Supreme Court allows appeal against eviction order due to failure to consider a timely filed objection regarding debt validity.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court allowed the appellant's appeal against the Court of Appeal's eviction order, remanding the case for retrial. The appellant had filed a timely objection in the first instance arguing the debt was extinguished by a prior agreement, but the Court of Appeal dismissed it as untimely. The Court found the lower court erred by ignoring this valid argument, which had a significant impact on the case outcome.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(8) and 281 of the Civil Code; An appeal is admissible when the court of second instance fails to consider a material argument presented in the first instance that could have influenced the judgment.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 897 / 2007 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 897/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2΄ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χλαμπουτάκη, Αντιπρόεδρο, Νικόλαο Κασσαβέτη, Ιωάννη Παπανικολάου, Δημήτριο Δαλιάνη και Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Δεκεμβρίου 2006, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Χ1, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αριστοτέλη Καρανικόλα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. Ψ1 και 2. Ψ2, από τους οποίους η πρώτη δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο και ο δεύτερος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ευάγγελο Νικόπουλο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 19-3-2003, 6-5-2003 και 23-6-2003 ανακοπές του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λαμίας και συνεκδικάσθηκαν . Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 202/2005 του Εφετείου Λαμίας. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητά ο αναιρεσείων με την από 5-12-2005 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Αθανάσιος Κουτρομάνος ανέγνωσε την από 30-11-2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του παραστάντος αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από την προσκομιζόμενη υπ΄ αριθμ. 123/3-4-2006 έκθεση της δικαστικής επιμελητρίας Λαμίας ....και τις συναπτόμενες σ΄ αυτή βεβαίωση και απόδειξη παραλαβής εγγράφου προκύπτει ότι επίσημο αντίγραφο της κρινομένης αιτήσεως αναιρέσεως με κλήση προς συζήτηση αυτής κατά την δικάσιμο που σημειώνεται στην αρχή της παρούσης, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στην πρώτη αναιρεσίβλητη Ψ1 (με θυροκόλληση του σχετικού εγγράφου στην κατοικία της και παράδοση αντιγράφων αυτού στις οικείες αστυνομική και ταχυδρομική υπηρεσία). Η αναιρεσίβλητη όμως αυτή δεν εμφανίσθηκε κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του οικείου πινακίου, η συζήτηση όμως θα χωρήσει, παρά την απουσία της, σαν να ήταν και αυτή παρούσα (άρθρο 576 παρ. 2 εδ. γ ΚΠολΔ).
Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμ. 8 ιδρύεται λόγος αναιρέσεως, όταν το δικαστήριο, παρά τον νόμο, έλαβε υπόψιν πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψιν πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, πραγμάτων θεωρουμένων των αυτοτελών πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων, οι οποίοι ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και τείνουν στη θεμελίωση ή στην κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που έχει ασκηθεί με την αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση.
Περαιτέρω η διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ έχει εφαρμογή και στη διαδικασία της αναγκαστικής εκτελέσεως, που ενέχει ενάσκηση ουσιαστικού δικαιώματος. Από δε τον συνδυασμό τωνάρθρων 361 ΑΚ και 1019 παρ. 2 ΚΠολΔ προκύπτει ότι είναι έγκυρη η (άτυπη) συμφωνία μεταξύ του οφειλέτου και του επισπεύδοντος δανειστού για την αναστολή και ματαίωση του πλειστηριασμού κατά την ημέρα που έχει ορισθεί, εκτός εάν υπάρχουν αναγγελθέντες δανειστές που έχουν καταθέσει εκτελεστό τίτλο, οι οποίοι δεν συμφωνούν.
Μόνη πάντως η διαβεβαίωση του επισπεύδοντος την εκτέλεση δανειστού, ότι θα συναινέσει στην αναστολή ή ματαίωση του πλειστηριασμού, υπόσχεση που δεν έλαβε συμβατική μορφή και δόθηκε ερήμην του υπαλλήλου του πλειστηριασμού και των άλλων δανειστών, που τυχόν έχουν αναγγελθεί, δεν μπορεί να οδηγήσει σε κρίση ακυρότητας του πλειστηριασμού, χωρίς επίκληση ότι και ο υπερθεμαστής είχε γνώση των όσων συνέβησαν πριν από τον πλειστηριασμό.
