Supreme Court dismisses appeal as inadmissible due to lack of new grounds and failure to prove violation of res judicata.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to retry the appeal of the Patras Court of Appeal's decision. The appellant argued that the lower court improperly relied on prior judgments regarding property ownership and possession, claiming a violation of res judicata. The court rejected this, finding the appellant failed to demonstrate that the lower court had incorrectly treated those prior decisions as binding on the entire case.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559 and 576 of the Code of Civil Procedure; An appeal request is inadmissible if it lacks new grounds or fails to prove a violation of res judicata where the lower court did not treat prior decisions as binding on the whole case.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 897 / 2015 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 897/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Μπιχάκη Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Ιωάννη Σίδερη), Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου και Διονυσία Μπιτζούνη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριο του, την 1η Απριλίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος - καλούντος: Χ. Π. του Θ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χαράλαμπο Μιχαήλ.
Του αναιρεσιβλήτου - καθ’ ού η κλήση: Κ. Α. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17.4.2000 (αριθ.κατ. 3516/660/2000) αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πατρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 508/2001 εν μέρει οριστική, 809/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 833/2007 οριστική του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο αναιρεσείων με την από 31.05.2010 αίτησή του επί της οποίας εκδόθηκε η 178/2014 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, η οποία κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση. Την υπόθεση επαναφέρει ο καλών με την από 21.5.2014 κλήση του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο παραστάθηκε μόνο ο αναιρεσείων, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Διονυσία Μπιτζούνη ανέγνωσε την από 22.10.2013 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση Αρεοπαγίτη και - ήδη Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Ρουμπή, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη στο σύνολό της της από 31.05.2010 αίτησης για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 833/2007 απόφασης του Εφετείου Πατρών. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ. παρ. 1 και 2 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι αν ο διάδικος που δεν επισπεύσει τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως και δεν παραστάθηκε κατ’ αυτήν έχει κλητευθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα, η συζήτηση προχωρεί παρά την απουσία του κλητευθέντος αυτού διαδίκου.
Εν προκειμένω, με την από 21.05.2014 κλήση του καλούντος - αναιρεσείοντος Χ. Π. φέρεται προς συζήτηση η από 31.05.2010 αίτησή του για αναίρεση της με αριθμό 833/2007 αποφάσεως του Εφετείου Πατρών, μετά την έκδοση της με αριθμό 178/2014 αποφάσεως του Δικαστηρίου τούτου, με την οποία κηρύχθηκε απαράδεκτη η προηγούμενη συζήτηση της υποθέσεως.
Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά, ο αναιρεσίβλητος - καθ’ ού η κλήση δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του πινακίου, κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, και δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση.
Όπως δε προκύπτει από την με αριθμό 351 Γ’ /8.12.1014 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Γ. Α. Κ. και τα από 11.12.2014 και 20.12.2014, αντιστοίχως, φύλλα των εφημερίδων "ΗΧΩ ΤΩΝ ΔΗΜΟΠΡΑΣΙΩΝ" και "Ο ΛΟΓΟΣ" που ορίστηκαν από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου με πράξη του κάτωθι της ανωτέρω εκθέσεως επιδόσεως, τα οποία ο καλών - αναιρεσείων προσκομίζει και επικαλείται, ο τελευταίος επέδωσε νόμιμα και εμπρόθεσμα, κατά τα άρθρα 135 παρ. 1, 136 παρ. 1 και 568 παρ. 4 του Κ.Πολ.Δ., στον αγνώστου διαμονής ως άνω αναιρεσίβλητο α) ακριβές αντίγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως με πράξη ορισμού δικασίμου κατά την αρχικά ορισθείσα δικάσιμο της 6.11.2013, β) αντίγραφο της προαναφερθείσας (από 21.05.2014) κλήσεως για συζήτηση της ως άνω αιτήσεως αναιρέσεως, μετά την έκδοση της ως ανωτέρω 866/2013 απόφασης του Αρείου Πάγου, η οποία κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση της υπόθεσης, κατά την δικάσιμο της 19ης Νοεμβρίου 2014, κατά την οποία ανεβλήθη η προκείμενη υπόθεση (απόντος του αναιρεσιβλήτου) για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο και γ) τη με αριθμό πρωτοκόλλου 328/20.11.2014 βεβαίωση αναβολής της αρμοδίας γραμματέως του Γ’ Πολιτικού Τμήματος του Δικαστηρίου τούτου, με την οποία βεβαιώνεται ότι η ανωτέρω αίτηση αναιρέσεως, που είχε προσδιοριστεί για να δικαστεί στις 19.11.2014, αναβλήθηκε για τη αναφερομένη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, στην οποία και κάλεσε τον αναιρεσίβλητο να παραστεί.
