Legislator Case Law & Legislation
896/2024 AI generated

Supreme Court allows public bodies to sue for breach of private law contracts, rejecting public law status argument.

Case Number 896/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece allowed the appeal filed by two public entities against a lower court ruling that dismissed their lawsuit. The entities argued their contract with a private contractor was governed by public law due to the nature of the services, but the court found the contract terms were standard private law provisions. Consequently, the court held the dispute was a private law matter and remanded the case for further trial.

Legislator headnote

AI generated

Art. 559(4) KPolD; The dispute arising from a contract containing standard private law terms, even if concluded by a public entity, constitutes a private law matter and falls under the jurisdiction of civil courts.

Keywords

AI generated
public entity litigation private law contract jurisdiction civil courts public law status breach of contract

Cited Legislation

AI generated
Art. 559(4) KPolD
Art. 176 KPolD
Art. 183 KPolD
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 896 / 2024 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 896/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Παναγιώτη Βενιζελέα, Κλεόβουλο - Δημήτριο Κοκκορό και Μιχαήλ Αποστολάκη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 26 Φεβρουαρίου 2024, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει τις υποθέσεις μεταξύ:

Α) Του αναιρεσείοντος: νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "Εθνικός Οργανισμός Παροχής Υπηρεσιών Υγείας (Ε.Ο.Π.Υ.Υ.)", που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ολυμπία Παναγιωτοπούλου.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Χ. Ν., κατοίκου …….. και 2) νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "1η Διοίκηση Υγειονομικής Περιφέρειας Αττικής", η οποία εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Ο πρώτος αναιρεσίβλητος παραστάθηκε με την πληρεξούσια δικηγόρο του Φωτεινή Φωτάκη, ενώ η δεύτερη αναιρεσίβλητη εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Στέφανο Μουζουράκη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Β) Του αναιρεσείοντος: νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "e-ΕΦΚΑ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αλέξιο Γιαννέλο.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "Εθνικός Οργανισμός Παροχής Υπηρεσιών Υγείας (Ε.Ο.Π.Υ.Υ.)", που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα και 2) Χ. Ν., κατοίκου ……….. Το πρώτο αναιρεσίβλητο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ολυμπία Παναγιωτοπούλου, ενώ ο δεύτερος αναιρεσίβλητος παραστάθηκε με την πληρεξούσια δικηγόρο του Φωτεινή Φωτάκη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με: α) την από 30-6-2008 και με γενικό αριθμό κατάθεσης 136109/7-7-2008 αγωγή του Χ. Ν., β) την από 7-4-2014 και με γενικό αριθμό κατάθεσης 45766/10-4-2014 προσεπίκληση σε αναγκαστική παρέμβαση - παρεμπίπτουσα αγωγή - ανακοίνωση δίκης, γ) την από 7-4-2014 και με γενικό αριθμό κατάθεσης 45752/10-4-2014 προσεπίκληση σε αναγκαστική παρέμβαση - παρεμπίπτουσα αγωγή - ανακοίνωση δίκης, δ) την από 7-4-2014 και με γενικό αριθμό κατάθεσης 45742/10-4-2014 προσεπίκληση σε αναγκαστική παρέμβαση - παρεμπίπτουσα αγωγή - ανακοίνωση δίκης, ε) την από 22-7-2014 και με γενικό αριθμό κατάθεσης 88610/23-7-2014 προσεπίκληση σε αναγκαστική παρέμβαση - παρεμπίπτουσα αγωγή - ανακοίνωση δίκης και στ) την από 22-7-2014 και με γενικό αριθμό κατάθεσης 88609/23-7-2014 προσεπίκληση σε αναγκαστική παρέμβαση - παρεμπίπτουσα αγωγή - ανακοίνωση δίκης, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2229/2017 του ίδιου Δικαστηρίου και 3171/2021 του Εφετείου Αθηνών, όπως αυτή διορθώθηκε με την 166/2023 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της υπ' αριθμ.3171/2021 απόφασης του Εφετείου Αθηνών ζητούν τα αναιρεσείοντα νομικά πρόσωπα με τις από 14-9-2022 και 19-9-2022 αιτήσεις τους και το αναιρεσείον της από 14-9-2022 αίτησης και με τους από 1-6-2023 προσθέτους αυτής λόγους.

Κατά τη συζήτηση των αιτήσεων αυτών, που εκφωνήθηκαν από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιοι των παραστάντων διαδίκων ζήτησαν να γίνουν δεκτά τα αιτήματά τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 246 ΚΠολΔ, η οποία, σύμφωνα με το άρθρο 573 § 1 ΚΠολΔ, εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη, ο Άρειος Πάγος μπορεί και αυτεπαγγέλτως να διατάξει την ένωση και συνεκδίκαση περισσότερων υποθέσεων, που εκκρεμούν ενώπιόν του μεταξύ των ίδιων ή διαφόρων διαδίκων, αν κατά την κρίση του διευκολύνεται ή επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης ή επέρχεται μείωση των εξόδων (Α.Π. 3/2022, Α.Π. 205/2020). Στην προκειμένη περίπτωση, κατά την αναφερόμενη στην αρχή της απόφασης δικάσιμο συζητήθηκαν α) η από 14-9-2022 αίτηση αναιρέσεως του Ε.Ο.Π.Υ.Υ. και β) η από 19-9-2022 αίτηση αναιρέσεως του e-Ε.Φ.Κ.Α., οι οποίες στρέφονται κατά της αυτής υπ' αριθμ. 3171/2021 τελεσίδικης απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Επομένως, σύμφωνα με τα ανωτέρω, πρέπει οι αιτήσεις αυτές να συνεκδικασθούν, γιατί έτσι διευκολύνεται και επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης και επέρχεται μείωση των εξόδων, όπως ορίζει η προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 246 ΚΠολΔ.

Με τις κρινόμενες αιτήσεις αναιρέσεως προσβάλλεται η 3171/2021 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ' επιτρεπτή κατ' άρθρο 561 § 2 ΚΠολΔ εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων: Με την από 30-6-2008 αγωγή του ο ενάγων, ήδη πρώτος αναιρεσίβλητος της αίτησης αναιρέσεως του Ε.Ο.Π.Υ.Υ.

και δεύτερος αναιρεσίβλητος της αίτησης του e-Ε.Φ.Κ.Α., ανέφερε ότι με σύμβαση, που συνήψε την 1-9-2007 με το εναγόμενο ν.π.δ.δ. με την επωνυμία "Οργανισμός Ασφάλισης Προσωπικού Δ.Ε.Η." (Ο.Α.Π.-Δ.Ε.Η.), ανέλαβε την παροχή υπηρεσιών καθαρισμού τεσσάρων κτιρίων, που χρησίμευαν για τη στέγαση των πολυϊατρείων και των γραφείων του, αντί αμοιβής 7.512,58 ευρώ μηνιαίως, και ότι παρείχε τις υπηρεσίες του μέχρι την 18-4-2008, οπότε ο Οργανισμός κατήγγειλε τη σύμβαση αναίτια.

Ζήτησε δε, μετά από περιορισμό των αρχικών αγωγικών του αιτημάτων, να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να του καταβάλει 33.806,61 ευρώ για τις αμοιβές του των μηνών Δεκεμβρίου 2007 έως Απριλίου 2008, 15.151,50 ευρώ για την εγγύηση, που είχε καταβάλει για την καλή εκτέλεση της σύμβασης, και 5.000 ευρώ για χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης, που υπέστη από την παράνομη και καταχρηστική καταγγελία.

Στην πρωτοβάθμια δίκη, το ν.π.δ.δ. με την επωνυμία "Ταμείο Ασφάλισης Υπαλλήλων Τραπεζών και Επιχειρήσεων Κοινής Ωφέλειας" (Τ.Α.Υ.Τ.Ε.Κ.Ω.), ως καθολικός διάδοχος του Ο.Α.Π.-Δ.Ε.Η. κατ' άρθρο 83 του ν. 3655/2008, άσκησε α) την από 7-4-2014 προσεπίκληση με ενωμένη παρεμπίπτουσα αγωγή κατά του Ε.Ο.Π.Υ.Υ., ήδη αναιρεσείοντος και πρώτου αναιρεσίβλητου της αίτησης του e-Ε.Φ.Κ.Α., με την οποία ζήτησε να υποχρεωθεί ο προσεπικαλούμενος οργανισμός, ως καθολικός διάδοχος του κλάδου υγείας του Ο.Α.Π.-Δ.Ε.Η., σε περίπτωση ήττας του, να του καταβάλει ποσοστό 52%, άλλως το 1/4 του ποσού, που θα υποχρεωθεί να καταβάλει στον ενάγοντα, β) την από 7-4-2014 προσεπίκληση με ενωμένη παρεμπίπτουσα αγωγή κατά του Ενιαίου Ταμείου Επικουρικής Ασφάλισης (Ε.Τ.Ε.Α.), ζητώντας σε περίπτωση ήττας του να υποχρεωθεί αυτό, με την ιδιότητα του καθολικού διαδόχου του κλάδου επικουρικής ασφάλισης του Ο.Α.Π.-Δ.Ε.Η., να του καταβάλει ποσοστό 5%, άλλως το 1/4 του ποσού, που θα υποχρεωθεί να καταβάλει στον ενάγοντα, γ) την από 7-4-2014 προσεπίκληση με ενωμένη παρεμπίπτουσα αγωγή κατά του Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ., ζητώντας σε περίπτωση ήττας του να υποχρεωθεί αυτό, με την ιδιότητα του καθολικού διαδόχου του κλάδου σύνταξης του Ο.Α.Π.-Δ.Ε.Η., να του καταβάλει ποσοστό 19%, άλλως το 1/4 του ποσού, που θα υποχρεωθεί να καταβάλει στον ενάγοντα, δ) την από 22-7-2014 προσεπίκληση με ενωμένη παρεμπίπτουσα αγωγή κατά της Διοίκησης 1ης Υγειονομικής Περιφέρειας Αττικής και ήδη δεύτερης αναιρεσίβλητης της αίτησης του Ε.Ο.Π.Υ.Υ., ζητώντας σε περίπτωση ήττας του να υποχρεωθεί αυτή, ευθυνόμενη ως διάδοχος του Ε.Ο.Π.Υ.Υ., να του καταβάλει ποσοστό 32%, άλλως το 1/12 του ποσού, που θα υποχρεωθεί να καταβάλει στον ενάγοντα, αφαιρουμένου του ανωτέρω ποσοστού από το ποσοστό του Ε.Ο.Π.Υ.Υ., και ε) την από 22-7-2014 προσεπίκληση με ενωμένη παρεμπίπτουσα αγωγή κατά της Διοίκησης 2ης Υγειονομικής Περιφέρειας Πειραιώς και Αιγαίου, ζητώντας σε περίπτωση ήττας του να υποχρεωθεί αυτή, ευθυνόμενη για την ίδια αιτία, να του καταβάλει ποσοστό 15% του ποσού, που θα υποχρεωθεί να καταβάλει στον ενάγοντα, αφαιρουμένου του ποσοστού της από αυτό του Ε.Ο.Π.Υ.Υ.

