Legislator Case Law & Legislation
897/2014 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on civil procedure grounds regarding evidence distortion and document submission.

Case Number 897/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the lower court's judgment finding the plaintiff's claim for moral damages inadmissible. The appellant argued that the court of first instance distorted evidence and documents regarding privacy violations and professional relationship disruptions. The court rejected these claims because the appellant failed to submit the alleged distorted documents for review and because a different judicial conclusion does not constitute distortion.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(11), 335, 338-340, 561(1) of the Code of Civil Procedure; An appeal based on alleged distortion of a document is inadmissible unless the appellant submits the document to the Supreme Court for verification of its content.

Keywords

AI generated
Code of Civil Procedure appeal admissibility distortion of evidence document submission moral damages privacy violation judicial review

Cited Legislation

AI generated
Article 552 of the Code of Civil Procedure
Article 553 of the Code of Civil Procedure
Article 556 of the Code of Civil Procedure
Article 558 of the Code of Civil Procedure
Article 564 of the Code of Civil Procedure
Article 566(1) of the Code of Civil Procedure
Article 577(1) of the Code of Civil Procedure
Article 577(3) of the Code of Civil Procedure
Article 559(11) of the Code of Civil Procedure
Article 335 of the Code of Civil Procedure
Article 338 of the Code of Civil Procedure
Article 339 of the Code of Civil Procedure
Article 340 of the Code of Civil Procedure
Article 561(1) of the Code of Civil Procedure
Article 561(2) of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Case 128/2013
Case 1414/2010
Case 533/2009

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 897 / 2014 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 897/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Γεράσιμο Φουρλάνο, Εμμανουήλ Κλαδογένη και Πηνελόπη Ζωντανού, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Νοεμβρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Τoυ αναιρεσείοντος: Μ. Π. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Σταθακόπουλο .

Του αναιρεσιβλήτου: Ε. Κ. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σωτήριο Λίβα.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-4-2003 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5189/2007 του ίδιου Δικαστηρίου και 95/2009 του Εφετείου Πειραιώς. Ασκήθηκε αναίρεση από τον ήδη αναιρεσείοντα και εκδόθηκε η 1484/2010 απόφαση του Αρείου Πάγου που αναίρεσε την εφετειακή απόφαση και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο Πειραιώς, τα οποίο εξέδωσε την 672/2011 μη οριστική και 634/2012 οριστική απόφαση του. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο ήδη αναιρεσείων με την από 3-1-2013 αίτησή του .

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Πηνελόπη Ζωντανού, ανέγνωσε την από 11-11-2013 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι) Με την από 3-1-2013 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η 634/2012 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς, με την οποία, αφού εξαφανίστηκε η πρωτόδικη 5189/2007 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, απορρίφθηκε η από 30-4-2003 αγωγή του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος ως ουσιαστικά αβάσιμη. Με την αγωγή ο αναιρεσείων ζητούσε χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστη από την προσβολή της προσωπικότητός του και την σε βάρος του φερόμενη ως τελεσθείσα από τον αναιρεσίβλητο αδικοπραξία (παραβίαση του απορρήτου των μεταξύ τους τηλεφωνικών συνδιαλέξεων). Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (αρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566§1 Κ.Πολ.Δ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (αρθρ. 577§1 Κ.Πολ.Δ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (αρθρ. 577§3 Κ.Πολ.Δ).

II) Με το άρθρο| 559 αριθ. 11 Κ.Πολ.Δ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει ή παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν ή δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από την διάταξη αυτή σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 335 και 338 έως 340 και 561 παρ. 1 του ίδιου Κ.Πολ.Δ.

προκύπτει, ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, χωρίς να ελέγχεται η κρίση του ως προς την αξιοπιστία των μαρτύρων και την αξιολόγηση των αποδείξεων γενικά, εκτός αν παραβιάσθηκαν κανόνες δικαίου, περιλαμβανομένων και των ερμηνευτικών ή στοιχειοθετείται λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 19 και 20 Κ.Πολ.Δ.