Εκ τούτων συνάγεται περαιτέρω ότι η διαδικασία του πλειστηριασμού χωρεί κατά κατάχρηση δικαιώματος (και άρα ακύρως), εάν ο επισπεύδων δανειστής διαβεβαίωσε παραπλανητικώς τον οφειλέτη, ότι ο ορισθείς πλειστηριασμός θα ματαιωθεί, ενώ συγχρόνως πληροφόρησε, για την αντίθετη πρόθεσή του, άλλο πρόσωπο, που ενδιαφερόταν να εμφανισθεί ως πλειοδότης και το οποίο τελικώς αναδείχθηκε υπερθεματιστής.
Εξάλλου ο σχετικός ισχυρισμός (περί αθεμίτου συμπαιγνίας επισπεύδοντος και υπερθεματιστού) προβαλλόμενος από τον οφειλέτη ως λόγος ακυρότητος του πλειστηριασμού, συνιστά προφανώς πράγμα υπό την προεκτεθείσα έννοια.
Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων ανέφερε, μεταξύ άλλων, στην ανακοπή του και τα ακόλουθα κατά λέξιν: "Μόλις μου κοινοποιήθηκε η παραπάνω κατασχετήρια έκθεση στις 10-1-2003 επισκέφθηκε το γιο της πρώτης των καθών η ανακοπή Ψ3 ο Ζ1 που ενεργούσε για λογαριασμό μου, προς τον οποίο ζήτησε ενημέρωση αρχικά για την κατάσχεση του ακινήτου μου και στη συνέχεια διαμαρτυρήθηκε για όλα αυτά.
Αφού πείσθηκε από τον άνω αντιπρόσωπό μου ότι δεν οφείλω κανένα ποσό στη μητέρα του, πρώτη των καθών, υποσχέθηκε σ΄ αυτόν ότι δεν πρόκειται να γίνει ο πλειστηριασμός του παραπάνω ακινήτου μου, αφού, όπως προαναφέρθηκε, μετά τις εξηγήσεις παραδέχθηκε ότι δεν οφείλω κανένα ποσό. Έτσι εφησύχασα και δεν ενδιαφέρθηκα για την περαιτέρω πορεία του πλειστηριασμού.
Άλλωστε αν δεν πείθομαν για τη ματαίωσή του θα παρακολουθούσα και την ημέρα διενέργειάς του θα κατέβαλα την οφειλή μου που ήταν ασήμαντη μπροστά στην αξία του ακινήτου μου που υπερέβαινε τα 500.000 €. Πλέον αυτού θα ασκούσα ανακοπή και θα ζητούσα να διορθωθεί η εκτιμηθείσα αξία ή να ανασταλεί ο πλειστηριασμός με δόσεις.
Να σημειωθεί ότι ο Ψ4, πατέρας του β' των καθών έχει συναλλαγές με το γιο της πρώτης των καθών Ψ3, δεδομένου ότι μεταφέρει στην επιχείρηση της μητέρας του με το φορτηγό του αυτοκίνητο εμπορεύματα (ζωοτροφές για τα πτηνά της επιχείρησης της μητέρας του). Όμως αυτός, δόλια φερόμενος, και σε συμπαιγνία με τον Ψ4, γιο του Ψ2 και τη σύζυγο του ....., που ενεργούσαν για λογαριασμό του δευτέρου των καθών η ανακοπή, αφού γνώριζαν ότι ο γιος της πρώτης των καθών είχε υποσχεθεί σ' εμένα ότι δεν πρόκειται να γίνει ο πλειστηριασμός του ακινήτου μου, καθόσον δεν όφειλα κανένα ποσό και έτσι δεν θα προέβαινα σε καμμία δικαστική ενέργεια (διόρθωση της αξίας ή αναστολή αυτού), επιμελήθηκαν ώστε να διενεργηθεί ο άνω πλειστηριασμός στον οποίο υπερθεμάτισε η σύζυγος του Ψ4 και μητέρα του Ψ2 ....
