Supreme Court allows appeal on procedural grounds due to insufficient reasoning regarding the validity of a settlement agreement.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece allowed the appellant's appeal against a second-instance judgment regarding a debt settlement. The lower court dismissed the appellant's claim that a debt had been fully extinguished by a 44% reduction agreement, despite the appellant arguing the bank was bound by the settlement. The court found the second-instance judgment lacked sufficient reasoning on the legal validity and binding force of the settlement agreement, constituting a procedural error under Article 559 of the Code of Civil Procedure.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559, 569, 577, 580 par. 3 K.Pol.D.; A second-instance judgment is subject to appeal if it fails to provide adequate reasoning on the essential issue of the legal validity and binding force of a settlement agreement, constituting a procedural defect.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 897 / 2008 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 897/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Καλαμίδα, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 26 Νοεμβρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Χ1, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιους δικηγόρους του Αγγελική- Σπυριδούλα Λιώση και Φώτιο Κρεμμύδα.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης Τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ" που εδρεύεις την Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Ελισάβετ Τσέλιου και Νικόλαο Καλαμπαλίκη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ..
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-2-2000 ανακοπή και με τους από 28-12-2000 πρόσθετους λόγους του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3158/2002 του ίδιου Δικαστηρίου και 8810/2003 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 20-7-2004 αίτησή του και τους από 15-11-2005 πρόσθετους λόγους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Αθανάσιος Κουτρομάνος ανέγνωσε την από 8-2-2007 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του δικαστηρίου αυτού, ήδη Αντιπροέδρου Δημητρίου Λοβέρδου, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης και των προσθέτων λόγων. Οι πληρεξούσιοι του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων, καθώς και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά την παράγραφο 2 εδάφ. α'του αρθρου 569 ΚΠολΔ, οι πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως ως προς τα ίδια κεφάλαια της προσβαλλομένης αποφάσεως και τα κεφάλαια εκείνα που αναγκαστικά συνέχονται με αυτά, ασκούνται μόνο με δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου, τριάντα τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση της αναιρέσεως, κάτω από το οποίο συντάσσεται έκθεση, αντίγραφο δε του δικογράφου των πρόσθετων λόγων επιδίδεται πριν από την ίδια προθεσμία στον αναιρεσίβλητο και στους άλλους διαδίκους.
Από το συνδυασμό της διατάξεως αυτής προς τις διατάξεις του άρθρου 577 παρ.1 και 2 ιδίου Κώδικα, που ορίζουν ότι το δικαστήριο πρώτα συζητά για το παραδεκτό της αναιρέσεως και αν η αναίρεση δεν ασκήθηκε νόμιμα ή αν λείπει κάποια προϋπόθεση για να είναι παραδεκτή, ο Άρειος Πάγος την απορρίπτει και αυτεπαγγέλτως, προκύπτει ότι αν δεν τηρηθούν και οι δύο προϋποθέσεις της ασκήσεως των πρόσθετων λόγων, δηλαδή η κατάθεση του δικογράφου αυτών τριάντα ημέρες πριν από τη συζήτηση της αναιρέσεως και η επίδοση αυτού μέσα στην ίδια προθεσμία ή αν τηρηθεί μόνο μία από αυτές, ο Άρειος Πάγος απορρίπτει και αυτεπαγγέλτως τους πρόσθετους λόγους ως απαράδεκτους (ΟλΑΠ 143/1984).
Στην προκειμένη περίπτωση, ενώ το δικόγραφο των πρόσθετων λόγων κατατέθηκε εμπρόθεσμα στη γραμματεία του Αρείου Πάγου (16-11-2005), από κανένα στοιχείο της δικογραφίας δεν προκύπτει, ούτε ο αναιρεσείων επικαλείται, ότι επιδόθηκε στην αναιρεσίβλητη νόμιμα. Επομένως πρέπει οι πρόσθετοι λόγοι να απορριφθούν ως απαράδεκτοι, μετά από αυτεπάγγελτη έρευνα του Δικαστηρίου." Η κατά τις διατάξεις των άρθρων 35,36,39 και 44 ν.
