Legislator Case Law & Legislation
897/2011 AI generated

Supreme Court dismisses divorce appeal as inadmissible due to lack of legal standing and failure to prove abuse of right.

Case Number 897/2011
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the wife's appeal against the divorce judgment, ruling the request inadmissible and the substantive claim unfounded. The wife argued the divorce was an abuse of right due to her poor health and lack of income, but the court found these factors did not justify maintaining the marriage. Consequently, the appeal was rejected, and the wife was ordered to pay the husband's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 281 and 1439 of the Civil Code; The right to divorce is not an abuse of right merely because of negative consequences, but only if those consequences are extraordinary and create an excessively harsh situation.

Keywords

AI generated
abuse of right divorce appeal inadmissible appeal marriage maintenance legal costs civil procedure supreme court

Cited Legislation

AI generated
Articles 576 paragraphs 1-3 of the Code of Civil Procedure
Articles 143 paragraph 3, 104 and 96 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 281 of the Civil Code
Article 1439 paragraph 3 of the Civil Code
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Articles 176 and 183 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Case 1379/2009
Case 11/1996
Case 55/2007

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 897 / 2011 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 897/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Φούκα, Γεώργιο Χρυσικό, Ιωάννη Σίδερη και Αντώνιο Ζευγώλη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 2 Μαΐου 2011, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Β. συζύγου Ν. Ζ., το γένος Γ. Μ., κατοίκου ..., η οποία δεν παραστάθηκε.

Του αναιρεσιβλήτου: Ν. Ζ. του Θ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Στάθη, που δεν κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18.10.2007 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2673/2008 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 950/2009 του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν η αναιρεσείουσα με την από 26 Μαρτίου 2010 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αντώνιος Ζευγώλης, ανέγνωσε την από 18 Απριλίου 2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη της αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 576 παρ. 1-3 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο διάδικος που απουσιάζει, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι.

Αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικος του, ερευνάται αν ο διάδικος που δεν εμφανίστηκε ή αν και εμφανίστηκε δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση, με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση. Στην περίπτωση που δεν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήτευση.

Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 143 παρ. 3, 104 και 96 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι η επίδοση της κλήσης για τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης μπορεί να γίνει εγκύρως και στον δικηγόρο που υπογράφει την αίτηση, ως πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος και ο οποίος τεκμαίρεται ότι τυγχάνει αντίκλητος του για την υπόθεση για την οποία υπέγραψε το σχετικό δικόγραφο και έχει, ως εκ τούτου, την κατά το άρθρο 142 του ίδιου Κώδικα εξουσία να παραλαμβάνει τα προς τον διάδικο που τον διόρισε απευθυνόμενα και αφορώντα στην υπόθεση δικόγραφα (ΑΠ 1379/2009).

Στην προκείμενη περίπτωση, από την προσκομιζόμενη υπ' αριθ. 9088/21-02-2011 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Πειραιώς Γ. Α. Σ. προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας (02-05-2011), με επιμέλεια του αναιρεσιβλήτου που επισπεύδει τη συζήτηση, στον υπογράφοντα την αίτηση αναίρεσης ως πληρεξούσιο και αντίκλητο της αναιρεσείουσας δικηγόρο Κωνσταντίνο Η.

Ταπόγλου. Επομένως, εφόσον η αναιρεσείουσα δεν εμφανίσθηκε κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του πινακίου, ούτε παραστάθηκε με δήλωση κατ' άρθρο 242§2 ΚΠολΔ, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση σαν να ήταν και αυτή παρούσα.

Κατά τη διάταξη του αρθρ. 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006 Ολ.ΑΠ 4//2005).

Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1439 § 3 ΑΚ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 16 του ν.1329/1983 "εφόσον οι σύζυγοι βρίσκονται σε διάσταση συνεχώς από τέσσερα τουλάχιστον χρόνια ο κλονισμός τεκμαίρεται αμάχητα και το διαζύγιο μπορεί να ζητηθεί, έστω και αν ο λόγος του κλονισμού αφορά το πρόσωπο του ενάγοντος.

