Legislator Case Law & Legislation
897/2025 AI generated

Supreme Court dismisses appeal as inadmissible because the appealed decision was not yet final due to pending default proceedings.

Case Number 897/2025
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal as inadmissible because the appealed decision had not yet become final when the appeal was filed. The lower court found that the defendant municipality was absent from the second-instance trial, triggering a mandatory period for a default appeal under Article 502 of the Code of Civil Procedure. Since the appeal was lodged before this period expired, the decision remained subject to further review and could not be challenged via cassation.

Legislator headnote

AI generated

Articles 552, 553 para. 1, 309, 321, 495 para. 1, 577 para. 1 and 2 of the Code of Civil Procedure; A decision is not final and thus not subject to cassation if a default appeal period has not yet expired due to the absence of a party.

Keywords

AI generated
cassation appeal admissibility finality of decision default appeal period absence of party Code of Civil Procedure

Cited Legislation

AI generated
Article 552 of the Code of Civil Procedure
Article 553 paragraph 1, item b of the Code of Civil Procedure
Article 309 paragraph 1, item a of the Code of Civil Procedure
Article 321 of the Code of Civil Procedure
Article 495 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 577 paragraph 1 and 2 of the Code of Civil Procedure
Article 502 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 503 of the Code of Civil Procedure
Article 144 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 281 paragraph 2 of Law 3463/2006

Cited Case Law

AI generated
Case 1048/2024
Case 1467/2022
Case 77/2022

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 897 / 2025 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 897/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Αριστείδη Βαγγελάτο, Προεδρεύοντα Αντιπρόεδρο (σύμφωνα με την 1/2025 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου, κωλυομένης της Αντιπροέδρου Δήμητρας Ζώη), Ελπίδα Σιμιτοπούλου, Μαρία-Μάριον Δερεχάνη, Βάϊα Ζαρχανή και Παρασκευή Γρίβα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 21 Ιανουαρίου 2025, με την παρουσία και της Γραμματέως Ε. Τ., για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Α. Α. του Α., κατοίκου ..., 2)Α. Κ. του Β., κατοίκου ..., 3) Ε. Γ. του Μ., κατοίκου ..., 4) Ο. Ε. του Δ., κατοίκου ..., 5) Μ. Π. του Δ., κατοίκου ..., 6) Κ. Κ. του Χ., κατοίκου ... και 7) Μ. Δ. του Κ., κατοίκου ..., εκ των οποίων η δεύτερη παραστάθηκε διά και όλοι οι λοιποί μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου Δημητρίου Βερβεσού, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσίβλητου: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣ ΜΑΝΔΡΑΣ-ΕΙΔΥΛΛΙΑΣ", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Μάνδρα Αττικής και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Δημήτριου Παπαγεωργίου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26-6-2018 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 1233/2020 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 1919/2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 25-7-2023 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Παρασκευή Γρίβα. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσίβλητων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 552, 553 παρ. 1 β', 309 εδάφ. α', 321, 495 παρ. 1 και 577 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ συνάγεται ότι σε αναίρεση υπόκεινται οι αποφάσεις των ειρηνοδικείων, των μονομελών και πολυμελών πρωτοδικείων, καθώς και των εφετείων, που έχουν καταστεί τελεσίδικες, δηλαδή εκείνες οι οποίες, απεκδύοντας το δικαστήριο από κάθε περαιτέρω εξουσία, περατώνουν τη δίκη επί της αγωγής και δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση.

Ο χαρακτήρας των αποφάσεων ως τελεσίδικων ή μη κρίνεται κατά το χρόνο της άσκησης του ενδίκου μέσου της αναίρεσης, ήτοι της κατάθεσης του σχετικού δικογράφου στη γραμματεία του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση. Κατά της απόφασης, που εκδόθηκε με την απουσία, πραγματική ή πλασματική, ενός των διαδίκων, έστω και αν δεν στηρίχθηκε στη συναγωγή δυσμενών συνεπειών από την ερημοδικία του, ενεργοποιείται αμέσως με την έκδοση της η δυνατότητα άσκησης από αυτόν ανακοπής ερημοδικίας, σύμφωνα με το άρθρο 502 παρ. 1 ΚΠολΔ, με συνέπεια, όσο διαρκεί η προθεσμία της ανακοπής ερημοδικίας, να αποκλείεται η άσκηση αίτησης αναίρεσης κατ1 αυτής, ενώ, αν η ερήμην απόφαση του δευτέρου βαθμού δεν επιδοθεί, επειδή δεν προβλέπεται καταχρηστική προθεσμία για την άσκηση ανακοπής ερημοδικίας, δεν αρχίζει η προθεσμία της αναίρεσης, η οποία, αν παρ' όλα αυτά, ασκηθεί, είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη (ΑΠ 1242/2024, 130/2023, 792/2022, 530/2018), σύμφωνα με το άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ, με αυτεπάγγελτη έρευνα του δικαστηρίου, αφού σε σχέση με την αναίρεση δεν υπάρχει διάταξη όμοια με τη διάταξη του άρθρ. 513 παρ. 1 εδ.