Η αγωγή και οι προσεπικλήσεις συνεκδικάσθηκαν και εκδόθηκε η 2229/2017 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκαν ως μη νόμιμες οι παρεμπίπτουσες αγωγές, έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή και υποχρεώθηκαν το Τ.Α.Υ.Τ.Ε.Κ.Ω. ως διάδοχο του κλάδου πρόνοιας του αρχικού εναγόμενου Ο.Α.Π.-Δ.Ε.Η., ο Ε.Ο.Π.Υ.Υ.

ως διάδοχος του κλάδου υγείας αυτού, και το Ε.Τ.Ε.Α. ως διάδοχο του κλάδου επικουρικής ασφάλισης, να καταβάλουν στον ενάγοντα το ποσό των 33.806,61 ευρώ για τις αμοιβές του από 1-12-2007 έως 18-4-2008, διαιρετώς, ανάλογα με τα τετραγωνικά μέτρα, που χρησιμοποιούσε κάθε αντίστοιχος κλάδος για τη στέγαση των υπηρεσιών του.

Κατά της απόφασης αυτής άσκησαν α) ο αναιρεσείων Ε.Ο.Π.Υ.Υ. την από 29-6-2018 (αρ. κατ. 6390/5278/9-7-2018) έφεσή του, β) το Ενιαίο Ταμείο Επικουρικής Ασφάλισης και Εφάπαξ Παροχών (Ε.Τ.Ε.Α.Ε.Π.), όπως μετονομάσθηκε το Ε.Τ.Ε.Α., την από 9-7-2018 (αρ. κατ. 6934/5281/9-7-2018) έφεσή του και γ) ο ενάγων-αναιρεσίβλητος Χ. Ν. την από 7-12-2028 (αρ. κατ. 115653/8183/10-12-2018) έφεσή του, οι οποίες συνεκδικάσθηκαν και απορρίφθηκαν με την αναιρεσιβαλλόμενη 3171/2021 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η έφεση του Ε.Ο.Π.Υ.Υ.

ως απαράδεκτη και οι λοιπές εφέσεις ως ουσιαστικά αβάσιμες.

Α) Επί της από 14-9-2022 αίτησης αναιρέσεως του Ε.Ο.Π.Υ.Υ.

Κατά το άρθρο 569 § 2 ΚΠολΔ, όπως η εν λόγω παράγραφος αντικαταστάθηκε με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015 και το άρθρο αυτό διαμορφώθηκε δυνάμει των άρθρων 37 και 120 του ν. 4842/2021, εφαρμόζεται δε η παράγραφος 2, κατά την παρ. 2β του άρθρου 116 του ίδιου ως άνω νόμου, όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 21 § 2 ν. 4912/2022, και επί των εκκρεμών ένδικων μέσων, "οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης ως προς τα ίδια κεφάλαια της προσβαλλόμενης απόφασης και τα κεφάλαια εκείνα που αναγκαστικά συνέχονται με αυτά, ασκούνται μόνο με δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου, τριάντα (30) τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση της αναίρεσης, όπως αυτή ορίζεται στο άρθρο 281, κάτω από το οποίο συντάσσεται έκθεση.

Αντίγραφο του δικογράφου των πρόσθετων λόγων επιδίδεται πριν από την ίδια προθεσμία στον αναιρεσίβλητο και τους άλλους διαδίκους. Η επίδοση μπορεί να γίνει και στον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσιβλήτου, αν αυτός επισπεύδει τη συζήτηση... Τα ίδια εφαρμόζονται και όταν τη συζήτηση επισπεύδει ο αναιρεσίβλητος ή ο άλλος διάδικος εκτός από τον αναιρεσείοντα".

Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 568 §§ 2 και 3, και 570 § 3 ΚΠολΔ συνάγεται ότι για την παραδεκτή άσκηση των πρόσθετων λόγων αναίρεσης απαιτούνται δύο προϋποθέσεις, η κατάθεση του δικογράφου τους στη γραμματεία του Αρείου Πάγου τουλάχιστον τριάντα πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση της αναίρεσης και η επίδοσή του στον αναιρεσίβλητο και τους άλλους διαδίκους εντός της ίδιας ως άνω προθεσμίας πριν από τη συζήτηση της αναίρεσης.

Ως ημέρα συζήτησης της αναίρεσης νοείται εκείνη που ορίζεται στο άρθρο 281, ήτοι αυτή κατά την οποία άρχισε η εκδίκαση της αίτησης αναίρεσης. Η παράλειψη της κατάθεσης του δικογράφου των πρόσθετων λόγων πριν από την τριακονθήμερη αυτή προθεσμία ή της επίδοσής του πριν από αυτή σε περίπτωση εμπρόθεσμης κατάθεσης, συνεπάγεται το απαράδεκτο αυτών, με συνέπεια την απόρριψή τους κατ' αυτεπάγγελτη έρευνα σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 577 §§ 1 και 2 ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται αναλογικά και για τους πρόσθετους λόγους και που ορίζουν ότι το δικαστήριο πρώτα συζητεί για το παραδεκτό της αναίρεσης και, αν η αναίρεση δεν ασκήθηκε νόμιμα ή αν λείπει κάποια προϋπόθεση για να είναι παραδεκτή, ο Άρειος Πάγος την απορρίπτει και αυτεπαγγέλτως (Ολ.

Α.Π. 143/1984, Α.Π. 265/2023, Α.Π. 1376/2022, Α.Π. 154/2022). Στην προκείμενη περίπτωση, το δικόγραφο των από 1-6-2023 πρόσθετων λόγων αναιρέσεως του Ε.Ο.Π.Υ.Υ. επί της από 14-9-2022 αίτησης αναιρέσεώς του, κατατέθηκε στη Γραμματεία του Αρείου Πάγου στις 2-6-2023, δηλαδή τριάντα πλήρεις ημέρες πριν από την ορισθείσα ημερομηνία συζήτησης της αίτησης, και επιδόθηκε την 16-6-2023 για τον πρώτο αναιρεσίβλητο Χ.

Ν. στην πληρεξούσια δικηγόρο του Φωτεινή Φωτάκη, που είχε παραστεί για λογαριασμό του κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο Εφετείο, όπως προκύπτει από την επικαλούμενη και προσκομιζόμενη 1024Β'/16-6-2023 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο …….. Ε. Α., χωρίς το αναιρεσείον να επικαλείται, αλλά ούτε και να αποδεικνύεται, ότι ο ανωτέρω αναιρεσίβλητος-καθ' ου οι πρόσθετοι λόγοι επισπεύδει τη συζήτηση της αναιρέσεως.

Επομένως οι πρόσθετοι λόγοι, καθ' όσον στρέφονται κατά του πρώτου αναιρεσίβλητου, είναι απαράδεκτοι κατ' άρθρο 569 § 2 ΚΠολΔ, που ως ειδικότερη διάταξη υπερισχύει εκείνης του άρθρου 143 ΚΠολΔ. Καθ' όσον αφορά τη δεύτερη αναιρεσίβλητη 1η Δ.Υ.ΠΕ. Αττικής, απλή ομόδικο του πρώτου, στην οποία η επίδοση έγινε νομότυπα και εμπρόθεσμα, όπως προκύπτει από την επικαλούμενη και προσκομιζόμενη 1025Β/16-6-2023 έκθεση επιδόσεως του ίδιου ως άνω δικαστικού επιμελητή, οι πρόσθετοι λόγοι είναι απαράδεκτοι λόγω ακυρότητας του δικογράφου τους, δεδομένου ότι με αυτό δεν ασκείται κάποιος λόγος αναιρέσεως, δηλαδή δεν προσβάλλεται η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση για κάποια πλημμέλεια από τις αναφερόμενες στο άρθρο 559 ΚΠολΔ, αλλά γίνεται απλώς και μόνο αναφορά στο γεγονός ότι η προσβαλλόμενη απόφαση διορθώθηκε, ως προς το προεισαγωγικό της τμήμα, με την 166/2003 απόφαση του ίδιου Εφετείου και ότι κατόπιν αυτού προσβάλλεται με αναίρεση η εφετειακή απόφαση, όπως διορθώθηκε.

Με το άρθρο 34 §§ 1 και 2 του ν. 2773/1999 ορίσθηκαν τα εξής: "1. Ιδρύεται νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου με την επωνυμία Οργανισμός Ασφάλισης Προσωπικού Δ.Ε.Η. (Ο.Α.Π.-Δ.Ε.Η.), το οποίο έχει έδρα στην Αθήνα και σκοπό την υποχρεωτική κοινωνική ασφάλιση του προσωπικού και των συνταξιούχων της Δημόσιας Επιχείρησης Ηλεκτρισμού (Δ.Ε.Η.), όπως αυτή υφίσταται κατά την έναρξη της ισχύος του παρόντος νόμου και των θυγατρικών της εταιρειών, καθώς και των τυχόν διαδόχων της, ως προς την επιχειρηματική δραστηριότητα που αυτή ασκεί, σε περίπτωση μεταβολής με οποιονδήποτε τρόπο της νομικής της μορφής ή της σύνθεσης του μετοχικού της κεφαλαίου, καθώς και του προσωπικού του ίδιου του οργανισμού.

Ο Ο.Α.Π.-Δ.Ε.Η. ασκεί την κύρια και την επικουρική ασφάλιση και την ασφάλιση υγείας και πρόνοιας των ασφαλισμένων του όπως αυτή προβλέπεται σύμφωνα με τις ισχύουσες κατά την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού διατάξεις και ιδίως τις διατάξεις των άρθρων 2,3,5,6 και 8 έως 30 του ν. 4491/1966 (ΦΕΚ 1 Α/4-1-1966) και του π.δ. 245/1975 (ΦΕΚ 69 Α'/15-4-1975), όπως αυτές ισχύουν. ... 2. 2.

Με προεδρικό διάταγμα, που εκδίδεται με πρόταση των υπουργών Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, Οικονομικών, Ανάπτυξης και Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, ρυθμίζονται στο πλαίσιο των επόμενων παραγράφων και της συμφωνίας που περιλαμβάνεται στην παράγραφο 12 του άρθρου αυτού, τα σχετικό με τη σύσταση, την οργάνωση και λειτουργία του Ο.Α.Π.-Δ.Ε.Η., καθώς και κάθε αναγκαία λεπτομέρεια." Με βάση την εξουσιοδότηση της δεύτερης παραγράφου του ανωτέρω άρθρου, εκδόθηκε το π.δ. 51/2001 "Σύσταση, οργάνωση και λειτουργία του Οργανισμού Ασφάλισης Προσωπικού Δ.Ε.Η. (Ο.Α.Π.-Δ.Ε.Η.)", κατά το άρθρο 2 § 2 του οποίου, η υποχρεωτική κοινωνική ασφάλιση που παρέχει ο Οργανισμός στους ασφαλισμένους του περιλαμβάνει την κύρια ασφάλιση, που καλύπτει τους κλάδους συντάξεων, υγείας και πρόνοιας, και την επικουρική ασφάλιση, όπως αυτές προβλέπονται στις ισχύουσες κατά την έναρξη ισχύος του ν. 2773/1999 διατάξεις.

