Supreme Court dismisses appeal due to lack of legal interest as time-barred acquisitive prescription rights were already definitively established.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by the appellants against a final judgment of the Dodecanese Court of Appeal. The appellants argued for a declaratory ruling to clarify their legal status regarding a property, but the court found no legal interest because their claim was time-barred by acquisitive prescription. Consequently, the court ruled that the legal relationship had already been definitively settled in a prior final judgment, rendering the new appeal inadmissible.
Legislator headnote
AI generatedArticles 556 § 1 and 577 § 2 of the Code of Civil Procedure; A party lacks legal interest in filing an appeal when the underlying substantive right is time-barred by acquisitive prescription and the legal relationship has already been definitively adjudicated in a prior final judgment.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 897 / 2022 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 897/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χριστοδούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Μουλιανιτάκη, Μαρουλιώ Δαβίου, Μαρία Κουφούδη, Αθανάσιο Θεοφάνη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 20 Οκτωβρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Φ. συζ. Β. Κ., το γένος Γ. Ι., 2) Ι. Ι. του Γ., 3) Μ. Κ. του Π., 4) Π. Κ. του Μ., 5) Φ. Κ. του Μ., 6) Γ. Κ. του Μ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Στυλιανό Κόκιο, και κατέθεσαν προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Μ. Π. του Σ., 2) Τ. Π. του Σ., 3) Β. Κ. Χ. του Α., κατοίκων Ρόδου, 4) Π. συζ. Σ. Π., το γένος Α. Κ. Χ., κατοίκου ... Ρόδου, 5) Ε. Κ. ή Χ. του Α., κατοίκου Ρόδου. Η 1η και η 2η εκ των αναιρεσιβλήτων, εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Μ. Π., και κατέθεσαν προτάσεις. Οι λοιπές αναιρεσίβλητες 3η, 4η και 5η δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.
Στο σημείο αυτό, ο δικηγόρος Ν. Δ., αφού έλαβε το λόγο από τον Πρόεδρο, δήλωσε ότι η 4η αναιρεσίβλητη απεβίωσε την 13η Οκτωβρίου 2020 όπως προκύπτει από την προσκομισθείσα με αριθμό ... ληξιαρχική πράξη θανάτου του Ληξιάρχου της Δημοτικής Ενότητας Ρόδου του Δήμου Ρόδου και την παρούσα δίκη συνεχίζουν οι μοναδικοί εξ αδιαθέτου κληρονόμοι αυτής: 1) Α. Π. του Σ. και 2) Γ. Π. του Σ., κάτοικοι Λίνδου Ρόδου, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον ίδιο ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο και κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-10-1988 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ρόδου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 36/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 210/2008 του Εφετείου Δωδεκανήσου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 1-2-2009 αίτηση τους και τον από 20-1-2020 πρόσθετο λόγο αυτών.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και του προσθέτου λόγου, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή τους και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αθανάσιος Θεοφάνης ανέγνωσε την από 23-2-2020 έκθεση της κωλυομένης να μετάσχει στη σύνθεση του παρόντος Δικαστηρίου Αρεοπαγίτη Αναστασίας Περιστεράκη, με την οποία εισηγήθηκε την αποδοχή του δεύτερου λόγου αναίρεσης και την απόρριψη των λοιπών.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Στη διάταξη του άρθρου 556§1 του Κ.Πολ.Δ. ορίζεται ότι δικαίωμα αναιρέσεως έχουν, εφόσον νικήθηκαν ολικά ή εν μέρει στη δίκη που εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, ο ενάγων, ο εναγόμενος, ο εκκαλών, ο εφεσίβλητος, εκείνος που ζητεί την αναψηλάφηση, εκείνος κατά του οποίου στρέφεται η αναψηλάφηση, εκείνοι που είχαν ασκήσει κύρια ή πρόσθετη παρέμβαση, οι καθολικοί διάδοχοι και οι ειδικοί διάδοχοι, εφόσον απέκτησαν την ιδιότητα αυτή μετά την άσκηση της αγωγής, καθώς και οι εισαγγελείς, μόνο αν ήσαν διάδικοι. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ανενδοιάστως ότι δικαίωμα αναιρέσεως έχουν περιοριστικά τα ανωτέρω αναφερόμενα πρόσωπα, άλλο δε πρόσωπο, αν ασκήσει αναίρεση, αυτή απορρίπτεται ως απαραδέκτως ασκηθείσα (Α.Π. 216/2016). Στην κρινόμενη υπόθεση, από την παραδεκτά (άρθρο 561§2 του Κ.Πολ.Δ.) γενόμενη επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων του οικείου φακέλου, προκύπτει ότι, μεταξύ των αναιρεσειόντων, συγκαταλέγεται και ο Μ. Κ. του Π. (3ος αναιρεσείων), ο οποίος δεν ήταν διάδικος στη δίκη ενώπιον του Εφετείου Δωδεκανήσου, το οποίο εξέδωσε την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση.