Ωστόσο δεν επιβάλλεται να γίνεται ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα,αλλά αρκεί να καθίσταται βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασης, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα κατ' είδος αναφερόμενα, κατά το νόμο επιτρεπτά (Α.Π. 544/2005). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 270 παρ. 2 εδ. γ' Κ.Πολ.Δ, το οποίο, σύμφωνα με το άρθρο 524 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ εφαρμόζεται και στη διαδικασία της δευτεροβάθμιας δίκης, ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου ή προξένου λαμβάνονται υπόψη το πολύ τρεις για κάθε πλευρά και μόνο αν έχουν δοθεί ύστερα από κλήτευση του αντιδίκου, δύο τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες πριν από τη βεβαίωση και αν πρόκειται να δοθούν στην αλλοδαπή οκτώ τουλάχιστον ημέρες πριν από αυτή.

Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ενώπιον των πρωτοβαθμίων και δευτεροβαθμίων δικαστηρίων, κατά την τακτική διαδικασία, είναι παραδεκτές, ως αποδεικτικά μέσα, και ένορκες βεβαιώσεις, εφόσον δόθηκαν μετά από νομότυπη και εμπρόθεσμη κλήτευση του αντιδίκου μέρους. Αν λείπει η προϋπόθεση αυτή οι ένορκες βεβαιώσεις δεν είναι απλώς άκυρες αλλά ανύπαρκτες ως αποδεικτικά μέσα και δεν λαμβάνονται υπόψη.

Οι ως άνω δε ένορκες βεβαιώσεις αποτελούν ιδιαίτερο και αυτοτελές αποδεικτικό μέσο σε σχέση με τα έγγραφα και πρέπει να μνημονεύονται ειδικά στην απόφαση (ΑΠ 184/2011). Η βεβαίωση του δικαστηρίου της ουσίας περί νομότυπης ή μη νομότυπης κλήτευσης του αντιδίκου , ως αναγόμενη σε πράγματα, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ (Ολ.

ΑΠ 30/2002, Ολ. ΑΠ 2/2008) και συνεπώς κάθε ισχυρισμός διαδίκου που στρέφεται κατά της σχετικής βεβαίωσης του Δικαστηρίου είναι απαράδεκτος (ΑΠ 254/2013). Κατά το άρθρο 270 παρ. 2 εδ. β' Κ.Πολ.Δ, το δικαστήριο συμπληρωματικά μπορεί να λαμβάνει υπόψη και να εκτιμά ελεύθερα και αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου, με την επιφύλαξη των άρθρων 393 και 394.

Από τη διάταξη αυτή , η οποία επίσης εφαρμόζεται κατ' άρθρο 524 Κ.Πολ.Δ, και στη διαδικασία της δευτεροβάθμιας δίκης προκύπτει ότι στη δευτεροβάθμια δίκη επί έφεσης κατ' απόφασης πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, η οποία εκδόθηκε με διαδικασία στην οποία έχει εφαρμογή η διάταξη του άρθρου 270 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ, όπως ισχύει, λαμβάνονται μεν υπόψη και αποδεικτικά μέσα μη πληρούντα τους όρους του νόμου, όπως έγγραφα άκυρα (μη χαρτοσημασμένα ή μη επικυρωμένα ή ιδιωτικά ανυπόγραφα ή ιδιωτικά υπέρ του εκδότη τους), όχι όμως και έγγραφα ανυπόστατα, όπως είναι οι ένορκες βεβαιώσεις που ελήφθηκε χωρίς προηγούμενη κλήτευση του αντιδίκου.

Τέλος, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 339 και 395 του Κ.Πολ.Δ, προκύπτει ότι ως δικαστικά τεκμήρια, τα οποία επιτρέπεται να χρησιμοποιηθούν ως αποδεικτικά μέσα, εάν επιτρέπεται η απόδειξη και με μάρτυρες, μπορούν να χρησιμεύσουν και καταθέσεις μαρτύρων που ελήφθηκε στα πλαίσια άλλης πολιτικής ή ποινικής δίκης, καθώς επίσης και ένορκες βεβαιώσεις μαρτύρων ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου, έστω και αν ελήφθησαν χωρίς προηγούμενη κλήτευση του αντιδίκου εκείνου που τις προσκομίζει, εκτός αν αυτές, κατά την ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, έγιναν επίτηδες για να χρησιμοποιηθούν ως αποδεικτικό μέσο στη συγκεκριμένη δίκη.

