Supreme Court dismisses appeal on employment status but partially allows claims for holiday pay and severance.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal regarding the classification of the workers' relationship as employment versus self-employment, deeming the argument inadmissible due to vagueness and improper use of common sense principles. While the appeal was rejected on this specific ground, the court partially allowed the appeal to re-examine the lower court's rejection of claims for holiday pay and severance allowances. The case was remitted to a different judge at the Court of First Instance for further proceedings on the monetary claims.
Legislator headnote
AI generatedArt. 560(1) of the Code of Civil Procedure; Art. 580(3) of the Code of Civil Procedure: An appeal argument based on the violation of common sense principles is inadmissible if it fails to specify the violated legal rule, as common sense is used to ascertain facts rather than interpret law; partial remittal is required when only specific claims are found legally unfounded.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 896 / 2025 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 896/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Αριστείδη Βαγγελάτο, Προεδρεύοντα Αντιπρόεδρο (σύμφωνα με την 227/2024 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου, κωλυομένης της Αντιπροέδρου Δήμητρας Ζώη), Ελπίδα Σιμιτοπούλου, Μαρία-Μάριον Δερεχάνη, Βάϊα Ζαρχανή και Παρασκευή Γρίβα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 5 Νοεμβρίου 2024, με την παρουσία και της Γραμματέως Ε. Τ., για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων.: 1)Κ. Μ. του Η., κατοίκου ..., 2)Π. Χ. του Κ., κατοίκου ..., 3)Τ. Α. του Μ., κατοίκου ..., 4)Κ. Α. του Δ., κατοίκου ..., 5)Κ. Λ. του Α., κατοίκου ..., 6)Κ. Β. του Η., κατοίκου ..., 7) Κ. Α. του Κ., κατοίκου ..., 8) Ν. Α. του Ι., κατοίκου ..., 9) Π. Ζ. του Κ., κατοίκου ..., 10) Μ. Α. του Χ., κατοίκου ..., 11) Β. Δ. του Ι., κατοίκου ..., 12) Λ. Μ. του Η., κατοίκου ..., 13)Κ.
Ε. του Α., κατοίκου ..., 14)Ρ. Χ. του Ι., κατοίκου ..., 15) Π. Α. του Κ., κατοίκου ..., 16) Κ. Γ. του Κ., κατοίκου ..., 17)Λ. Ι. του Κ., κατοίκου ..., 18.Β. Β. του Α., κατοίκου ..., 19) Δ. Μ. του Κ., κατοίκου ..., 20.Δ. Ε. του Α., κατοίκου ..., 21.Τ. Ι. του Γ., κατοίκου ..., 22.Κ. Μ. του Α., κατοίκου ..., 23. Κ. Β. του Α., κατοίκου ..., 24. Σ. Ε. του Δ., κατοίκου ..., 25. Χ. Μ. του Δ., κατοίκου ..., 26.
Χ. Κ. του Κ., κατοίκου ..., 27. Δ. Α. του Β., κατοίκου ..., 28. Ι. Κ. του Γ., κατοίκου ..., 29.Τ. Χ. του Σ., κατοίκου ..., 30.Γ. Ε. του Π., κατοίκου ..., 31. Α. - Δ. Κ. του Χ., κατοίκου ..., 32. Χ. Ε. του Α., κατοίκου ..., 33.Κ. Ι. του Σ., κατοίκου ..., 34.Μ. Δ. του Ι., κατοίκου ..., 35.Λ. Ε. του Ι., κατοίκου ..., 36. Σ. Ι. του Β., κατοίκου ..., 37. Σ. Ν. του Ι., κατοίκου ..., 38.Τ.
Κ. του Ι., κατοίκου ..., 39. Κ. Κ. του Κ., κατοίκου ..., 40. Κ. Μ. του Χ., κατοίκου ..., 41. Π. Γ. του Δ., κατοίκου ..., 42. Π. Μ. του Π., κατοίκου ..., 43.Μ. Ε. του Χ., κατοίκου ..., 44.Δ. Σ. του Α., κατοίκου ..., 45.Ο. Μ. του Κ., κατοίκου ..., 46.Γ. Η. του Θ., κατοίκου ..., 47.Σ. Χ. του Γ., κατοίκου ..., 48.Γ. Α. του Φ., κατοίκου ..., 49. Κ. Μ. του Ν., κατοίκου ..., 50. Γ. Σ. του Β., κατοίκου ..., 51.Ε.
Ε. του Α., κατοίκου ..., 52.Α. Σ. του Ι., κατοίκου ..., 53.Κ. Ν. του Δ., κατοίκου ..., 54.Γ. Α. του Κ., κατοίκου ..., 55.Μ. Κ. του Α., κατοίκου ..., 56.Ψ.- Π. του Χ., κατοίκου ..., 57.Κ. Π. του Ν., κατοίκου ..., 58.Π. Ε. του Ε., κατοίκου ..., 59.Κ. Μ. του Ι., κατοίκου ..., 60. Κ. Α. του Χ., κατοίκου ..., εκ των οποίων οι με α/α 1η, 16ος, 23η, 33η, 34η,35η, 36η, 37η, 42η,43η, 52η, 59η και 60η, δεν παραστάθηκαν, όλοι οι λοιποί παραστάθηκαν δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Σπυρίδωνα Παυλάτου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσίβλητου: Του Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου (Ν.Π.Δ.Δ.) με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΑΠΑΣΧΟΛΗΣΗΣ ΕΡΓΑΤΙΚΟΥ ΔΥΝΑΜΙΚΟΥ - Ο.Α.Ε.Δ.", που εδρεύει στο Άνω Καλαμάκι Αττικής, όπως εκπροσωπείται νόμιμα και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Βασίλειου Γεωργάκη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-6-2013 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 295/2014 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 525/2019 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 16-6-2021 αίτησή τους και τους από 26-6-2024 πρόσθετους λόγους αυτής.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Παρασκευή Γρίβα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Από τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 1 και 2 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν ο διάδικος που επισπεύδει τη συζήτηση δεν εμφανισθεί ο ίδιος ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος στη συζήτηση της αναίρεσης με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος χωρεί στη συζήτηση της υπόθεσης, σαν να ήταν αυτός παρών, υπό την επιφύλαξη όμως ότι η από αυτόν επίσπευση της συζήτησης είχε λάβει χώρα εγκύρως.
Επίσης, με το άρθρο 226 παρ.4 εδ. β' και γ' ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη κατ' άρθρο 575 εδ. β' ΚΠολΔ: "Αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας οφείλει αμέσως μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίσθηκε. Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή δεν απαιτείται και η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων".
Προϋπόθεση της εγκυρότητας της κλήτευσης αυτής, λόγω της εγγραφής της υπόθεσης στο πινάκιο, είναι ότι ο απολιπόμενος κατά τη νέα δικάσιμο διάδικος είχε επισπεύσει, εγκύρως, τη συζήτηση ή είχε νόμιμα και εμπρόθεσμα κλητευθεί να παραστεί κατά την αρχική δικάσιμο ,κατά την οποία η υπόθεση δεν συζητήθηκε ,εκτός από την εξαιρετική περίπτωση του άρθρου 242 παρ.2 εδ.
τελευταίο ΚΠολΔ (ΑΠ 943/2024,1170/2023,3/2021,805/2019).
Περαιτέρω κατά το άρθρο 94 παρ.1 του ΚΠολΔ στα πολιτικά δικαστήρια οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο, κατά δε το άρθρο 96 παρ. 3 του ίδιου Κώδικα, η πληρεξουσιότητα ενώπιον του Αρείου Πάγου δίνεται μόνο με συμβολαιογραφική πράξη ή με προφορική δήλωση, που καταχωρίζεται στα πρακτικά. Με το άρθρο 63 του Ν. 4509/2017 (ΦΕΚ Α 201/22.12.2017) προστέθηκε εδάφιο στην τελευταία αυτή διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 96 του ΚΠολΔ, με την οποία ορίσθηκε ότι ειδικά για τις εργατικές διαφορές η πληρεξουσιότητα (ενώπιον του Αρείου Πάγου) μπορεί να δίνεται με ιδιωτικό έγγραφο, το οποίο φέρει βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής του διαδίκου από Κέντρο Εξυπηρέτησης Πολιτών ή οποιαδήποτε άλλη δημόσια ή δημοτική αρχή.
Εξάλλου κατά το άρθρο 104 του ΚΠολΔ για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και κλήσεις έως τη συζήτηση στο ακροατήριο θεωρείται ότι υπάρχει η πληρεξουσιότητα, ενώ για τη συζήτηση στο ακροατήριο, απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και αν δεν υπάρχει κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως. Κατά δε το δεύτερο εδάφιο της τελευταίας αυτής διάταξης το δικαστήριο εξετάζει και αυτεπαγγέλτως σε κάθε στάση της δίκης την έλλειψη πληρεξουσιότητας, καθώς και την υπέρβασή της (ΟλΑΠ 39/2005, ΑΠ 1308/2022, 536/2020, 306/2020). Από τον συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει ότι, εάν εκείνος που επισπεύδει τη συζήτηση απουσιάζει ή παρίσταται ,αλλά δεν αποδεικνύει την ύπαρξη ρητής πληρεξουσιότητας, αυτός θεωρείται δικονομικά απών και κηρύσσεται άκυρη η κλήση αυτού, με την οποία εμφανίζεται ως επιμελούμενος τη συζήτηση, με αποτέλεσμα να μην χωρεί εφαρμογή της τελευταίας διάταξης για συζήτηση της υπόθεσης από τον Άρειο Πάγο σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι (ΟλΑΠ 8/2018, 39/2005, 9/2003, ΑΠ 140/2023, 1317/2021, 1695/2017).
Στην περίπτωση αυτή, εάν δεν προκύπτει άλλοθεν κλήτευση του απολιπομένου ή μη προσηκόντως παρισταμένου διαδίκου, η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς αυτόν (ΑΠ 1389/2019, 1374/2017, 526/2016). Τις κλητεύσεις επικαλείται και αποδεικνύει ο παριστάμενος διάδικος (ΟλΑΠ 39/2005, ΑΠ 518/2021, 18/2020,1374/2017, 1312/2017, 1603/2017, 526/2016). Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 576 παρ.3 εδ. β του ιδίου Κώδικα, όπως το εδάφιο αυτό προστέθηκε με το άρθρο 62 του Ν. 4139/2013, σε περίπτωση απλής ομοδικίας, αν κάποιος δεν εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς (ΑΠ 1691/2022, 794/2022, 566/2022).
Στη προκειμένη περίπτωση η επίσπευση της συζήτησης της ένδικης από 16-6-2021 (47391/93/2021) αίτησης αναίρεσης των αναιρεσειόντων που στρέφεται κατά του Ν.Π.Δ.Δ, ήδη με την επωνυμία " Δημόσια Υπηρεσία Απασχόλησης " και της με αριθμ.525/2019 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών για την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της 21-11-2023 έλαβε χώρα με επιμέλεια των αναιρεσειόντων ,όπως προκύπτει από τη νομίμως επικαλούμενη και προσκομιζόμενη από τους παριστάμενους αναιρεσείοντες με αριθμ. ...-2023 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο Αθηνών Λ.