Με το άρθρο 3 § 1 του ν. 3655/2008, ο κλάδος σύνταξης του Ο.Α.Π.-Δ.Ε.Η. εντάχθηκε στον κλάδο σύνταξης του Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ. Περαιτέρω, με το άρθρο 70 του ανωτέρω ν. 3655/2008 συστήθηκε ν.π.δ.δ. με την επωνυμία "Ταμείο Ασφάλισης Υπαλλήλων Τραπεζών και Επιχειρήσεων Κοινής Ωφέλειας" (Τ.Α.Υ.Τ.Ε.Κ.Ω.), αποτελούμενο από τους κλάδους (τομείς) επικουρικής ασφάλισης, πρόνοιας και υγείας, στους οποίους εντάχθηκαν οι αντίστοιχοι κλάδοι διαφόρων προϋφιστάμενων φορέων κοινωνικής ασφάλισης.

Με την ίδια διάταξη εντάχθηκε, στον κλάδο επικουρικής ασφάλισης του ανωτέρω Ταμείου ο κλάδος επικουρικής σύνταξης του Ο.Α.Π.-Δ.Ε.Η., στον κλάδο πρόνοιας, ο κλάδος πρόνοιας του Ο.Α.Π.-Δ.Ε.Η., και στον κλάδο υγείας, ο κλάδος ασθένειας του Ο.Α.Π.-Δ.Ε.Η. Επίσης, με το άρθρο 83 §§ 1 και 2 του ίδιου ως άνω νόμου 3655/2008 ορίστηκε ότι το Τ.Α.Υ.Τ.Ε.Κ.Ω., διαμέσου των τομέων του, αποτελεί καθολικό διάδοχο των εντασσόμενων ταμείων και κλάδων και υπεισέρχεται στα δικαιώματα και υποχρεώσεις αυτών, ενώ εκκρεμείς δίκες, που αφορούν διαφορές ή υποθέσεις των εντασσόμενων ταμείων και κλάδων, συνεχίζονται από το Τ.Α.Υ.Τ.Ε.Κ.Ω.

χωρίς να επέρχεται διακοπή δίκης και δικαστικές αποφάσεις, που εκδίδονται, ισχύουν έναντι των αντίστοιχων τομέων του Τ.Α.Υ.Τ.Ε.Κ.Ω. Οι ανωτέρω τομείς του Ο.Α.Π.-Δ.Ε.Η., που εντάχθηκαν στο Τ.Α.Υ.Τ.Ε.Κ.Ω., ενοποιήθηκαν με το άρθρο 44 § 9 περ. α' του ν. 3863/2010 και συνέστησαν εντός αυτού ενιαίο κλάδο με την ονομασία "Κλάδος Ασφάλισης Προσωπικού ΔΕΗ" (Κ.Α.Π.-Δ.Ε.Η.) και πλήρη λογιστική και οικονομική αυτοτέλεια.

Ακολούθως, με το άρθρο 17 του ν. 3918/2011 "Διαρθρωτικές αλλαγές στο σύστημα υγείας και άλλες διατάξεις" συστήθηκε ν.π.δ.δ. (φορέας κοινωνικής ασφάλισης) με την επωνυμία "Εθνικός Οργανισμός Παροχής Υπηρεσιών Υγείας" (Ε.Ο.Π.Υ.Υ.), στο οποίο μεταφέρθηκαν και εντάχθηκαν ως υπηρεσίες, αρμοδιότητες και προσωπικό οι κλάδοι υγείας διαφόρων φορέων κοινωνικής ασφάλισης (Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ., Ο.Γ.Α.

κ.λπ.). Κατά το άρθρο 29 του νόμου αυτού, ο Ε.Ο.Π.Υ.Υ. αποτελεί καθολικό διάδοχο των εντασσόμενων φορέων και υπεισέρχεται στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις αυτών, ενώ με τη μεταβατική διάταξη του άρθρου 33 § 9 του ίδιου νόμου ορίστηκε ότι εκκρεμείς δίκες, που αφορούν διαφορές ή υποθέσεις των εντασσόμενων φορέων, συνεχίζονται από τον Ε.Ο.Π.Υ.Υ.

χωρίς να επέρχεται διακοπή της δίκης. Με το άρθρο 13 § 17 ν. 4052/2012, ορίστηκε ότι από 1-5-2012 εντάσσονται στον Ε.Ο.Π.Υ.Υ. οι υπηρεσίες και οι αρμοδιότητες, ως προς την παροχή υπηρεσιών υγείας σε είδος, του κλάδου υγείας του Τ.Α.Υ.Τ.Ε.Κ.Ω. και του Κ.Α.Π.-Δ.Ε.Η., ενώ με το άρθρο 53 § 2α' ν. 4368/2016 προστέθηκε διάταξη στο άρθρο 29 § 1 ν. 3918/2011 και ορίστηκε ότι ο Ε.Ο.Π.Υ.Υ.

αποτελεί καθολικό διάδοχο των φορέων που εντάσσονται σε αυτόν ως προς τις υπηρεσίες και αρμοδιότητες που αφορούν αποκλειστικά παροχή υγείας σε είδος. Αντιθέτως, οι παροχές σε χρήμα του κλάδου υγείας του Κ.Α.Π.-Δ.Ε.Η./Τομέα Πρόνοιας και Παιδικής Μέριμνας παρέμειναν στο Τ.Α.Υ.Τ.Ε.Κ.Ω., σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 44 § 2 ν. 4075/2012, και αποτέλεσαν τμήμα του συσταθέντος με το άρθρο 47 § 1Β του νόμου αυτού "Λογαριασμού Παροχών σε Χρήμα".

Από τις διατάξεις που προαναφέρθηκαν συνάγεται ότι με το άρθρο 17 του ν. 3918/2011 συστήθηκε ως ν.π.δ.δ. ο Ε.Ο.Π.Υ.Υ., με σκοπό, μεταξύ άλλων, την παροχή υπηρεσιών υγείας στους εν ενεργεία ασφαλισμένους, τους συνταξιούχους και τα προστατευόμενα μέλη των οικογενειών των φορέων κοινωνικής ασφάλισης, που εντάχθηκαν σε αυτόν, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και ο κλάδος υγείας του Κ.Α.Π.-Δ.Ε.Η.

ως προς τις υπηρεσίες και αρμοδιότητες που αφορούν την παροχή υπηρεσιών υγείας σε είδος, και ότι ο Ε.Ο.Π.Υ.Υ. αποτελεί καθολικό διάδοχο των φορέων, που εντάσσονται σε αυτόν, και συνεχίζει τις εκκρεμείς δίκες χωρίς να επέρχεται διακοπή της δίκης. Επομένως, μετά το ν. 3918/2011, για τις προμήθειες του Ο.Α.Π.-Δ.Ε.Η. (μεταγενέστερα Τ.Α.Υ.Τ.Ε.Κ.Ω./Κ.Α.Π.-Δ.Ε.Η.) του προγενέστερου του νόμου αυτού χρονικού διαστήματος, αν οι προμήθειες αυτές αφορούν την παροχή υπηρεσιών υγείας σε είδος, συνεχίζει τις σχετικές δίκες ο Ε.Ο.Π.Υ.Υ.

ως καθολικός διάδοχος του Τ.Α.Υ.Τ.Ε.Κ.Ω./Κ.Α.Π.-Δ.Ε.Η. (ομοίως για το Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ., Α.Π. 795/2023, Α.Π. 407/2023, Α.Π. 1990/2022, Α.Π. 465/2019). Τα ανωτέρω δεν μεταβλήθηκαν με το ν. 4238/2014 "Πρωτοβάθμιο Εθνικό Δίκτυο Υγείας (Π.Ε.Δ.Υ.), αλλαγή σκοπού Ε.Ο.Π.Υ.Υ. και λοιπές διατάξεις", ο οποίος τέθηκε σε ισχύ την 17-2-2014 και ορίζει στην παράγραφο 2 του άρθρου 1 με τον τίτλο "Πρωτοβάθμια Φροντίδα Υγείας" ότι "στο Εθνικό Σύστημα Υγείας (Ε.Σ.Υ.) συνιστάται Πρωτοβάθμιο Εθνικό Δίκτυο Υγείας (Π.Ε.Δ.Υ.) που λειτουργεί στις Διοικήσεις Υγειονομικών Περιφερειών (Δ.Υ.Πε.) της Χώρας", και στο άρθρο 2 ότι "1.

Τα Κέντρα Υγείας και οι λοιπές Μονάδες παροχής υπηρεσιών Πρωτοβάθμιας Φροντίδας Υγείας των Δ.Υ.Πε. αποτελούν τις δημόσιες δομές παροχής υπηρεσιών Πρωτοβάθμιας Φροντίδας Υγείας του Π.Ε.Δ.Υ. 2. ... 3. Οι Μονάδες παροχής υπηρεσιών Π.Φ.Υ. του Εθνικού Οργανισμού Παροχής Υπηρεσιών Υγείας (Ε.Ο.Π.Υ.Υ.) μεταφέρονται και εντάσσονται στην οργανωτική δομή των Δ.Υ.Πε.

ως αποκεντρωμένες μονάδες τους, εξαιρουμένων των Φαρμακείων του Ε.Ο.ΠΥ.Υ., τα οποία παραμένουν και λειτουργούν στον Οργανισμό. 4. ...", επειδή, όπως συνάγεται από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 8 και 21 §§ 4, 5, 6, 8 και 9 του νόμου αυτού, για τις οφειλές από συμβάσεις προμηθειών, που αφορούν την παροχή υπηρεσιών υγείας σε είδος του Κ.Α.Π.-Δ.Ε.Η., που αφορούν την παροχή υπηρεσιών υγείας σε είδος και μεταβιβάστηκαν στον Ε.Ο.Π.Υ.Υ.

με το ν. 4052/2012, εξακολουθεί να νομιμοποιείται ο Ε.Ο.Π.Υ.Υ. και δεν νομιμοποιούνται οι αντίστοιχες Δ.Υ.Πε. (Α.Π. 1990/2022, Α.Π. 465/2019). Στη συνέχεια, με το άρθρο 51 § 1 του ν. 4387/2016 συστήθηκε ν.π.δ.δ. με την επωνυμία "Ενιαίος Φορέας Κοινωνικής Ασφάλισης" (Ε.Φ.Κ.Α.), που μετονομάσθηκε σε "Ηλεκτρονικό Φορέα Κοινωνικής Ασφάλισης" (e-Ε.Φ.Κ.Α.) με το άρθρο 1 ν. 4570/2020, και ορίστηκε ότι από την έναρξη της λειτουργίας του (1-1-2017) εντάσσονται σε αυτό αυτοδίκαια οι φορείς κοινωνικής ασφάλισης που αναφέρονται στο άρθρο 53 του ιδίου νόμου.