Επομένως και σύμφωνα με την νομική σκέψη που προηγήθηκε, η συζήτηση της υποθέσεως θα προχωρήσει σαν να ήταν παρών και ο ανωτέρω κληθείς αναιρεσίβλητος.
ΙΙ. Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι λόγος αναίρεσης για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόστηκε ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση και τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών στην διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.
Κατά δε την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ., η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει συνεπώς παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 1/1999 - ΑΠ 134/2012).
Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάσθηκε ή όχι ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος, στο οποίο στηρίζεται το διατακτικό της απόφασης. Δεν ιδρύεται, όμως, ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση αυτών και στην αιτιολόγηση της εξαγωγής από αυτές του αποδεικτικού πορίσματος, αρκεί τούτο να εκτίθεται πλήρως, σαφώς και χωρίς αντιφάσεις.
Ως ζητήματα δε, των οποίων η αιτιολόγηση κατά τρόπο αντιφατικό ή ανεπαρκή, στερεί από νόμιμη βάση την απόφαση, νοούνται οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όπως είναι και τα αναγκαία, κατά νόμο, περιστατικά, προς στήριξη της αγωγής ή κάποιας νόμιμης ένστασης. (Ολ.ΑΠ 28/1997 και ΑΠ 48/2013).
Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 974, 1045 και 1051 ΑΚ για την κτήση της κυριότητας ακινήτου, με έκτακτη χρησικτησία, απαιτείται άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία, με τη δυνατότητα εκείνου που απέκτησε τη νομή αυτού με καθολική ή με ειδική διαδοχή να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του.
Άσκηση νομής, (η οποία χρειάζεται για την κτήση κυριότητας με χρησικτησία), αποτελούν όταν πρόκειται για ακίνητα οι υλικές και εμφανείς πάνω σ’ αυτά πράξεις που προσιδιάζουν στην φύση και τον προορισμό του ακινήτου με τις οποίες φανερώνεται η βούληση του νομέα να έχει το πράγμα σαν δικό του, τέτοιες δε πράξεις μεταξύ άλλων είναι η εποπτεία, η επίβλεψη, η επίσκεψη, η παραχώρηση σε άλλον με ή χωρίς αντάλλαγμα, η φύλαξη κ.α., χωρίς να απαιτείται και ο ημερολογιακός προσδιορισμός των επί μέρους πράξεων μέσα στο χρόνο της χρησικτησίας.
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Το έτος 1954 ο ενάγων προσλήφθηκε από τον Α. Α., πατέρα του εναγομένου, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και προσέφερε σ’ αυτόν τις υπηρεσίες του σε αγρόκτημα του εργοδότη του, που βρίσκεται στην θέση "Κρύα" Λ.
της Περιφερείας ... του Δήμου Πατρέων. Συγχρόνως ο ανωτέρω του παραχώρησε για κατοικία τον ισόγειο όροφο της διώροφης οικίας που υπήρχε στο ανωτέρω αγρόκτημα. Το έτος 1967 απεβίωσε ο Α. Α., αλλά ο ενάγων εξακολούθησε να εργάζεται στο ανωτέρω αγρόκτημα ασχολούμενος, όπως και από την αρχή της πρόσληψής του, με την καλλιέργεια, την περιποίηση ελαιοδένδρων, τη συλλογή καρπών και την επίβλεψη του αγροκτήματος, αμειβόμενος από τους κληρονόμους αυτού μέχρι και το έτος 1972 που οι τελευταίοι πώλησαν το ανωτέρω αγρόκτημα.