για λογαριασμό του δευτέρου των καθών Ψ2 , στον οποίο κατακυρώθηκε το παραπάνω ακίνητό μου, συνταγείσης της άνω υπ' αριθμ. ..... έκθεσης αναγκαστικού πλειστηριασμού της συμ/φου Λαμίας Κων/ντίας Τρίγκα Γκλαντζούνη με πλειστηρίασμα το ποσό των 70.010 € που ήταν το ήμισυ της τιμής της α' προσφοράς που είχε ορισθεί με την άνω έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης, παρότι η αξία του ακινήτου μου υπερβαίνει το ποσό των 500.000 €.
Μάλιστα ήταν τέτοια η δολία συμπεριφορά του Ψ3 , γιου της πρώτης των καθών η ανακοπή που με απέτρεψε κατά τα άνω να προβώ σε ανακοπή ή αναστολή του άνω, πλειστηριασμού. Και έτσι εκπλειστηριάσθηκε το άνω ακίνητό μου "αντί πινακίου φακής". Τον πλειστηριασμό του άνω ακινήτου μου πληροφορήθηκα στις ...., όταν η πρώτη των καθ' ών η ανακοπή μου κοινοποίησε για δεύτερη φορά την υπ' αριθ. .....
διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαμίας, καθώς και την από ... αναγγελία της προς την άνω υπάλληλο επί του πλειστηριασμού, στην οποία ανήγγειλε την απαίτησή της από την υπ' αριθ. .... διαταγή πληρωμής. Τότε θορυβήθηκα. Επισκέφθηκα τον πληρεξούσιο δικηγόρο μου, ο οποίος, αφού ερεύνησε τα πράγματα, με ενημέρωσε ότι έχω χάσει το άνω ακίνητό μου, αξίας μεγαλύτερης των 500.000 € για 4.402 € που δήθεν οφείλω από την υπ' αριθ. ....
διαταγή πληρωμής του Ειρηνοδίκη Λαμίας. Επειδή με βάση τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά, τόσο η εκ μέρους της πρώτης των καθών η ανακοπή άσκηση του δικαιώματός της να προχωρήσει στη διενέργεια του πλειστηριασμού του ακινήτου μου, όσο και η εκ μέρους του δευτέρου των καθών η ανακοπή δια των άνω αντιπροσώπων του να συμμετάσχει και να πλειοδοτήσει στον διενεργηθέντα πλειστηριασμό και να κατακυρωθεί στη συνέχεια το ακίνητό μου σ΄ αυτόν, είναι προφανές ότι υπερβαίνει τα όρια που επιβάλλουν κατά το άρθρο 116 ΚΠολΔ η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη, καθώς και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος κατ' άρθρο 281 ΑΚ και άρθρο 25 παρ. 3 του Συντάγματος, είναι δε προφανής η υπέρβαση αυτών, αφού η άσκηση του δικαιώματός τους αυτού προκαλεί σ' εμένα έντονη εντύπωση αδικίας, καθόσον δεν όφειλα κανένα ποσό στην επισπεύδουσα πρώτη των καθών, για κάθε δε περίπτωση η οφειλή μου ανέρχεται στο ποσό των 4.402,06 €, η αξία, του ακινήτου μου υπερβαίνει το ποσό των 500.000 € και ο δεύτερος των καθών υπερθεμάτισε με το ευτελές ποσό των 70.010 € σε σχέση με την όλη αξία του ακινήτου μου.".
Με βάση το ιστορικό αυτό -και υποστηρίζοντας, βεβαίως και ότι δεν όφειλε πράγματι το ποσό για το οποίο είχε επισπευσθεί η εις βάρος του εκτέλεση- ζητούσε ο αναιρεσείων να ακυρωθεί η από .... έκθεση αναγκαστικού πλειστηριασμού και ο γενόμενος την .....πλειστηριασμός του ακινήτου του, καθώς και η από ..... περίληψη κατακυρωτικής έκθεσης.