δ/τος 17.7/13-8-1923 "περί ειδικών διατάξεων ανωνύμων εταιρειών", που διατηρήθηκαν σε ισχύ με το άρθρο 41 Εισ. Ν. ΑΚ, ενεχύραση απαίτησης του, οφειλέτη, της πιστώτριας εταιρείας κατά τρίτου προς εξασφάλιση ,προγενέστερης απαίτησης αυτής, λόγω δανείου, απλού ή υπό ανοικτό λογαριασμό, συνεπάγεται την εκχώρηση της απαίτησης από τον οφειλέτη προς την πιστώτρια ( άρθρ. 455 επ.
ΑΚ), η οποία δικαιούται να την εισπράξει ως εκδοχέας, το δε μετά την εξόφληση τυχόν υπόλοιπο αποδίδει στον οφειλέτη ενώ, κατά τις ενδοτικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 862 ΑΚ, η ελευθέρωση του εγγυητή και η απόσβεση της εγγυήσεως προϋποθέτει αδυναμία ικανοποιήσεως της απαίτησης από τον οφειλέτη, από πταίσμα, δόλο ή αμέλεια του δανειστή.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη επί πραγμάτων κρίση του, τα εξής: Με την από 11-11-1999 αίτηση της καθ' ης η ανακοπή, αναιρεσίβλητης Τράπεζας, εκδόθηκε: 1) εις βάρος της εταιρείας " CERAMICA OLYMRIA ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΚΕΡΑΜΙΚΩΝ ΕΙΔΩΝ ΑΕ", που τελούσε ήδη σε κατάσταση πτωχεύσεως, με την υπ' αριθμ. 3268/14-11-1997 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με χρόνο παύσεως των πληρωμών της την 29-10-1997, ύστερα από την παραδοχή της σχετικής από 29-10-1997 δήλωσης της ιδίας για αναστολή των πληρωμών της και 2) του ανακόπτοντος, αναιρεσείοντος, η υπ' αριθμ. 17520/1999 διαταγή πληρωμής του δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, για το ποσό των 48.000.000 δραχμών, εις βάρος της ως άνω ανώνυμης εταιρείας και για το ποσό των 49.630.012 δραχμών εις βάρος του ανακόπτοντος.
Το χρέος αυτών προήλθε από την υπ' αριθμ. ...... σύμβαση πιστώσεως με ανοικτό-αλληλόχρεο λογαριασμό που καταρτίσθηκε στην Αθήνα μεταξύ της αναιρεσίβλητης Τράπεζας και της ως άνω ανώνυμης εταιρείας υπό την εγγύηση του ανακόπτοντος με ευθύνη αυτοφειλέτη. Η αρχική πίστωση ήταν ύψους 50.000.000 δραχμών και στη συνέχεια με διαδοχικές πιστώσεις ανήλθε κατά την 1-7-1996 στο ποσό των 250.000.000 δραχμών, με την εγγύηση πάντοτε του ανακόπτοντος.
Ενώ συνεχιζόταν η χορήγηση πιστώσεων από την αναιρεσίβλητη προς την ως άνω πρωτοφειλέτρια εταιρεία, αυτή με την από 6-12-96 αίτηση της προς το Εφετείο Αθηνών ζήτησε τη ρύθμιση και τον περιορισμό των χρεών της προς τρίτους και την επικύρωση της από ... σχετικής έγγραφης συμφωνίας μεταξύ αυτής και της μεγαλοδανείστριάς της ΕΤΒΑ ΑΕ.
Επί της αιτήσεως αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 5050/23-5 - 1996 απόφαση του Εφετείου Αθηνών με την οποία επικυρώθηκε η συμφωνία για περιορισμό των χρεών της ως άνω εταιρείας προς όλους τους πιστωτές της, κατά ποσοστό 44 % ...
Στις 21-10-1997 , ήτοι οκτώ ημέρες πριν η ως άνω πρωτοφειλέτρια εταιρία υποβάλει τη δήλωση αναστολής των πληρωμών της, με σύμβαση ενεχυράσεως απαιτήσεων που καταρτίσθηκε μεταξύ αυτής και της αναιρεσίβλητης Τράπεζας, η πρωτοφειλέτρια παρέδωσε στη δανείστρια Τράπεζα ως ενέχυρο για κάλυψη των χρεών της από τη σύμβαση πιστώσεως με ανοικτό λογαριασμό, φορτωτικά έγγραφα οίκων του εξωτερικού, παραστατικά απαιτήσεων της κατά ξένων οίκων συνολικού ύψους 247.993.164 δραχμών.