Συνεπώς, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως όπως και ο πρόσθετος λόγος αυτής ως προς αυτόν, σύμφωνα με τα παραπάνω. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 286 περίπτ. α', 287, 290, 291 και 292 του Κ.Πολ.Δ., που εφαρμόζονται, κατά το άρθρο 573§1 του ίδιου Κώδικα, και στην αναιρετική διαδικασία, συνδυαζόμενες με εκείνες των άρθρων 1846 και 1847 του Α.Κ., προκύπτει ότι η δίκη διακόπτεται, πλην άλλων, και στην περίπτωση κατά την οποία, μετά την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως και εωσότου τελειώσει η προφορική συζήτηση μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση του Αρείου Πάγου, αποβιώσει κάποιος διάδικος.
Η διακοπή επέρχεται από τη γνωστοποίηση προς τον αντίδικο του διαδίκου υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή, του λόγου της διακοπής, η οποία πρέπει να γίνει είτε με επίδοση δικογράφου ή με τις προτάσεις, είτε με προφορική δήλωση στο ακροατήριο ή εκτός ακροατηρίου κατά την επιχείρηση της διαδικαστικής πράξεως από εκείνον που έχει δικαίωμα να επαναλάβει τη δίκη ή και από εκείνον που έως τη στιγμή της επελεύσεως του θανάτου ήταν πληρεξούσιος του θανόντος διαδίκου, και, επομένως, ο αντίδικος εκείνου του διαδίκου που πέθανε δεν νομιμοποιείται να προβεί στη γνωστοποίηση του θανάτου του, ούτε η τυχόν τέτοια δήλωσή του επιφέρει τη βίαιη διακοπή της δίκης (Α.Π. 7/2020).
Αν δεν λάβει χώρα η γνωστοποίηση ή αν δεν γίνει νόμιμα ή από πρόσωπο δικαιούμενο να επαναλάβει τη δίκη, η δίκη συνεχίζεται μέχρις εκδόσεως οριστικής αποφάσεως με διάδικο εκείνον που ξεκίνησε τη διεξαγωγή της, ακόμη και αν ο αντίδικος ή το δικαστήριο γνωρίζει τον λόγο της διακοπής (Α.Π. 194/2012, Α.Π. 1697/2009, Α.Π. 1257/2008, Α.Π. 1205/2006).
Στην κρινόμενη υπόθεση, από την παραδεκτά (άρθρο 561§2 του Κ.Πολ.Δ.) γενόμενη επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων του οικείου φακέλου, προκύπτει ότι, κατά τη συνεδρίαση του Δικαστηρίου τούτου, στις 16.12.2020, κατά την οποία, αιτήσει των αναιρεσιβλήτων, αναβλήθηκε από το πινάκιο η συζήτηση της υποθέσεως για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας (20.10.2021), ο δικηγόρος τότε των 1ης, 2ης και 5ης των αναιρεσιβλήτων Ν.