Συνεπώς, ως δικαστικά τεκμήρια μπορούν να χρησιμοποιηθούν και ένορκες βεβαιώσεις που είχαν ληφθεί χωρίς κλήτευση του αντιδίκου εκείνου που τις προσκομίζει και είχαν προσκομισθεί σε άλλη πολιτική ή ποινική δίκη , δεδομένου ότι αυτές, εφόσον δεν ελήφθησαν για να χρησιμοποιηθούν στη συγκεκριμένη δίκη, δεν αποτελούν ιδιαίτερη κατηγορία αποδεικτικών μέσων, αλλά η χρησιμοποίηση τους ως δικαστικών τεκμηρίων γίνεται με την προσκόμιση και επίκληση των εγγράφων στα οποία αυτές περιέχονται, το δε δικαστήριο δεν έχει υποχρέωση να τις μνημονεύσει ειδικά, κατ' αντιδιαστολή προς τα υπόλοιπα έγγραφα, αλλά η μνεία ότι ελήφθησαν υπόψη όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν καλύπτει και αυτές, χωρίς μάλιστα κατά την αναφορά των εγγράφων να απαιτείται να γίνεται διάκριση μεταξύ εκείνων που ελήφθηκε υπόψη προς άμεση ή έμμεση απόδειξη και εκείνων που ελήφθησαν υπόψη ως δικαστικά τεκμήρια (ΑΠ 254/2013).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αίτησης του, ο αναιρεσείων , υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθμ. 11 γ' Κ.Πολ.Δ, αποδίδει στο Εφετείο την πλημμέλεια ότι : α) δεν έλαβε υπόψη του ούτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων τις υπ' αριθμ. 933/3-3-2005 και 920/2-3-2005 ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον του Ειρηνοδίκη Πειραιά, που είχαν ληφθεί στα πλαίσια της πρωτόδικης δίκης (όπως ο ίδιος δέχεται στην αίτηση αναίρεσης), και τις οποίες επικαλέστηκε στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο και ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης ( δηλ. στην απόδειξη της αγωγής του) και β) δεν καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι έλαβε υπόψη του, διότι δεν γίνεται ειδική αναφορά παρά τη σπουδαιότητα τους , την από 14-9-2011 αναφορά - αίτηση του ήδη αναιρεσιβλήτου προς τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου και την από 24-8-2010 αγωγή της Π. χήρας Δ. Δ.. Επίσης, με τον πρώτο λόγο της αίτησης του, ο αναιρεσείων , υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθμ. 11 γ' Κ.Πολ.Δ, αποδίδει στο Εφετείο την πλημμέλεια ότι: Ι) παρά το νόμο έλαβε υπόψη του έγγραφα τα οποία δεν προσκομίστηκαν και συγκεκριμένα την 3506/2003 ένορκη βεβαίωση ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών του Νικολάου Σαρρή και II) παρά το νόμο έλαβε υπόψη του μη επιτρεπόμενα από το νόμο αποδεικτικά μέσα και συγκεκριμένα 14 ένορκες βεβαιώσεις πέραν των τριών του αντιδίκου του .

Από την επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης, προκύπτουν τα εξής: Α) Οι υπ' αριθμ. 933/3-3-2005 και 920/2-3-2005 ένορκες βεβαιώσεις μαρτύρων ενώπιον του Ειρηνοδίκη Πειραιά είχαν ληφθεί με επιμέλεια του ήδη αναιρεσείοντος προς υποστήριξη της βασιμότητας της αγωγής του. Τις ένορκες αυτές βεβαιώσεις ο ήδη αναιρεσείων επικαλέστηκε και στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, το οποίο πράγματι δεν, τις έλαβε υπόψη του ούτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων .Τούτο όμως, κατά τις παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, οφειλόταν στο γεγονός ότι δεν είχαν προσκομιστεί οι σχετικές εκθέσεις επίδοσης και ως εκ τούτου δεν προέκυπτε η κλήτευση του αντιδίκου του αναιρεσείοντος.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο,- με βάση τα προεκτεθέντα- δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 11 γ' Κ.Πολ.Δ. διότι οι ένορκες αυτές βεβαιώσεις, οι οποίες είχαν ληφθεί στα πλαίσια της συγκεκριμένης δίκης, εφόσον δεν προέκυπτε κλήτευση του αντιδίκου, ήταν ανυπόστατα αποδεικτικά μέσα. Το ότι δε το πρωτόδικο Δικαστήριο τις είχε λάβει υπόψη του, δεν δέσμευε το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο αναιρεσείων, ενώ η βεβαίωση του δικαστηρίου της ουσίας ότι δεν προέκυπτε νομότυπη λήψη της ένορκης βεβαίωσης, ως αναγόμενη σε πράγματα, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου.