Ακολούθως, με το άρθρο 52 § 1 του ν. 4430/2016, όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 34 § 4 ν. 4447/2016, ορίστηκε ότι: "1α) Ο Εθνικός Οργανισμός Παροχής Υπηρεσιών Υγείας (Ε.Ο.Π.Υ.Υ.) θα χρηματοδοτηθεί από τον Κρατικό Προϋπολογισμό τα οικονομικά έτη 2016 και 2017 για την εξόφληση ληξιπρόθεσμων οφειλών του Οργανισμού, όπως αυτές είχαν διαμορφωθεί στις 30-4-2016 προς τα φαρμακεία, λοιπούς συμβεβλημένους ιδιώτες παρόχους υπηρεσιών υγείας (ιατρούς, κλινικές, διαγνωστικά κέντρα, εργαστήρια κ.λπ.), φαρμακευτικές εταιρείες, προμηθευτές υγειονομικού και λοιπού υλικού κ.λπ. ...

β) Ως ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις του Ε.Ο.Π.Υ.Υ. νοούνται εκείνες που αφορούν τα πριν τις 31-12-2012 έτη και για τις οποίες έχουν εκδοθεί τα προβλεπόμενα κατά περίπτωση, κατά το χρόνο υποβολής, παραστατικά στοιχεία και οι οποίες δεν έχουν εξοφληθεί", ενώ με την παράγραφο 4 του ιδίου άρθρου 52 ορίστηκε ότι: "4. Η εξόφληση των ληξιπρόθεσμων υποχρεώσεων του Οργανισμού που πραγματοποιείται από Φ.Κ.Α.

των οποίων οι κλάδοι υγείας εντάχθηκαν στον Ε.Ο.Π.Υ.Υ, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 29 παρ. 10 του ν. 3918/2011, όπως ισχύει, διενεργείται το αργότερο έως 30-6-2017". Η τελευταία αυτή διάταξη της παραγράφου 4 αντικαταστάθηκε με το άρθρο 97 § 1α του ν. 4486/2017 ως ακολούθως: "4. Μετά τις 30.6.2017 οι ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις του Ε.Ο.Π.Υ.Υ.

που προέρχονται από Φ.Κ.Α., των οποίων οι κλάδοι υγείας εντάχθηκαν στον Ε.Ο.Π.Υ.Υ, μεταφέρονται, παρακολουθούνται και βαρύνουν τον προϋπολογισμό του Ε.Φ.Κ.Α. Εκκρεμείς δίκες που αφορούν διαφορές από τις ως άνω ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις, συνεχίζονται από τον Ε.Φ.Κ.Α., χωρίς να επέρχεται διακοπή της δίκης και οι δικαστικές αποφάσεις ισχύουν και εκτελούνται σε βάρος του προϋπολογισμού του Ε.Φ.Κ.Α..

Από τις διατάξεις του προηγούμενου εδαφίου εξαιρούνται οι ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις των πρώην ΟΠΑΔ, πρώην Οίκου Ναύτου και πρώην ΤΑΥΤΕΚΩ και οι οποίες εξακολουθούν να παρακολουθούνται και να βαρύνουν τον προϋπολογισμό του Ε.Ο.Π.Υ.Υ. και εξοφλούνται σύμφωνα με τα οριζόμενα στο παρόν άρθρο". Επακολούθησε ο ν. 4578/2018 με ισχύ από 3-12-2018, ο οποίος στο άρθρο 12 αυτού με τον τίτλο "Εκκαθάριση και πληρωμή ληξιπροθέσμων υποχρεώσεων του κλάδου υγείας των Φ.Κ.Α.

που εντάχθηκαν στον Ε.Ο.Π.Υ.Υ.", όπως η περιπτωση α' της παραγράφου 1 αυτού συμπληρώθηκε από τότε που άρχισε να ισχύει με το άρθρο 44 του ν. 4611/2019, όρισε τα εξής: "1. α) Ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις του κλάδου υγείας των Φορέων Κοινωνικής Ασφάλισης (ΦΚΑ), που εντάχθηκαν στον Ε.Ο.Π.Υ.Υ. προς τα φαρμακεία, λοιπούς συμβεβλημένους ιδιώτες παρόχους υπηρεσιών υγείας (ιατρούς, κλινικές, διαγνωστικά κέντρα, εργαστήρια κ.λπ.), φαρμακευτικές εταιρείες, προμηθευτές υγειονομικού και λοιπού υλικού κ.λπ., και προς ασφαλισμένους των ΦΚΑ, εκκαθαρίζονται και πληρώνονται από τον ΕΦΚΑ μέχρι 31-12-2019.

Από τις διατάξεις του προηγούμενου εδαφίου εξαιρούνται οι ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις του πρώην Ο.Π.Α.Δ./Τομέας Ασφαλισμένων Δημοσίου, πρώην Οίκου Ναύτου και πρώην Τ.Α.Υ.Τ.Ε.Κ.Ω., οι οποίες εξακολουθούν να παρακολουθούνται από τον Ε.Ο.Π.Υ.Υ. και να βαρύνουν τον προϋπολογισμό του και εξοφλούνται, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 52 του ν. 4430/2016 ...

β) Ως ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις, νοούνται εκείνες που αφορούν τα έτη από 1-1-2006 και εντεύθεν, για τις οποίες έχουν εκδοθεί τα προβλεπόμενα, κατά περίπτωση, παραστατικά ή αποδεικνύεται η παροχή των υπηρεσιών ή η παραλαβή των προϊόντων και οι οποίες δεν έχουν εξοφληθεί έως την έναρξη ισχύος του παρόντος".

Επίσης, με το άρθρο 13 του ως άνω ν. 4578/2018, που φέρει τον τίτλο "Νομική παράσταση ΕΦΚΑ υπέρ Ε.Ο.Π.Υ.Υ.", ορίστηκε ότι: "1. Σε δίκες που αφορούν αξιώσεις ή υποχρεώσεις των κλάδων υγείας που μεταφέρθηκαν στον Ε.Ο.Π.Υ.Υ., σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 17 του ν. 3918/2011, την παρ. 17 του άρθρου 13 του ν. 4052/2012 ... και το εδάφιο 1β της υποπαραγράφου ΙΒ.1 της παρ.

ΙΒ` του άρθρου μόνου του ν. 4093/2012 ..., στις οποίες διάδικος είναι το πρώην ΙΚΑ-ΕΤΑΜ, νυν ΕΦΚΑ, ή/και ο Ε.Ο.Π.Υ.Υ., ο ΕΦΚΑ εξακολουθεί να νομιμοποιείται στη διεξαγωγή των δικών αυτών και η νομιμοποίηση αυτή περιλαμβάνει και την άσκηση ένδικων μέσων, μέχρι και την αμετάκλητη περάτωσή τους. Η νομική θέση του Ε.Ο.Π.Υ.Υ.

στις δίκες αυτές δεν θίγεται. Οι αποφάσεις δεσμεύουν τον Ε.Ο.Π.Υ.Υ. και εκτελούνται υπέρ και εις βάρος του. 2. Οι διατάξεις του παρόντος καταλαμβάνουν και τις εκκρεμείς, κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου, δίκες". Από το συνδυασμό όλων των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει ότι, μετά τις 30-6-2017, με βάση τις διατάξεις του άρθρου 52 § 4 του ν. 4430/2016, όπως αντικ.

με το ν. 4486/2017, οι ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις του Ε.Ο.Π.Υ.Υ. που προέρχονται από φορείς κοινωνικής ασφάλισης, των οποίων οι κλάδοι υγείας εντάχθηκαν στον Ε.Ο.Π.Υ.Υ., πλην εκείνων του πρώην Ο.Π.Α.Δ., πρώην Οίκου Ναύτου και πρώην Τ.Α.Υ.Τ.Ε.Κ.Ω., μεταφέρονται, παρακολουθούνται και βαρύνουν τον προϋπολογισμό του Ε.Φ.Κ.Α.

και οι εκκρεμείς δίκες που αφορούν διαφορές από τις ως άνω ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις συνεχίζονται από τον Ε.Φ.Κ.Α., χωρίς να επέρχεται διακοπή της δίκης, συνεπώς στις δίκες αυτές δεν νομιμοποιείται να παραστεί ο Ε.Ο.Π.Υ.Υ., αλλά ο ΕΦΚΑ και ήδη ε-ΕΦΚΑ (Α.Π. 1990/2022, Α.Π. 343/2018, Σ.τ.Ε. 759/2020). Εξάλλου, ο νομοθέτης αποβλέποντας στην εξόφληση όλων των ληξιπρόθεσμων υποχρεώσεων του κλάδου υγείας των φορέων κοινωνικής ασφάλισης, που εντάχθηκαν στον Ε.Ο.Π.Υ.Υ., από 1-1-2006 και εντεύθεν, όρισε με το άρθρο 12 του ν. 4578/2018 ότι οι υποχρεώσεις αυτές εκκαθαρίζονται και πληρώνονται από τον Ε.Φ.Κ.Α.

μέχρι 31-12-2019, ήδη δε μετά από διαδοχικές παρατάσεις, μέχρι τις 31-12-2022, πλην εκείνων του πρώην Ο.Π.Α.Δ., πρώην Οίκου Ναύτου και πρώην Τ.Α.Υ.Τ.Ε.Κ.Ω. Περαιτέρω, με το άρθρο 13 του ιδίου νόμου επιλύθηκαν θέματα νομικής παράστασης του Ε.Φ.Κ.Α. υπέρ Ε.Ο.Π.Υ.Υ. σε εκκρεμείς δίκες, τις οποίες καταλαμβάνουν οι διατάξεις του άρθρου αυτού, και ορίστηκε ότι η νομική θέση του Ε.Ο.Π.Υ.Υ.

στις δίκες αυτές δεν θίγεται και ότι οι αποφάσεις δεσμεύουν τον Ε.Ο.Π.Υ.Υ. και εκτελούνται σε βάρος του. Η διάταξη όμως αυτή, ορώμενη σε συνδυασμό με τις προπαρατεθείσες ρυθμίσεις, πρέπει να ερμηνευθεί ότι δεν αφορά τις εκκρεμείς δίκες του Ε.Ο.Π.Υ.Υ. που συνεχίζονται από τον Ε.Φ.Κ.Α. και αφορούν ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις του Ε.Ο.Π.Υ.Υ., οι οποίες προέρχονται από φορείς κοινωνικής ασφάλισης, των οποίων οι κλάδοι υγείας εντάχθηκαν με την παράγραφο 2 του άρθρου 17 του ν. 3918/2011 στον Ε.Ο.Π.Υ.Υ, και οι οποίες κατά τα προεκτεθέντα, σύμφωνα με τη διάταξη της παραγράφου 4 του ίδιου άρθρου 52 του ν. 4430/2016, όπως αντικ.

με το ν. 4486/2017, μεταφέρονται, παρακολουθούνται και βαρύνουν τον προϋπολογισμό του Ε.Φ.Κ.Α. (που, άλλωστε, και δυνάμει των νεότερων διατάξεων του άρθρου 12 του ν. 4578/2018 εκκαθαρίζονται και πληρώνονται από τον Ε.Φ.Κ.Α.), αλλά εκείνες τις εκκρεμείς δίκες, που έχουν ως αντικείμενο τις ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις φορέων κοινωνικής ασφάλισης, και συγκεκριμένα των πρώην Ο.Π.Α.Δ, Οίκου Ναύτου και Τ.Α.Υ.Τ.Ε.Κ.Ω., οι οποίες εντάχθηκαν μεν στον Ε.Ο.Π.Υ.Υ.