Στην ως άνω σύμβαση ενεχυράσεως, την οποία υπέγραφε για την ενεχυράζουσα εταιρεία ο ανακόπτων-αναιρεσείων, ρητώς συμφωνείται ότι η αναιρεσίβλητη θα ασκήσει το δικαίωμα που αποκτά με τη σύμβαση αυτή, δηλαδή να εισπράξει τις απαιτήσεις της ενεχυράζουσας οφειλέτριάς της κατά τρίτων, εάν, τότε και εφόσον κρίνει τούτο σκόπιμο, χωρίς να δύναται να τηςαποδοθεί κάποια αμέλεια, οιουδήποτε βαθμού, για την από οιοδήποτε λόγο και αιτία μη είσπραξη των ενεχυραζομένων απαιτήσεων.
Επομένως, δέχεται το Εφετείο, με την τελευταία αυτή συμφωνία οι ενεχυραζόμενες απαιτήσεις της πρωτοφειλέτριας δεν δόθηκαν αντί καταβολής του χρέους της προς την αναιρεσίβλητη, αλλά η πρωτοφειλέτρια ανέλαβε απέναντί της νέα υποχρέωση (άρθρο 421 ΑΚ). Εξάλλου, πάντοτε κατά τις παραδοχές του Εφετείου, δεν αποδείχθηκε ότι η αναιρεσίβλητη βράδυνε να αναγγείλει το δικαίωμά της στους ξένους οφειλέτες από την εκχώρηση των ως άνω απαιτήσεων της πρωτοφειλέτριας και ότι δεν ενδιαφέρθηκε για την είσπραξη αυτών, επιδιώκοντας αποκλειστικά τηνπληρωμή των χρεών της πρωτοφειλέτριας από τον αναιρεσείοντα εγγυητή, καθ' υπέρβαση των ορίων της άσκησης του δικαιώματος της να πληρωθεί από τον πλέον φερέγγυο των συνοφειλετών της.
Στη συνέχεια η αναιρεσίβλητη με την από .... επιστολή της προς την πρωτοφειλέτρια και τον ανακόπτοντα-αναιρεσείοντα ως εγγυητή γνώρισε σ' αυτούς το οριστικό κλείσιμο του ανοικτού λογαριασμού και το χρεωστικό υπόλοιπο εις βάρος τους, ύψους 130.164.626 δραχμών. Για το ποσό αυτό η αναιρεσίβλητη αναγγέλθηκε ως πιστώτρια στην πτώχευση της πρωτοφειλέτριας, τελικά δε επαληθεύθηκε μόνο το ποσό των 49.630.012 δραχμών, αφού μεσολάβησαν διαδοχικές καταβολές από την πρωτοφειλέτρια προς την αναιρεσίβλητη και εισπράξεις από την αναιρεσίβλητη απαιτήσεων της πρωτοφειλέτριας κατά τρίτων.
Για το ποσό αυτό, των 49.630.012 δραχμών, ήτοι αυτό που πραγματικά οφειλόταν από την πρωτοφειλέτρια και τον αναιρεσείοντα-εγγυητή μέχρι την 15-6-1998 ζήτησε σύννομα η αναιρεσίβλητη την έκδοση της επίδικης διαταγής πληρωμής κατά του αναιρεσείοντος. Ο μεταξύ της αναιρεσίβλητης και της πρωτοφειλέτριας εταιρείας υφιστάμενος ανοικτός λογαριασμός κινήθηκε αρκετά μετά την 31-12-1994, ημερομηνία μέχρι την οποία ρυθμίστηκαν-περιορίστηκαν τα χρέη της πρωτοφειλέτριας προς τους διάφορους πιστωτές της, και για τον προσδιορισμό του υπολοίπου των 49.630.012 δραχμών συνυπολογίστηκαν όλες οι μέχρι τις 15-6-1998 καταβολές της πρωτοφειλέτριας προς την πιστώτρια-αναιρεσίβλητη και οι εισπράξεις της τελευταίας ως εκδοχέα, από εκχωρηθείσες σ' αυτήν απαιτήσεις της πρωτοφειλέτριας κατά τρίτων. 'Άλλη καταβολή ή είσπραξη για περαιτέρω μείωση του ποσού των 49.630.012 δραχμών δεν αποδείχθηκε, ενόψει του ότι η πρωτοφειλέτρια από την 14-11-1997 είχε πτωχεύσει και είχε αρχίσει η πτωχευτική διαδικασία και δεν μπορούσε πλέον να ικανοποιήσει κατά προτίμηση και προνομιακά μόνο την αναιρεσίβλητη".