Δ. ανακοίνωσε προς το Δικαστήριο τον θάνατο των 3ης και 4ης των αναιρεσιβλήτων, στις 07.10.2020 και στις 13.10.2020 αντιστοίχως, ενεχείρισε δε και τις σχετικές ληξιαρχικές πράξεις. Κατά την μετ' αναβολή δικάσιμο, αυτή δηλαδή που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, κατά την εκφώνηση της υποθέσεως στη σειρά της από το οικείο πινάκιο, οι ως άνω αναιρεσίβλητες (3η και 4η) απουσίαζαν.
Όμως, ο αυτός δικηγόρος, εφοδιασμένος με την προβλεπόμενη στο νόμο πληρεξουσιότητα, δήλωσε, αναφορικά με την 4η αναιρεσίβλητη, της οποίας τον θάνατο είχε ανακοινώσει, ότι οι κληρονόμοι υιοί της θεωρούν ότι επήλθε βίαιη διακοπή της δίκης, την οποία και επαναλαμβάνουν ως αναγκαίοι κληρονόμοι της αποβιωσάσης διαδίκου.
Συνεπώς, η δίκη επί της αιτήσεως αναιρέσεως και του προσθέτου αυτής λόγου, εφόσον η κληρονομική ιδιότητα των προαναφερομένων ουδόλως αμφισβητείται, πρέπει να συνεχιστεί, υποκαθισταμένης της αποβιωσάσης 4ης αναιρεσίβλητης από τους υιούς της. Αντιθέτως, ως προς την απολιπόμενη 3η αναιρεσίβλητη, η δίκη πρέπει να συνεχιστεί στο πρόσωπό της, παρά την ανακοίνωση της αποβιώσεώς της, εφόσον δεν προκύπτει ότι ο ανακοινώσας αυτήν δικηγόρος διέθετε την προβλεπόμενη στο νόμο πληρεξουσιότητα από την ως άνω αποβιώσασα, αυτή δε, πριν από τον θάνατό της, είχε κλητευτεί νομίμως και εμπροθέσμως, από τους επισπεύδοντες τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως και του προσθέτου λόγου αυτής αναιρεσείοντες, για να παραστεί κατά την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο (18.03.2020) συζητήσεως αυτών (αιτήσεως αναιρέσεως και προσθέτου λόγου αυτής) (βλ.
τις επικαλούμενες και προσκομιζόμενες με στοιχεία 3879Ζ/14.02.2020 και 3880Ζ/14.02.2020 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Δωδεκανήσου Κ. Π.). Επίσης, από τα προσκομιζόμενα από τους αναιρεσείοντες έγγραφα και ειδικότερα την υπ' αριθ. 3882Ζ'/14-2-2020 έκθεση επιδόσεως του ίδιου ως άνω δικαστικού επιμελητή, την από 14-2-2020 απόδειξη εγχειρήσεως αντιγράφου θυροκολληθέντος εγγράφου και την με την ίδια ημερομηνία βεβαίωση του αρμοδίου υπαλλήλου των ΕΛ.ΤΑ., προκύπτει ότι επικυρωμένο αντίγραφο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως με την επ' αυτής πράξη προσδιορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την ως άνω δικάσμο της 18.03.2020, έχει επιδοθεί νομίμως και εμπροθέσμως, με επιμέλεια των επισπευδόντων τη συζήτηση αναιρεσειόντων, στην 5η των αναιρεσιβλήτων, η οποία δεν εμφανίστηκε και δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε κατέθεσε δήλωση κατ' άρθρο 242§2 του ΚΠολΔ, κατά τη νόμιμη εκφώνηση της υποθέσεως από το πινάκιο κατά την παρούσα δικάσιμο.