Ο ενάγων όμως συνέχισε να εργάζεται ακόμη άλλα τρία χρόνια σ’ αυτό το κτήμα μέχρι το έτος 1975. Πλησίον του ανωτέρω αγροκτήματος υπήρχε άλλο αγρόκτημα, συνολικής εκτάσεως 41.400 τ.μ., ιδιοκτησίας του εναγομένου, το οποίο αυτός απέκτησε με τα υπ’ αριθμ. ...1938, ...1950 και ...1955 αγοραπωλητήρια συμβόλαια των Συμβολαιογράφων Πάτρας Σωτηρίου Μπέτσιου, Τιμολέοντος Βοΐλη και Γεωργίου Κούκου, αντίστοιχα, τα οποία νόμιμα μεταγράφηκαν Στο εν λόγω αγρόκτημα είχε ανεγερθεί μεταξύ των ετών 1962 έως 1966 με δαπάνες του εναγομένου και του πατέρα του (κυρίως όμως από τα έσοδα του ελαιοκτήματος του εναγομένου) ισόγεια οικία αποτελούμενη από 4 κύρια δωμάτια και λοιπούς βοηθητικούς χώρους, συνολικής επιφάνειας 120 τ.μ.
περίπου, την οποία ο εναγόμενος παραχώρησε με σύμβαση χρησιδανείου που συνήψε με τον ενάγοντα κατά το έτος 1972 για αόριστο χρόνο για τη στέγαση του ενάγοντος και της οικογενείας του, μετά την κατά τα ανωτέρω πώληση της διώροφης οικίας ιδιοκτησίας του Α. Α. μετά του μείζονος αγροκτήματος από τους κληρονόμους του.
Η παραχώρηση χωρίς αντάλλαγμα της ισόγειας οικίας από τον εναγόμενο προς τον ενάγοντα έγινε κατά παράκληση του ενάγοντος ενόψει του ότι είχαν αναπτυχθεί μακροχρόνιες οικογενειακές σχέσεις αμφοτέρων των διαδίκων και ήδη από το έτος 1957 ο εναγόμενος είχε γίνει ανάδοχος της κόρης του ενάγοντος Μ. και όταν εκείνη αργότερα παντρεύτηκε υπήρξε και πάλι ανάδοχός της.
Εξακολουθούσε δε ο ενάγων να επιβλέπει και να καλλιεργεί και το μείζον αγρόκτημα του εναγομένου, ο οποίος διέμενε μόνιμα στην Αθήνα, ενώ μετά την πώληση του αγροκτήματος του Α. Α. που κατεδαφίστηκε η πατρική τους κατοικία, ο εναγόμενος το επισκεπτόταν διανυκτερεύοντας στην ανωτέρω οικία του όταν οι ανάγκες του το απαιτούσαν είτε ο ίδιος είτε και οι δύο αδελφές του, με τις οποίες επίσης ο ενάγων είχε αναπτύξει οικογενειακές σχέσεις, αφότου ακόμη ζούσε και ο πατέρας τους, ελάμβαναν δε ο εναγόμενος και οι αδελφές του το ελαιόλαδο για τις ανάγκες των οικογενειών τους ετησίως, την υπόλοιπη δε σοδειά την καρπωνόταν ο ενάγων.
Ειδικότερα, αποδείχθηκε ότι η ανωτέρω οικία, την οποία χρησιδάνεισε ο εναγόμενος βρίσκεται στην ίδια θέση "Κρύα" Λ. και περιλαμβάνεται εντός του επιδίκου, το οποίο έχει έκταση 2.334,43 τ.μ., εμφαίνεται στο υπό στοιχεία 1-2-3-4-5-6-7-8-9-10-11-12-13-1 από 26.10.1997 τοπογραφικό διάγραμμα του μηχανικού Ε. Π. και συνορεύει ανατολικά επί πλευράς μήκους 43,67 μ.
με πρώην οδό ... και ήδη οδό ... επί της οποίας φέρει τον αριθμό ..., βορειοδυτικά επί πλευρών 25 μ., 3,77 μ. και 12,84 μ. με ιδιοκτησία του εναγομένου, βόρεια επί πλευράς μήκους 12,05 μ. με ιδιοκτησία Ι. Δ. Κ. και επί πλευράς μήκους 16,57 μ. με τμήμα υπό διάνοιξη κοινόχρηστης οδού και νότια επί πλευρών μήκους, αντίστοιχα, 12,62 μ., 12,03 μ., 10,68 μ., 15,67 μ.
και 1,62 μ. με χωματόδρομο πλάτους 5 μέτρων, ενώ το μείζον ακίνητο του εναγομένου, το οποίο ήταν εξ αρχής ενιαίο διαχωριζόταν από το όλο ακίνητο του πατέρα του εκτάσεως 30 περίπου στρεμμάτων από την κοίτη του παραποτάμου .... Ο ενάγων όσο ζούσε ο Α. Α. είχε ασφαλιστεί από αυτόν ως έμμισθος καλλιεργητής στο Ι.Κ.Α.