Κ. Από το περιεχόμενο της προκύπτει ότι κατόπιν έγγραφης παραγγελίας του δικηγόρου Παυλάτου Σπύρου, ο οποίος ενεργούσε ως πληρεξούσιος απάντων των αναιρεσειόντων, επικυρωμένο αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης με κλήση προς συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης για την αρχική δικάσιμο (21-11-2023) επιδόθηκε στο αναιρεσίβλητο Ν.Π.Δ.Δ, οπότε και αναβλήθηκε η εκδίκασή της, με εγγραφή της υπόθεσης στη σειρά του οικείου πινακίου, για τη δικάσιμο που αναγράφεται στην αρχή της παρούσας (05-11-2024).Από τα ταυτάριθμα με τη παρούσα απόφαση πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου, προκύπτει ότι κατά τη συζήτηση της ως άνω αίτησης αναίρεσης στην τελευταία αυτή δικάσιμο, οπότε και αυτή εκφωνήθηκε από τη σειρά της στο οικείο πινάκιο, οι 1η, 16ος, 23η, 33η, 34η, 35η, 36η, 37η, 42η, 43η, 52η, 59η, και 60η αναιρεσείοντες δεν εμφανίσθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, ενώ οι λοιποί οι οποίοι παρέστησαν, εκπροσωπήθηκαν από τον προαναφερόμενο πληρεξούσιο δικηγόρο Παυλάτο Σπύρο, που παραστάθηκε με δήλωση (άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ).
Από τα στοιχεία, όμως, της δικογραφίας δεν προκύπτει ότι ο ως άνω δικηγόρος, που έδωσε την παραγγελία για τη ανωτέρω επίδοση, είχε πληρεξουσιότητα να επισπεύσει τη συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης και από τους προαναφερόμενους, απολιπόμενους αναιρεσείοντες, αφού δεν προσκομίζεται έγγραφη περί τούτου εξουσιοδότησή τους ως προς τον ως άνω δικηγόρο, με βεβαίωση του γνήσιου της υπογραφής τους από Κέντρο Εξυπηρέτησης Πολιτών ή άλλη δημόσια ή δημοτική αρχή ή συμβολαιογραφικό, προς αυτόν, πληρεξούσιο.
Κατά συνέπεια ακύρως επισπεύσθηκε η συζήτηση της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης ως προς τους ως άνω απολιπόμενους αναιρεσείοντες.
Εξάλλου, δεν προκύπτει και η εκ μέρους του αναιρεσιβλήτου Ν.Π.Δ.Δ κλήτευσή τους, προκειμένου αυτοί να παραστούν κατά την εκδίκαση της αίτησης αναίρεσης κατά την αρχικά ορισθείσα δικάσιμο της 21ης-11-2023 κατά την οποία η συζήτηση αναβλήθηκε για τη δικάσιμο που αναγράφεται στην αρχή της παρούσας (05-11-2024).
Συνεπώς, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στη μείζονα σκέψη, εφόσον οι ανωτέρω απολιπόμενοι αναιρεσείοντες δεν επέσπευσαν νόμιμα τη συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης, ούτε κλητεύθηκαν νομίμως να παραστούν κατά τη συζήτηση, πρέπει να χωρισθεί η υπόθεση ως προς αυτούς ,οι οποίοι συνδέονται με σχέση απλής ομοδικίας με τους λοιπούς παριστάμενους αναιρεσείοντες και να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης ως προς αυτούς (απολιπόμενους) και συνακόλουθα και των από 26-6-2024 (αριθμ.έκθ.κατάθ.83/2024) προσθέτων λόγων αναίρεσης, λόγω του παρακολουθηματικού χαρακτήρα τους (ΑΠ 520/2023, ΑΠ 230/2023) ενώ για τους λοιπούς παριστάμενους αναιρεσείοντες πρέπει ο Άρειος Πάγος να χωρήσει στη συζήτηση της υπόθεσης.
2. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 74 παρ.1 του Ν. 4690/2020, 83 παρ.1 του Ν. 4790/2021 και των ερμηνευτικών διατάξεων των άρθρων 25 του Ν 4792/2021 και 49 παρ. 1 και 2 του Ν. 4963/2022 προκύπτει ότι το χρονικό διάστημα της επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων της χώρας από 13.3.2020 - 31.5.2020 και από 7.11.2020 έως 5.4.2021, δεν υπολογίζεται, μεταξύ των άλλων προθεσμιών και στην προθεσμία της παρ. 3 του άρθρου 564 ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του από το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015, κατά την οποία "αν η απόφαση δεν επιδόθηκε, η προθεσμία της αναίρεσης είναι δύο (2) έτη και αρχίζει από τη δημοσίευση της απόφασης που περατώνει τη δίκη", μετά δε τη λήξη του ανωτέρω τελευταίου χρονικού διαστήματος αναστολής, η προθεσμία αυτή τρέχει για όσο χρονικό διάστημα υπολείπεται για να συμπληρωθεί το χρονικό διάστημα της εν λόγω διετούς προθεσμίας, ενώ η καταχρηστική αυτή προθεσμία, που ανεστάλη, κατά τις προαναφερόμενες διατάξεις, δεν συμπληρώνεται, εάν δεν παρέλθουν επιπλέον δέκα (10) ημέρες από την προβλεπόμενη λήξη της (ΑΠ 1951/2024, 1338/2023).? Στη προκειμένη περίπτωση με την από 16-6-2021 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται, η εκδοθείσα, αντιμωλία των διαδίκων κατά τη διαδικασία των εργατικών διαφορών, με αριθμ.525/14.1.2019 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ,η οποία απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την από 27-1-2015 (αριθμ.
έκθ. κατάθ. 167/2015) έφεση των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων κατά της εκδοθείσας, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ίδια ως άνω διαδικασία με αριθμ. 295/2014 απόφασης του Ειρηνοδικείου Αθηνών με την οποία είχε απορριφθεί η από 10-6-2013 (αριθμ.έκθ.κατάθ.966/2013) αγωγή τους. Η ένδικη αίτηση αναίρεσης των εναγόντων - εκκαλούντων και ήδη αναιρεσειόντων ασκήθηκε στις 18-6-2021 εντός της διετούς καταχρηστικής προθεσμίας του άρθρου 564 παρ.3 ΚΠολΔ, δεδομένου ότι από την επομένη της δημοσίευσης της με αριθ.525/14.1.2019 απόφασης του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου (15.1.2019) άρχισε να τρέχει η ως άνω διετής καταχρηστική προθεσμία, η οποία, χωρίς την προσωρινή αναστολή της λειτουργίας των δικαστηρίων της χώρας, θα έληγε 15.1.2021, λόγω, όμως, της ως άνω αναστολής και του εξ αυτής μη υπολογισμού των χρονικών διαστημάτων από 13.3.2020 έως 31.5.2020 (2 μήνες και 18 ημέρες) και από 7.11.2020 έως 6.4.2021 (5 μήνες) και συνολικά χρονικού διαστήματος 7 μηνών και 18 ημερών, σύμφωνα με τις προεκτεθείσες διατάξεις των άρθρων 74 παρ. 1 εδ.
α του Ν. 4690/2020 και 83 παρ. 1 εδ. α του Ν. 4790/2021, δεν είχε συμπληρωθεί αυτή (διετής προθεσμία) κατά την άσκηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης ενώπιον του Εφετείου Αθηνών στις 18.6.2021. Συνακόλουθα η ως άνω αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε εμπρόθεσμα και νομότυπα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1-2 και 144 του ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (577παρ.3 ΚΠολΔ)
Περαιτέρω, με το από 26-6-2024 (αριθμ.έκθ.κατάθ.83/2024) δικόγραφο προσθέτων λόγων αναίρεσης, το οποίο επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στο αναιρεσίβλητο ([βλ. τη νομίμως επικαλούμενη και προσκομιζόμενη από τους αναιρεσείοντες με αριθμ. ...-2024 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της Περιφέρειας Εφετείου Αθηνών Κ. Λ. ] οι παριστάμενοι αναιρεσείοντες άσκησαν εμπρόθεσμα και παραδεκτά πρόσθετους λόγους , οι οποίοι πρέπει να ερευνηθούν ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο τούτων (577παρ.3 ΚΠολΔ), συνεκδικαζόμενοι με την αίτηση αναίρεσης (άρθρα 246 και 573 παρ.1 ΚΠολΔ), (ΑΠ 520/2023, ΑΠ 230/2023, ΑΠ 2067/2022).
3.1. Με τη διάταξη του άρθρου 8 παρ. 1 και 3 του ν. 2112/1920, όπως αυτό έχει τροποποιηθεί και αυθεντικώς ερμηνευθεί με το άρθρο 11 του α.ν. 547/1937, ορίζεται ότι "είναι άκυρος οιαδήποτε σύμβασις αντικείμενη εις τον παρόντα νόμον, πλην αν είναι μάλλον ευνοϊκή διά τον υπάλληλον... Αι διατάξεις του νόμου τούτου εφαρμόζονται ωσαύτως και επί συμβάσεων εργασίας με ορισμένην χρονική διάρκειαν, εάν ο καθορισμός της διαρκείας ταύτης δεν δικαιολογείται εκ της φύσεως της συμβάσεως, αλλ' ετέθη σκοπίμως προς καταστρατήγησιν των περί υποχρεωτικής καταγγελίας της υπαλληλικής συμβάσεως διατάξεων του παρόντος νόμου".
Η διάταξη αυτή, η οποία εφαρμόζεται σε όλες τις περιπτώσεις συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου, ανεξάρτητα αν έχουν συναφθεί στον ιδιωτικό ή στο δημόσιο τομέα, ενώ κατά τη γραμματική της διατύπωση αναφέρεται στην προστασία των εργαζομένων από την μη τήρηση εκ μέρους του εργοδότη των τυπικών όρων που επιβάλλει κατά την καταγγελία ο ν. 2112/1920, αξιοποιήθηκε γενικότερα για τον ορθό νομικό χαρακτηρισμό των συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ως ορισμένης ή αόριστης χρονικής διάρκειας, στις περιπτώσεις ιδίως των διαδοχικών συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου που στη πραγματικότητα καλύπτουν πάγιες και διαρκείς και όχι πρόσκαιρες ή απρόβλεπτες ανάγκες του εργοδότη, οπότε ο καθορισμός της ορισμένης διάρκειας αυτών δεν δικαιολογείται από τη φύση ή το είδος ή το σκοπό της εργασίας και δεν υπαγορεύεται από ειδικό λόγο, που ανάγεται κυρίως στις ιδιαίτερες συνθήκες λειτουργίας της επιχείρησης, παρέχοντας μάλιστα πληρέστερη προστασία έναντι εκείνης της μεταγενέστερης με αριθμό 1999/70 κοινοτικής Οδηγίας (ΟλΑΠ 7/2011, ΑΠ 640/2022, 104/2022).
Στην περίπτωση αυτή ανακύπτει ακυρότητα των συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, ως προς τον καθορισμό ορισμένης χρονικής διάρκειας της σύμβασης εργασίας και θεωρείται ότι τότε καταρτίστηκε ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αόριστου χρόνου, επί της οποίας δεν είναι δυνατή η απόλυση του εργαζομένου χωρίς έγγραφη καταγγελία και καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης (ΑΠ 640/2022, 104/2022, 907/2017).