Κατόπιν αυτών πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της υποθέσεως παρά την απουσία των ως άνω αναιρεσιβλήτων (άρθρα 108, 110§2, 498§1, 568, 569§2, 576§§1 - 3 του Κ.Πολ.Δ.). Με την κρινόμενη από 01.02.2009 αίτηση αναιρέσεως, προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων και κατά την τακτική διαδικασία, εκδοθείσα, υπ' αριθμ. 210/2008, τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Δωδεκανήσου, το οποίο δέχτηκε την από 27.03.2007 έφεση των αναιρεσιβλήτων κατά της υπ' αριθμ. 38/2006 οριστικής αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ρόδου, το οποίο είχε κάνει εν μέρει δεκτή την από 05.10.1988 αγωγή των αναιρεσειόντων από το άρθρο 63§§1, 3 του Κτηματολογικού Κανονισμού Δωδεκανήσου, ο οποίος κυρώθηκε με το υπ' αριθμ. 132/01.09.1929 διάταγμα του Ιταλού κυβερνήτη της Δωδεκανήσου και διατηρήθηκε, ως τοπικό δίκαιο, με το άρθρο 2§1 του ν. 510/1947.
Ακολούθως δε το Εφετείο με την ως άνω αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση, κρατώντας δε και δικάζοντας την υπόθεση, απέρριψε την ως άνω ένδικη αγωγή. Η αίτηση αυτή αναιρέσεως ασκήθηκε από τους λοιπούς, πλην του 3ου, αναιρεσείοντες νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553§1 στοιχ.
β', 556§1, 558 εδάφ. α', 564§1, 566§1 Κ.Πολ.Δ.). Ομοίως, νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρο 569§2 του Κ.Πολ.Δ.) αναφορικά με τις 3η και 5η των αναιρεσιβλήτων ασκήθηκε ο από 20.01.2020 πρόσθετος λόγος αναιρέσεως, το δικόγραφο του οποίου κατατέθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου τούτου στις 23.01.2020, δηλαδή τριάντα και πλέον ημέρες πριν από την ορισθείσα αρμοδίως δικάσιμο για τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως, στις 18.03.2020, και επιδόθηκε στις 14.02.2020 (βλ.
τις επικαλούμενες και προσκομιζόμενες με στοιχεία 3880Ζ/14.02.2020 και 3881Ζ/14.02.2020 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Δωδεκανήσου Κ. Π.). Ως προς τους λοιπούς όμως των αναιρεσιβλήτων δεν προκύπτει επίδοση του ως άνω δικογράφου του προσθέτου λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως και, επομένως, αυτός πρέπει να απορριφθεί ως απαραδέκτως ασκηθείς.
Κατά τις διατάξεις του άρθρου 577§§1, 2 του Κ.Πολ.Δ. το δικαστήριο πρώτα συζητεί για το παραδεκτό της αναιρέσεως. Αν η αναίρεση δεν ασκήθηκε νόμιμα ή αν λείπει κάποια προϋπόθεση για να είναι παραδεκτή, ο Άρειος Πάγος την απορρίπτει και αυτεπαγγέλτως με βάση τα υποβληθέντα έγγραφα αποδεικτικά στοιχεία της δικογραφίας.
Προϋπόθεση για το παραδεκτό της αναιρέσεως, κατά τις διατάξεις των άρθρων 68, 73 και 556 παρ. 1 του ΚΠολΔ, αποτελεί και η ύπαρξη εννόμου συμφέροντος του αναιρεσείοντος, η οποία ερευνάται και αυτεπαγγέλτως, αρκεί να προκύπτει η έλλειψη αυτή από τα στοιχεία της δικογραφίας, χωρίς να είναι απαραίτητο το εκ του λόγου αυτού απαράδεκτο να προτείνεται με τις προτάσεις που κατατίθενται στην προθεσμία του άρθρ. 570 παρ. 1 ΚΠολΔ του ίδιου Κώδικα (ΑΠ 48/2019, ΑΠ 1663/2010, ΑΠ 85/2010, ΑΠ 1637/2002).
Επίσης, κατά γενική δικονομική αρχή, συναγόμενη από τη διάταξη του άρθρου 68 του Κ.Πολ.Δ., η ύπαρξη εννόμου συμφέροντος προαπαιτείται για κάθε διαδικαστική ενέργεια, επομένως και για την άσκηση των ενδίκων μέσων. Η συνδρομή του εννόμου συμφέροντος, που συνίσταται στην ανάγκη παροχής έννομης προστασίας, στη συγκεκριμένη περίπτωση, εξετάζεται και αυτεπαγγέλτως σε κάθε στάση της δίκης (άρθρο 73 του Κ.Πολ.Δ.), μπορεί δε να κριθεί, αναφορικά προς την άσκηση του ενδίκου μέσου της αναιρέσεως, και βάσει γεγονότων που επήλθαν μετά την προσβαλλόμενη απόφαση (Α.Π. 115/1993).