και αποζημιώθηκε από τους κληρονόμους του, δηλαδή τις δύο αδελφές του εναγομένου μετά την καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του στις 27.12.1971 με το ποσό των 50.000 δραχμών, ενώ η νόμιμη αποζημίωση του ανέρχονταν σε 7.000 δραχμές (βλ. την από 27.12.1971 καταγγελία εργασίας και την από 27.12.1971 απόδειξη καταβολής αποζημίωσης).
Παρόλα αυτά ο ενάγων που διατηρούσε άριστες σχέσεις με τον εναγόμενο και για λογαριασμό του, επειδή ο τελευταίος διέμενε μόνιμα με την οικογένειά του στην Αθήνα, εργαζόμενος ως σκηνοθέτης, εξακολούθησε να επιτηρεί το ακίνητό του (εναγομένου), να το καλλιεργεί, να συλλέγει τους καρπούς του και να χρησιμοποιεί την επίδικη οικία για τις ανάγκες της οικογενείας του, πλην όμως το ακίνητο του εναγομένου με την 1/1997 πράξη εφαρμογής της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Αχαΐας εντάχθηκε στο σχέδιο πόλεως Πατρών και λόγω εισφοράς γης, την οποία υποχρεώθηκε να εισφέρει ο εναγόμενος από το όλο ακίνητο των 42 περίπου στρεμμάτων, απέμεινε σ’ αυτόν τελικά οικοπεδική έκταση 18.466,33 τ.μ., η οποία κατανεμήθηκε σε 10 οικοδομικά τετράγωνα, ενώ στο υπ’ αριθμ. ...
Ο.Τ. κείται η επίδικη οικία. Επιπλέον στον εναγόμενο επιβλήθηκε και χρηματική εισφορά 89.047.200 δραχμών. Η ανωτέρω πράξη εφαρμογής μεταγράφηκε στα βιβλία μεταγραφών στις 6.5.1997 στον τόμο ... και με αριθμό ... του Υποθηκοφυλακείου Πατρών. Ο εναγόμενος με την πρόθεση να προβεί ο ίδιος στην εκμετάλλευση και αξιοποίηση της ακίνητης περιουσίας, που του απέμεινε, αλλά και προκειμένου να αντλήσει πόρους για να καλύψει τις οικονομικές του υποχρεώσεις που του επιβλήθηκαν με την ένταξή της στο σχέδιο πόλεως, με την από 2.5.1997 εξώδικη δήλωση, που κοινοποίησε στον ενάγοντα στις 9.5.1997, κατήγγειλε τη μεταξύ τους σύμβαση χρησιδανείου και τον κάλεσε να του αποδώσει τη χρήση της επίδικης ισογείου οικίας εντός μηνός από την επίδοση της ως άνω καταγγελίας.
Ο ενάγων με το από 18.6.1997 έγγραφό του, που κοινοποίησε στον εναγόμενο στις 25.6.1997, αρνήθηκε την απόδοση της εν λόγω οικίας και ισχυρίστηκε για πρώτη φορά ότι το επίδικο με την επ’ αυτού οικία νέμεται με καλή πίστη και διάνοια κυρίου για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της εικοσαετίας και έτσι ο εναγόμενος με την από 8.9.1997 αίτησή του κατά του ενάγοντος ενώπιον του Ειρηνοδικείου Πατρών ζήτησε τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων για την προστασία της νομής του και στο επίδικο.
Επί της αιτήσεως αυτής εκδόθηκε η 4/1998 απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου, η οποία αναγνώρισε τον αιτούντα - εναγόμενο προσωρινά νομέα του μείζονος ακινήτου των 18.466,33 τ.μ. και ο ενάγων - καθού η αίτηση υποχρεώθηκε να αποδώσει τη νομή του επιδίκου και της οικίας. Ο τελευταίος άσκησε έφεση κατά της αποφάσεως αυτής, η οποία απορρίφθηκε με την 469/1999 απόφαση Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πατρών.
Σ’ εκτέλεση της υπ’ αριθμ. 4/1998 αποφάσεως Ειρηνοδικείου Πατρών στις 18.10.1999 ο ενάγων απεβλήθη βιαίως και εγκαταστάθηκε στο επίδικο ο εναγόμενος δυνάμει της υπ’ αριθμ. ...18.10.1999 εκθέσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Πατρών Μ. Κ. Κατά την εκδίκαση της αίτησης των ασφαλιστικών και στους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας ο ενάγων ισχυρίστηκε ότι η επίδικη οικία είχε παραχωρηθεί σ’ αυτόν το έτος 1956 από τον πατέρα του εναγομένου Α.