Υπό τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε τους λόγους της ανακοπής και την περιεχόμενη σ' αυτούς, εκ του άρθρου 862 ΑΚ, ένσταση του αναιρεσείοντος εγγυητού περί της ελευθερώσεώς του και της εντεύθεν απόσβεσης της εγγυήσεως, διέλαβε δε επ' αυτού στην απόφασή του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, τα δε αντιθέτως προβαλλόμενα με τον τρίτο αναιρετικό λόγο κατά το δεύτερο μέρος του ( εκ του άρθρου 559 αριθμ. 19 Κ.Πολ.Δικ) είναι αβάσιμα.
Κατά το άρθρο 44 του Ν. 1892/1990 : " Συμφωνίες πιστωτών και επιχείρησης, περιλαμβανομένης σε μια από τις περιπτ. α,β,γ ή δ της παρ. Ι του άρθρ. 5 του Νόμ. 1386/1983, που ρυθμίζουν ή περιορίζουν χρέη αυτής, δεσμεύουν και τους μη συμβεβλημένους πιστωτές, το Δημόσιο, τους οργανισμούς κοινωνικής ασφάλισης, κύριας και επικουρικής, τις τράπεζες και άλλα πιστωτικά ιδρύματα, δανειστές της επιχείρησης, εφόσον:
α) οι συμβεβλημένοι πιστωτές εκπροσωπούν το 60 % του συνόλου των απαιτήσεων στο οποίο πρέπει να περιλαμβάνεται το 40% των τυχόν εμπραγμάτως ασφαλισμένων, όπως οι απαιτήσεις αυτές εμφανίζονται στα τηρούμενα από την επιχείρηση βιβλία και τον ισολογισμό της τελευταίας πριν από τη σχετική συμφωνία εταιρικής χρήσης, β) συναινούν γραπτά οι εταίροι ή μέτοχοι, στους οποίους ανήκει κατά πλειοψηφία το καταβεβλημένο εταιρικό ή μετοχικό κεφάλαιο της επιχείρησης, γ) επικυρωθούν από το Εφετείο της έδρας της επιχείρησης, με απόφαση εκδιδόμενη κατά τη διαδικασία των άρθρ. 739 επ.
του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, ύστερα από αίτηση της επιχείρησης ή ενός τουλάχιστον από τους συμβεβλημένους πιστωτές ή το Δημόσιο, τους οργανισμούς κοινωνικής ασφάλισης, κύριας και επικουρικής, τις τράπεζες και άλλα πιστωτικά ιδρύματα, δανειστές της επιχείρησης. Η απόφαση του Εφετείου εκδίδεται μέσα σε είκοσι ημέρες και δεν υπόκειται στο ένδικο μέσο της αναίρεσης ( παρ. 1).
Υφιστάμενες εγγυήσεις, υποθήκες, ενέχυρα ή άλλα παρεπόμενα δικαιώματα που ασφαλίζουν την απαίτηση, καθώς και προνόμια συνδεόμενα με τη φύση της απαίτησης ή της εγγύησης κατά την αναγκαστική εκτέλεση ή την πτώχευση, διατηρούνται υπέρ της νέας απαίτησης, όπως αυτή διαμορφώθηκε με την κατά την πρώτη παράγραφο συμφωνία, αν ο εξασφαλιζόμενος με αυτά πιστωτής δεν συμφώνησε διαφορετικά ( παρ. 2)".
Από τις διατάξεις αυτές και την προφανή νομοθετική σκοπιμότητά τους, προκύπτει ότι, εάν η (υποχρεωμένη) επιχείρηση συμφωνήσει με πιστωτές της τον περιορισμό των χρεών της κατά τους όρους και υπό τις προϋποθέσεις του Νόμου, επικυρωθεί δε η σχετική συμφωνία από το αρμόδιο δικαστήριο ( Εφετείο), αφενός μεν η συμφωνία δεσμεύει και τους τυχόν αντιταχθέντες σ' αυτή και τους μη μετασχόντες στη σύμβαση και στη δίκη πιστωτές, αφετέρου δε οι αντίστοιχες απαιτήσεις των πιστωτών αποσβύνονται οριστικώς και ex lege κατά το πέραν του περιορισμού μέρος αυτών.