Β) Από την βεβαίωση του Εφετείου, ότι, για τον σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος συνεκτίμησε (και) "όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι νομίμως προσκομίζουν και επικαλούνται" σε συνδυασμό προς το όλο περιεχόμενο της απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε, με τα λοιπά αποδεικτικά στοιχεία, και τα φερόμενα ως αγνοηθέντα έγγραφα.

Γ) Από την επισκόπηση της απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο, κατά την έρευνα της ουσιαστικής βασιμότητας της αγωγής του αναιρεσείοντος, δέχεται ότι: "ο ενάγων, η σύζυγος του και ο Ν. Σ. για όσα κατά τα ως άνω ανέφεραν σχετικώς με την επικαλούμενη προαναφερθείσα αδικοπρακτική συμπεριφορά του εναγομένου (στο πλαίσιο της συναφούς ποινικής διαδικασίας ο ενάγων και η σύζυγος του και με τη με αριθμό 3506/2003 ένορκη βεβαίωση ο Ν.

Σ.) κρίθηκαν, αμετακλήτως, ένοχοι των σχετικών αξιόποινων πράξεων, δηλαδή ο ενάγων για ψευδή ανώμοτη κατάθεση κατ' εξακολούθηση και ηθική αυτουργία σε ψευδορκία μάρτυρα κατά συρροή και οι υπόλοιποι για ψευδορκία μάρτυρα κατ' εξακολούθηση και μη (άρθρα 224 παρ. 2-1, 225 παρ. 1 εδ. α ΠΚ), δυνάμει της με αριθμό 549-549α-549β-549γ-579-579α/2010 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιώς".

Από τα παραπάνω δεν προκύπτει, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο αναιρεσείων ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του μη προσκομισθέν έγγραφο, δηλαδή την 3506/2003 ένορκη βεβαίωση του Νικολάου Σαρρή ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών. Και αυτό, διότι, από την μνημονευόμενη ως άνω απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιά (η οποία δεν αμφισβητείται ότι προσκομίστηκε νόμιμα στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο), προέκυπτε η καταδίκη του παραπάνω μάρτυρα για όσα ανέφερε στην προαναφερόμενη ένορκη βεβαίωση, η οποία προφανώς μνημονευόταν στην απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου.

Δ) Από την επισκόπηση της απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο, κατά την έρευνα της ουσιαστικής βασιμότητας της αγωγής του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος, έλαβε υπόψη του για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων και ένορκες βεβαιώσεις του ήδη αναιρεσιβλήτου άνω των τριών, που είχαν ληφθεί στα πλαίσια άλλων πολιτικών ή ποινικών δικών.

Έτσι κρίνοντας το Εφετείο δεν παραβίασε το άρθρο 559 αρ. 11 Κ.Πολ.Δ. με το να δεχθεί μη επιτρεπόμενα από το νόμο αποδεικτικά μέσα, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο αναιρεσείων, διότι ο αριθμητικός των ενόρκων βεβαιώσεων δεν αφορά αυτές που έχουν δοθεί στα πλαίσια άλλων δικών, κατά τα προεκτεθέντα. Πρέπει δε να λεχθεί ότι το δικαστήριο για το σχηματισμό της κρίσης του δέχθηκε όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι εκτός βεβαίως εκείνων που με ρητή αναφορά εξήρεσε.

Κατόπιν αυτών, ο πρώτος λόγος αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

Ill) Με το άρθρο 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ., ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκουμένου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (Ολ. ΑΠ 9/1997, ΑΠ 625/2008, ΑΠ 328/2008). Δεν αποτελούν "πράγματα" και άρα δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός, αν δεν ληφθούν υπόψη οι ισχυρισμοί που αποτελούν απλή ή αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, καθώς και οι ισχυρισμοί που συνιστούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 701/2008, ΑΠ 625/2008, ΑΠ 558/2008). Ο αναιρεσείων, με τον πρώτο λόγο της αίτησης του, επικαλείται επικουρικά το άρθρο 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ, αποδίδοντας στο Εφετείο την πλημμέλεια ότι δεν έλαβε υπόψη τους αυτοτελείς ισχυρισμούς του " οι οποίοι συνοδεύουν την επίκληση των περί ων ο λόγος προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσωv ". Ο λόγος αυτός, αναίρεσης προβάλλεται αορίστως και εντεύθεν απαραδέκτως, αφού δεν αναφέρεται, ποιοι ήταν οι ισχυρισμοί που προεβλήθησαν και δεν ελήφθησαν υπόψιν.