3.2. Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 103 παρ.8 του Συντάγματος, που προστέθηκε με την αναθεώρηση του Συντάγματος που έλαβε χώρα με το από 6.4.2001 ψήφισμα της Ζ' Αναθεωρητικής Βουλής (ΦΕΚ Α 84/17.4.2001) και άρχισε να ισχύει από 17-4-2001 σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 21 του ν. 2190/1994 προκύπτει ότι διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, συναπτόμενες υπό το κράτος της ισχύος της πιο πάνω συνταγματικής διάταξης, με το Δημόσιο, τους ΟΤΑ και όλους τους λοιπούς φορείς του ευρύτερου δημόσιου τομέα, δεν μπορούν να μετατραπούν σε συμβάσεις αόριστου χρόνου, έστω και αν αυτές καλύπτουν πάγιες και διαρκείς και όχι πρόσκαιρες ή απρόβλεπτες ανάγκες.
Ούτε καταλείπεται πεδίο εκτίμησης των συμβάσεων αυτών, κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό της έννομης σχέσης κατά τη δικαστική διαδικασία, ως συμβάσεων αόριστου χρόνου, στην περίπτωση που αυτές καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες, αφού, έστω και αν τούτο συμβαίνει, ο εργοδότης, βάσει των πιο πάνω διατάξεων, ευχέρεια για τη σύναψη σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου δεν έχει.
Δηλαδή ένας τέτοιος χαρακτηρισμός είναι πλέον αλυσιτελής. Τυχόν αντίθετη ερμηνεία, ότι δηλαδή συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, μπορούν να αναγνωρίζονται, κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό, ως συμβάσεις εργασίας αόριστου χρόνου και μετά την πιο πάνω συνταγματική μεταρρύθμιση, θα είχε ως συνέπεια τη διαιώνιση ενός αποδοκιμασθέντος από τον αναθεωρητικό νομοθέτη φαινομένου (ΟλΑΠ 19, 20/2007, ΑΠ 1853/2022, 237/2022).
Η παρά την απαγόρευση συνταγματικών ή άλλων διατάξεων κατάρτιση σύμβασης εξαρτημένης εργασίας ή έργου με το Δημόσιο ή με φορέα του δημοσίου τομέα, επαγόμενη την απόλυτη ακυρότητα της σύμβασης εργασίας κατά τα άρθρα 174 και 180 του ΑΚ, συνιστά απλώς τη βασική προϋπόθεση της έλλειψης νόμιμης αιτίας, ένεκα της οποίας, εφόσον συντρέχουν και οι λοιπές προϋποθέσεις των άρθρων 904 επόμ.
του ΑΚ, το Δημόσιο ή ο φορέας του ευρύτερου δημοσίου τομέα ενέχονται σε απόδοση της ωφέλειας που προήλθε από την παρασχεθείσα σε αυτούς εργασία, εκ της οποίας αυτοί κατέστησαν πλουσιότεροι (ΟλΑΠ 4/2021, ΑΠ 575/2018, 131/2015).
Περαιτέρω, από τις διατάξεις του άρθρου 1 παρ.2 της με αριθ. 19040/1981 κοινής απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας, του άρθρου 1 παρ. 1 και του άρθρου 2 του α.ν 539/1945, του άρθρου 3 παρ. 16 του ν. 4504/1966 και του άρθρου 3 παρ. 16 του ν. 133/1975 (που κύρωσε την από 26.2.1975 ΕΣΣΕ), συνάγεται ότι τα επιδόματα εορτών και αδείας και τις αποδοχές αδείας, δικαιούνται ευθέως εκ του νόμου και οι προσφέροντες τις υπηρεσίες τους βάσει άκυρης σύμβασης εργασίας, με απλή, δηλαδή, σχέση εργασίας (ΟλΑΠ 4/2021, ΑΠ 497/2020, 975/2019, 513/2019, 25/2018, 1781/2017).
3.3. Εξάλλου, με το π.δ. 164/2004, που αφορά τους εργαζομένους με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου στο δημόσιο τομέα, εξειδικεύθηκαν οι συνθήκες, υπό τις οποίες οι συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας ορισμένου χρόνου θεωρούνται διαδοχικές και χαρακτηρίζονται ως συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας αορίστου χρόνου, προς επίτευξη του στόχου της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28-6-1999, που είναι η αποτροπή της κατάχρησης σύναψης διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου.
Με το άρθρο 5 του εν λόγω διατάγματος απαγορεύθηκε κατ' αρχήν η κατάρτιση διαδοχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου, η οποία επιτρέπεται κατ' εξαίρεση στις αναφερόμενες εκεί περιπτώσεις και υπό τις στο άρθρο αυτό προϋποθέσεις. Με τις μεταβατικές διατάξεις του άρθρου 11 παρ. 1 του ως άνω π.δ. 164/2004, που θεωρήθηκαν "συνταγματικώς ανεκτές", λόγω της χρονικά περιορισμένης ισχύος τους, προβλέφθηκε μοναδική εξαίρεση από την προαναφερόμενη απόλυτη απαγόρευση για περιπτώσεις απασχολουμένων στο Δημόσιο ή σε νομικά πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιου τομέα με διαδοχικές συμβάσεις ορισμένου χρόνου, οι οποίες είχαν συναφθεί πριν από την έναρξη ισχύος του π.δ. 164/2004 και ήταν ενεργείς κατά την έναρξη ισχύος του (19-7-2004), με τις προϋποθέσεις που καθορίζονται στις διατάξεις αυτές, μεταξύ των οποίων και η πραγματική εξυπηρέτηση παγίων και διαρκών αναγκών.
Παρά ταύτα, στο άρθρο 2 παρ.2 του π.δ. 164/2004 ορίσθηκε ρητώς ότι το εν λόγω διάταγμα δεν εφαρμόζεται: α) στις σχέσεις επαγγελματικής κατάρτισης και τη σύμβαση ή σχέση μαθητείας, β) στις συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας που έχουν συναφθεί στο πλαίσιο ενός ειδικού προγράμματος κατάρτισης, ένταξης και επαγγελματικής επανεκπαίδευσης υποστηριζόμενου από τον ΟΑΕΔ και γ) στις συμβάσεις προσωρινής απασχόλησης των άρθρων 20 έως 26 του ν. 2956/2001, όπως τα άρθρα αυτά ίσχυαν πριν την κατάργησή τους με το άρθρο 133 παρ.2 του ν. 4052/2012.
Ειδικότερα, με το άρθρο 20 παρ.4 του ν. 2738/1999 είχε εισαχθεί συγκεκριμένη ρύθμιση και δη είχε προστεθεί ως περίπτωση κα' στο άρθρο 14 παρ.2 του ν. 2190/1994 επιπλέον εξαίρεση στο σύστημα προσλήψεων του νόμου αυτού [η εν λόγω εξαίρεση καταργήθηκε μετά την αντικατάσταση των παρ.1 και 2 του άρθρου 14 του ν. 2190/1994 με το άρθρο 1 του ν. 3812/2009 (ΦΕΚ Α 234/28-12-2009)], η οποία αφορά την πρόσληψη προσωπικού σε εκτέλεση ειδικού προγράμματος απασχόλησης, που προκηρύσσεται και επιδοτείται από τον ΟΑΕΔ, η οποία έχει συγκεκριμένο χρόνο διάρκειας.
Ειδικότερα, ορίσθηκε ότι η πρόσληψη του προσωπικού που προσλαμβάνεται σε εκτέλεση ειδικού προγράμματος, που προκηρύσσεται και επιδοτείται από τον ΟΑΕΔ, διενεργείται σύμφωνα με τους όρους, τη διαδικασία και τα κριτήρια που καθορίζονται στα προγράμματα αυτά (ΑΠ 544/2021, 918/2017). Πράγμα που σημαίνει ότι οι συμβάσεις μαθητείας, ακόμη και αν κατά την εκτέλεσή τους παρέχεται εξαρτημένη εργασία, που εξυπηρετεί πάγιες και διαρκείς ανάγκες του Δημοσίου ή προσώπου του ευρύτερου δημόσιου τομέα, στον οποίο τοποθετήθηκαν οι μαθητευόμενοι, δεν μπορούν ούτε κατ' εξαίρεση να χαρακτηρισθούν ως συμβάσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου (ΑΠ336/2024, 1086/2022, 544/2021), στην περίπτωση, δε, που παρέχεται εξηρτημένη εργασία, υφίσταται άκυρη σύμβαση εργασίας (σχέση εργασίας) και το Δημόσιο ή τα άλλα δημόσια νομικά πρόσωπα υποχρεούνται, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 904 παρ. 1 εδ.
α' και 908 εδ. α' ΑΚ, στην απόδοση της ωφέλειας, την οποία αποκόμισαν από την εργασία του μισθωτού, συνιστάμενη στην αμοιβή, την οποία αναγκαίως θα κατέβαλλαν σε άλλον εργαζόμενο υπό έγκυρη σύμβαση εργασίας με τις ικανότητες και τα προσόντα του απασχοληθέντος, χωρίς να λαμβάνονται υπ' όψη παροχές προσιδιάζουσες αποκλειστικώς στην προσωπική κατάσταση του μισθωτού και χωρίς η νομιμότητα της σχετικής αγωγής να επηρεάζεται από το γεγονός, ότι δεν υπήρχε δυνατότητα έγκυρης πρόσληψης άλλου μισθωτού στη θέση του ακύρως απασχοληθέντος (ΟλΑΠ 4/2021, ΑΠ336/2024, 735/2022).
3.4. Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648 επ. του ΑΚ και 6 του ν. 765/1943 (που κυρώθηκε με την 324/1946 ΠΥΣ και διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ, κατά το άρθρο 38 του ΕισΝΑΚ) προκύπτει, ότι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, στην οποία και μόνο εφαρμόζονται οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας, υπάρχει όταν οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην παροχή της εργασίας του μισθωτού για ορισμένο ή αόριστο χρόνο, ανεξαρτήτως αποτελέσματος, έναντι της καταβολής μισθού, αδιαφόρως του τρόπου καθορισμού και καταβολής αυτού, και εφόσον ο μισθωτός τελεί σε νομική και προσωπική εξάρτηση από τον εργοδότη του, η οποία εκδηλώνεται με το δικαίωμα του τελευταίου να ασκεί έλεγχο και εποπτεία, ως προς τον τρόπο, τόπο και χρόνο παροχής της εργασίας και την επιμελή εκτέλεσή της και με την υποχρέωση του μισθωτού να συμμορφώνεται στις δεσμευτικές γι' αυτόν εντολές ή οδηγίες του εργοδότη (ΑΠ 640/2022, 378/2022).
Αντιθέτως, σύμβαση μαθητείας είναι η σύμβαση, κατά την οποία ο ένας από τους συμβαλλόμενους αναλαμβάνει την υποχρέωση να μεταδώσει στον άλλο τις αναγκαίες εμπειρικές γνώσεις, για την άσκηση από τον τελευταίο ορισμένου επαγγέλματος ή ορισμένης τέχνης. Ειδικότερες μορφές της σύμβασης μαθητείας είναι η γνήσια σύμβαση μαθητείας και η σύμβαση εξαρτημένης εργασίας μαθητευόμενου (μη γνήσια σύμβαση μαθητείας).