Το Εφετείο απέρριψε την ανακοπή ως αφορώσα την βασιμότητα της απαιτήσεως και ως ασκηθείσα, γι' αυτό, εκπροθέσμως, διέλαβε δε σχετικώς τα ακόλουθα: "Η.... ανακοπή, σύμφωνα με όσα αναπτύσσονται στο ιστορικό της, έχει ως μοναδικό λόγο την αντίθετη της επισπευδομένης αναγκαστικής εκτελέσεως στη διάταξη του άρθρου 281 του ΑΚ, διότι η απαίτηση για την ,ικανοποίηση της οποίας επισπεύθηκε αυτή, κατά τους ισχυρισμούς του ανακόπτοντος, είχε αποσβεσθεί μετά τη συμφωνία του με την πρώτη των καθ' ων η ανακοπή, επισπεύδουσα δανείστρια, εκπροσωπούμενης από τον υιό της.
Το περιεχόμενο δε της ανακοπής αυτής δεν μπορεί να εκτιμηθεί διαφορετικά και δη ότι μ' αυτή πλήττεται η αντίθεση του δικαιώματος της πρώτης των καθ' ων για τη διενέργεια της ίδιας της πράξεως του πλειστηριασμού ως υπερβαίνουσας τα αντικειμενικά όρια του άρθρου 281 ΑΚ, όπως αβάσιμα υποστηρίζει ο ανακόπτων, διότι η επικαλούμενη απ' αυτόν αντίθεση στα κριτήρια του άρθρου 281 ΑΚ αφορά ευθέως και αμέσως στην απαίτηση, για την οποία ισχυρίζεται ότι αποσβέσθηκε και για την ικανοποίηση της οποίας επισπεύθηκε η προσβαλλόμενη αναγκαστική εκτέλεση.
Επειδή δε πρόκειται για χρηματική απαίτηση, ο λόγος της ανακοπής έπρεπε να προβληθεί μέσα στην προθεσμία του άρθρου 934 παρ. 1 β' ΚΠολΔ, δηλαδή μέχρι τη σύνταξη της εκθέσεως πλειστηριασμού και κατακυρώσεως (6-3-2003). Όμως η ένδικη ανακοπή κατατέθηκε εκπρόθεσμα, στις 22-5-2003, ήτοι μετά τη σύνταξη της ως άνω εκθέσεως και επιδόθηκε στους-καθ' ων στις 23-5-2003 και 29-5-2003 αντίστοιχα σύμφωνα με τις υπ' αριθ......και ......
εκθέσεις επιδόσεως.....". ΄Ετσι, όμως, το ουσιαστικό δικαστήριο υπέπεσε στην εκ του άρθρου 559 αριθμ. 8 πλημμέλεια, αφού δεν έλαβε υπόψιν του τον προαναφερόμενο ουσιώδη ισχυρισμό του αναιρεσείοντος (περί αθεμίτου συμπαιγνίας των αναιρεσιβλήτων εις βάρος του), ο οποίος - όπως προκύπτει από την επισκόπηση της ανακοπής και της εφέσεως αυτού- είχε προβληθεί παραδεκτώς κατά την ουσιαστική εκδίκαση της υποθέσεως στον πρώτο βαθμό και επαναφέρθηκε νομότυπα στο Εφετείο.
Κατά συνέπεια, πρέπει να γίνει δεκτός ο σχετικός (πρώτος) λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για την αιτία αυτή και ο οποίος, κατ΄ ορθή υπαγωγή, έχει έρεισμα την ανωτέρω διάταξη να αναιρεθεί δε η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, η σύνθεση του οποίου από άλλους δικαστές είναι δυνατή (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Κατόπιν τούτου παρέλκει η έρευνα του δευτέρου - εκ του άρθρου 559 αριθμ. 15 ΚΠολΔ- λόγου αναιρέσεως.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ΄ αριθμ. 202/2005 απόφαση του Εφετείου Λαμίας.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.
Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, την οποία ορίζει σε χίλια πεντακόσια (1.500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Ιανουαρίου 2007. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 26 Απριλίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