Α. με άτυπη δωρεά. Ο ισχυρισμός όμως αυτός απορρίφθηκε τελεσιδίκως ως αβάσιμος κατ’ ουσίαν διότι η οικία αυτή δεν είχε ανεγερθεί το έτος 1956 αλλά το 1962 συνεπώς δεν υπήρχε κατά το έτος της δήθεν δωρεάς. Επιπλέον όμως αυτή δεν ανήκε στον πατέρα του εναγομένου αλλά σ’ αυτόν. Περαιτέρω στη συζήτηση της από 10.3.1999 αγωγής αποζημιώσεως χρήσεως, που άσκησε ο εναγόμενος κατά του ενάγοντος για το χρονικό διάστημα από 1.7.1997 έως 10.3.1999 ποσού 2.100.000 δραχμών, ο τελευταίος ισχυρίστηκε ότι είχε γίνει κύριος με άτυπη δωρεά του εναγομένου που έγινε το έτος 1972, τον ισχυρισμό αυτόν επανέλαβε και στη συζήτηση της έφεσής του επί της υπ’ αριθμ. 126/2001 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών, η οποία είχε δεχθεί την αγωγή εν μέρει ως ουσιαστικά βάσιμη και για το ποσό των 1.470.000 δραχμών, αλλά ο ανωτέρω ισχυρισμός απορρίφθηκε τελεσιδίκως ως αβάσιμος κατ’ ουσίαν με την υπ’ αριθμ. 1039/2002 απόφαση Εφετείου Πατρών, όπως και ολόκληρη η έφεσή του.
Περαιτέρω όμως αποδείχθηκε ότι ο ενάγων κατά την διαδικασία κατάρτισης της πράξεως εφαρμογής του σχεδίου της πόλεως των Πατρών, βάσει της οποίας εντάχθηκε σ’ αυτό και επίδικο ακίνητο δεν προέβη σε σχετικές ενέργειες προς τις αρμόδιες υπηρεσίες του Δήμου Πατρέων ή την Πολεοδομία Πατρών, για να αναγνωριστεί ιδιοκτήτης του επιδίκου ακινήτου και της ισόγειας οικίας, προκειμένου να λάβει την αναλογούσα σ’ αυτόν ακίνητη ιδιοκτησία και να εκπληρώσει τις βαρύνουσες αυτήν, από τη ρυμοτόμηση, τυχόν υποχρεώσεις εισφοράς γης ή χρήματος, σε αντίθεση με τον εναγόμενο, ο οποίος προέβη σε όλες τις ενδεδειγμένες κατά τα άνω ενέργειες για το μείζον ακίνητο.
Ο ισχυρισμός δε του ενάγοντος ότι δεν έλαβε γνώση της απαλλοτρίωσης και ότι από άγνοια δεν ενήργησε διότι δεν του επιδόθηκε η σχετική πράξη (διότι δεν ήταν εμφανής ιδιοκτήτης με συμβολαιογραφική πράξη) είναι αβάσιμος κατ’ ουσίαν. Εξάλλου και όσον αφορά τις επικαλούμενες από τον ενάγοντα επισκευές και βελτιώσεις της επίδικης οικίας που έγιναν, κατά την κατάθεση του μάρτυρα αποδείξεως Ν.
Σ., στο λουτρό, το τζάκι, το δάπεδο και τη βαφή της αλλά και στον περίβολο της, ανεξάρτητα από το ότι αναιρούνται από την αντίθετη κατάθεση της μάρτυρα ανταπόδειξης, δίδυμης αδελφής του εναγομένου Κ. Α. Όμως ακόμη και αν υποτεθεί ότι αυτές έγιναν από τον ενάγοντα, η εκτέλεσή τους ήταν επιβαλλόμενη από την ανάγκη συντήρησης της οικίας λόγω της μακρόχρονης χρήσεώς της από τον ενάγοντα και προς βελτίωση των όρων παραμονής των σ’ αυτήν, του ιδίου και της οικογένειάς του.