Στη γνήσια σύμβαση μαθητείας προέχον στοιχείο είναι η παροχή εκπαίδευσης στον μαθητευόμενο, η δε τυχόν παροχή εργασίας από αυτόν δεν γίνεται με σκοπό εκτέλεσης παραγωγικού έργου, αλλά για τις ανάγκες της εκπαίδευσης και της εξοικείωσής του με το αντικείμενο του επαγγέλματος ή της τέχνης του. Στη γνήσια σύμβαση μαθητείας, για την οποία δεν υπάρχει σχετική νομοθετική ρύθμιση, όταν ο μαθητευόμενος παρέχει για ορισμένο ή αόριστο χρόνο την εργασία του, εφαρμόζονται μόνο αναλογικά οι διατάξεις του Αστικού Κώδικα για τη σύμβαση εργασίας, εφόσον συμβιβάζονται με τη φύση και το σκοπό της σύμβασης αυτής, ενώ δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας για τα χρονικά όρια εργασίας, τις νόμιμες αποδοχές, την καταγγελία της σύμβασης εργασίας, την αποζημίωση απόλυσης (ΟλΑΠ 4/2021, ΑΠ 927/2022, 640/2022, 633/2020) και για τα επιδόματα εορτών και αδείας (ΑΠ 1482/2019, 1395/2019, 941/2015), που προϋποθέτουν παροχή εξαρτημένης εργασίας.
Αντίθετα, στη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας μαθητευόμενου, ο μαθητευόμενος μισθωτός παρέχει εργασία σε επιχείρηση ή εκμετάλλευση, επιδιώκοντας παραλλήλως την απόκτηση γνώσεων ή ικανότητας σε ορισμένη ειδικότητα ή επάγγελμα, οπότε η εκμάθηση εκ μέρους του επέρχεται ως αυτόματη συνέπεια της εφαρμογής της σύμβασης και εντός των πλαισίων της συνήθους λειτουργίας αυτής και δεν αποτελεί αντικείμενο ιδιαίτερης υποχρέωσης του εργοδότη.
Στις συμβάσεις αυτές, εφαρμόζονται τόσο οι γενικές, όσο και οι ειδικές διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας, εφόσον προέχων σκοπός της σύμβασης αυτής είναι η παροχή εκ μέρους του μαθητευόμενου εργασίας έναντι αμοιβής, και παρεπόμενος σκοπός είναι η εκμάθηση τέχνης ή επαγγέλματος σύμφωνα με τις οδηγίες και κατευθύνσεις του εργοδότη (ΑΠ 640/2022, 544/2021, 217/2017).
3.5. Κατά τη διάταξη του άρθρου 288 εδ. 3 της Συνθήκης Λειτουργίας Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ) η οδηγία δεσμεύει κάθε κράτος μέλος στο οποίο απευθύνεται, όσον αφορά το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα, αλλά αφήνει την επιλογή του τύπου και των μέσων, που θα αποτελέσουν αντικείμενο ερμηνείας των εθνικών δικαστηρίων ως προς την επαρκή ή μη αποτελεσματικότητά τους, στην αρμοδιότητα των εθνικών αρχών (ΑΠ 933/2022, 640/2022).
Εξάλλου, η Οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28.6.1999 (που δημοσιεύθηκε στις 10.7.1999 στην Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και άρχισε να ισχύει από 10-7-2001, με δικαίωμα παράτασης της προθεσμίας για την ενσωμάτωση αυτής στην εσωτερική έννομη τάξη των κρατών - μελών κατά ένα έτος, του οποίου η Ελλάδα έκανε χρήση) έχει ως σκοπό την αποτροπή της κατάχρησης σύναψης διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου με την λήψη από τα κράτη - μέλη, όταν δεν υπάρχουν ισοδύναμα μέτρα για την πρόληψη των καταχρήσεων, συγκεκριμένων μέτρων προσαρμογής (ρήτρα 5 του παραρτήματος αυτής).
Η Οδηγία αυτή παρέχει στα κράτη - μέλη ευρεία ευχέρεια επιλογών, μεταξύ περισσοτέρων λύσεων, προκειμένου να αποτρέψουν την καταχρηστική χρησιμοποίηση των διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, χωρίς να επιβάλλει, σε περίπτωση σύναψης τέτοιων συμβάσεων, τον χαρακτηρισμό αυτών ως συμβάσεων αορίστου χρόνου, καθόσον τούτο προβλέπεται ως μέτρο δυνητικό (ΔΕΚ C-212/2004, ΔΕΕ C-184/15 και ΟΙ 97/15).
Η Οδηγία αυτή ενσωματώθηκε στην ελληνική έννομη τάξη με τα π.δ/τα 81/2003 και 164/2004, που ήδη εφαρμόζονται στους εργαζομένους με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου στον ιδιωτικό και δημόσιο τομέα αντίστοιχα, η ισχύς των οποίων άρχισε από την δημοσίευσή τους στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης την 2.4.2003 και 19.7.2004 αντίστοιχα.
Οι διατάξεις της με αριθ. 1999/70 Οδηγίας, δεν επιβάλλουν τον χαρακτηρισμό των συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, έστω και αν αυτές καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες, ως συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και συνεπώς η διάταξη του άρθρου 8 παρ. 1 και 3 του ν. 2112/1920 δεν ευρίσκει πλέον έδαφος εφαρμογής στο δημόσιο ή στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, ούτε κατ' επιταγή της ως άνω Οδηγίας, για το μεσοδιάστημα από 10.7.2002 (ημερομηνία λήξης της προθεσμίας προσαρμογής της ελληνικής νομοθεσίας σε αυτήν) μέχρι την έναρξη ισχύος του π.δ/τος 164/2004 (19.7.2004), ούτε βεβαίως μετά την έναρξη ισχύος του τελευταίου (ΟλΑΠ 19/2007, ΑΠ336/2024, 933/2022, 640/2022, 544/2021).
Την πλήρη, δε, αποτελεσματικότητα των κανόνων που θεσπίσθηκαν με την ως άνω Οδηγία για τους εργαζομένους του ευρύτερου δημόσιου τομέα εξασφαλίζουν οι διατάξεις των άρθρων 5, 6 και 7 του π.δ. 164/2004 που καθορίζουν τα δικαιώματα του μισθωτού και τις προβλεπόμενες κυρώσεις για την αποτελεσματική προστασία των απασχολουμένων με διαδοχικές συμβάσεις ορισμένου χρόνου μισθωτών, που καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εναγομένου (ΑΠ 640/2022, 541/2021).
Σε κάθε δε περίπτωση, πρέπει να επισημανθεί ότι με βάση τη ρήτρα 2 της ως άνω Οδηγίας παρέχεται η δυνατότητα στα κράτη μέλη να εξαιρέσουν από το πεδίο εφαρμογής αυτής τις σχέσεις βασικής επαγγελματικής κατάρτισης και τα συστήματα μαθητείας (περ. α), ως και τις συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας που έχουν συναφθεί στο πλαίσιο ενός ειδικού ή από το δημόσιο υποστηριζόμενου προγράμματος κατάρτισης ένταξης και επαγγελματικής επανεκπαίδευσης (περ. β), της οποίας (δυνατότητας) η Ελλάδα έκανε χρήση, εξαιρώντας από το πεδίο εφαρμογής του π.δ/τος 164/2004, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 2 αυτού, τις σχέσεις επαγγελματικής κατάρτισης και τις συμβάσεις ή σχέσεις μαθητείας και τις συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας που έχουν συναφθεί στο πλαίσιο ενός ειδικού προγράμματος κατάρτισης, ένταξης και επαγγελματικής επανεκπαίδευσης υποστηριζόμενου από τον Οργανισμό Απασχόλησης Εργατικού Δυναμικού (ΑΠ 933/2022, 922/2022).
3.6. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 80 του ν.δ. 2362/1995 "Δημόσιο Λογιστικό Έλεγχος δαπανών", 3, 158, 164, 174, 180, 361, 648 επ. και 904 Α.Κ. προκύπτει, ότι το Δημόσιο και τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου συμμορφούμενα με τη διάταξη της εκδοθείσας κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων αποφάσεως, περί υποχρεώσεώς τους για προσωρινή πραγματική αποδοχή της εργασίας του εργαζομένου στα ίδια με σύμβαση εργασίας ορισμένου ή αορίστου χρόνου μέχρις εκδόσεως οριστικής απόφασης επί της κατά του Δημοσίου κλπ ασκηθείσας εκ της εργασιακής μετ' αυτού σχέσης τακτικής αγωγής και αποδεχόμενα στη συνέχεια την προσφερόμενη εργασία του εργαζομένου, υποχρεούνται, εφόσον εναχθούν υπ' αυτού και δεν έχουν τηρηθεί οι θεσπιζόμενες από το άρθρο 80 του ν.δ. 2362/1995 προϋποθέσεις (όπως ίσχυε κατά τον επίδικο χρόνο, πριν την κατάργησή του με το άρθρο 177 παρ.1 του ν. 4270/2014) σε απόδοση, σύμφωνα με το άρθρο 904 Α.Κ., ως καθιστάμενα εκ της προς αυτά παρεχόμενης εργασίας αδικαιολογήτως πλουσιότερα, της ωφελείας, η οποία συνίσταται στις αποδοχές, που θα κατέβαλε για την αυτή εργασία και με τις επικρατούσες στον τύπο της παροχής συνθήκες, δυνάμει έγκυρης συμβάσεως, σε άλλο εργαζόμενο του αυτού επαγγέλματος και των αυτών επαγγελματικών προσόντων και ικανότητας (ΑΠ 1304/2022, 1186/1997).
Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 691 παρ. 2 και 700 παρ. 3 ΚΠολΔ, που ορίζουν, αντίστοιχα, ότι οι προσωρινές διαταγές διαλαμβάνουν "τα μέτρα που πρέπει να ληφθούν αμέσως έως την έκδοση της απόφασης του δικαστηρίου για την εξασφάλιση ή τη διατήρηση του δικαιώματος ή τη ρύθμιση της κατάστασης" και ότι "εκτελούνται μόλις καταχωριστούν, κάτω από την αίτηση ή στα πρακτικά, με βάση σημείωση του δικαστή που τις εξέδωσε" προκύπτει ότι η προσωρινή διαταγή που εκδίδεται από το δικαστήριο στα πλαίσια της διαδικασίας των ασφαλιστικών μέτρων και καθορίζει τα ασφαλιστικά μέτρα που πρέπει να ληφθούν αμέσως, μέχρι να εκδοθεί η απόφαση, για την εξασφάλιση του δικαιώματος ή την προσωρινή ρύθμιση της κατάστασης, δεν είναι δικαστική απόφαση, αφού δεν περιέχει αυθεντική διάγνωση της έννομης σχέσης που ρυθμίζει, στερείται των κατά το άρθρο 93 παρ.3 του Συντάγματος και 305 ΚΠολΔ στοιχείων της δικαστικής απόφασης, που ανάγονται από το νόμο σε προϋποθέσεις του κύρους αυτής, και επίσης δεν υποβάλλεται σε δημοσίευση, η οποία αποτελεί, κατά το άρθρο 313 παρ.
ι ΚΠολΔ, προϋπόθεση του υπαρκτού της δικαστικής απόφασης. Είναι, όμως, τίτλος εκτελεστός, από αυτούς που αναφέρονται στο άρθρο 904 παρ. 2 περ. ζ ΚΠολΔ (OΛ ΑΠ 9/2015, 17/2009). Περαιτέρω, η κατά το ως άνω άρθρο 691 ΚΠολΔ προσωρινή διαταγή και η αναγκαστική προς αυτή συμμόρφωση, αναγόμενες στη σφαίρα του δικονομικού δικαίου και μάλιστα στη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων δεν αποτελούν νόμιμη αιτία πλουτισμού και επομένως δεν αποκλείουν την αξίωση του αδικαιολόγητου πλουτισμού, η θεμελίωση της οποίας και στις περιπτώσεις αυτές κρίνεται με βάση τους από το ουσιαστικό δίκαιο και δη την ως άνω διάταξη του άρθρου 904 Α.Κ.