με τις ίδιες διατάξεις, αλλά δεν μεταφέρθηκαν μετά τις 30-6-2017 προς εξόφληση στον Ε.Φ.Κ.Α., διότι εξαιρέθηκαν ρητώς κατά τα ανωτέρω (άρθρα 52 § 4 ν. 4430/2016 και 12 ν. 4578/2018), και εξακολουθούν να παρακολουθούνται από τον Ε.Ο.Π.Υ.Υ. και να βαρύνουν τον προϋπολογισμό του (Α.Π. 795/2023, Α.Π. 407/2023, Α.Π. 1990/2022, Α.Π. 624/2022, Α.Π. 222/2022). Κατά συνέπεια, εφόσον οι ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις φορέων κοινωνικής ασφάλισης, που εντάχθηκαν αρχικά στο Τ.Α.Υ.Τ.Ε.Κ.Ω.

και εν συνεχεία μέσω αυτού στον Ε.Ο.Π.Υ.Υ., όπως είναι ο Ο.Α.Π.-Δ.Ε.Η. ως προς τις υποχρεώσεις του, που αφορούν την παροχή υπηρεσιών υγείας σε είδος, και οι οποίες (υποχρεώσεις), ως προερχόμενες από το πρώην Τ.Α.Υ.Τ.Ε.Κ.Ω., εξαιρέθηκαν ρητά και δεν μεταβιβάστηκαν στον e-Ε.Φ.Κ.Α. με τις προαναφερθείσες διατάξεις των άρθρων 52 § 4 ν. 4430/2016, όπως αντικ.

με το ν. 4486/2017, και 12 ν. 4578/2018, δηλαδή εξακολουθούν να παρακολουθούνται από τον Ε.Ο.Π.Υ.Υ., να βαρύνουν τον προϋπολογισμό του και να εξοφλούνται από αυτόν σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 52 ν. 4430/2016, για τη διεξαγωγή των εκκρεμών δικών, που αφορούν τις ανωτέρω ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις του Ο.Α.Π.-Δ.Ε.Η., από τη θέση σε ισχύ του ν. 4578/2018, δηλαδή από 3-12-2018, νομιμοποιείται ο e-Ε.Φ.Κ.Α.

μέχρι την αμετάκλητη περάτωσή τους, χωρίς να θίγεται, από άποψη ουσιαστικού δικαίου, η νομική θέση του Ε.Ο.Π.Υ.Υ., οι δε αποφάσεις δεσμεύουν τον Ε.Ο.Π.Υ.Υ. και εκτελούνται εις βάρος του. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του αρ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο.

Ο λόγος αυτός αναίρεσης αναφέρεται σε ακυρότητες, δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό μόνο δίκαιο (Ολ.Α.Π. 2/2001, Ολ.Α.Π. 12/2000, Α.Π. 281/2023), που έχουν ως αποτέλεσμα η δικονομική ενέργεια να στερείται των αναγκαίων προϋποθέσεων του κύρους της (A.Π. 1185/2021, A.Π. 363/2021), ενώ οι ακυρότητες από το ουσιαστικό δίκαιο ελέγχονται μέσω του λόγου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ (Ολ.Α.Π. 1/2020, Ολ.Α.Π. 4/2018, Ολ.Α.Π. 6/2017).

Με τον αναιρετικό αυτό λόγο ελέγχονται, μεταξύ άλλων, το παραδεκτό της άσκησης ενδίκων μέσων (Α.Π. 1990/2022, Α.Π. 371/2008), των προσθέτων λόγων έφεσης, της αντέφεσης, των ανακοπών και των πρόσθετων λόγων αυτών, καθώς και το παραδεκτό της προβολής ισχυρισμών (Α.Π. 1206/2019, Α.Π. 2081/2018).

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο απέρριψε την από 29-6-2018 (αρ. κατ. 6390/5278/9-7-2018) έφεση του Ε.Ο.Π.Υ.Υ. ως απαράδεκτη, με την αιτιολογία ότι, εφόσον η δίκη αφορά υποχρεώσεις του κλάδου υγείας του Ο.Α.Π.-Δ.Ε.Η., που μεταφέρθηκαν στον Ε.Ο.Π.Υ.Υ. με το άρθρο 13 § 17 ν. 4052/2012, αποκλειστικά νομιμοποιούμενος για τη διεξαγωγή της δίκης είναι ο e-Ε.Φ.Κ.Α.

σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 13 του ν. 4578/2018, που καταλαμβάνει και τις εκκρεμείς δίκες, επομένως ο Ε.Ο.Π.Υ.Υ. δεν νομιμοποιείται να παρασταθεί στην κατ' έφεση δίκη και να υποστηρίξει την έφεσή του. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, παρά τον νόμο κήρυξε απαράδεκτο. Ειδικότερα, εφόσον η δίκη αφορούσε υποχρεώσεις που προέκυπταν από την παροχή υπηρεσιών υγείας σε είδος εκ μέρους του Ο.Α.Π.-Δ.Ε.Η.

κατά τα έτη 2007 και 2008, οι οποίες είχαν μεταφερθεί αρχικά στο Τ.Α.Υ.Τ.Ε.Κ.Ω. με τα άρθρα 70 και 83 του ν. 3655/2008 και εν συνεχεία στον Ε.Ο.Π.Υ.Υ. με το άρθρο 13 § 17 ν. 4052/2012, ο e-Ε.Φ.Κ.Α. πράγματι νομιμοποιείτο αποκλειστικά στη διεξαγωγή της δίκης κατ' άρθρο 13 ν. 4578/2018, παρόλο που αυτή αφορούσε ουσιαστικές υποχρεώσεις του Ε.Ο.Π.Υ.Υ., που εξακολουθούν να βαρύνουν τον προϋπολογισμό του και να εξοφλούνται από αυτόν, σύμφωνα με τα προαναφερθέντα στη μείζονα σκέψη.

Ωστόσο, εφόσον η έφεση ασκήθηκε με την κατάθεσή της στη γραμματεία του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου την 9-7-2018, δηλαδή πριν από τη θέση σε ισχύ του νόμου 4578/2018 (3-12-2018) και την υπεισέλευση του e-Ε.Φ.Κ.Α. στη δικονομική θέση του Ε.Ο.Π.Υ.Υ., αυτή παραδεκτώς ασκήθηκε από τον διάδικο στην πρωτοβάθμια δίκη (υπεισελθόντα ως καθολικό διάδοχο του κλάδου υγείας του Ο.Α.Π.-Δ.Ε.Η.) Ε.Ο.Π.Υ.Υ.

Επομένως το Εφετείο, το οποίο απέρριψε την ασκηθείσα νομίμως έφεση ως απαράδεκτη, αντί να κηρύξει απαράδεκτη τη συζήτηση αυτής, όπως έπρεπε να πράξει στην περίπτωση κατά την οποία δεν προέκυπτε κλήτευση του e-Ε.Φ.Κ.Α. για να παραστεί στη δίκη στη θέση του εκκαλούντος Ε.Ο.Π.Υ.Υ., ή, σε περίπτωση που προέκυπτε τέτοια κλήτευση, να προχωρήσει στην εκδίκαση της έφεσης, παρά τον νόμο κήρυξε απαράδεκτο.

Πρέπει, συνεπώς, να γίνει δεκτός ο πρώτος λόγος αναιρέσεως του Ε.Ο.Π.Υ.Υ., με τον οποίο, κατ' εκτίμηση του δικογράφου της αίτησης, ο αναιρεσείων προβάλλει πλημμέλεια από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, και όχι από τον αριθμό 1, όπως αναφέρεται στο αναιρετήριο, και δεδομένου ότι με τον λόγο αυτό ο αναιρεσείων επικαλείται, μεταξύ άλλων, νομότυπη άσκηση της έφεσης εκ μέρους του.

Kατόπιν αυτού, παρελκομένης της έρευνας των λοιπών λόγων αναιρέσεως, αφού η αναιρετική εμβέλεια του ως άνω λόγου που έγινε δεκτός καθιστά αλυσιτελή την έρευνα των λοιπών, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, μόνο κατά το μέρος της, με το οποίο απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος Ε.Ο.Π.Υ.Υ. ως απαράδεκτη, και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, όπως ορίζει η διάταξη του άρθρου 580 § 3 ΚΠολΔ.

Παράβολο δεν κατατέθηκε, επειδή ο αναιρεσείων ως νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου έχει τα προνόμια του Δημοσίου κατ' άρθρο 28 § 4 ν. 2579/1998, και συνεπώς δεν διατάσσεται η επιστροφή του. Οι αναιρεσίβλητοι πρέπει να καταδικασθούν, λόγω της ήττας τους, στα δικαστικά έξοδα του μη εκπροσωπηθέντος από τις υπηρεσίες του Ν.Σ.Κ.

αναιρεσείοντος, που κατέθεσε προτάσεις, σύμφωνα με τα άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ.

Β) Επί της από 19-9-2022 αίτησης αναιρέσεως του e-Ε.Φ.Κ.Α.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 556 § 1 ΚΠολΔ, δικαίωμα αναίρεσης έχουν, εφόσον νικήθηκαν ολικά ή εν μέρει στη δίκη που εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, ο ενάγων, ο εναγόμενος, ο εκκαλών, ο εφεσίβλητος, εκείνος που ζητεί την αναψηλάφηση, εκείνος κατά του οποίου στρέφεται η αναψηλάφηση, εκείνοι που είχαν ασκήσει κύρια ή πρόσθετη παρέμβαση, οι προσεπικληθέντες, οι καθολικοί διάδοχοι και οι ειδικοί διάδοχοι, εφόσον απέκτησαν την ιδιότητα αυτή μετά την άσκηση της αγωγής, καθώς και οι εισαγγελείς, μόνο αν ήταν διάδικοι.

Διάδικοι είναι εκείνοι, οι οποίοι από την προσβαλλομένη απόφαση προκύπτει ότι δικάστηκαν από αυτή (Ολ.Α.Π. 11/1992, Α.Π. 800/2018). Επίσης, το έννομο συμφέρον, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 68, 73, 556 § 2 και 577 § 1 ΚΠολΔ, το οποίο προκύπτει κυρίως από τη βλάβη που υπέστη ο διάδικος, ο οποίος επιδιώκει τον αναιρετικό έλεγχο της απόφασης, αποτελεί προϋπόθεση του παραδεκτού της άσκησης αίτησης αναιρέσεως και η συνδρομή του ερευνάται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, η δε έλλειψή του συνεπάγεται την απόρριψη του ένδικου μέσου ως απαράδεκτου (Α.Π. 730/2019, Α.Π. 754/2018, Α.Π. 1081/2017).

Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως προβάλλει πλημμέλεια της προσβαλλόμενης απόφασης από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του άρθρου 13 ν. 4578/2018 απέρριψε την έφεση του Ε.Ο.Π.Υ.Υ. ως απαράδεκτη με την αιτιολογία ότι νομιμοποιούμενος σε παράσταση για την υποστήριξή της ήταν ο αναιρεσείων e-Ε.Φ.Κ.Α., επικαλείται δε για τη θεμελίωση εννόμου συμφέροντος ότι με την ανωτέρω κρίση του το Εφετείο κατέστησε τον αναιρεσείοντα καθολικό διάδοχο του εκκαλούντος Ε.Ο.Π.Υ.Υ.