β' περ. β' ΚΠολΔ, που ορίζει ότι κατά των ερήμην αποφάσεων επιτρέπεται έφεση ήδη από τη δημοσίευσή τους. Αντίθετα, δηλαδή, με την καθιερούμενη με τη διάταξη αυτή συμπόρευση των προθεσμιών της έφεσης και της ανακοπής ερημοδικίας, η αναίρεση κατά ερήμην απόφασης είναι επιτρεπτή μόνον εφόσον δεν συγχωρείται κατ' αυτής ανακοπή ερημοδικίας ή αναλόγως έφεση, δηλαδή καθιερώνεται η αρχή της διαδοχικής άσκησης των προβλεπόμενων ένδικων μέσων (ΟλΑΠ 11/1998, ΑΠ 1242/2024, 602/2021, 692/2021).

Συνεπώς, η ερήμην οριστική απόφαση του εφετείου υπόκειται σε αναίρεση μόνο αφότου έπαυσε να υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας, είτε γιατί παρήλθε άπρακτη η, κατ' άρθρο 503 παρ. 1 ΚΠολΔ, δεκαπενθήμερη, για την άσκησή της, προθεσμία από την επίδοση της απόφασης, είτε γιατί ο διάδικος που δικάστηκε ερήμην και δικαιούται σε άσκησή της, παραιτήθηκε νόμιμα από το ένδικο αυτό μέσο ή από το δικαίωμα άσκησής του, καθόσον έκτοτε καθίσταται η απόφαση αυτή τελεσίδικη και, επομένως, προσβλητή με αναίρεση (ΟλΑΠ 17/2013, ΑΠ 1242/2024, 211/2023, 45/2020). Η απόδειξη δε της τελεσιδικίας γίνεται με τη προσκόμιση των σχετικών εκθέσεων επίδοσης ή με τη βεβαίωση του δικαστικού επιμελητή στην απόφαση που επιδόθηκε, σε συνδυασμό με βεβαίωση της γραμματείας του δικαστηρίου ότι δεν ασκήθηκε ένδικο μέσο (ΑΠ 1242/2024, 597/2021, ΑΠ 45/2020). Αν δεν αποδεικνύεται η τελεσιδικία η αίτηση αναίρεσης απορρίπτεται αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτη (ΑΠ 897/2023, 2116/2022, 508/2021, 528/2020, 1094/2019) Η άσκηση, δε, δεύτερης αναίρεσης μετά την άρση του ως άνω κωλύματος (έλλειψη τελεσιδικίας της προσβαλλόμενης απόφασης), δεν προσκρούει στην από το άρθρο 555 ΚΠολΔ θεσπιζόμενη απαγόρευση άσκησης δεύτερης αναίρεσης κατά της αυτής απόφασης από τον ίδιο διάδικο (ΑΠ 1242/2024, 692/2021, 1048/2014).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 501 του ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στις περιουσιακές διαφορές (άρθρα 591παρ.1. ΚΠολΔ), ανακοπή ερημοδικίας επιτρέπεται αν εκείνος που δικάστηκε ερήμην, δεν κλητεύθηκε καθόλου ή δεν κλητεύθηκε νόμιμα ή εμπρόθεσμα, ή αν συντρέχει λόγος ανώτερης βίας.

Εξάλλου, το έννομο συμφέρον του απόντος διαδίκου να ασκήσει κατά της απόφασης που εκδόθηκε ερήμην του, ανακοπή ερημοδικίας, όπως και τις προϋποθέσεις του παραδεκτού αυτής κρίνει μόνον το δικαστήριο που δικάζει την ανακοπή ερημοδικίας, το οποίο κρίνει και τη βασιμότητα των λόγων αυτής, δεν μπορεί δε να τις κρίνει παρεμπιμπτόντως ο Άρειος Πάγος, όταν εξετάζει αν η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση έχει τελεσιδικήσει και τούτο ανεξάρτητα από την τυχόν παράλειψη του δικαστηρίου να ορίσει παράβολο προς άσκηση ανακοπής ερημοδικίας (ΟλΑΠ 15/2001, ΑΠ 1242/2024,897/2023, 130/2023, 45/2020).