τασσόμενους όρους (ΑΠ 1304/2022, 143 και 144/2000).
3.7. Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμ. 1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται κατά αποφάσεων ειρηνοδικείων ή καθώς και κατά αποφάσεων πρωτοδικείων που εκδόθηκαν κατά αποφάσεων ειρηνοδικείων μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2022, ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013). Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς (ΟλΑΠ 3/2020, ΑΠ 330/2022, ΑΠ 319/2017).
Στη προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της υπόθεσης προκύπτουν τα εξής :Με την από 10-6-2013 αγωγή που άσκησαν ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών ,οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες εξέθεσαν ότι προσλήφθηκαν αρχικά από το εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο Ν.Π.Δ.Δ με συμφωνητικά συνεργασίας ορισμένου χρόνου στο πλαίσιο ειδικού προγράμματος απόκτησης εργασιακής εμπειρίας (stage) που εικονικά και κατ'επίφαση χαρακτηρίζονταν ως τοιούτου είδους και ορισμένης χρονικής διάρκειας, ενώ περιείχαν τα στοιχεία συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και τοποθετήθηκαν στις υπηρεσίες αυτού με την ειδικότητα του διοικητικού υπαλλήλου από 26-4-2005 η 1η και 57η την 1-11-2004 η 2η, η 3, η 5η, η 6η, η 10η, ο 11ος, η 13η, η 15η και η 29η, την 18-6-2007 η 4η, την 23-11-2004 η 7 η και ο 14ος, την 22-6-2007 η 8η, την 7-9- 2000 η 9η, την 6-11-2006 η 12η, την 15-11-2004 ο 16ος και η 19η, την 12-11-2004 η 17η,18η, 39η, 42η και η 45η, την 11-10-2005 η 20η,την 13- 12-2004 η 21 η, την 8-11-2004 η 22η, την 4-11-2004 η 23η, την 15-6- 2007 η 24η, την 15-11-2004 η 25η, η 26η και 0 46ος, την 4-11-2004 η 27η, την 8-11-2004 η 28η, την 6-12-2004 η 30η και η 33η, την 12-11-2004 η 31 η, την 29.1.2002 η 32η, την 1-4-2005 η 34η, 43η, την 7-12-2004 η 35η, την15-1-2005 η 36η, την 8-4-2005 η 37η, την 15-2-2008 η 38η, την 4-12-2006 η 40η, την 17-1-2007 η 41η, την 22-11-2004 η 44η και η 48η, την 25-11-2004 η49η,την 19-4-2007 η 50η, την 29-6-2007 η 51η, την 26-11-2004 η 52η, την 23-5-2005 η 53η, την 29-3-2005 η 54η, την 12-10-2005 η 55η" την 26-10-2005 η 56η, την 17-11-2004 η 58η, την 28-3-2005 η 59η και την 17-3-2005 η 60η και ότι στις θέσεις τους παρέμειναν, δυνάμει διαδοχικώς παρατεινόμενων και ανανεούμενων συμφωνητικών συνεργασίας ορισμένου χρόνου για τα αναφερόμενα για έκαστο από αυτούς χρονικά διαστήματα.
Ότι, κατά τη διάρκεια της απασχόλησής τους, κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εναγόμενου ,ασκώντας τα ειδικότερα καθήκοντα που αναφέρουν στην αγωγή τους, πάντοτε υπό τις υπηρεσιακές οδηγίες των εντεταλμένων οργάνων του εναγόμενου και υπό τις ίδιες περιστάσεις παροχής εργασίας, ως και οι τακτικοί υπάλληλοι που συνδέονται με το εναγόμενο Ν.Π.Δ.Δ με σχέση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού ή δημοσίου δικαίου αορίστου χρόνου.
Ότι κατά την ημερομηνία λήξης των συμφωνητικών συνεργασίας, το εναγόμενο έπαυσε να αποδέχεται τις υπηρεσίες τους και για αυτό ζήτησαν και πέτυχαν, στα πλαίσια άσκησης των από 25-10-2010 (17902/27.10.2010) και από 28-10-2010 αριθμ. έκθ. κατάθ. 22348/30.12.2010) αιτήσεων λήψης ασφαλιστικών μέτρων στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, την έκδοση προσωρινών διαταγών, με τις οποίες υποχρεώθηκε το εναγόμενο ν' αποδέχεται προσωρινά την εργασία τους με τις νόμιμες αποδοχές, και ότι παρείχαν τις υπηρεσίες τους, υπό την ισχύ των προσωρινών διαταγών τα αναγραφόμενα για έκαστο χρονικά διαστήματα.
Ότι με τον τρόπο αυτό το εναγόμενο τους απασχόλησε πραγματικά κατά τα επίδικα αυτά χρονικά διαστήματα, υπό καθεστώς εξηρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου καλύπτοντας πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εναγομένου. Ότι το εναγόμενο δεν τους κατέβαλε για τα επίδικα χρονικά διαστήματα, ως όφειλε, τις διαφορές νόμιμων μηνιαίων αποδοχών, αποδοχές και αποζημίωση αδείας, τα επιδόματα εορτών και αδείας, συνυπολογιζομένων των επιδομάτων (κινήτρου) απόδοσης, οικογενειακής παροχής, εξόδων κίνησης που καταβάλλονταν το επίδικο χρονικό διάστημα στους λοιπούς εργαζόμενους τους με βάση τις μισθολογικές διατάξεις του ν.3205/2003 και ν.4024/2011, 5παρ.1 εδ.2 του α.ν 539/1945, 3 ν.δ 3755/57 σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 4και 22 παρ.1 εδ.β Συντάγματος περί ισότητας και ίσης μεταχείρισης, άρθρ.1 Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ και που ανέρχονται στο αναγραφόμενο για έκαστο από αυτούς, συνολικό ποσό.
Ότι τα ποσά αυτά υποχρεούται να καταβάλει, νομιμότοκα, το εναγόμενο και βάσει των διατάξεων των άρθρων 105 και 106 ΕισΝΑΚ, 914, 297, 298 ΑΚ λόγω της ως άνω αδικοπρακτικής συμπεριφοράς των οργάνων του ,που παρέλειψαν παρανόμως να τους καταβάλουν τα ως άνω ποσά και επιπλέον λόγω της αδικοπρακτικής ευθύνης ποσό 3.000 ευρώ σε έκαστο για χρηματική ικανοποίηση.
Παράλληλα ζητούσαν να τους καταβληθούν τα ανωτέρω ποσά με βάση τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού (904, 938ΑΚ) διότι το εναγόμενο με την ως άνω αδικοπρακτική συμπεριφορά των οργάνων του σε βάρος τους, κατέστη αδικαιολογήτως πλουσιότερο σε βάρος της περιουσίας τους, με την εξοικονόμηση της ανωτέρω δαπάνης.
Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την με αριθμ. 295/2014 απόφασή του απέρριψε στο σύνολο της την αγωγή ως μη νόμιμη. Επί της από 27-1-2015 έφεσης των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων κατά την ίδια ως άνω διαδικασία, η προσβαλλόμενη με αριθμ. 525/2019 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία απέρριψε την έφεση.
Ειδικότερα, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο με τη προσβαλλόμενη απόφασή του, έκρινε μη νόμιμη την αγωγή με το ακόλουθο σκεπτικό : "[....] οι επικαλούμενες συμβάσεις ,καταρτίστηκαν με το εναγόμενο ως συμβάσεις απόκτησης εργασιακής εμπειρίας, στα πλαίσια σχετικού προγράμματος του τελευταίου (STAGE), σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 20 Ν. 2639/1998 και ως εκ τούτου συνιστούν γνήσιες συμβάσεις μαθητείας, για τις οποίες δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας για τα χρονικά όρια εργασίας, τις νόμιμες αποδοχές, την καταγγελία της σύμβασης εργασίας, την αποζημίωση απόλυσης κλπ, οι οποίες προϋποθέτουν παροχή εξαρτημένης εργασίας, ενώ αυτές (συμβάσεις μαθητείας) δεν αποτελούν συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας, υφίσταται δε για αυτές ειδική νομοθετική ρύθμιση όσον αφορά στους όρους αμοιβής, το χρόνο απασχόλησης, τις άδειες, τις απουσίες, τις αποζημιώσεις και τους λοιπούς όρους απασχόλησης στους οποίους υπήχθησαν οι ενάγοντες, καθένας ατομικά, με βάση τα συμφωνητικά εργασίας που υπέγραψαν, και ως εκ τούτου δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας σχετικά με τις νόμιμες αποδοχές, τα επιδόματα εορτών και αδείας και την αποζημίωση αδείας που αφορούν στους εργαζόμενους που συνδέονται με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, διότι τα σχετικά θέματα ρυθμίζονται από τις, κατ' εξουσιοδότηση του ανωτέρω άρθρου 20 Ν. 2639/1998, εκδοθείσες Υπουργικές Αποφάσεις και επομένως οι ενάγοντες, συνδεόμενοι με το εναγόμενο με σύμβαση γνήσιας μαθητείας και όχι εξαρτημένης εργασίας, δεν δικαιούνται αποδοχές επιπλέον από εκείνες που καθορίσθηκαν με τη σύμβαση μαθητείας και τις αντίστοιχες ειδικές διατάξεις, όπως ζητούν με την αγωγή τους, λόγω της επικαλούμενης από αυτούς σύμβασης εξαρτημένης εργασίας.
Κρίνεται όμως απορριπτέα[ ...] προεχόντως ως στερούμενη νομίμου ερείσματος, καθόσον και αληθών υποτιθέμενων των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την ιστορική της βάση, δηλαδή και εάν ακόμη ήθελε θεωρηθεί ότι το είδος της έννομης σχέσης που συνδέει τους ενάγοντες είναι στην πραγματικότητα αυτό της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας με το εναγόμενο και όχι της σύμβασης μαθητείας για την απόκτηση εργασιακής εμπειρίας, όπως αναφέρεται στα ιδιωτικά συμφωνητικά που οι ενάγοντες έχουν υπογράψει, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην αγωγή τους, καθώς και ότι με τις παρεχόμενες υπηρεσίες τους, όντως κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες λειτουργίας διοικητικών υπηρεσιών του εναγομένου, οι εν λόγω συμβάσεις δε μετατρέπονται σε αορίστου χρόνου, καθόσον όλες έχουν συναφθεί μετά την ισχύ του προεδρικού διατάγματος 164/2004 (19.7.2004), το οποίο κατά ρητή επιταγή δεν εφαρμόζεται στις συμβάσεις μαθητείας (αρθρ. 2 παρ. 2 α' αυτού) και με το οποίο προσαρμόστηκε η ελληνική νομοθεσία προς την Οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της Ε.Ε" προβλέπει δε στο άρθρο 11 συγκεκριμένες προϋποθέσεις για τη μετατροπή σε αορίστου χρόνου μόνο αυτών των διαδοχικών συμβάσεων εργασίας, οι οποίες είχαν συναφθεί πριν από την έναρξη ισχύος του και ήταν ενεργείς κατά το χρονικό αυτό σημείο και όχι αυτών που έχουν καταρτιστεί μεταγενέστερα όπως εν προκειμένω, ενώ ως κύρωση για την κατάρτιση των διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου που καταρτίζονται έκτοτε, μετά την έναρξη ισχύος του, κατά παράβαση των ορισμών του, προβλέπει, όχι τη μετατροπή τους σε αορίστου χρόνου, αλλά την αυτοδίκαιη ακυρότητα τους, και την ποινική και πειθαρχική ευθύνη των αρμοδίων.