Η συμπλήρωση του χρόνου διάστασης δεν εμποδίζεται από μικρές διακοπές που έγιναν ως προσπάθεια αποκατάστασης των σχέσεων ανάμεσα στους συζύγους". Από τη διάταξη αυτή, που καθιερώνει ως λόγο διαζυγίου τον αντικειμενικό κλονισμό της έγγαμης σχέσεως των συζυγών προκύπτει ότι, εφόσον αποδειχθεί η τετραετής διάσταση, η οποία υπολογίζεται αναδρομικά όχι από το χρόνο που είχε προσδιορισθεί αρχικά να συζητηθεί η αγωγή στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, αλλά από το χρόνο της μετ' αναβολή πρώτης στο ακροατήριο κατ' ουσίαν συζήτησης της αγωγής, κατά τον οποίο σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 68, 69, 224, 269 και 281 ΚΠολΔ κρίνεται το κεκτημένο του καταγόμενου στη δίκη δικαιώματος, τεκμαίρεται αμάχητα ο κλονισμός των σχέσεων των συζύγων και το δικαστήριο χωρεί, στη λύση του γάμου.

Ως διάσταση, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοείται εκείνη κατά την οποίαν οι σύζυγοι απομακρύνονται φυσικώς και ψυχικώς μεταξύ τους, με τη θέληση να μην έχουν πλέον κοινωνία βίου, ανεξάρτητα από το εάν η απομάκρυνση αυτή, ως πραγματικό γεγονός, είναι αποτέλεσμα της πρωτοβουλίας του ενός από τους συζύγους ή και των δύο και ανεξάρτητα από το εάν διαμένουν στην ίδια κατοικία αλλά υπό καθεστώς χωρισμού από τραπέζης και κοίτης.

Η υποκειμενική πρόθεση διακοπής της έγγαμης συμβίωσης (ψυχικό στοιχείο) που δεν αφορά υποχρεωτικά τον ενάγοντα ή μπορεί να αφορά και τους δύο, δεν αρκεί να αποτελεί ενδόμυχη διάθεση ή επιθυμία, αλλά πρέπει να εκδηλώνεται και εξωτερικά. Με το ανωτέρω περιεχόμενο της διάστασης ο νόμος, για να διευκολύνει την προσπάθεια αποκατάστασης των συζυγικών σχέσεων, δεν θεωρεί ότι παρεμποδίζουν τη συμπλήρωση του χρόνου οι μικρές διακοπές της διάστασης που γίνονται προς επίτευξη της αποκατάστασης, παρά το ότι, στην περίπτωση αυτή, ελλείπει η πρόθεση διακοπής της συμβίωσης.

Η διάσταση δεν αναιρείται, κατά μείζονα λόγο, από τυχόν επισκέψεις της οικογενειακής στέγης και από μέρους του απομακρυθέντος από αυτή συζύγου, προς εκδήλωση ενδιαφέροντος για προβλήματα που απασχολούν τη σύζυγο και τα τέκνα που διαμένουν με αυτή εάν δεν αναιρείται η σταθερή πρόθεση διάστασης του συζυγικού δεσμού, και εξακολουθεί να υπάρχει από της πλευράς τουλάχιστον του ενός συζύγου.

Τα όποια διακοπτικά της ψυχικής και σωματικής απομάκρυνσης περιστατικά, που τυχόν επικαλείται ο εναγόμενος, στον εκ του άρθρου 1439 § 3 ΑΚ λόγο διαζυγίου, τείνουν σε αποδυνάμωση της έννοιας της διάστασης, που αποτελεί στοιχείο της βάσης της αγωγής και συνιστούν άρνηση αν δε, κατά το στάδιο της αποδεικτικής διαδικασίας προκύψουν τέτοια διακοπτικά περιστατικά, εκτιμώνται ανελέγκτως από το δικαστήριο της ουσίας αν αναιρούν ή όχι το στοιχείο της διάστασης (Ολ.

