Employment termination upheld when employer offered transfer but employee refused, rejecting appeal arguments.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal against an employment contract termination, ruling that the employer acted within legal bounds. The employer had offered the employee a transfer to a public relations role, which the employee refused, and the court found no evidence the employee would have accepted a lower-status position. Consequently, the court determined the termination did not violate the principle of proportionality or good faith.
Legislator headnote
AI generatedArticles 669 para. 2 of the Civil Code; Article 281 of the Civil Code: Termination of an indefinite-term employment contract is a unilateral right subject to the limits of good faith and social purpose; exceeding these limits renders the termination void.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 897 / 2012 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:
Καταγγελία συμβάσεως εργασίας. Δεν παραβιάζεται η αρχή της αναλογικότητας όταν πριν από την καταγγελία προτάθηκε η μετακίνηση σε άλλη θέση, αλλά ο εργαζόμενος δεν την αποδέχθηκε. Αβάσιμοι οι αναιρετικοί λόγοι για κακή εφαρμογή των σχετικών διατάξεων και αντιφατική αιτιολογία. Απορρίπτει την αίτηση.
Αριθμός 897/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2 Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους δικαστές Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Δημήτριο Μουστάκα, Χριστόφορο Κοσμίδη και Νικόλαο Τρούσα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 27η Μαρτίου 2012, με την παρουσία και του γραμματέως Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
ΤΟΥ ΑΝΑΙΡΕΣΕΙΟΝΤΟΣ: Σωτηρίου Μ. του Ι., κατοίκου ..., που παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου Ευτυχίου - Δημητρίου Καλαμίδα, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
ΤΗΣ ΑΝΑΙΡΕΣΙΒΛΗΤΗΣ: Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία "PROTON ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΕ" μετονομασθείσας ήδη σε "PROTON ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" με το διακριτικό τίτλο "PROTON ΒΑΝΚ", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Αθήνα και παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Αλέξιου Παπασταύρου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19-4-2007 (ημερομηνία κατάθεσης) αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Επί της αγωγής εκδόθηκε η 2878/2008 απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 5469/2010 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 8-7-2011 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώθηκε. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Χριστόφορος Κοσμίδης, ανέγνωσε την από 15-3-2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης για αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 669 παρ.2 ΑΚ, 1 του ν. 2112/1920 και 1 και 5 του ν. 3198/1955 συνάγεται ότι η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου αποτελεί δικαίωμα του εργοδότη ή του εργαζόμενου και συνιστά μονομερή δικαιοπραξία, αναιτιώδη. Κατά συνέπεια, για το κύρος της καταγγελίας δεν είναι αναγκαία ούτε η επίκληση κάποιας αιτίας ούτε η απόδειξη της βασιμότητας της αιτίας, που τυχόν έχει προβληθεί από τον καταγγέλλοντα.
Όπως, όμως, συμβαίνει με κάθε δικαίωμα, και η άσκηση της καταγγελίας υπόκειται στον περιορισμό του άρθρου 281 ΑΚ, δηλαδή της μη υπερβάσεως των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός αυτής. Η προφανής υπέρβαση των ορίων αυτών, σε συγκεκριμένη περίπτωση, καθιστά την καταγγελία απαγορευμένη και, ως εκ τούτου, άκυρη, σύμφωνα με τα άρθρα 174 και 180 ΑΚ.
Ειδικότερα, η εκ μέρους του εργοδότη καταγγελία της συμβάσεως εργασίας είναι άκυρη, ως καταχρηστική, όταν γίνεται από λόγους που βρίσκονται καταφανώς έξω από τις γενικές ρήτρες του άρθρου 281 ΑΚ, όπως όταν ενέχουν εμπάθεια, έχθρα ή εκδικητικότητα συνεπεία προηγηθείσας, νόμιμης συμπεριφοράς του εργαζομένου, η οποία δεν ήταν αρεστή στον εργοδότη.
Περαιτέρω, με δεδομένο το ότι η καταγγελία αποβλέπει μεν στην εξυπηρέτηση των συμφερόντων του εργοδότη, επιφέρει, όμως, ιδιαίτερα επαχθείς συνέπειες στον εργαζόμενο, που χάνει τη θέση εργασίας, κατάχρηση υφίσταται και όταν με την άσκηση του δικαιώματος της καταγγελίας παραβιάζεται η αρχή της αναλογικότητας.
Η αρχή αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της καλής πίστεως και απορρέει από τη διάταξη του άρθρου 25 παρ.1 του Συντάγματος, έχει την έννοια ότι κατά την ενάσκηση δικαιώματος πρέπει να υπάρχει αναλογία μεταξύ τού, εκάστοτε, χρησιμοποιουμένου μέσου και του, αντιστοίχως, επιδιωκομένου σκοπού. Ως εκ τούτου, σε συγκεκριμένη περίπτωση, αν διαπιστωθεί ότι υπάρχουν άλλα μέτρα, ηπιότερα από την καταγγελία, αλλά εξ ίσου πρόσφορα με αυτήν, για την επίτευξη του σκοπού που επιδιώκεται από τον εργοδότη, η καταγγελία αποβαίνει μη αναγκαία και ελέγχεται ως καταχρηστική (ΑΠ 1751/2008, ΑΠ 555/2007).