Σύμφωνα όμως με όσα προεκτέθηκαν και αντίθετα με όσα αντίθετα υποστηρίζει ο ενάγων δεν αποδείχθηκε ότι είχε καταρτιστεί άτυπη συμφωνία του ενάγοντος με τον εναγόμενο από το έτος 1962 για δωρεά προς αυτόν της επίδικης ισόγειας οικίας και δη με την πρωτοβουλία του πατέρα του τελευταίου Α. Α. για τους πρόσθετους επιπλέον λόγους ότι αφενός ο ενάγων εκείνη την χρονική περίοδο δεν είχε ανάγκη να καλύψει τις στεγαστικές του ανάγκες αφού ήδη, όπως και ο ίδιος ομολογεί στην αγωγή του, διέμενε ήδη από την πρόσληψη - του ως έμμισθος επιστάτης του αγροκτήματος του Α.
Α. στην ισόγεια οικία της διώροφης οικίας του τελευταίου, ο οποίος διέμενε στον ανώγειο όροφο αυτής για όσο διάστημα παρέμεινε στην περιοχή αυτή ασχολούμενος με τις αγροτικές εργασίες και την διαχείριση της αγροτικής περιουσίας του αφετέρου και κυρίως επειδή το επίδικο εδαφικό τμήμα και η οικία επ’ αυτού δεν ανήκαν στον Α.
Α. αλλά στο γιό του, με τον οποίο διατηρούσε άριστες σχέσεις και αφότου αποπερατώθηκε η ανέγερση της οικίας αυτής (1962-1966) ο εναγόμενος μέχρι το έτος 1975 που κατά τα προδιαληφθέντα τη χρησιδάνεισε στον ενάγοντα, τη μίσθωνε σε διάφορους μισθωτές και περί του ζητήματος αυτού σαφής και κυρίως πειστική υπήρξε η κατάθεση της προαναφερόμενης μάρτυρος αδελφής του, η οποία μετά λόγου γνώσεως κατέθεσε ότι και εκείνη ως δίδυμη αδελφή του είχε στενό συγγενικό δεσμό και ο εναγόμενος πάντοτε ζητούσε τις συμβουλές της γιατί την εμπιστευόταν λόγω ειδικών γνώσεων στα νομικά και τα λογιστικά που εκείνη διέθετε.
Κατέθεσε ακόμη ότι την οικία την αποπεράτωσε ο Α. Α. με δαπάνες του ιδίου και των εσόδων του εναγομένου από το παραπάνω κτήμα του αλλά και "ότι ουδεμία συνεισφορά είχε στην ανέγερσή της ο ενάγων, ο οποίος έμενε τότε στο κτήμα του πατέρα του εναγομένου ώστε είναι απορριπτέα n αγωγή ως αβάσιμη κατ’ ουσίαν".
Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Εφετείο και ενόψει ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο είχε δεχθεί τα ίδια και καταλήξει στην απόρριψη της ένδικης αγωγής κατ’ ουσίαν, κατέληξε στην απόρριψη κατ’ ουσίαν της έφεσης του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος κατά της πρωτοβάθμιας απόφασης. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι όπως έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 974, 1045 και 1051 του Αστικού Κώδικα, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να αξιώσει περισσότερα ή διαφορετικά στοιχεία από όσα απαιτούν οι διατάξεις αυτές σε σχέση με τη μη κτήση της κυριότητας του επιδίκου ακινήτου (επιμάχου εκτάσεως μετά της εντός αυτής ισόγειας οικίας) από τον αναιρεσείοντα.
Περαιτέρω έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του από τη νόμιμη βάση της αφού, όπως προκύπτει από το προαναπτυχθέν περιεχόμενο αυτής, διέλαβε σ’ αυτήν (απόφαση), ως προς το κρίσιμο ζήτημα της μη απόκτησης της κυριότητας του επιδίκου από τον αναιρεσείοντα με έκτακτη χρησικτησία, (προσδιορισμός και φύση του επιδίκου, πράξεις επί του επιδίκου απλώς διακατοχικές και συγκεκριμένα βάσει χρησιδανείου, χωρίς διάνοια κυρίου, τα οποία δεν ήταν ικανά να προσπορίσουν κυριότητα στον ενάγοντα με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας), πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο, για την ορθή εφαρμογή των προαναφερθεισών διατάξεων.
Επομένως ο τρίτος λόγος της αναίρεσης, από το άρθρο 559 αρ.1 και 19 Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.