Αντίθετα, οι επίδικες συμβάσεις έχουν συναφθεί υπό την ισχύ των διατάξεων του άρθρου 103 του Συντάγματος και του άρθρου 21 του Ν. 2190/1994 σύμφωνα με τις οποίες διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου που συνάπτονται με το Δημόσιο, δε μπορούν να μετατραπούν σε αορίστου χρόνου, ούτε κατ' ορθό χαρακτηρισμό της έννομης σχέσης κατά τη δικαστική διαδικασία, έστω και αν αυτές καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες και όχι πρόσκαιρες ή απρόβλεπτες.
Συνεπώς, δεν μπορεί να γίνει λόγος για διαδοχικές συμβάσεις εργασίας, αλλά για ανεξάρτητες συμβάσεις μαθητείας στις οποίες συμμετείχαν οι ενάγοντες με βάση τις προϋποθέσεις και όρους συμμετοχής, που όριζαν οι ισχύοντες κανόνες δικαίου για την δυνατότητα υλοποίησης από τον ΟΑΕΔ προγραμμάτων απόκτησης εργασιακής εμπειρίας (stage) και οι οποίοι (ενάγοντες) μετά το πέρας των χρονικών ορίων διάρκειας των παραπάνω προγραμμάτων απολύθηκαν.
Συνεπώς, εφόσον δεν συντρέχουν οι τιθέμενες ως άνω προϋποθέσεις, μετατροπής των συμβάσεων σε αορίστου χρόνου, δεν μπορούν να γίνουν αυτές τέτοιες. Έτσι, ενόψει των ανωτέρω συνταγματικών διατάξεων και της προσαρμογής της ελληνικής νομοθεσίας προς την Οδηγία 1999/70/Ε.Κ του Συμβουλίου της Ε.Ε. η οποία δεν επιβάλλει τον χαρακτηρισμό των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, έστω και αν αυτές καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες, ως συμβάσεων εργασίας αορίστου χρόνου, η διάταξη του άρθρου 8 του ν. 2112/1920, ούτε κατ' επιταγή της ως άνω Οδηγίας έχει εφαρμογή μετά την έναρξη ισχύος του προεδρικού διατάγματος 164/2004 (...).
Εξάλλου, δεν είναι δυνατή η εκτίμηση των συμβάσεων αυτών, κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό της έννομης σχέσης, ως συμβάσεων αορίστου χρόνου ή ως συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας μαθητευόμενου, στην περίπτωση που καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες, αφού ο εργοδότης, βάσει των ως άνω διατάξεων δεν έχει πλέον ευχέρεια για τη σύναψη συμβάσεων αορίστου χρόνου. Τέλος, και ως προς τη βάση της αγωγής για παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχείρισης η αγωγή είναι απορριπτέα αφού αυτή προϋποθέτει, εκτός των άλλων και παροχή εργασίας υπό το αυτό νομικό καθεστώς, πράγμα το οποίο δεν συνέβαινε στην προκείμενη περίπτωση, εφόσον οι ενάγοντες είχαν προσληφθεί ως μαθητευόμενοι (με γνήσια σύμβαση μαθητείας) και με σκοπό την απόκτηση εργασιακής εμπειρίας αφενός, αφετέρου, δεν υπήρχε έγκυρη σχέση εξαρτημένης εργασίας αορίστου ή ορισμένου χρόνου κατά τα ανωτέρω [...]".
Στην προκειμένη περίπτωση οι αναιρεσείοντες με τους πρώτο, δεύτερο, και τρίτο λόγους αναίρεσης εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αληθώς όμως εκ του αριθμού 1 του άρθρου 560 του ιδίου Κώδικα αφού η προσβαλλόμενη απόφαση εκδόθηκε επί έφεσης κατά απόφασης ειρηνοδικείου, προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι εσφαλμένα απέρριψε την αγωγή τους ως μη νόμιμη ως προς την κυρία βάση αυτής με την αιτιολογία ότι παρείχαν εργασία στα πλαίσια σύμβασης γνήσιας μαθητείας και όχι εξηρτημένης εργασίας, ενώ αυτοί παρείχαν την εργασία τους κατά το επίδικο χρονικό διάστημα σε εκτέλεση προσωρινών διαταγών του Προέδρου Υπηρεσίας του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών υπό καθεστώς εξηρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και ότι με την ως άνω κρίση της παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις α) του άρθρου 95 παρ.5 του Συντάγματος (1ος λόγος αναίρεσης) β) του άρθρου 648 ΑΚ σε συνδυασμό με τα άρθρα 6 του ν. 765/1943 και 20 του ν. 2693/1998 (δεύτερος λόγος), γ) των άρθρων 7 και 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος, του π.δ. 164/2004 και της ενσωματωθείσας με αυτό Οδηγίας 1999/70/ΕΚ και του άρθρου 8 του ν. 2112/1920 (τρίτος λόγος).
Οι ως άνω λόγοι κατά το μέρος που με αυτούς προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι ως άνω αιτιάσεις είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Και τούτο διότι από το συνδυασμό των προαναφερόμενων στη νομική σκέψη που προηγήθηκε διατάξεων των άρθρων 691 παρ. 2 και 700 παρ. 3 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η προσωρινή διαταγή που εκδίδεται από το δικαστήριο στα πλαίσια της διαδικασίας των ασφαλιστικών μέτρων και καθορίζει τα ασφαλιστικά μέτρα που πρέπει να ληφθούν αμέσως, μέχρι να εκδοθεί η απόφαση, για την εξασφάλιση του δικαιώματος ή την προσωρινή ρύθμιση της κατάστασης, παρότι είναι τίτλος εκτελεστός (904παρ.2 περ.ζ ΚΠολΔ) δεν είναι δικαστική απόφαση, αφού δεν περιέχει αυθεντική διάγνωση της έννομης σχέσης που ρυθμίζει, στερείται των κατά το άρθρο 93 παρ.3 του Συντάγματος και 305 ΚΠολΔ στοιχείων της δικαστικής απόφασης, που ανάγονται από το νόμο σε προϋποθέσεις του κύρους αυτής, και επίσης δεν υποβάλλεται σε δημοσίευση, η οποία αποτελεί, κατά το άρθρο 313 παρ. 1 περ.γ ΚΠολΔ, προϋπόθεση του υπαρκτού της δικαστικής απόφασης.
Συνεπώς οι προσωρινές διαταγές που χορηγήθηκαν κατόπιν αιτήσεως ασφαλιστικών μέτρων των εναγόντων με τις οποίες υποχρεώθηκε προσωρινά το εναγόμενο να αποδέχεται τις υπηρεσίες τους, δεν μπορούσαν να έχουν άλλη έννοια και αποτελέσματα και να προσδώσουν στους ενάγοντες δικαιώματα περισσότερα από όσα είχαν κατά τη διάρκεια λειτουργίας των εν λόγω συμβάσεων, πέραν της διατήρησης μίας πραγματικής και νομικής κατάστασης, η οποία είχε ήδη διαμορφωθεί και, χάριν της κοινωνικής ειρήνης μέχρι την έκδοση της απόφασης ασφαλιστικών μέτρων (ΟλΑΠ 20/2015, 17/2009, 41/2004, ΑΠ 865/2014, 133/2004).
Επομένως οι ενάγοντες που μετά τη λήξη των συμβάσεων μαθητείας και των παρατάσεων αυτών συνέχισαν να απασχολούνται στο εναγόμενο στα πλαίσια προσωρινών διαταγών του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών δεν απασχολούνταν, δυνάμει συμβάσεων εξηρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, όπως αβασίμως ισχυρίζονται με το δικόγραφο της αγωγής τους.
Είναι άλλο το ζήτημα, όπως προαναφέρθηκε στη νομική σκέψη που προηγήθηκε (αριθ. 3.6), ότι η απασχόληση με προσωρινή διαταγή του Δικαστηρίου δεν αποτελεί νόμιμη αιτία πλουτισμού και επομένως δεν αποκλείει την αξίωση του αδικαιολόγητου πλουτισμού, η θεμελίωση της οποίας και στις περιπτώσεις αυτές κρίνεται με βάση τους, από το ουσιαστικό δίκαιο και δη την ως άνω διάταξη του άρθρου 904 Α.Κ., τασσόμενους όρους (ΑΠ 1304/2022, 143 και 144/2000).
Συνακόλουθα το Εφετείο με το να απορρίψει ως μη νόμιμη την αγωγή κατά την κυρία βάση της, ως προς τις αιτούμενες αξιώσεις για διαφορές αποδοχών, ορθώς ερμήνευσε τις διατάξεις των άρθρων 103 παρ. 7 και 8 του Συντάγματος σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 648 επομ. ΑΚ, άρθρ.6 ν.765/1943, 21 του ν. 2190/1994 και ορθώς δεν εφάρμοσε τις διατάξεις του άρθρου 8 παρ. 3 του ν. 2112/1920, καθόσον από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, με βάση τα όσα αναλυτικά εκτίθενται στη μείζονα σκέψη, ότι σύμφωνα με τα στην αγωγή εκτιθέμενα δεν μπορεί να υπάρξει έγκυρη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου κατ' εφαρμογή του άρθρου 8 παρ. 3 του Ν. 2112/1920, αφού κάτι τέτοιο προσκρούει στις εν λόγω συνταγματικές διατάξεις (103παρ.7 και 8), ακόμη και εάν οι αναιρεσείοντες εξυπηρετούσαν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του αναιρεσίβλητου ΝΠΔΔ.
Ούτε επίσης με τη μη εφαρμογή στη συγκεκριμένη περίπτωση του άρθρου 8 παρ. 3 του Ν. 2112/1920 παραβίασε τις (κατά πάσα περίπτωση μη συνιστώσες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου) ρυθμίσεις της με αριθ. 1999/70 Οδηγίας, οι οποίες αφενός μεν δεν επιβάλλουν, σε περίπτωση σύναψης τέτοιων διαδοχικών συμβάσεων, το χαρακτηρισμό αυτών ως συμβάσεων αορίστου χρόνου, καθόσον τούτο προβλέπεται ως μέτρο δυνητικό, αφετέρου δε τα προς εφαρμογή της Οδηγίας προβλεπόμενα δικαιώματα του μισθωτού και οι προβλεπόμενες κυρώσεις, σύμφωνα με το άρθρο 7 του Π.Δ/τος 164/2004, είναι επαρκή για την αποτελεσματική προστασία των απασχολουμένων με διαδοχικές συμβάσεις ορισμένου χρόνου μισθωτών, που καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του δημόσιου φορέα, όπου απασχολούνται, σε κάθε δε περίπτωση από το ρυθμιστικό πεδίο της Οδηγίας, σύμφωνα με τη ρήτρα 2 αυτής και το άρθρο 2 του Π.Δ/τος 164/2004 εκφεύγουν οι συμβάσεις που έχουν καταρτισθεί στο πλαίσιο ενός ειδικού προγράμματος απόκτησης εργασιακής εμπειρίας ανέργων, υποστηριζόμενου από τον ΟΑΕΔ, όπως στην προκειμένη περίπτωση.
