριο όμως, ενώ εκτίθεται η νομική άποψη του αναιρεσείοντος-καθ' ου η ανακοπή περί της εννοίας της διατάξεως που φέρεται ότι παραβιάσθηκε, δεν παρατίθενται με σαφήνεια και πληρότητα οι ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας, δηλαδή τα γενόμενα δεκτά από αυτό πραγματικά περιστατικά, αλλά εντελώς αποσπασματικά και περιληπτικά μία μόνον από τις ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας, υπό τις οποίες έγινε δεκτή η ανακοπή και ακυρώθηκε η διαταγή πληρωμής, ούτε αναφέρεται, που έγκειται συγκεκριμένα η νομική πλημμέλεια του δικαστηρίου της ουσίας ως προς την εφαρμογή ή ερμηνεία της προαναφερομένης ουσιαστικού δικαίου διατάξεως σχετικά με την παραδοχή της ανακοπής.

Επομένως ο άνω λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως αόριστος.

Με το δεύτερο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ πλημμέλεια, διότι το δικαστήριο της ουσίας παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 18 παρ. 2 και 22 παρ. 3 του ν. 2190/1920, με το να δεχθεί ότι κατά την υποβολή της αιτήσεως επί της οποίας εκδόθηκε η ένδικη διαταγή πληρωμής, όφειλε ο αναιρεσείων να αναγράψει στο δικόγραφο αυτής και να αποδείξει τα στοιχεία του φυσικού προσώπου που εκπροσωπεί την αναιρεσίβλητη εταιρεία. Ο λόγος αυτός, είναι απορριπτέος, προεχόντως, ως στηριζόμενος επί ανακριβούς προϋποθέσεως, διότι όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το δικαστήριο της ουσίας δεν δέχθηκε ότι ήταν αναγκαία για την έκδοση της διαταγής πληρωμής η αναγραφή και απόδειξη των στοιχείων αυτών, αλλά αντίθετα δέχθηκε, ότι εφόσον αμφισβητήθηκε από την αναιρεσίβλητη εταιρεία με λόγο της ανακοπής που άσκησε αυτή κατά της διαταγής πληρωμής, η εκπροσωπευτική εξουσία του φυσικού προσώπου που υπέγραψε το τιμολόγιο, με βάση το οποίο εκδόθηκε η διαταγή πληρωμής, όφειλε ο αναιρεσείων να αποδείξει ότι απέρρεε τέτοια εξουσία από το καταστατικό της αναιρεσίβλητης ή ότι δόθηκε με νόμιμο τρόπο στο ανωτέρω φυσικό πρόσωπο αντιπροσωπευτική εξουσία για την υπογραφή του τιμολογίου.

Επειδή κατά το άρθρο 559 αριθμ. 1 εδ. β' ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως, όταν το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποίησε ή παρέλειψε να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας για την ανεύρεση με βάση αυτά, της αληθινής έννοιας κανόνα δικαίου ή για την υπαγωγή στον κανόνα αυτό των πραγματικών περιστατικών της διαφοράς. Εξάλλου, ως διδάγματα της κοινής πείρας θεωρούνται οι ορισμοί και οι αφηρημένες υποθετικές κρίσεις που αντλούνται από την παρατήρηση της εμπειρικής πραγματικότητας με τη βοήθεια των φυσικών επιστημών και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών. Τέτοιο δίδαγμα κοινής πείρας, δεν αποτελεί το γεγονός ότι ο προϊστάμενος λογιστηρίου της αναιρεσίβλητης εταιρείας που υπέγραψε το προαναφερθέν τιμολόγιο με βάση το οποίο εκδόθηκε η διαταγή πληρωμής, είχε συγχρόνως και εξουσία εκπροσωπήσεως και δεσμεύσεως αυτής έναντι τρίτων. Επομένως η προβαλλόμενη με τον τρίτο λόγο αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθμ. 1 εδαφ. α' ΚΠολΔ αιτίαση, ότι το Εφετείο παρέλειψε να χρησιμοποιήσει το παραπάνω δίδαγμα της κοινής πείρας κατά την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων στην έννοια της εκπροσωπήσεως και αντιπροσωπεύσεως της αναιρεσίβλητης έναντι τρίτων, πρέπει να απορριφθεί ω απαράδεκτη.

Ο από το άρθρο 559 αριθμ. 11γ ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, ιδρυόμενος αν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αν προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Πολυμελές Πρωτοδικείο, για το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε σαφώς υπόψη το με αριθμό ...... τιμολόγιο με βάση το οποίο εκδόθηκε η διαταγή πληρωμής, του οποίου μάλιστα κάνει ρητή μνεία στην προσβαλλόμενη απόφαση. Επομένως, ο αντίθετος από την παραπάνω διάταξη τέταρτος λόγος αναιρέσεως, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 20 Μαΐου 2007 αίτηση του Χ1 για αναίρεση της υπ' αριθμ. 837/2007 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης το ποσό των οποίων καθορίζει σε χίλια οκτακόσια (1800) Ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στις 12 Φεβρουαρίου 2008.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 30-4-2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