Στη προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, προκύπτει ότι επί της από 26-6-2018 (αριθμ.έκθ.κατάθ.63377/1915/2018) αγωγής των αγόντων και ήδη αναιρεσειόντων (και άλλων εναγόντων μη διαδίκων στην παρούσα αναιρετική δίκη) κατά του εναγόμενου και ήδη αναιρεσίβλητου ΝΠΔΔ ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ,εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών, αντιμωλία των διαδίκων η με αριθμ. 1233/2020 οριστική απόφαση, με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή. Κατά της απόφασης αυτής οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες άσκησαν την από 26-2-2021 (αριθμ.έκθ.κατάθ.12103/804/2021) έφεσή τους ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδικάστηκε κατά την ίδια ως άνω διαδικασία, ερήμην του εφεσίβλητου και ήδη αναιρεσίβλητου Δήμου, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη με αριθμ. 1919/2022 απόφασή του με την οποία απορρίφθηκε η έφεση ως ουσιαστικά αβάσιμη και ορίσθηκε παράβολο ερημοδικίας για την περίπτωση ασκήσεως ανακοπής ερημοδικίας από το εφεσίβλητο και ήδη αναιρεσίβλητο ΝΠΔΔ ύψους τριακοσίων (300) ευρώ.

Συνεπώς η ως άνω αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, που δημοσιεύθηκε στις 12-04-2022 υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας εκ μέρους του εφεσίβλητου και ήδη αναιρεσίβλητου. Από τα έγγραφα, όμως, της δικογραφίας δεν προκύπτει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση επιδόθηκε από ή στο ως άνω ερήμην δικασθέν εφεσίβλητο (ήδη αναιρεσίβλητο) ΝΠΔΔ, ώστε να αρχίσει κατά το άρθρο 503 ΚΠολΔ, σε συνδυασμό και με το άρθρο 144 του ίδιου Κώδικα, η νόμιμη προθεσμία της ανακοπής ερημοδικίας, ούτε γίνεται επίκληση τέτοιας επίδοσης από τους διαδίκους, αντίθετα στο αναιρετήριο αναφέρεται (βλ.σελ.29) ότι αυτή δεν είχε επιδοθεί κατά το χρόνο άσκησης της ένδικης αίτησης αναίρεσης εκ μέρους κάποιου διαδίκου, ούτε, περαιτέρω, προκύπτει ότι το αναιρεσίβλητο παραιτήθηκε από το δικαίωμα προς άσκηση ανακοπής ερημοδικίας ή από το δικόγραφο τυχόν ασκηθείσας ανακοπής ερημοδικίας κατά της προσβαλλόμενης απόφασης, με αποτέλεσμα το τελευταίο να έχει δικαίωμα άσκησης του ως άνω ενδίκου μέσου κατά της απόφασης αυτής.

Συνεπώς σύμφωνα με τα όσα έχουν εκτεθεί στη προηγηθείσα νομική σκέψη, στις 28-08-2023 ,οπότε ασκήθηκε η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης με την κατάθεση του οικείου δικογράφου στη γραμματεία του Δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση (βλ. τη σχετική με αριθμ. 6733/677/2023 έκθεση κατάθεσης του γραμματέα του Εφετείου Αθηνών), η τελευταία δεν είχε καταστεί τελεσίδικη και συνακόλουθα προσβλητή με αναίρεση. Κατόπιν των ανωτέρω η ένδικη αίτηση αναίρεσης, πρέπει ν' απορριφθεί αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτη. Τέλος, θα πρέπει να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες, λόγω της ήττας τους στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου ΟΤΑ, ο οποίος παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), μειωμένων όμως κατά το άρθρο 281 παρ. 2 του Ν. 3463/2006 "Κύρωση του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων" (ΑΠ 1048/2024, 1467/2022, 77/2022), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 25-07-2023 αίτηση αναίρεσης (αριθμ.έκθ.κατάθ.6733/677/2023) της με αριθμ. 1919/2022 απόφασης Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου, την οποία ορίζει στο ποσό των εννιακοσίων (900) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 29 Απριλίου 2025.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 28 Μαΐου 2025.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