Αναβίωση δε των απαιτήσεων, κατά το αποσβεσθέν μέρος αυτών δεν επέρχεται παρά μόνον αν στη συμφωνία για τον περιορισμό τους έχει διαληφθεί διαλυτική αίρεση, η οποία στη συνέχεια πληρούται, ή αν με νόμιμο τρόπο ακυρωθεί η συμφωνία ή εξαφανισθεί η επικυρωτική αυτής δικαστική απόφαση. Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, αφού αναφέρεται στη συμφωνία για μείωση των χρεών της αναιρεσείουσας κατά ποσοστό 44% και στην επικυρωτική της συμφωνίας δικαστική απόφαση, κατά τα προεκτεθέντα, προσθέτει και τα ακόλουθα : " Η απόφαση όμως αυτή που κοινοποιήθηκε, στην καθής στις 28-6-1996 και για την οποία η τότε πρωτοφειλέτρια απέστειλε προς αυτήν την από ....
επιστολή της με επεξηγηματικό περιεχόμενο για ποια χρέη κάλυπτε η από .... συμφωνία που επικυρώθηκε από την απόφαση αυτή, κατέστη ανεφάρμοστη - ανενεργής από την ίδια την πρωτοφειλέτρια εταιρεία, λόγω της αδυναμίας της να καλύψει τα χρέη της παρά τη μείωσή τους. Γι' αυτό άλλωστε και η ίδια με την από 29.10.1997 δήλωσή της προς το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, δήλωσε ότι αναστέλλει τις πληρωμές της, για να ακολουθήσουν πλέον οι πιστωτές της τη διαδικασία της επαλήθευσης των πιστώσεών τους και την ικανοποίηση αυτών μέσω της πτωχευτικής διαδικασίας.
Ενισχυτικό στοιχείο ότι η ως άνω εφετειακή απόφαση κατέστη ανενεργός με τις εντεύθεν ιδιαίτερα επιβλαβείς συνέπειες για την ΕΤΒΑ Α. Ε που ήταν η μία των συμβαλλομένων στη συμφωνία που επικύρωσε το Εφετείο Αθηνών είναι ότι η τελευταία με την από 29.11.2000 αίτησή της επιδίωξε να τεθεί πλέον η πρωτοφειλέτρια εταιρεία υπό ειδική εκκαθάριση του άρθρου 46α του ν. 1892/1990, χωρίς να προχωρήσει όμως ( για δικούς της λόγους) στη συζήτηση αυτής παραιτηθείσα μόνο από το σχετικό δικόγραφο της αιτήσεως αυτής." Υπό την παραδοχή αυτή το Εφετείο απέρριψε την προβληθείσα με λόγο ανακοπής ένσταση του αναιρεσείοντος, κατά την οποία το προς την αναιρεσίβλητη τράπεζα χρέος της πρωτοφειλέτριας κατά την 31-12-1994 ( εκ δραχμών 102.821.339) μειώθηκε εκ του νόμου κατά ποσοστό 44%, συνέπεια δε αυτού, σε συνδυασμό προς τις γενόμενες προς την δανείστρια πληρωμές, ήταν η ολοσχερής εξόφληση του προς αυτήν χρέους και εντεύθεν, η ακυρότητα της ένδικης διαταγής πληρωμής.
Κρίνοντας, όμως, έτσι το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του ελλιπείς αιτιολογίες σχετικώς με το ουσιώδες ζήτημα του κύρους της συμβιβαστικής συμφωνίας για περιορισμό των απαιτήσεων των πιστωτών της πρωτοφειλέτριας κατ'αυτής και της ισχύος της δικαστικής αποφάσεως που την επικύρωσε, ήτοι για τον νόμιμο λόγο που η αναιρεσίβλητη τράπεζα εδικαιούτο να μην περιορίσει την κατά της δανειοληπτρίας εταιρίας απαίτησή της κατά τους όρους της συμβιβαστικής συμφωνίας.
Ενόψει τούτων, ο δεύτερος αναιρετικός λόγος, με τον οποίο - κατά την εκτίμηση του περιεχομένου του - αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η εκ του άρθρου 559 αριθμ. 19 Κ.Πολ.Δ πλημέλεια, είναι βάσιμος και πρέπει, κατά παραδοχή αυτού, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί δε η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, η σύνθεση του οποίου από άλλους δικαστές είναι δυνατή ( άρθρο 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ'αριθμ. 8810/2003 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες τριακόσια (2300) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18-3-2008.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 30-4-2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