και υπόχρεο σε εξόφληση των οφειλών του. Όπως προκύπτει, όμως, από την προσβαλλόμενη απόφαση, η έφεση του Ε.Ο.Π.Υ.Υ. είχε ασκηθεί εις βάρος του ενάγοντος Χ. Ν. και της 1ης Διοίκησης Υγειονομικής Περιφέρειας Αττικής, επομένως ο αναιρείων δεν είχε αποκτήσει την ιδιότητα του διαδίκου ως εφεσίβλητος, ούτε απέκτησε αυτήν με κάποιον άλλο από τους αναφερόμενους στο άρθρο 556 § 1 ΚΠολΔ τρόπους, ήτοι ως προσεπικληθείς, παρεμβάς κ.λπ., χωρίς να αρκεί το γεγονός ότι ο αναιρεσείων μετείχε στη δίκη επί της συνεκδικασθείσας έφεσης του Χ.

Ν. ως διάδοχος του εφεσίβλητου σε αυτήν Ε.Τ.Ε.Α.Ε.Π., αφού, παρά τη συνεκδίκαση, κάθε έφεση διατήρησε την αυτοτέλειά της ως προς τα πρόσωπα των διαδίκων. Επομένως, ο e-Ε.Φ.Κ.Α. δεν νομιμοποιείται ενεργητικά να ασκήσει αίτηση αναιρέσεως ως προς το κεφάλαιο της προσβαλλόμενης απόφασης, που αφορά την απόρριψη της έφεσης του Ε.Ο.Π.Υ.Υ., και τούτο ανεξαρτήτως του ότι με την προσβαλλόμενη απόφαση, όπως το περιεχόμενό της αναφέρεται στο αναιρετήριο, έγινε δεκτό ότι οι επίδικες οφειλές εξακολουθούν να παρακολουθούνται από τον Ε.Ο.Π.Υ.Υ.

και να βαρύνουν τον προϋπολογισμό του, ανεξαρτήτως του ότι νομιμοποιούμενος στη δίκη είναι ο e-Ε.Φ.Κ.Α., επομένως δεν υφίσταται ούτε το επικαλούμενο από τον αναιρεσείοντα έννομο συμφέρον.

Συνεπώς ο εξεταζόμενος λόγος είναι απαράδεκτος.

Στο άρθρο 94 §§ 1, 2 και 3 του Συντάγματος, όπως αυτό αναθεωρήθηκε με το Ψήφισμα της 6ης Απριλίου 2001 της Ζ' Αναθεωρητικής Βουλής, ορίζονται τα εξής: "1. Στο Συμβούλιο της Επικρατείας και στα τακτικά διοικητικά δικαστήρια υπάγονται οι διοικητικές διαφορές, όπως νόμος ορίζει, με την επιφύλαξη των αρμοδιοτήτων του Ελεγκτικού Συνεδρίου. 2.

Στα πολιτικά δικαστήρια υπάγονται οι ιδιωτικές διαφορές, καθώς και οι υποθέσεις εκουσίας δικαιοδοσίας, όπως νόμος ορίζει. 3. Σε ειδικές περιπτώσεις και προκειμένου να επιτυγχάνεται η ενιαία εφαρμογή της αυτής νομοθεσίας μπορεί να ανατεθεί με νόμο η εκδίκαση κατηγοριών ιδιωτικών διαφορών στα διοικητικά δικαστήρια ή διοικητικών διαφορών ουσίας στα πολιτικά δικαστήρια".

Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι το Σύνταγμα επιβάλλει την υπαγωγή των ιδιωτικών διαφορών στα πολιτικά δικαστήρια και των διοικητικών διαφορών στα διοικητικά δικαστήρια, αποκλείει δε από τον κοινό νομοθέτη την εξουσία να χαρακτηρίζει ως διοικητικές διαφορές, όσες από τη φύση τους είναι ιδιωτικές, επιτρέπει όμως σε αυτόν, σε εξαιρετικές και μόνο περιπτώσεις, προς εξασφάλιση της ενιαίας εφαρμογής της ιδίας νομοθεσίας, την ανάθεση της εκδίκασης ορισμένων κατηγοριών ιδιωτικών διαφορών στα διοικητικά δικαστήρια ή και αντιστρόφως (Α.Ε.Δ. 18/2009).

Περαιτέρω, με το άρθρο 1 § 1 του ν. 1406/1983, που εκδόθηκε σε εκτέλεση της διάταξης του άρθρου 94 § 1 του Συντάγματος, όπως αυτή ίσχυε πριν την ανωτέρω συνταγματική αναθεώρηση του έτους 2001 και επέβαλε την εντός πενταετούς προθεσμίας, δυναμένης να παραταθεί με νόμο, υποβολή της εκδίκασης στα τακτικά διοικητικά δικαστήρια εκείνων των διοικητικών διαφορών ουσίας, που δεν είχαν ακόμα υπαχθεί στα δικαστήρια αυτά, υπήχθησαν στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων όλες οι διοικητικές διαφορές ουσίας, μεταξύ δε των ενδεικτικά προβλεπομένων στην παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου 1 περιπτώσεων περιελήφθησαν και οι διαφορές που αναφύονται κατά την εφαρμογή της νομοθεσίας των διοικητικών συμβάσεων (εδάφιο ι'), δηλαδή οι διαφορές που προέρχονται από διοικητική σύμβαση και ανάγονται στο κύρος, την ερμηνεία και την εκτέλεση αυτής ή σε οποιαδήποτε παρεπόμενη της σύμβασης αξίωση.

Η σύμβαση είναι διοικητική, αν ένα από τα συμβαλλόμενα μέρη είναι το Ελληνικό Δημόσιο ή νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου και με τη σύναψη της σύμβασης επιδιώκεται, και μάλιστα με άμεσο τρόπο (Α.Π. 347/2017, Α.Π. 543/2015, Α.Π. 589/2006), η ικανοποίηση σκοπού, τον οποίο ο νόμος έχει αναγάγει σε δημόσιο σκοπό, το δε Ελληνικό Δημόσιο ή το νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, είτε βάσει του κανονιστικού καθεστώτος, που διέπει τη σύμβαση, είτε βάσει ρητρών, οι οποίες προβλέπονται κανονιστικώς, έχουν περιληφθεί στη σύμβαση και αποκλίνουν από το κοινό δίκαιο, βρίσκεται, προς ικανοποίηση του εν λόγω σκοπού, σε υπερέχουσα θέση έναντι του αντισυμβαλλόμενου μέρους, δηλαδή σε θέση που δεν προσιδιάζει στον δυνάμει των διατάξεων του ιδιωτικού δικαίου συναπτόμενο συμβατικό δεσμό.

Συμβάσεις, που δεν συγκεντρώνουν σωρευτικά τα γνωρίσματα αυτά, είναι ιδιωτικές και οι διαφορές από αυτές υπάγονται στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων (Α.Ε.Δ. 7/2019, Α.Ε.Δ. 7/2017, Α.Ε.Δ. 1/2016, Α.Ε.Δ. 12/2013, Α.Ε.Δ. 3/2012, Ολ.Α.Π. 9/2018, Α.Π. 637/2023, Α.Π. 268/2023). Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 4 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων.

Υπέρβαση δικαιοδοσίας υπάρχει, και όταν τα πολιτικά δικαστήρια δέχονται ότι έχουν δικαιοδοσία και επιλαμβάνονται υποθέσεως, που κατά νόμο ανήκει στη δικαιοδοσία άλλου δικαστηρίου (ποινικού ή διοικητικού) ή των διοικητικών αρχών (Α.Π. 233/2022, Α.Π. 210/2016).

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κατά το μέρος που ενδιαφέρει τον αναιρετικό έλεγχο, δέχτηκε τα ακόλουθα: " O ενάγων ... διατηρεί ατομική επιχείρηση παροχής υπηρεσιών καθαρισμού. Στα πλαίσια της εμπορικής αυτής δραστηριότητάς του και κατόπιν δημοσίου ανοικτού μειοδοτικού διαγωνισμού με σφραγισμένες προσφορές ...

κατήρτισε την 01.09.2007 με το αρχικώς εναγόμενο ΝΠΔΔ, με την επωνυμία "Οργανισμός Ασφάλισης Προσωπικού ΔΕΗ" (ΟΑΠ-ΔΕΗ), σύμβαση παροχής υπηρεσιών καθαρισμού των ειδικότερα αναφερομένων σ' αυτή και την ανωτέρω διακήρυξη χώρων του τελευταίου. Ειδικότερα, ανέλαβε έναντι συνολικού ποσού 180.302,00 ευρώ, συμπεριλαμβανομένου του αναλογούντος ΦΠΑ (19%), την υποχρέωση να προβαίνει με δικό του προσωπικό, εξοπλισμό και υλικά καθαριότητας στον καθημερινό καθμρισμό, χώρων του ΟΑΠ-ΔΕΗ, συνολικής επιφάνειας 7.174,00 τ.μ.

για δύο (2) έτη, αρχής γενομένης από την 1-9-2007 (άρθρο 2 της σύμβασης). Συγκεκριμένα, το αντικείμενο της σύμβασης αφορούσε, α) στα Κεντρικά Γραφεία και Ιατρεία του Οργανισμού στην Αθήνα, επί της οδού …………... συνολικής επιφάνειας 4.200,00 τ.μ., β) στο Πολυϊατρείο ……….., στην Αθήνα, ... συνολικής επιφάνειας 1.197,00 τ.μ. , γ) Πολυϊατρείο στην Αθήνα, ...

συνολικής επιφάνειας 698,00 τ.μ. και δ) στο Πολυϊατρείο ……… & ΠΕ.Κ.Α. Νήσων ……., στον Πειραιά, ... συνολικής επιφάνειας 1.079,00 τ.μ. Με την ίδια σύμβαση προβλέφθηκε ρητά ότι για τον επαρκή καθαρισμό των χώρων θα απασχολούταν συνεργείο δεκαέξι (16) ατόμων, για πέντε (5) εργάσιμες ημέρες την εβδομάδα, τέσσερις (4) ώρες ημερησίως ...

O εργολάβος εγγυήθηκε ότι θα διαθέσει για την εργασία καθαρισμού απολύτως εξειδικευμένο εργατοτεχνικό προσωπικό, εφοδιασμένο με τον κατάλληλο εξοπλισμό ... O καθαρισμός των ανωτέρω χώρων του εργοδότη ορίσθηκε ότι θα γίνεται από τον εργολάβο ειδικά σύμφωνα με συνημμένο στη σύμβαση αναλυτικό και λεπτομερή πίνακα εργασιών ...