IV) Με το άρθρο 559 αριθμός 14 του Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο παρά τον νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, η ακυρότητα πρέπει να έχει λάβει χώρα ενώπιον του δικάζοντος δικαστηρίου και να είναι δικονομική. Το έννομο συμφέρον και η νομιμοποίηση του διαδίκου αποτελούν, σύμφωνα με το άρθρο 68 Κ.Πολ.Δ., ουσιαστικές προϋποθέσεις για την παροχή δικαστικής προστασίας.

Συνεπώς, η εσφαλμένη κρίση του δικαστηρίου ότι συντρέχουν ή όχι οι προϋποθέσεις αυτές ιδρύει τον αναιρετικό λόγο του αριθμού 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. και όχι εκείνο του αριθμού 14 του ίδιου Κώδικα, ο οποίος ανακύπτει μόνον όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν εκτίθενται στοιχεία που θεμελιώνουν τη νομιμοποίηση και δικαιολογούν το έννομο συμφέρον για την άσκηση της (Α.Π. 879/2004).

Με τον δεύτερο λόγο της αίτησης του ο αναιρεσείων, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αρ. 14 Κ.Πολ.Δ, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι παραβίασε σε βάρος του την αρχή της ισότητας με τη λήψη υπόψη άνισου αριθμού για κάθε διάδικο ενόρκων βεβαιώσεων είτε ως ιδιαίτερων αποδεικτικών μέσων, είτε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων.

Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος. Ειδικότερα , όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης , το Εφετείο από τις 14 ένορκες βεβαιώσεις που επικαλέστηκε και προσκόμισε ο εκεί εκκαλών και ήδη αναιρεσίβλητος , οι οποίες όλες είχαν ληφθεί στα πλαίσια της παρούσης δίκης, έλαβε υπόψη του μόνο τις τρεις , που προσκομίστηκαν ως ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο , ενώ τις υπόλοιπες δεν τις έλαβε υπόψη του ούτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον υπερέβαιναν τον επιτρεπόμενο από το νόμο αριθμό.

Επίσης έλαβε υπόψη του για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων και μία ένορκη βεβαίωση την με αρ. 361/2003 που επικαλέστηκε και προσκόμισε ο εκεί εφεσίβλητος και ήδη αναιρεσείων και δόθηκε στα πλαίσια άλλης δίκης. Έτσι που έκρινε το δικαστήριο δεν παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 14 Κ.Πολ.Δ.

V) Κατά το άρθρο 559 αρ. 16 Κ.Πολ.Δ αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο. Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 321 και 325 Κ.Πολ.Δ προκύπτει ότι δεδικασμένο, το οποίο εμποδίζει το δικαστήριο να ερευνήσει εκ νέου την ίδια υπόθεση, δημιουργούν οι τελεσίδικες αποφάσεις των δικαστηρίων, ακόμη και οι άδικες ή εσφαλμένες, υπάρχει δε μεταξύ των ίδιων προσώπων, που παρίστανται στη νέα δίκη με την ίδια ιδιότητα, μόνο για το δικαίωμα που κρίθηκε και εφόσον πρόκειται για το ίδιο αντικείμενο και την ίδια ιστορική και νομική αιτία (ΑΠ 683/2013).

Στην προκείμενη περίπτωση ο αναιρεσείων, με τον τρίτο λόγο επικαλούμενος το άρθρο 559 αρ. 16 Κ.Πολ.Δ, υποστηρίζει ότι: α) 6&παραβίασε το δεδικασμένο που προέκυπτε από την 788/2005 απόφαση του Εφετείου Πειραιά , η οποία κατέστη αμετάκλητη μετά την έκδοση της 880/2007 απόφασης του Αρείου Πάγου, διότι έχει ήδη κριθεί με δύναμη δεδικασμένου η σχέση που τον συνέδεε με τον αντίδικο του , οι υποθέσεις που του ανέθεσε και η αιτία διακοπής και διατάραξης των επαγγελματικών τους σχέσεων, δηλαδή η αδικοπρακτική συμπεριφορά λόγω των παράνομων μαγνητοφωνήσεων των μεταξύ τους συνομιλιών και β) στήριξε την κρίση του μόνο σε ποινικές αποφάσεις.

Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, καθόσον δεν υπάρχει ταυτότητα ιστορικής και νομικής αιτίας της από 2-6-2003 αγωγής του ήδη αναιρεσείοντος κατά του ήδη αναιρεσιβλήτου, επί της οποίας εκδόθηκε η 788/2005 απόφαση του Εφετείου Πειραιά, με την υπό κρίση αγωγή, διότι με την πρώτη εζητείτο η επιδίκαση στον ήδη αναιρεσείοντα της δικηγορικής του αμοιβής για την ανάληψη και διεκπεραίωση υποθέσεων του ήδη αναιρεσιβλήτου, των οποίων η συνεργασία διεκόπη λόγω της παράνομης εκ μέρους του ήδη αναιρεσιβλήτου μαγνητοφώνησης των μεταξύ τους συνομιλιών, ενώ με τη δεύτερη (υπό κρίση αγωγή) ζητείται χρηματική ικανοποίηση του ήδη αναιρεσείοντος λόγω ηθικής βλάβης για την προσβολή της προσωπικότητας του και την αδικοπραξία που τέλεσε σε βάρος του ο ήδη αναιρεσίβλητος (παραβίαση του απορρήτου των τηλεφωνικών συνδιαλέξεων).

VI) Ο εκ του άρθρου 559 αρ. 20 Κ.Πολ.Δ λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση εγγράφου συνίσταται στο διαγνωστικό λάθος της απόδοσης από το δικαστήριο της ουσίας σε αποδεικτικό, με την έννοια των άρθρων 339 και 432 Κ.Πολ.Δ, έγγραφο περιεχομένου καταδήλως διαφορετικού από το αληθινό, εξαιτίας του οποίου καταλήγει σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα για πράγματα που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.

Πάντως, για να θεμελιωθεί ο λόγος αυτός, πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε όταν το έχει απλώς συνεκτιμήσει μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη αποδεικτικού γεγονότος (ΑΠ 128/2013).

Επίσης, για την θεμελίωση δε του λόγου απαιτείται η προσκομιδή από τον αναιρεσείοντα στον Άρειο Πάγο του εγγράφου, το οποίο, φέρεται ότι παραμορφώθηκε, προκειμένου να εκτιμηθεί, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ, το περιεχόμενο του ως προς τη διαπίστωση της βασιμότητας του σφάλματος του δικαστηρίου της ουσίας.

Διαφορετικά ο ερευνώμενος αναιρετικός λόγος είναι αβάσιμος ως αναπόδεικτος (ΑΠ 1414/2010, ΑΠ 533/2009). Με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αρ. 20 Κ.Πολ.Δ, παραπονείται ότι το Εφετείο: α) αξιολόγησε κατά τρόπο δυσμενή γι' αυτόν την 153α-203-204-205-269/2011 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιά και β) παραμόρφωσε το περιεχόμενο της κατάθεσης του μαρτυρά του Δ.

Κ., που περιέχεται στα με αρ. 4876/2003 πρακτικά του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, καθώς και το περιεχόμενο της 788/2005 απόφασης του Εφετείου Πειραιά, όσον αφορά την αιτία της διατάραξης των επαγγελματικών σχέσεων αυτού και του αναιρεσιβλήτου, που ήταν η μαγνητοφώνηση από τον αναιρεσίβλητο των συνομιλιών όλων των υποθέσεων που έκτους αφορούσαν και όχι μόνο "της υπόθεσης των κληρονόμων Α.".

Ο λόγος αυτός ως προς το πρώτο σκέλος του είναι απαράδεκτος διότι δεν στοιχειοθετείται παραμόρφωση εγγράφου όταν το δικαστήριο, κατά την εκτίμηση του αληθινού περιεχομένου του, συνάγει συμπέρασμα διαφορετικό από εκείνο που υποστηρίζει ο αναιρεσείων. Ως προς το δεύτερο σκέλος του είναι απαράδεκτος μεν κατά το μέρος του που αναφέρεται σε παραμόρφωση μαρτυρικής κατάθεσης, αβάσιμος δε κατά τα λοιπά προέχοντως, διότι δεν προσκομίζεται από τον αναιρεσείοντα το φερόμενο ως παραμορφωθέν έγγραφο (απόφαση ποινικού δικαστηρίου).

Κατόπιν αυτών, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου λόγω της ήττας του (άρθρα 176 και 183 Κ.Πολ.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 3-1-13 αίτηση του Μ. Π. για αναίρεση της 634/2012 απόφασης του Εφετείου Πειραιώς. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα, στις 25 Φεβρουαρίου 2014.

Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 29 Απριλίου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