ΑΠ 20/1990 ΑΠ 635/2002, Α.Π. 621/1999). Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 950/2009 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς, έγιναν δεκτά ανελέγκτως ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων τ' ακόλουθα: "Οι διάδικοι τελέσαν νόμιμο θρησκευτικό γάμο, στο Περιστέρι Αττικής, στις ..., από τον οποίο απέκτησαν δύο ενήλικα ήδη τέκνα.

Η έγγαμη συμβίωση τους υπήρξε προβληματική, από λόγους που δεν ενδιαφέρουν εν προκειμένω και κατέληξε σε οριστική διάσπαση κατά μήνα Αύγουστο του έτους 2000, συντελεσθείσα με την αποχώρηση του ενάγοντος από τη συζυγική οικία και έκτοτε ζουν χωριστά, με πρόθεση, τουλάχιστον αυτού (ενάγοντος) να μην υπάρχει πλέον μεταξύ τους κοινωνία βίου.

Περί του χρόνου διακοπής της έγγαμης συμβιώσεως των διαδίκων καταθέτει ο εξετασθείς πρωτοδίκως μάρτυρας αποδείξεως Ν. Π., ο οποίος αναφέρει ότι οι διάδικοι ζουν χωριστά επί μια δεκαετία και δεν υπάρχει περίπτωση επανασυνδέσεώς τους, ενώ η κατάθεση της εξετασθείσης ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου μάρτυρος ανταποδείξεως Ά.

Κ., η οποία βεβαιώνει ότι ο ενάγων εγκατέλειψε τη συζυγική οικία το έτος 2005, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι η εναγομένη αποφεύγει επιμελώς να αναφέρει στο δικόγραφο της εφέσεως της τον κρίσιμο χρόνο της διασπάσεως, δεν κρίνεται πειστική από το Δικαστήριο. Από την υπερτετραετή αυτή διάσταση των διαδίκων, υπολογιζόμενη, αναδρομικώς από το χρόνο συζητήσεως της αγωγής ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου (21-3-2008), τεκμαίρεται αμάχητα ο ισχυρός κλονισμός της έγγαμης σχέσεως των διαδίκων και επομένως αποδεικνύεται ο περιεχόμενος στην αγωγή λόγος διαζυγίου και προβλεπόμενος από τη διάταξη του άρθρου 1439 παρ. 3 ΑΚ".

Το Εφετείο, με το να απορρίψει με τις ανωτέρω σκέψεις τον αντίστοιχο λόγο της έφεσης της αναιρεσείουσας, κατά της ομοίως κρινάσης πρωτόδικης απόφασης, με την οποία έγινε δεκτή η αγωγή που είχε ασκήσει από τη διάταξη του άρθρου 1439 παρ. 3 του Α.Κ. ο αναιρεσίβλητος σύζυγος της, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε, την εφαρμοσθείσα ως άνω ουσιαστική διάταξη του άρθρου 1439 παρ. 3 του ΑΚ, καθόσον τα ανελέγκτως πιο πάνω δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, της συμπλήρωσης της τετραετούς διάστασης στην έγγαμη σχέση των αντιδίκων συζύγων κατά το χρονικό διάστημα από τον Αύγουστο του 2000 που αποχώρησε ο αναιρεσίβλητος από τη συζυγική κατοικία μέχρι την 21-3-2008 που συζητήθηκε κατ' ουσίαν η αγωγή στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο σε μια συζήτηση, πληρούν το πραγματικό της νομικής έννοιας της τετραετούς διάστασης και δικαιολογούν την απόρριψη των αρνητικών ισχυρισμών της αναιρεσείουσας και την παραδοχή της αγωγής του αναιρεσίβλητου.

Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα με τον πρώτο λόγο του αναιρετηρίου, κατά το πρώτο σκέλος του, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 1 του αρθρ. 559 του ΚΠολΔ κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα, όπως και ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης.

Ο λόγος αναίρεσης του αριθ.8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ δίδεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν, ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων (Ολ,ΑΠ 3/1997, ΑΠ 1933/2006).

Εξ άλλου, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό (πράγμα) και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ.ΑΠ 12/1997), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (Ολ.ΑΠ 11/1996).

Με τον πρώτο λόγο του αναιρετηρίου (κατά το δεύτερο μέρος του) αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ.8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας ότι δεν είχε συμπληρωθεί τετραετής διάσταση στην έγγαμη συμβίωση των διαδίκων μέχρι την επίδοση στην αναιρεσείουσα της ένδικης αγωγής και ότι αυτό συνάγεται από τα αποδεικτικά στοιχεία που συνεκτίμησε.

Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απορριπτέος, προεχόντως ως απαράδεκτος, καθόσον τα επικαλούμενα περιστατικά δεν θεμελιώνουν αυτοτελή ισχυρισμό ("πράγμα"), υπό την προεκτεθείσα έννοια, αλλά άρνηση της αγωγής, καθώς επίσης και συμπεράσματα που εξάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, πέραν του ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη τα περιστατικά που επικαλείται η αναιρεσείουσα με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που επικαλείται.

Για τη θεμελίωση της εκ του άρθρου 281 ΑΚ απορρέουσας ένστασης περί καταχρηστικής άσκησης του παρεχομένου από το άρθρο 1439 παρ. 3 του ίδιου Κώδικα δικαιώματος της διάζευξης δεν αρκούν οποιεσδήποτε δυσμενείς επιπτώσεις του διαζυγίου σε βάρος του εναγομένου εκ των συζύγων ή των τέκνων τους, αλλά απαιτείται οι επιπτώσεις να εκφεύγουν εκείνων που είναι συνήθεις και αυτονόητες και να οδηγούν, λόγω του εξαιρετικού χαρακτήρα και της σοβαρότητας τους, στη δημουργία κατάστασης υπερμέτρως σκληρής για τον εναγόμενο ή τα τέκνα, ώστε εντεύθεν να επιβάλλεται η διατήρηση του γάμου για την αποτροπή αυτών των συνεπειών (Α.Π. 55/2007).

Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την πληττόμενη απόφαση, το εφετείο δέχθηκε ότι η αναιρεσείουσα για την απόκρουση της κατ' αυτής ασκηθείσας από τον αναιρεσίβλητο αγωγής διαζυγίου με βάση το άρθρο 1439 παρ. 3 ΑΚ, προέβαλε την ένσταση της καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος της διάζευξης επικαλούμενη ειδικότερα ότι το διαζύγιο θα έχει γι' αυτή δυσμενείς συνέπειες ενόψει "της εξαιρετικώς επισφαλούς υγείας της, της ανυπαρξίας εισοδημάτων της και του γεγονότος ότι τη συντηρούν τα τέκνα της". Την ένσταση αυτή απέρριψε το εφετείο ως νόμω αβάσιμη, κρίνοντας με κύρια αιτιολογία ότι τα για τη θεμελίωσή της προβαλλόμενα ως άνω περιστατικά δεν καθιστούν καταχρηστική (κατά την έννοια του άρθρου 281 ΑΚ) την άσκηση του δικαιώματος διάζευξης. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ και επομένως ο περί του αντιθέτου, εκ του άρθρου 559 παρ. 1 ΚΠολΔ δεύτερος λόγος αναίρεσης κρίνεται αβάσιμος και απορριπτέος.

Κατά συνέπεια, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 26-03-2010 αίτηση της Β. συζύγου Ν. Ζ., το γένος Γ. Μ., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 950/2009 αποφάσεως του Εφετείου Πειραιώς.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 17 Μαΐου 2011.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 2 Ιουνίου 2011.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