Τη συνδρομή των περιστάσεων αυτών οφείλει να επικαλεστεί και να αποδείξει ο εργαζόμενος (ΑΠ 701/2010). Εξ άλλου, ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα (ΟλΑΠ 4/2005, 36/1988), η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΑΠ 1848/2006).
Ακόμη, σύμφωνα με το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπ' όψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπ' όψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, θεωρούνται οι ισχυρισμοί, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν σε θεμελίωση ή κατάργηση δικαιώματος, δικονομικού ή ουσιαστικού, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο.
Αντιθέτως, "πράγματα" δεν θεωρούνται οι ισχυρισμοί, που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 632/2008). Τέλος, κατά το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, επιτρέπεται αναίρεση, αν η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας δεν έχει νόμιμη βάση και, ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν στις αιτιολογίες, που συνιστούν την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται διόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και, έτσι, δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόστηκε.
Αντιθέτως, η απόφαση δεν στερείται από νόμιμη βάση όταν οι ανωτέρω ελλείψεις αφορούν στα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου ή ανάγονται στην αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων (ΚΠολΔ 561 παρ.1) και ειδικότερα στην ανάλυση και αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αρκεί τούτο να εκτίθεται στην απόφαση σαφώς (ΑΠ 1102/2003).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το Εφετείο δέχτηκε τα εξής ουσιώδη: Ότι ο ενάγων (ήδη αναιρεσείων), την 1-6-2001, είχε προσληφθεί από την ανώνυμη εταιρία επενδύσεων χαρτοφυλακίου "ΕΞΕΛΙΞΗ ΑΕΕΧ", με σύμβαση παροχής εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, ως γενικός διευθυντής.
Ότι έκτοτε πρόσφερε με επιτυχία τις υπηρεσίες του από τη θέση αυτή, ενώ παράλληλα διετέλεσε αντιπρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου και μέλος της επενδυτικής επιτροπής της εν λόγω εταιρίας. Ότι, την 30-12-2005, η "ΕΞΕΛΙΞΗ ΑΕΕΧ" συγχωνεύθηκε με απορρόφηση από την εναγομένη (ήδη αναιρεσίβλητη) τραπεζική εταιρία.
Ότι η τελευταία, την 1-1-2006, κατάρτισε νέα σύμβαση παροχής εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου με τον ενάγοντα, τον οποίο, τυπικά, προσέλαβε ως υπάλληλο γραφείο, αλλά, στην πραγματικότητα, χρησιμοποίησε ως υπεύθυνο των σχέσεων με τους μετόχους και επενδυτές αυτής, αντί τακτικών, μηνιαίων αποδοχών 5.000 ευρώ (μικτών) και πρόσθετης μηνιαίας παροχής 1.500 ευρώ.
Ότι, την 29-9-2006, η εναγομένη συγχωνεύθηκε εκ νέου με τις εταιρίες "ΩΜΕΓΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΕ" και "PROTON SECURITIES ΑΕ", οπότε, υπό τη νέα επωνυμία της "PROTON ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΕ", προέβη σε λειτουργική και οικονομική αναδιάρθρωση των υπηρεσιών της. Ότι στο νέο οργανόγραμμα της επιχείρησης δεν συμπεριλήφθηκε η θέση εργασίας του ενάγοντος, διότι θεωρήθηκε ασύμφορη λόγω κόστους.
Ότι, κατόπιν αυτού, τον Ιανουάριο 2007, τέθηκε ζήτημα απομακρύνσεως του ενάγοντος από την ως άνω θέση εργασίας. Ότι αυτό ανακοινώθηκε στον ενάγοντα την 29-1-2007, από το διευθύνοντα σύμβουλο της εναγομένης, που τον κάλεσε στο γραφείο του και τού ζήτησε να αποχωρήσει οικειοθελώς. Ότι ο ενάγων δεν συνήνεσε στην οικειοθελή αποχώρηση, οπότε, στον ίδιο χρόνο και μεταξύ των αυτών προσώπων, συζητήθηκε το θέμα της τοποθέτησής του σε κάποια άλλη θέση εργασίας.
Ότι στον ενάγοντα προτάθηκε να τοποθετηθεί στο τμήμα δημοσίων σχέσεων της εναγομένης, χωρίς, όμως, επί της προτάσεως αυτής να επέλθει συμφωνία. Ότι η ανεύρεση νέας θέσης, ανάλογης προς τα προσόντα και την προϋπηρεσία του ενάγοντος, ήταν δυσχερής, διότι αυτός ήταν υψηλόμισθος και, παρ' ότι διέθετε μεγάλη εμπειρία στα χρηματιστηριακά ζητήματα, δεν ήταν εξοικειωμένος με τις τραπεζικές εργασίας, με τις οποίες κατά κύριο λόγο επρόκειτο να ασχολείται η εναγομένη στο μέλλον.