III. Κατά το άρθρο 559 αρ.10 Κ.Πολ.Δ., όπως ίσχυε πριν την τροποποίηση με το άρθρο 17 παρ. 2 του ν. 2915/2001, αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη ή δεν διέταξε απόδειξη γι’ αυτά. Ο λόγος αυτός της αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας δέχεται πράγματα, δηλαδή, πραγματικούς ισχυρισμούς που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, παρακώλυση ή κατάλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, το οποίο ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό (βάση αγωγής, ανταγωγής) είτε ως αμυντικό (ένσταση, αντένσταση) μέσο, αλλ’ όχι και οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής, ή επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από την εκτίμηση των αποδείξεων, καθώς και οι ισχυρισμοί που συνιστούν επιχειρήματα για την υποστήριξη των απόψεων των διαδίκων (Ολ.ΑΠ 3/97 και 13/1995).
Με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης του, ο αναιρεσείων προβάλλει τις αιτιάσεις, ότι το Εφετείο, το οποίο κατ’ επικύρωση της πρωτόδικης απόφασης, απέρριψε την αγωγή, παρά τον νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, δηλαδή δέχθηκε τον ισχυρισμό του αναιρεσιβλήτου - εφεσιβλήτου - εναγομένου ότι αυτός (αναιρεσείων - εκκαλών - ενάγων) ήταν κάτοχος του επίδικου ακινήτου με σύμβαση χρησιδανείου που καταρτίστηκε μεταξύ αυτού και του πρώτου (αναιρεσιβλήτου) προβαίνοντας σε εκτίμηση των αποδείξεων και παραλείποντας να διατάξει περί αυτών αποδείξεις με την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης με αριθμ. 833/2007 απόφασης του Εφετείου Πατρών, που εκδόθηκε σε δεύτερο βαθμό επί της από 17.4.2000 διεκδικητικής αγωγής ακινήτου του αναιρεσείοντος, του δικογράφου της τελευταίας και αντιγράφων των με αριθμ. 508/2001 και 809/2004 αποφάσεων (προδικαστικής και οριστικής) του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πατρών, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο είχε τάξει αποδείξεις σε βάρος μόνον του ενάγοντος, αφού ο εναγόμενος αρνιόταν αιτιολογημένα τα περιστατικά που θεμελιώνουν τη βάση της αγωγής (χρησικτησία), ισχυριζόμενος ανταποδεικτικά ότι ο ενάγων κατείχε το επίδικο ακίνητο λόγω ατύπου χρησιδανείου του επίδικου ακινήτου από τον εναγόμενο στον ενάγοντα.
Στη συνέχεια το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο εκτιμώντας τις μαρτυρικές καταθέσεις και όλα τα λοιπά αποδεικτικά μέσα που είχαν επικαλεσθεί και προσκομίσει νόμιμα οι διάδικοι, κατά τις αναφερόμενες στην πρωτοβάθμια οριστική απόφαση διακρίσεις, κατέληξε στην ουσιαστική απόρριψη της αγωγής, μετά την παραδοχή του ισχυρισμού του εναγόμενου περί σχέσης χρησιδανείου μεταξύ των διαδίκων.
Στη συνέχεια το Εφετείο δικάζοντας επί της από 28.01.2005 έφεσης του ενάγοντος επί της με αριθμό 809/2004 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πατρών την απέρριψε ως κατ’ ουσίαν με την παραδοχή ότι ορθά είχε εκτιμήσει τις αποδείξεις το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο. Με βάση τα ανωτέρω τα δικαστήρια της ουσίας έλαβαν υπόψη τους πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης θέτοντας τις κατά τον κρίσιμο χρόνο (6.2.2001), κατ’ άρθρο 341 Κ.Πολ.Δ., προσήκουσες αποδείξεις σε βάρος του ενάγοντος.
Επομένως ο πρώτος από τον αριθμ.10 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
IV.Kατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 16 Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται λόγος αναίρεσης όταν το δικαστήριο προέβη αυτεπαγγέλτως ή κατά πρόταση κάποιου από τους διαδίκους σε έρευνα για τη συνδρομή ή μη των προϋποθέσεων του δεδικασμένου, κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο. Περαιτέρω από τις διατάξεις των άρθρων 321, 322, 331, 324 και 330 του Κ.Πολ.Δ.