Επισημαίνεται ότι η διάταξη του άρθρου 20 παρ. 1 [και 15] του ν. 2639/1998 δεν ευρίσκει έδαφος εφαρμογής στην ένδικη διαφορά, καθόσον κατά τα ιστορούμενα στην αγωγή οι ενάγοντες [ήδη αναιρεσείοντες] απασχολήθηκαν σε υπηρεσίες του αναιρεσίβλητου ΟΑΕΔ και όχι σε υπηρεσίες τρίτων (Δημοσίου, φορέων Δημοσίου, ΟΤΑ κλπ) στο πλαίσιο προγραμμάτων επαγγελματικής κατάρτισης ανέργων, που συνάπτονται μεταξύ του ΟΑΕΔ, του φορέα απασχόλησης και του απασχολουμένου ανέργου.
Ούτε μπορούσαν να επιδικασθούν διαφορές αποδοχών στηριζόμενες στις ως άνω διατάξεις ,εφόσον ακόμα και σε περίπτωση παροχής εξαρτημένης εργασίας ,υπάρχει λόγω ακυρότητας της σύμβασης εργασίας, απλή σχέση εργασίας ,με βάση την οποία (απλή) σχέση εργασίας οφείλονται ,διαφορές αποδοχών κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού.
Αντίθετα ο αγωγικός ισχυρισμός των εναγόντων που αφορούσε την επιδίκαση επιδομάτων εορτών και αδείας και αποζημίωσης αδείας, που είχε απορριφθεί ως μη νόμιμος από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και είχε επαναφερθεί από τους αναιρεσείοντες με λόγο έφεσης στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ήταν νόμιμος, καθόσον εκτέθηκαν στο δικόγραφο της αγωγής πραγματικά περιστατικά σύναψης στη πραγματικότητα, λόγω της ακυρότητάς των επικαλούμενων συμβάσεων εργασίας, απλής σχέσης εργασίας των εναγόντων με το εναγόμενο ΝΠΔΔ, ισχυρισμός που αν αποδειχθεί κατ'ουσία βάσιμος άγει σε παραδοχή των άνω κονδυλίων , αφού όπως προαναφέρθηκε στη νομική σκέψη που προηγήθηκε, αυτά τα δικαιούνται, ευθέως εκ του νόμου, όχι μόνο οι μισθωτοί οι απασχολούμενοι σε κάποιο εργοδότη με έγκυρη σύμβαση εργασίας ,αλλά και οι εργαζόμενοι με άκυρη σύμβαση ή σχέση εργασίας.
Συνεπώς η προσβαλλόμενη απόφαση με το να απορρίψει τα αγωγικά αιτήματα επιδίκασης επιδομάτων εορτών και αδείας και αποζημίωσης αδείας τα επίδικα χρονικά διαστήματα ως μη νόμιμα, παραβίασε ευθέως τις διατάξεις των άρθρων Ιπαρ.1 ν. 1082/1980,1παρ.2 της 19040/1981 ΥΑ Οικονομικών και Εργασίας, 1 παρ.1 και 2 παρ.5 του ΑΝ 539/1945, 3 του ΝΔ/τος 3755/1957 και 3 παρ. 16 Ν.4504/1966), όπως βάσιμα εκθέτουν οι αναιρεσείοντες με τον έβδομο λόγο αναίρεσης και με τον πρώτο πρόσθετο λόγο αναίρεσης εκ του αριθμ. 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ κατά το μέρος που με αυτούς αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι με την απόρριψη της αγωγής τους ως μη νόμιμης ως προς τα κονδύλια αυτά παραβίασε τις ως άνω διατάξεις.
Συνεπώς πρέπει να γίνουν δεκτοί ως ουσιαστικά βάσιμοι οι ως άνω λόγοι αναίρεσης και να αναιρεθεί η απόφαση κατά το μέρος αυτό.
5. Περαιτέρω οι αναιρεσείοντες με τον εκ του αριθμού 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ τέταρτο αναιρετικό λόγο, αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι με το να κρίνει ότι η ένδικη σύμβαση των αναιρεσειόντων δεν αποτελεί σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή τις επικαλούμενες στο αναιρετήριο ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 4 και 22 του Συντάγματος αναφορικά με την ομοιόμορφη μεταχείριση των εργαζομένων, αλλά και του άρθρου 1 παρ. 1 Προσθέτου Πρωτοκόλλου στη Σύμβαση Προστασίας Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των θεμελιωδών Ελευθεριών.
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, αφού η επιβαλλόμενη από τις ως άνω διατάξεις αρχή της ίσης μεταχείρισης των εργαζομένων προϋποθέτει οι εργαζόμενοι αυτοί, αφενός μεν να έχουν τα ίδια προσόντα και να εργάζονται κάτω από τις ίδιες συνθήκες, αφετέρου δε να τελούν κάτω από το ίδιο νομικό καθεστώς εργασίας (ΑΠ 1450/2017, ΑΠ 509/2016, ΑΠ 933/2015) και κατά συνέπεια προϋποθέτει εργαζομένους της ίδιας κατηγορίας (ΑΠ 453/2023, ΑΠ 640/2022, ΑΠ 1052/2018, ΑΠ 25/2018), πράγμα το οποίο δεν συνέβαινε εν προκειμένω, αφού με βάση τα εκτιθέμενα στην αγωγή οι ενάγοντες, αφενός μεν είχαν προσληφθεί με σύμβαση προς απόκτηση εργασιακής εμπειρίας στο πλαίσιο σχετικού προγράμματος του ΟΑΕΔ, αφετέρου δε η πρόσληψη αυτών έλαβε χώρα, χωρίς να τηρηθεί η νόμιμη διαδικασία για την πρόσληψη προσωπικού, είτε με διαγωνισμό είτε με επιλογή υπό τον έλεγχο της ανεξάρτητης αρχής και συνεπώς δεν μπορούσε να χαρακτηρισθεί ως έγκυρη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, έστω και αν απασχολούνταν για τη κάλυψη πάγιων και διαρκών αναγκών του φορέα παροχής της εργασίας τους, ούτε κατέστη τοιαύτη λόγω της απασχολήσεως των εναγόντων κατά το επίδικο χρονικό διάστημα με την έκδοση προσωρινών διαταγών από το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών στα πλαίσια αιτήσεων ασφαλιστικών μέτρων.
6. Με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στη προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι άφησε αδίκαστη την ασκηθείσα επικουρική βάση της αγωγής τους περί αδικαιολόγητου πλουτισμού (904ΑΚ) του εναγομένου, παρότι σχετικό παράπονο για την απόρριψή της από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο είχαν υποβάλλει με λόγο της έφεσής τους κατ' αυτής.
Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος .Και τούτο διότι, η επικαλούμενη στο λόγο αυτό αναιρετική πλημμέλεια, όπως άλλωστε δέχονται και οι αναιρεσείοντες, αφορά αναιρετικό λόγο, ο οποίος προβλέπεται από τον αριθμό 9 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ. Όμως, αντίστοιχος αναιρετικός λόγος δεν περιλαμβάνεται στους περιοριστικά αναγραφόμενους στη διάταξη του άρθρου 560 του ΚΠολΔ λόγους αναίρεσης αποφάσεων ειρηνοδικείων ή πρωτοδικείων, που εκδόθηκαν σε εφέσεις κατ' αποφάσεων των ειρηνοδικείων (ΑΠ 269/2020), όπως στην ένδικη περίπτωση.
Ομοίως για τον ίδιο λόγο, απορριπτέοι ως απαράδεκτοι είναι ο όγδοος εκ του αριθμού 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης και το σκέλος του έβδομου λόγου αναίρεσης, με το οποίο ,υπό την επίφαση της αποδιδόμενης πλημμέλειας του αριθμ. 1 άρθρου 559 ΚΠολΔ, οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 11γ του ιδίου άρθρου, με τις αιτιάσεις ότι δεν έλαβε υπόψη το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, ως αποδεικτικά μέσα που είχαν επικαλεστεί και προσκομίσει με τις προτάσεις τους ενώπιον του:
α) δικαστικές αποφάσεις οι οποίες επιλύουν τα σχετικά νομικά ζητήματα, στα οποία στηρίζεται εν μέρει η αγωγή τους [οι οποίες σε κάθε περίπτωση δεν θεωρούνται έγγραφα, (ΑΠ 933/2022,640/2022)] και β) υπεύθυνες δηλώσεις μονίμων υπαλλήλων του αναιρεσίβλητου, στις οποίες επιβεβαίωναν ότι αυτοί παρείχαν όμοια με αυτούς εργασία, τηρούσαν το νόμιμο ωράριο εργασίας και τελούσαν υπό την εποπτεία και τον έλεγχο των προϊσταμένων και διευθυντών αυτού, αντίγραφα βεβαιώσεων, από τις οποίες προέκυπτε ο χρόνος παροχής της εργασίας τους, αντίγραφα των εγγράφων που εγχείριζαν στους συναλλασσόμενους και των παρουσιολογίων που τηρούσαν, εκ των οποίων πιστοποιείται το ενιαίο της εργασιακής σχέσης που συνέδεε τους διαδίκους και έγγραφα από τα οποία προέκυπτε η συνέχιση της εργασιακής τους σχέσης, με τους ίδιους όρους και στις ίδιες θέσεις που κατείχαν μέχρι την απόλυσή τους.
Και τούτο διότι αντίστοιχος εκ του αριθμού 11 του άρθρου559 ΚΠολΔ αναιρετικός λόγος δεν περιλαμβάνεται στους περιοριστικά αναγραφόμενους στη διάταξη του άρθρου 560 του ΚΠολΔ λόγους αναίρεσης αποφάσεων ειρηνοδικείων ή πρωτοδικείων, που εκδόθηκαν σε εφέσεις κατ' αποφάσεων των ειρηνοδικείων (ΑΠ 931/2024), όπως στην ένδικη περίπτωση.
7. Κατά το άρθρο 904 εδ. α' του ΑΚ, όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια, ενώ κατά το εδ. β' της ίδιας διάταξης περ. γ', η υποχρέωση αυτή γεννιέται ιδίως σε περίπτωση παροχής που έληξε και που δεν μπορεί να στηριχθεί σε ισχυρή σύμβαση, δικαιολογούσα τον πλουτισμό, ούτε σε νόμιμη υποχρέωση.
Κατά την ως άνω διάταξη, προϋποθέσεις αξίωσης αδικαιολόγητου πλουτισμού είναι: α) ο πλουτισμός του υπόχρεου, β) η επέλευση του πλουτισμού από την περιουσία ή με ζημία του άλλου, γ) αιτιώδης συνάφεια μεταξύ πλουτισμού και ζημίας και δ) η έλλειψη νόμιμης αιτίας. Από την ίδια διάταξη προκύπτει ότι, η αγωγή του αδικαιολόγητου πλουτισμού τόσο από ουσιαστική όσο και από δικονομική άποψη είναι επιβοηθητικής ουσιαστικά φύσης και μπορεί να ασκηθεί μόνον όταν λείπουν οι προϋποθέσεις της αγωγής από τη σύμβαση ή την αδικοπραξία, εκτός εάν θεμελιώνεται σε πραγματικά περιστατικά διαφορετικά ή πρόσθετα από εκείνα στα οποία στηρίζεται η αγωγή από τη σύμβαση ή την αδικοπραξία και υπό την ενδοδιαδικαστική αίρεση (επικουρικώς) κατ' άρθρ. 219 ΚΠολΔ της απόρριψης της κύριας βάσης της αγωγής από τη σύμβαση ή την αδικοπραξία.