Ότι, μετά το αδιέξοδο που προκλήθηκε, η συζήτηση της 29-1-2007 έληξε με ένταση, στο πλαίσιο της οποίας ο διευθύνων σύμβουλος της εναγομένης εκφράσθηκε εξυβριστικά προς τον ενάγοντα. Ότι, την 8-2-2007, ο ενάγων διαμαρτυρήθηκε για τη συμπεριφορά του διευθύνοντος συμβούλου προς αυτόν με εξώδικη δήλωση, την οποία κοινοποίησε και προς τον αντιπρόεδρο του διοικητικού συμβουλίου της εναγομένης.
Ότι, την 16-2-2007, η εναγομένη κατήγγειλε εγγράφως τη σύμβαση εργασίας και παρακατέθεσε αρμοδίως τη νόμιμη αποζημίωση, λόγω άρνησης του ενάγοντος να την εισπράξει. Ότι η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας δεν συνδέεται αιτιωδώς με την εξώδικη διαμαρτυρία του ενάγοντος, διότι είχε προαποφασιστεί λόγω αφ' ενός της κατάργησης της θέσεώς του στο οργανόγραμμα της εναγομένης και αφ' ετέρου της αδυναμίας να τοποθετηθεί σε άλλη κατάλληλη θέση, ανάλογη προς τα προσόντα και τις συμφωνημένες αποδοχές του.
Ότι πριν από την καταγγελία έγινε προσπάθεια για εξεύρεση ηπιότερης λύσης, ήτοι αυτής της τοποθέτησης του ενάγοντος στις δημόσιες σχέσεις, αλλά δεν τελεσφόρησε. Ότι η μετακίνηση του ενάγοντος σε θέση υποδεέστερη προς τα προσόντα και τις συμβατικές αποδοχές του δεν θα μπορούσε να αποτελέσει "ηπιότερη λύση", διότι από κανένα στοιχείο δεν αποδείχθηκε ότι ο ενάγων θα δεχόταν να καταλάβει μια τέτοια θέση.
Ότι το γεγονός της πρόσληψης, κατά τον ίδιο χρόνο, νέων υπαλλήλων (κατονομάζονται) με συμβάσεις εργασίας ορισμένου ή και αορίστου χρόνου, έναντι μικτών αποδοχών που κυμαίνονται από 960 μέχρι 1.250 ευρώ μηνιαίως, δεν μεταβάλλει την ως άνω κρίση, δεδομένου ότι οι υπάλληλοι αυτοί, από άποψη προσόντων, αποδοχών και θέσεων εργασίας, δεν ήσαν συγκρίσιμοι προς τον ενάγοντα.
Ότι, τέλος, ζήτημα απόλυσης ετέρου υπαλλήλου, νεοτέρου σε σύγκριση με τον ενάγοντα, δεν μπορούσε να τεθεί, αφ' ενός διότι η απόλυση του ενάγοντος συνδεόταν, ειδικά, με τη κατάργηση της δικής του θέσης και αφ' ετέρου διότι ο ενάγων δεν είχε υποδείξει προς το σκοπό αυτό κανένα άλλο συνάδελφό του. Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές, το Εφετείο κατέληξε στην κρίση ότι η εκ μέρους της αναιρεσίβλητης καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του αναιρεσείοντος αφ' ενός δεν είχε υποκινηθεί από εμπάθεια ή εκδικητικότητα λόγω προηγουμένης νομίμου, αλλά μη αρεστής στην αναιρεσείουσα συμπεριφοράς αυτού και αφ' ετέρου δεν είχε γίνει κατά παράβαση της αρχής της αναλογικότητας, αφού, αν και αναζητήθηκε ηπιότερη λύση, δεν βρέθηκε.
Με την κρίση αυτή, το δικαστήριο της ουσίας ερμήνευσε και εφάρμοσε ορθά τις ουσιαστικές διατάξεις, που αναφέρονται στην αρχή της σκέψεως αυτής, τις οποίες δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου. Οι παραδοχές ότι η θέση διαχείρισης των σχέσεων με τους μετόχους και τους επενδυτές της εναγομένης έπρεπε να καταργηθεί και ότι η θέση διαχείρισης των εν γένει δημοσίων σχέσεων, προς την οποία προτάθηκε, πλην χωρίς να επέλθει συμφωνία, η μετακίνηση του ενάγοντος, μπορούσε να διατηρηθεί, δεν ενέχουν αντίφαση μεταξύ τους.
Πέραν αυτών, το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπ' όψη τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος περί του ότι θα δεχόταν να μετακινηθεί σε υποδεέστερη θέση, αλλά τον απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμο. Επομένως, οι λόγοι της αιτήσεως, με τους οποίους υποστηρίζεται το αντίθετο και προσάπτονται στην προσβαλλομένη απόφαση οι αναιρετικές πλημμέλειες του άρθρου 559 αρ.1, αρ.8 και αρ.19 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμοι.
2. Σύμφωνα με τα παραπάνω και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτής (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 8-7-2011 αίτηση περί αναιρέσεως της 5469/ 2010 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. -Και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 15η Μαΐου 2012. -Και
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στην Αθήνα την 29η Μαΐου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