ενώ ο τελευταίος ανέλαβε την τακτική επίβλεψη του προσωπικού που θα χρησιμοποιούσε, για δε την παρακολούθηση και εφαρμογή των όρων της σύμβασης ορίστηκαν αρμόδιοι υπάλληλοι του εργοδότη ... Ως βασικό όρο της σύμβασης o εργολάβος ανέλαβε την υποχρέωση της απαρέγκλιτης τήρησης της ισχύουσας εργατικής νομοθεσίας για το προσωπικό που θα χρησιμοποιούσε, δηλαδή την καταβολή των νομίμων αποδοχών, που δεν έπρεπε να είναι κατώτερες των προβλεπομένων από την οικεία (κλαδική) Σ.Σ.Ε., την τήρηση του νομίμου ωραρίου, την ασφαλιστική κάλυψη, τους όρους υγιεινής και ασφάλειας των εργαζομένων, σε αντίθετη δε περίπτωση ορίσθηκε ότι θα καταγγελλόταν η σύμβαση εργασίας ...

και την Τήρηση όλων των μέτρων ασφαλείας ... ενώ για την κάλυψη ανωτέρω κινδύνων ο εργολάβος ανέλαβε την υποχρέωση να ασφαλίσει την αστική ευθύνη έναντι τρίτων ... H πληρωμή του εργολάβου ορίσθηκε ότι θα γινόταν εντός του πρώτου δεκαημέρου από την έγκριση της δαπάνης από το αρμόδιο όργανο ... Για την ακριβή, πιστή και εμπρόθεσμη τήρηση των όρων της σύμβασης ο εργολάβος παρέδωσε στον εργοδότη τη ...

επιστολή καλής εκτέλεσης της Εμπορικής Τράπεζας, ποσού 15.151,50 ευρώ, η οποία ορίσθηκε ότι θα επιστρεφόταν ατόκως με τη λήξη της σύμβασης και την εκπλήρωση όλων των υποχρεώσεων του εργολάβου εκτός αν υπάρξει περίπτωση κατάπτωσης της ... Τέλος, ορίστηκε ότι, α) σε περίπτωση απουσίας μελών του απασχολούμενου προσωπικού καθαριότητας ...

συμφωνήθηκε ως ποινική ρήτρα 64,46 ευρώ ημερησίως για κάθε άτομο του προσωπικού που απουσιάζει, ... ενώ σε περίπτωση που o εργολάβος παρατηρηθεί για έλλειψη, παράλειψη ή πλημμελή εργασία και δεν συμμορφωθεί στις υποδείξεις του εργοδότη ... θα του επιβάλλεται πρόστιμο μέχρι 100,00 ευρώ ως ποινική ρήτρα, ... ενώ αν ο εργολάβος διακόψει άκαιρα και χωρίς τη συναίνεση του εργοδότη το έργο πριν από το χρόνο λήξης της σύμβασης θα υποχρεούται σε ποινική ρήτρα 150,00 ευρώ ημερησίως ...

και β) σε περίπτωση παράβασης οποιουδήποτε από τους όρους της σύμβασης o εργολάβος υποχρεούται να αποζημιώσει τον εργοδότη για όποια θετική ή αποθετική ζημία και για κάθε τέτοια παράβαση o εργοδότης έχει επιπλέον δικαίωμα να καταγγείλει αζημίως για αυτόν τη σύμβαση ... Το εκκαλούν ΝΠΔΔ της υπό στοιχείο B' συνεκδικαζομένης έφεσης [e-Ε.Φ.Κ.Α.] παραπονείται ειδικότερα με το 2ο λόγο αυτής, ότι έσφαλε η εκκαλουμένη απόφαση ...

με το να δεχθεί ότι η ανωτέρω επίδικη σύμβαση του αρχικού εναγομένου ΝΠΔΔ (ΟΑΠ-ΔΕΗ) με τον εργολάβο, αρχικώς ενάγοντα ... είναι ιδιωτικού δικαίου και όχι διοικητική και συνεπώς ότι ανήκει στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων, καθόσον, i) η σύμβαση έχει συναφθεί με ΝΠΔΔ, όπως είναι το αρχικώς εναγόμενο ΟΑΠ-ΔΕΗ, ii) (η σύμβαση) εξυπηρετεί δημόσιο σκοπό (παροχή υπηρεσιών καθαριότητας σε χώρους που οι ασφαλισμένοι του ΟΑΠ-ΔΕΗ χρησιμοποιούν ως ιατρεία και την ανάγκη για την καθαριότητα σε αυτά ... iii) το αντισυμβαλλόμενο ΝΠΔΔ βάσει των κανονιστικών ρυθμίσεων που διέπουν τη σύμβαση αλλά και βάσει ρητρών που αποκλίνουν του κοινού δικαίου, βρίσκεται σε υπερέχουσα θέση έναντι του αντισυμβαλλομένου του (όρος παραίτησης του εργολάβου από την αναπροσαρμογή του τιμήματος για κάθε αιτία και ενδεικτικά κατά τα άρθρα 178, 179 και 388 ΑΚ, πρόβλεψη διενέργειας έκτακτων καθαρισμών χωρίς αμοιβή σε περίπτωση που το επιβάλλουν έκτακτες συνθήκες, ανάληψη κινδύνου για οποιαδήποτε δυσχέρεια χωρίς αμοιβή, δυνατότητα μονομερούς ανάθεσης επιπρόσθετων εργασιών σε ποσοστό μέχρι 10% του συμβατικού τιμήματος, πρόβλεψη μονομερούς δυνατότητας αλλαγής του ωραρίου παροχής των υπηρεσιών σε περίπτωση αλλαγής του ωραρίου του προσωπικού του ΟΑΠ-ΔΕΗ, πληρωμή 10 ημέρες μετά την έγκριση της δαπάνης από το αρμόδιο όργανο (Ελεγκτικό Συνέδριο) με την προσκομιδή πιστοποιητικού καλής εκτέλεσης υποτομέα (οργάνου) του εργοδότη, καθώς και πιστοποιητικών φορολογικής και ασφαλιστικής ενημερότητας, επιβάρυνση του εργολάβου με τις νόμιμες κρατήσεις για τα ΝΠΔΔ (Ν.2286/1995), η κατάθεση από τον εργολάβο της εγγυητικής επιστολής και της κατάπτωσης της, καθώς και η παραίτηση από τον εργολάβο του δικαιώματος να προσβάλει τον όρο αυτό δικαστικά, πρόβλεψη ρητρών πλέον της αποκατάστασης κάθε ζημίας, δυνατότητα αζήμιας καταγγελίας της σύμβασης από τον εργοδότη, υποχρέωση τήρησης της εργατικής και ασφαλιστικής νομοθεσίας από τον εργολάβο για το προσωπικό του, απαγόρευση υποκατάστασης από τρίτο στην εκτέλεση της σύμβασης και εκχώρησης σε τρίτο των απαιτήσεων από αυτή).

Σημειώνεται ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την εκκαλούμενη απόφαση έκρινε ότι υφίσταται δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων επειδή το αντικείμενο της σύμβασης (παροχή καθαριότητας) έχει έμμεση μόνο σχέση με το δημόσιο σκοπό του ΟΑΠ-ΔΕΗ, που είναι η παροχή υπηρεσιών υγείας και συντάξεων στους ασφαλισμένους και απέρριψε τους περί του αντιθέτου ισχυρισμούς των εναγομένων.

O ανωτέρω λόγος της έφεσης είναι αβάσιμος και απορριπτέος, καθόσον, α) η επίδικη σύμβαση δεν εξυπηρετεί κατά τρόπο άμεσο το σκοπό ίδρυσης και λειτουργίας του ΝΠΔΔ ΟΑΠ-ΔΕΗ, ως εργοδότη,... αλλά κατά τρόπο έμμεσο, αφού αναφέρεται στην καθαριότητα των ανωτέρω χώρων του και συνεπώς o σκοπός αυτός δεν ανάγεται στη σφαίρα της δημόσιας εξουσίας του συγκεκριμένου ΝΠΔΔ ούτε εντάσσεται στο πλαίσιο του δημοσίου συμφέροντος ώστε να θεωρηθεί η σύμβαση ως διοικητική και να υπαχθεί στη δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων.

Σημειώνεται ότι,... διοικητική σύμβαση είναι μόνο εκείνη, στην οποία ο ένας από τους συμβαλλομένους είναι το δημόσιο ή άλλο ΝΠΔΔ και η οποία με το περιεχόμενο της εξυπηρετεί κατά τρόπο άμεσο ένα δημόσιο σκοπό εντασσόμενο στο πλαίσιο του δημοσίου συμφέροντος και διέπεται κατά την εκτέλεση της από ιδιαίτερο ή εξαιρετικό καθεστώς προνομίων και υποχρεώσεων που αντιστοιχούν ή προσιδιάζουν στην άσκηση δημόσιας εξουσίας ...

β) η επίκληση-αναφορά στη σύμβαση ή τη διακήρυξη του διαγωνισμού των διατάξεων περί λογιστικού και προμηθειών των ΝΠΔΔ, δεν προσδίδει από μόνη της στη σύμβαση το χαρακτήρα της ως διοικητικής, αλλά η συνδρομή σωρευτικά των προαναφερομένων κριτηρίων, ήτοι: i) σύμβαση με αντισυμβαλλόμενο το Δημόσιο ή ΝΠΔΔ, ii) περιεχόμενο της σύμβασης που να εξυπηρετεί κατά τρόπο άμεσο ένα δημόσιο σκοπό εντασσόμενο στο πλαίσιο του δημοσίου συμφέροντος και iii) σύμβαση διεπόμενη κατά την εκτέλεση της από ιδιαίτερο ή εξαιρετικό καθεστώς προνομίων, και που αντιστοιχούν ή προσιδιάζουν στην άσκηση δημόσιας εξουσίας ...

η δε κρίση για το αν μία σύμβαση είναι διοικητική ή όχι ... ανήκει κυριαρχικά στο δικαστήριο, το οποίο θα εφαρμόσει ανά περίπτωση ειδικά τα ανωτέρω κριτήρια προκειμένου καταλήξει εάν η διαφορά από τη σύμβαση υπάγεται στη δικαιοδοσία των πολιτικών ή των διοικητικών δικαστηρίων και γ) οι ανωτέρω παρατιθέμενοι όροι της σύμβασης, ...

δεν συνιστούν ιδιαίτερο ή εξαιρετικό καθεστώς προνομίων και υποχρεώσεων που αντιστοιχούν ή προσιδιάζουν στην άσκηση δημόσιας εξουσίας, αλλά αντιθέτως συναντώνται και σε ιδιωτικές συμβάσεις αντίστοιχου ή και μεγαλυτέρου οικονομικού αντικειμένου και δη εμπορικού, όταν o εργοδότης ή αγοραστής προϊόντων ή υπηρεσιών επιφυλάσσει για τον εαυτό του συγκεκριμένα δικαιώματα-προβλέιψεις προς εφαρμογή των όρων της σύμβασης και την ολοκλήρωση του αντικειμένου της εντός των συμβατικών πλαισίων, ειδικά όταν η σύμβαση διαρκεί σε μεγάλο εύρος συμβατικού χρόνου με τμηματικές καταβολές για την παρεχόμενη υπηρεσία - έργο, όπως στην επίδικη περίπτωση.