Έτσι, λόγω του ως άνω επιβοηθητικού χαρακτήρα της αγωγής του αδικαιολογήτου πλουτισμού, αν αυτή στηρίζεται στα ίδια περιστατικά, στα οποία θεμελιώνεται η αγωγή από σύμβαση ή αδικοπραξία, είναι νομικά αβάσιμη. Τούτο δε διότι, εφόσον υπάρχει σύμβαση ή αδικοπραξία, ο ενάγων δύναται να θεμελιώσει τις αξιώσεις του σ' αυτές και δεν μπορεί να προσφύγει στην επικουρική βάση του αδικαιολογήτου πλουτισμού.
Περαιτέρω, όταν η εκ του αδικαιολογήτου πλουτισμού αξίωση ασκείται υπό την ενδοδιαδικαστική αίρεση της απόρριψης της κύριας βάσης από τη σύμβαση ή την αδικοπραξία, αρκεί για την νομική πληρότητα της πιο πάνω επικουρικής βάσης να γίνεται επίκληση απλή των προαναφερθεισών τεσσάρων προϋποθέσεων με στοιχεία α' έως δ' για τη θεμελίωση της αντίστοιχης αξίωσης στη διάταξη του άρθρου 904 εδ. α' του ΑΚ" χωρίς να είναι αναγκαία, στη δικονομικώς αυτή ενιαία εκδίκαση της επικουρικής βάσης της αγωγής από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό η επίκληση εκ μέρους του ενάγοντος των προϋποθέσεων ανυπαρξίας των με την κύρια βάση της αγωγής ασκουμένων αξιώσεων από σύμβαση ή αδικοπραξία, αφού αυτές (προϋποθέσεις) θα διαγνωσθούν δικαστικά στην ίδια δίκη, και θα είναι δεδομένες κατά την επακολουθούσα εξέταση της επικουρικής βάσης από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό. Είναι όμως αναγκαία στην περίπτωση αυτή η απλή επίκληση της ακυρότητας της σύμβασης ή η ανυπαρξία των με την κύρια βάση της αγωγής ασκουμένων αξιώσεων από αδικοπραξία (ΟλΑΠ 22/2003, ΑΠ ΑΠ 954/2023, 1372/2022, ΑΠ 1325/2019).
Στην προκειμένη περίπτωση με σκέλη του έκτου και έβδομου λόγου αναίρεσης και πρώτου πρόσθετου λόγου αναίρεσης οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στη προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια του άρθρου 559 παρ.1 ΚΠολΔ, κατ' ορθή υπαγωγή εκ του αποδιδόμενου νομικού σφάλματος του αριθμ. 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ ,ήτοι ότι απορρίπτοντας, σιγή, ως μη νόμιμη την επικουρική, εκ του αδικαιολογήτου πλουτισμού βάση της αγωγής τους παραβίασε ευθέως την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 904 του ΑΚ, εφόσον αυτοί βάσισαν την εκ του αδικαιολόγητου πλουτισμού βάση της αγωγής τους στη δικονομική επικουρικότητα αυτής θεμελιώνοντας αυτή στην παράνομη παροχή της εργασίας τους στο εναγόμενο Ν.Π.Δ.Δ και συνεπώς με έμμεση αναφορά στην ακυρότητα των συμβάσεων εργασίας τους με αυτό.
Από την επισκόπηση της ένδικης αγωγής των εναγόντων, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι με αυτή (αγωγή) οι ενάγοντες ισχυρίσθηκαν, όσον αφορά την εκ του αδικαιολογήτου πλουτισμού βάση της, ότι: "Επειδή παράλληλα το ανωτέρω ποσόν που αναλογεί σε καθένα-καθεμία από εμάς, το δικαιούμεθα και σύμφωνα με τις διατάξεις εκ του αδικαιολογήτου πλουτισμού, λόγω αδικοπραξίας (άρθρα 904 επ.
ΑΚ σε συνδυασμό με τα άρθρα 937, 938, 297 και 298 Α.Κ.) λαμβανομένου υπόψη ότι το αντίδικο ως εργοδότης μας υπό τις εντολές και οδηγίες των εντεταλμένων διευθυντικών οργάνων του οποίου, παρείχαμε την εργασία μας, διασφάλισε προς όφελος του την αντίστοιχη δαπάνη, καθιστάμενο έτσι πλουσιότερο από την περιουσία και με ζημιά μας και έτσι υποχρεούται να μας αποδώσει την ωφέλεια (με την οποία κατέστη αδικαιολογήτως πλουσιότερο) την οποία απεκόμισε από τη μη χορήγηση του εν λόγω ποσού και η οποία συνίσταται στην εξοικονομηθείσα δαπάνη στην οποία θα υποβάλλετο, αν ενεργούσε σύμφωνα με τους ορισμούς του νόμου, ο δε εν λόγω πλουτισμός του σώζεται ως σήμερα".
Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του , απέρριψε, σιγή, το σχετικό λόγο έφεσης των εναγόντων κατά της πρωτοβάθμιας απόφασης, που είχε απορρίψει την αγωγή ως μη νόμιμη ως προς την ως την εκ του αδικαιολόγητου πλουτισμού βάση της. Όμως, η εν λόγω βάση της αγωγής είναι υπό τα εκτιθέμενα σ'αυτή περιστατικά μη νόμιμη, καθότι αυτή θεμελιώνεται στα ίδια πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνεται η αγωγή ως προς τις βάσεις της από τη σύμβαση εργασίας και από τις διατάξεις περί αδικοπραξίας, χωρίς αυτή να έχει ασκηθεί υπό την ενδοδιαδικαστική αίρεση της απόρριψης των ως άνω βάσεων της αγωγής (από τη σύμβαση ή την αδικοπραξία) και χωρίς να γίνεται σ' αυτή (αγωγή), όπως απαιτείται για την νομική πληρότητα της πιο πάνω επικουρικής βάσης, έστω και απλή επίκληση της ακυρότητας των συμβάσεων εξηρτημένης εργασίας των εναγόντων με το εναγόμενο Ν.Π.Δ.Δ, ως προς την εκ της σύμβασης εξηρτημένης εργασίας κύρια βάση της αγωγής ή της ανυπαρξίας των ασκούμενων αξιώσεων από την αδικοπρακτική βάση της αγωγής.
Επομένως ,οι ως άνω λόγοι είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.
8. Ως διδάγματα της κοινής πείρας θεωρούνται γενικές αρχές που συνάγονται επαγωγικά από την καθημερινή παρατήρηση της εμπειρικής πραγματικότητας, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις, οι οποίες έχουν γίνει κοινό κτήμα και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών και για την έμμεση απόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν.
Εξάλλου, κατά την σαφή έννοια του άρθρου 560 αριθ. 1 εδ. β' ΚΠολΔ., η παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ιδρύει λόγο αναίρεσης μόνο αν αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς, δηλαδή όταν το δικαστήριο χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει εσφαλμένα να χρησιμοποιήσει διδάγματα της κοινής πείρας για να βρει την έννοια κάποιου κανόνα δικαίου ή να υπαγάγει σ' αυτόν τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς, ή προς εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν, γιατί στην περίπτωση αυτή πρόκειται για εκτίμηση πραγμάτων, η οποία είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη (ΟλΑΠ 2/2008, ΟλΑΠ 10/2005, ΑΠ 680/2024, ΑΠ 60/2022, ΑΠ 79/2018). Πρέπει δε, για το ορισμένο του λόγου αυτού, να αναφέρεται στο αναιρετήριο ποια είναι τα διδάγματα της κοινής πείρας που παραβιάστηκαν, καθώς και ο κανόνας δικαίου, την ερμηνεία και εφαρμογή του οποίου τα διδάγματα αυτά αφορούν, γιατί αλλιώς καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος (ΑΠ 453/2023, ΑΠ 640/2022, ΑΠ 960/2013).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο πρόσθετο λόγο αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η εκ του αριθμού 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ πλημμέλεια που συνίσταται στο ότι η προσβαλλόμενη απόφαση οδηγήθηκε στην κρίση της, κατά παραβίαση των διδαγμάτων κοινής πείρας και ειδικότερα ότι, εφόσον αυτοί εργάζονταν για χρονικά μεγάλα χρονικά διαστήματα έως και επτά (7) έτη με επανειλημμένες ανανεώσεις των αρχικών συμφωνητικών συνεργασίας, προκύπτει με βάση τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, ότι δεν επρόκειτο για προγράμματα απόκτησης εργασιακής εμπειρίας, αλλά για σχέση εξαρτημένης εργασίας.
Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, προεχόντως λόγω της αοριστίας του, αφού δεν επικαλούνται οι αναιρεσείοντες ποιος κανόνας δικαίου παραβιάστηκε από το Εφετείο με τη μη εφαρμογή των επικαλούμενων διδαγμάτων κοινής πείρας, αλλά και διότι η επικαλούμενη παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας δεν αφορά στην ερμηνεία κανόνων δικαίου, αλλά η χρησιμοποίησή τους γίνεται για τη διαπίστωση της ύπαρξης ή μη πραγματικών περιστατικών, η οποία, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στη νομική σκέψη που προηγήθηκε, δεν θεμελιώνει το λόγο αυτό από το άρθρο 560 αριθ. 1 εδ β ΚΠολΔ.
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω και μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, πρέπει να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση και μόνο κατά το μέρος κατά το οποίο απορρίφθηκαν ως νομικά αβάσιμες οι αγωγικές αξιώσεις των εναγόντων-εκκαλούντων και ήδη αναιρεσειόντων περί επιδίκασης επιδομάτων εορτών και αδείας και αποζημίωση αδείας και να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά το μέρος αυτό μόνο, για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, που δίκασε ως Εφετείο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλο δικαστή εκτός εκείνης, που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση, κατά την παρ. 3 του άρθρου 580 ΚΠολΔ.
Τέλος, πρέπει το αναιρεσίβλητο να καταδικασθεί σε μέρος της δικαστικής δαπάνης των παρισταμένων αναιρεσειόντων, οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις ,η οποία όμως θα επιβληθεί μειωμένη λόγω της εν μέρει νίκης και ήττας των διαδίκων μερών (178,183 και 189 ΚΠολΔ) κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Διατάσσει τον χωρισμό της υπόθεσης ως προς τους 1η, 16°, 23η, 33η, 34η, 35η, 36η, 37η, 42η, 43η, 52η, 59η και 60η των αναιρεσειόντων, ήτοι τους Κ. Μ., Κ. Γ., Κ. Β., Κ. Ι., Μ. Δ., Λ. Ε., Σ. Ι., Σ. Ν., Π. Μ., Μ. Ε., Α. Σ., Κ. Μ. και Κ. Α.
Κηρύσσει, ως προς αυτούς, απαράδεκτη τη συζήτηση της από 16-6-2021 (47391/93/2021) αίτησης αναίρεσης και των από 26-6- 2024 (αριθμ.έκθ.κατάθ.83/2024) προσθέτων λόγων.
Αναιρεί κατά το μέρος που αναφέρεται στο σκεπτικό την με αριθμ. 525/2019 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση, κατά το ως άνω μέρος της, στο ίδιο Δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή, εκτός εκείνου που δίκασε προηγουμένως.
Καταδικάζει το αναιρεσίβλητο σε μέρος των δικαστικών εξόδων των παρισταμένων αναιρεσειόντων τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων (1.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 1η Απριλίου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 28 Μαΐου 2025.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