Το συμφέρον αυτό, πρέπει, εκτός από έννομο, να είναι ατομικό του αιτούντος και υπαρκτό, ενώ ως έννομο συμφέρον νοείται κάθε υλικό ή ηθικό όφελος, που αναγνωρίζει ο νόμος υπέρ αυτού που ζητεί δικαστική προστασία, εφόσον επιπλέον είναι άμεσο και παρόν. Άμεσο έννομο συμφέρον υπάρχει, όταν από την ύπαρξη κάποιας έννομης σχέσεως (άκυρη δικαιοπραξία κτλ), προκαλείται αβεβαιότητα ως προς ορισμένη έννομη σχέση του ενάγοντος με τρίτο πρόσωπο και συνακόλουθος κίνδυνος για τα συμφέροντα αυτού (άμεσος και επικείμενος ή και εξαρτώμενος από πρόσθετα μελλοντικά περιστατικά), για την αποτροπή του οποίου ζητείται, ως πρόσφορη και αναγκαία δικαιοδοτική πράξη, η έκδοση δικαστικής αποφάσεως.
Ενώ παρόν είναι το έννομο συμφέρον, όταν αφορά έννομες σχέσεις υπαρκτές και παρούσες, και όχι υποθετικές και μελλοντικές ή ενδεχόμενες (Α.Π. 55/2020, Α.Π. 335/2006). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 70 του Κ.Πολ.Δ., όποιος έχει έννομο συμφέρον να αναγνωριστεί η ύπαρξη ή μη ύπαρξη κάποιας έννομης σχέσεως μπορεί να εγείρει σχετική αγωγή.
Ως έννομη σχέση, η ύπαρξη ή η ανυπαρξία της οποίας είναι αντικείμενο της αναγνωριστικής αγωγής και της επ' αυτής εκδοθησομένης αποφάσεως, νοείται η νομικά ρυθμιζόμενη βιοτική σχέση ενός προσώπου προς άλλο πρόσωπο ή πράγμα που συνεπάγεται ή ενέχει ως περιεχόμενό της ένα τουλάχιστον δικαίωμα, η μια υποχρέωση είτε δέσμη δικαιωμάτων και υποχρεώσεων.
Δεν αποτελούν έννομη σχέση, υπό την άνω έννοια, τα απλά πραγματικά περιστατικά, οι προϋποθέσεις δικαιώματος ή αξιώσεως ή τα αφηρημένα νομικά ζητήματα χωρίς τη σύνδεσή τους με έννομη σχέση της οποίας ζητείται δια της αγωγής η προστασία. Επίσης, δεν αποτελεί έννομη σχέση η διαπίστωση πραγματικών ή νομικών καταστάσεων χωρίς καθορισμό των προσαπτομένων από το δίκαιο συνεπειών, έστω και αν μνημονεύεται ο κανόνας ή η νομική αρχή, στα οποία υπάγονται τα περιστατικά αυτά, ή έχουν νομική σημασία για τις έννομες σχέσεις των προσώπων.
Ομοίως, μεμονωμένα στοιχεία της έννομης σχέσεως ή προδικαστικά αυτής ζητήματα, ή γυμνά πραγματικά γεγονότα δεν μπορούν να καταστούν αντικείμενο αναγνωριστικής αγωγής. Και τούτο διότι, όταν η έννομη σχέση είναι ατελής, δεν θεμελιώνεται η ανάγκη παροχής έννομης προστασίας (έννομο συμφέρον), αφού δεν εξυπηρετείται ο σκοπός του νόμου, ήτοι η διαλεύκανση (αυθεντική βεβαίωση) με την προκαλούμενη με την αγωγή αυτή δικαστική απόφαση της αμφισβητούμενης υπάρξεως ή ανυπαρξίας της έννομης σχέσεως, η άρση της σχετικής αβεβαιότητας και η αποτροπή παρουσών ή μελλουσών εν σχέσει με αυτή δικαστικών διενέξεων, με συνέπεια η αγωγή υπό το ανωτέρω περιεχόμενο να καθίσταται απαράδεκτη (Α.Π. 1259/2020, ΑΠ 334/2016).