συνάγεται ότι δεδικασμένο υπάρχει, μεταξύ των ιδίων προσώπων με την ίδια ιδιότητα μόνο για το δικαίωμα που κρίθηκε και εφόσον πρόκειται για το ίδιο αντικείμενο και την ίδια ιστορική και νομική αιτία, εκτείνεται δε κατά το άρθρο 331 του ίδιου Κώδικα και στα ζητήματα που κρίθηκαν παρεμπιπτόντως και αποτελούν λογικά αναγκαία και κρίσιμη στη συγκεκριμένη περίπτωση προϋπόθεση του κύριου ζητήματος, αν το δικαστήριο ήταν καθ’ ύλην αρμόδιο να αποφασίσει για τα παρεμπίπτοντα αυτά ζητήματα (ΑΠ 1710/2012).
Έτσι παρεμπίπτον ζήτημα στην αγωγή απόδοσης ωφελημάτων κατεχόμενον απ’ άλλον εκτός του κυρίου πράγματος είναι πρόδηλο ότι είναι η κυριότητα του αξιώνοντος τα ωφελήματα επί του πράγματος. Με το δεύτερο λόγο της αναίρεσής του, ο αναιρεσείων εκθέτει πως το Εφετείο απέρριψε τον ισχυρισμό του (αναιρεσείοντος) περί παραχωρήσεως της επίδικης οικίας με άτυπη δωρεά από τον αναιρεσίβλητο - εναγόμενο, δεχόμενο κατά παράβαση του νόμου ότι προκύπτει δεδικασμένο από α) τη με αριθμό 4/1998 απόφαση του Ειρηνοδικείου Πατρών, επικυρωθείσα με τη με αριθμό 469/1999 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πατρών, που έκρινε επί αιτήσεως ασφαλιστικών μέτρων του αναιρεσιβλήτου εναντίον του (νυν αναιρεσείοντος) για τη νομή επί του επίδικου ακινήτου, με την οποία αναγνωρίσθηκε νομέας και διατάχθηκε η απόδοση της νομής επ’ αυτού σ’ αυτόν και β) τη με αριθμό 126/2001 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών, επικυρωθείσα με τη με αριθμό 1039/2002 απόφαση του Εφετείου Πατρών, που έκρινε επί αγωγής αποζημιώσεως του αναιρεσιβλήτου για την αποκατάσταση ζημίας του, λόγω μη απόδοσης της χρήσεως αυτού μέχρις την εκτέλεση της απόφασης ασφαλιστικών μέτρων.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου Πατρών, το τελευταίο επανεξετάζοντας την ουσιαστική βασιμότητα ή όχι της ένδικης αγωγής δέχθηκε: 1) σε δίκη ασφαλιστικών μέτρων νομής για το ίδιο επίδικο ακίνητο της ένδικης αγωγής ότι είχε τελεσίδικα νικήσει ο αναιρεσίβλητος και 2) σε δίκη αγωγής αποζημίωσης χρήσης του ίδιου ακινήτου, αξίωση που προϋποθέτει δικαίωμα κυριότητας του προβάλλοντος την εν λόγω αξίωση, δικαιώθηκε ο αναιρεσίβλητος με την υπ’ αρ. 1039/2002 απόφαση του Εφετείου Πατρών.
Περαιτέρω όμως, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση το Εφετείο δεν κατέληξε στο ευνοϊκό για τον τότε εφεσίβλητο και ήδη αναιρεσίβλητο μόνο από τις δύο αναφερόμενες σ’ αυτήν (προσβαλλόμενη απόφαση), αν και η υπ’ αρ. 1039/2002 απόφαση του Εφετείου Πατρών κάλυπτε εν μέρει με δύναμη δεδικασμένου κα το ζήτημα της ένδικης διεκδικητικής αγωγής, αλλά συνεκτίμησε και συναξιολόγησε αυτές με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα.
Συνεπώς ο από τον αριθμ.16 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. λόγος της αίτησης αναίρεσης για λήψη υπόψη από το Εφετείο παράνομα δεδικασμένου, ως προς την κυριότητα του εναγομένου επί του επιδίκου ακινήτου, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος ως στηριζόμενος εσφαλμένα σε προϋπόθεση που δεν είχε δεχθεί το δικαστήριο (ύπαρξη δεδικασμένου καταλαμβάνοντας στο σύνολό της τη διαφορά της προκείμενης δίκης).
Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης ως αβάσιμη.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 31 Μαΐου 2010 αίτηση του Χ. Π. του Θ. για αναίρεση της 833/2007 απόφασης του Εφετείου Πατρών.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 9 Ιουνίου 2015. Και
Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 22 Ιουνίου 2015.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