Στην κρινόμενη υπόθεση, οι παριστάμενοι αναιρεσίβλητοι με τις νομίμως κατατεθείσες στις 26 και 27-9-2021 προτάσεις τους ισχυρίζονται ότι οι αναιρεσείοντες δεν διατηρούν έννομο συμφέρον για τη συζήτηση της υπό κρίση από 01.02.2009 αιτήσεως αναιρέσεως ως και του από 20.01.2020 πρόσθετου λόγου αυτής, διότι τούτο (έννομο συμφέρον) εξέλιπε μετά την έκδοση της, καταστάσας αμετάκλητης, υπ' αριθμ. 79/2013 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Δωδεκανήσου.
Ειδικότερα, ισχυρίζονται ότι, μετά τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης αποφάσεως, στις 15.09.2008, και πριν ασκηθεί η αίτηση αναιρέσεως κατ' αυτής, οι αναιρεσείοντες (αρχικοί ενάγοντες και διάδοχοι της 1ης εξ αυτών) ήγειραν, ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ρόδου, την από 14.10.2008 αγωγή, με την οποία, στρεφόμενοι κατά των αναιρεσιβλήτων και, κατά περίπτωση, των διαδόχων τους, ζήτησαν να αναγνωριστεί ότι συμπληρώθηκε στο πρόσωπό τους ο χρόνος χρησικτησίας, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 63§§1, 3 του Κτηματολογικού Κανονισμού Δωδεκανήσου, ο οποίος κυρώθηκε με το υπ' αριθμ. 132/01.09.1929 διάταγμα του Ιταλού κυβερνήτη της Δωδεκανήσου και διατηρήθηκε, ως τοπικό δίκαιο, με το άρθρο 2§1 του ν. 510/1947, στο αυτό ακίνητο, το οποίο αφορά και η προσβαλλόμενη απόφαση, για τον λόγο ότι χρησιδέσποσαν επ' αυτού κατά τη χρονική περίοδο από τον μήνα Νοέμβριο του έτους 1988 έως και το χρονικό σημείο καταθέσεως της (δεύτερης) αγωγής τους.
Ισχυρίστηκαν, επίσης, ότι με την υπ' αριθμ. 220/2010 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ρόδου απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η εν λόγω αγωγή των αναιρεσειόντων, η απόφαση δε αυτή επικυρώθηκε, με την, καταστάσα αμετάκλητη, υπ' αριθμ. 79/2013 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Δωδεκανήσου. Ισχυρίστηκαν, τέλος, ότι, ακόμη και εάν ήθελε γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και ο πρόσθετος λόγος αυτής, παραπεμφθεί για νέα συζήτηση ενώπιον του εκδόσαντος την προσβαλλόμενη υπόθεση Δικαστηρίου η από 27.03.2007 έφεση των αναιρεσειόντων, γίνει αυτή δεκτή τυπικά και κατ' ουσίαν, διακρατηθεί προς εκδίκαση από το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο η από 05.10.1988 ως άνω αγωγή των αναιρεσειόντων κατά των ιδίων και γίνει δεκτή, ουδεμία για τους πρώτους έννομη συνέπεια στον χώρο του ουσιαστικού δικαίου δύναται να υπάρξει.
Τούτο δε διότι το αξιούμενο κατ' ουσίαν με την ένδικη αγωγή από αυτούς (αναιρεσείοντες) δικαίωμα συγκυριότητας λόγω της συμπληρώσεως στο πρόσωπό τους του νόμιμου χρόνου της κτητικής παραγραφής (χρησικτησίας) του Κτηματολογικού Κανονισμού Δωδεκανήσου έχει καταλυθεί δυνάμει της, ήδη αμετάκλητης, υπ' αριθμ. 79/2013 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Δωδεκανήσου.
Ειδικότερα, οι επικαλούμενες από τους αναιρεσείοντες-ενάγοντες στην εν λόγω δεύτερη από 14-10-2008 αγωγή τους πράξεις νομής επί του επιδίκου ακινήτου αναφέρονται σε χρονικό διάστημα μέχρι την άσκηση αυτής (2008) και ως εκ τούτου καλύπτουν στο σύνολο τους τις περιλαμβανόμενες στην προηγούμενη (ένδικη) από 5-10-1998 αγωγή πράξεις νομής, ώστε να μην είναι δυνατό να νοηθεί μετά ταύτα η ύπαρξη οποιουδήποτε δικαιώματος αυτών (αναιρεσειόντων) με βάση τα επικαλούμενα στην ένδικη αγωγή περιστατικά, ούτε επίσης μπορεί να προκληθεί κάποια αβεβαιότητα ως προς τη συγκεκριμένη έννομη σχέση των αναιρεσειόντων και ως εκ τούτου κίνδυνος για τα συμφέροντα αυτών.
Με τα δεδομένα αυτά ο παραπάνω ισχυρισμός των αναιρεσιβλήτων, ο οποίος άλλωστε εξετάζεται και αυτεπαγγέλτως (άρθρο 577§1 του Κ.Πολ.Δ.), είναι βάσιμος. Τούτο δε διότι, υπό τα ανωτέρω εκτεθέντα, δεν θεμελιώνεται η ανάγκη παροχής έννομης προστασίας (έννομο συμφέρον) των αναιρεσειόντων, αφού δεν εξυπηρετείται ο σκοπός του νόμου, ήτοι η διαλεύκανση (αυθεντική βεβαίωση) με την προκαλούμενη με την αγωγή τους δικαστική απόφαση της αμφισβητούμενης υπάρξεως της εριζόμενης έννομης σχέσεως, η άρση της σχετικής αβεβαιότητας και η αποτροπή παρουσών ή μελλουσών εν σχέσει με αυτήν δικαστικών διενέξεων, εφόσον η έννομη αυτή σχέση έχει κριθεί ήδη αμετακλήτως σε μεταγενέστερη δίκη μεταξύ των αυτών διαδίκων πλευρών.
Συνεπώς, η κρινόμενη από 01.02.2009 αίτηση αναιρέσεως μετά του από 20.01.2020 προσθέτου λόγου αυτής είναι απαράδεκτη, λόγω ανυπαρξίας εννόμου συμφέροντος γι' αυτή στα πρόσωπα των αναιρεσειόντων, κατά το χρονικό σημείο της συζητήσεώς της, και πρέπει να απορριφθεί (άρθρο 577§2 του Κ.Πολ.Δ.). Περαιτέρω, πρέπει να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες, ως ηττηθέντες διάδικοι, στα δικαστικά έξοδα των παρισταμένων αναιρεσιβλήτων και των συνεχιζόντων τη δίκη κληρονόμων της τετάρτης αυτών, κατά παραδοχή σχετικού αιτήματός τους και κατά τα άρθρα 176, 183, 189§1 και 191§2 Κ.Πολ.Δ., όπως στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 01.02.2009 αίτηση αναιρέσεως μετά του από 20.01.2020 προσθέτου λόγου αυτής των Φ. συζ. Β. Κ., το γένος Γ. Ι., Ι. Ι. του Γ., Μ. Κ. του Π., Π. Κ. του Μ., Φ. Κ. του Μ. και Γ. Κ. του Μ. κατά της υπ' αριθμ. 210/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Δωδεκανήσου. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των παρισταμένων αναιρεσιβλήτων και των συνεχιζόντων τη δίκη κληρονόμων της τετάρτης αυτών, ορίζει δε το ποσό αυτών σε δύο χιλιάδες επτακόσια ευρώ (2.700,00€).
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Μαρτίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 25 Μαΐου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