Συνεπώς, ειδικότερα εν προκειμένω δεν συνιστά συνομολόγηση μονομερώς επαχθούς για την πωλήτρια όρου ούτε μπορεί να ερμηνευθεί ως κανονιστικού χαρακτήρα, αα) η πρόβλεψη στη σύμβαση ότι οι αρμόδιοι προς τούτο υπάλληλοι του εργοδότη θα ήλεγχαν τον τρόπο εκτέλεσης των όρων της σύμβασης από τον ανάδοχο - εργολάβο, αφού αφορά ειδικά στον έλεγχο από τον εργοδότη των παρεχόμενων υπηρεσιών καθαρισμού, που δικαιολογείται λόγω του χρονικού (διετία) και ποσοτικού (εμβαδόν των προς καθαρισμό χώρων) εύρους της σύμβασης, ββ) η τμηματική καταβολή του τιμήματος δικαιολογείται από το χρονικό εύρος της σύμβασης (2 έτη), συναντάται δε ως στοιχείο και σε ιδιωτικές-εμπορικές συμβάσεις αντιστοίχου περιεχομένου-αντικειμένου και χρονικού και ποσοτικού εύρους γγ) η κατά την εξόφληση των τιμολογίων υποχρέωση με βάση τη σύμβαση προσκομιδής αποδεικτικού φορολογικής ενημερότητας και βεβαίωσης ασφαλιστικής ενημερότητας για τα χρέη προς το Δημόσιο και ασφαλιστικούς οργανισμούς, είναι όρος που δεν συνάπτεται αποκλειστικά με τις δημοσίου δικαίου συμβάσεις, ενώ δεν αποκλείεται να τίθεται ως όρος και στις ιδιωτικού δικαίου συμβάσεις, όπως και στην υπό κρίση περίπτωση, όταν πρόκειται για συμβάσεις εκτελούμενες τμηματικά-σταδιακά σε βάθος χρόνου και o αγοραστής ή εργοδότης θέτει τον αυτό για την εξασφάλιση του, επιβεβαιώνοντας με τον τρόπο αυτό τη φερεγγυότητα του αντισυμβαλλομένου του, καθόσον ένα από τα στοιχεία αυτής (φερεγγυότητας) είναι και η ύπαρξη ή μη χρεών προς το Δημόσιο και τους ασφαλιστικούς οργανισμούς, δδ) i) η κατάθεση ως εγγύηση για την καλή και εμπρόθεσμη εκτέλεση της σύμβασης εγγυητικής επιστολής σε συγκεκριμένη τράπεζα, η οποία θα παρέμενε εις χείρας του εργοδότη μέχρι τη λήξη της σύμβασης και θα επιστρεφόταν μετά την εκπλήρωση όλων των υποχρεώσεων του εργολάβου εκτός αν υπάρξει περίπτωση κατάπτωσής της (μερικής ή ολικής) υπέρ του εργοδότη (άρθρο 5 της σύμβασης), ii) το ότι ο εργολάβος-ανάδοχος δεν είχε δικαίωμα να εκχωρήσει σε τρίτο το σύνολο ή μέρος της απαίτησης χωρίς την έγκριση του εργοδότη ούτε να υποκατασταθεί [ενν.:

από] τρίτο στην εκτέλεση του έργου και iii) σε περίπτωση μη εκτέλεσης ή μη προσήκουσας εκτέλεσης ο ανάδοχος θα κηρυσσόταν έκπτωτος και θα κατέπιπτε σε βάρος του η σχετική εγγύηση, επιφυλασσομένου του εργοδότη για την αξίωση κάθε θετικής και αποθετικής του ζημίας, ενώ παράλληλα το τελευταίο διατηρούσε το δικαίωμα να αναθέσει σε τρίτο την εκτέλεση της σύμβασης καταλογίζοντας τη δαπάνη σε βάρος του εργολάβου- αναδόχου, συνιστούν συνήθεις όρους που ευρέως τίθενται και σε συμβάσεις διεπόμενες από το ιδιωτικό δίκαιο και ιδίως μεταξύ εμπορικών επιχειρήσεων ειδικά σε περιπτώσεις, όπως η επίδικη, παροχής υπηρεσιών σε βάθος χρόνου και τμηματικών καταβολών του τιμήματος της σύμβασης και συνεπώς και στην επίδικη περίπτωση συνιστούν ρήτρες επαρκώς σαφείς και υποχρεωτικές στα πλαίσια διαχείρισης της ιδιωτικής περιουσίας του ΝΠΔΔ που δεν καθιστούν τη σύμβαση διοικητική εκ του λόγου αυτού ...

Σημειώνεται ότι ... ο χαρακτηρισμός ορισμένης διαφοράς ως ιδιωτικής ή διοιητικής εξαρτάται από τον αντίστοιχο χαρακτηρισμό των κανόνων ουσιαστικού δικαίου, που ρυθμίζουν την επίδικη έννομη σχέση, ως κανόνων ιδιωτικού ή διοικητικού δικαίου ..., στην υπό κρίση δε περίπτωση, ενόψει των ανωτέρω, η ανακύψασα διαφορά είναι ιδιωτική, διεπόμενη ως προς την έννομη σχέση της από τους κανόνες του ιδιωτικού δικαίου και όχι του δημοσίου (δικαίου)." Με τις παραδοχές αυτές η προσβαλλόμενη απόφαση, απορρίπτοντας τον σχετικό λόγο εφέσεως του αναιρεσείοντος, έκρινε ότι η σύμβαση δεν ήταν διοικητικού δικαίου και συνεπώς η υπόθεση υπάγεται στην αρμοδιότητα των πολιτικών δικαστηρίων, ακολούθως δε έκρινε, όπως και το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, ότι οφείλεται στον ενάγοντα το συνολικό ποσό των 33.806,61 ευρώ για τις αμοιβές του από 1-12-2007 έως 18-4-2008, διαιρετώς από κάθε διάδοχο ασφαλιστικό οργανισμό ανάλογα με τα τετραγωνικά μέτρα, που χρησιμοποιούσε για τη στέγαση των υπηρεσιών του ο αντίστοιχος κλάδος του Ο.Α.Π.-Δ.Ε.Η., που μεταφέρθηκε σε αυτόν, και απέρριψε τις εφέσεις του αναιρεσείοντος e-Ε.Φ.Κ.Α.

και του Χ. Ν. ως ουσιαστικά αβάσιμες.

Η κρίση αυτή του Εφετείου, με βάση την οποία αυτό απέρριψε το λόγο εφέσεως του αναιρεσείοντος περί έλλειψης δικαιοδοσίας των πολιτικών δικαστηρίων ως προς την ένδικη διαφορά, είναι ορθή, εφόσον οι συμβατικοί όροι περί παραίτησης του εργολάβου από την αναπροσαρμογή της αμοιβής του, διενέργειας έκτατων καθαρισμών σε έκτακτες περιπτώσεις, ανάληψης του κινδύνου για οποιαδήποτε δυσχέρεια χωρίς επιπλέον αμοιβή, μονομερούς ανάθεσης επιπλέον εργασιών σε ποσοστό έως 10% της συμφωνημένης αμοιβής, δυνατότητας μονομερούς εκ μέρους του εργοδότη μεταβολής του ωραρίου παροχής των υπηρεσιών, πληρωμής μετά την πάροδο 10 ημερών από την έγκριση της δαπάνης από το Ελεγκτικό Συνέδριο και υπό τον όρο της προσκόμισης βεβαιώσεων καλής εκτέλεσης του έργου και φορολογικής και ασφαλιστικής ενημερότητας, επιβάρυνσης του εργολάβου με τις νόμιμες κρατήσεις για τα ν.π.δ.δ., της κατάθεσης εγγυητικής επιστολής τράπεζας με παραίτηση του εργολάβου από το δικαίωμα δικαστικής προσβολής του όρου αυτού, πρόβλεψης ποινικών ρητρών, δυνατότητας αζήμιας καταγγελίας εκ μέρους του εργοδότη, υποχρέωσης τήρησης της εργατικής και ασφαλιστικής νομοθεσίας εκ μέρους του εργολάβου, ελέγχου εκ μέρους των υπαλλήλων του Οργανισμού της καλής εκτέλεσης των όρων της σύμβασης, μηνιαίας καταβολής αμοιβής, μη δυνατότητας εκχώρησης εκ μέρους του εργολάβου της απαίτησής του έναντι του εργοδότη ή υποκατάστασής του από τρίτον στην εκτέλεση του έργου, και δικαιώματος του εργοδότη για κήρυξη έκπτωτου του εργολάβου στις περιπτώσεις μη εκτέλεσης ή μη προσήκουσας εκτέλεσης, καθώς και η αναφορά σε αυτήν διατάξεων περί λογιστικού ν.π.δ.δ.

και δημοσίων προμηθειών, πράγματι δεν συνιστούν από μόνοι τους εξαιρετικό καθεστώς, που αποκλίνει από το κοινό δίκαιο και προσιδιάζει στην άσκηση δημόσιας εξουσίας, όπως ισχυρίζεται ο αναιρεσείων, αλλά μπορούν να περιληφθούν και να αποτελέσουν περιεχόμενο και κοινών συμβάσεων του ιδιωτικού δικαίου.

Επομένως η υποκείμενη έννομη σχέση δεν εμφανίζει στοιχεία υπεροχής του αρχικού εναγομένου Ο.Α.Π.-Δ.Ε.Η. έναντι του αναιρεσιβλήτου, και τούτο ανεξαρτήτως του ότι, με τη σύναψη της ένδικης σύμβασης παροχής υπηρεσιών καθαριότητας των χώρων των πολυϊατρείων και των κεντρικών γραφείων του, το Ο.Α.Π.-Δ.Ε.Η., δεν απέβλεψε αμέσως στην ικανοποίηση δημοσίου σκοπού, έστω και αν εμμέσως μέσω αυτής εξυπηρετείτο το κοινωνικό σύνολο και η λειτουργία του ανωτέρω φορέα κοινωνικής ασφάλισης.

Κατά συνέπεια η υποκείμενη έννομη σχέση είναι ιδιωτικού δικαίου, οπότε τον ίδιο χαρακτήρα έχει και η ένδικη διαφορά, και επομένως το Εφετείο, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφασή του έκρινε ότι πρόκειται για ιδιωτική διαφορά, για την εκδίκαση της οποίας έχουν δικαιοδοσία τα πολιτικά δικαστήρια, δεν υπέπεσε στην από τον αριθμό 4 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, και είναι αβάσιμος ο δεύτερος λόγος της αίτησης αναιρέσεως, με τον οποίο ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα.

Εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως προς εξέταση, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση του e-Ε.Φ.Κ.Α. και να καταδικαστεί ο ηττώμενος αναιρεσείων, που δεν εκπροσωπήθηκε από τις υπηρεσίες του Ν.Σ.Κ., στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, που κατέθεσαν προτάσεις, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 176, 183 ΚΠολΔ. Ο αναιρεσείων, ως νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου με τα προνόμια του Δημοσίου, δεν κατέθεσε παράβολο και συνεπώς δεν διατάσσεται η εισαγωγή του στο δημόσιο ταμείο.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Συνεκδικάζει την από 14-9-2022 αίτηση αναιρέσεως του Ε.Ο.Π.Υ.Υ. μετά των από 1-6-2023 προσθέτων λόγων και την από 19-9-2022 αίτηση αναιρέσεως του e-Ε.Φ.Κ.Α.

Απορρίπτει τους από 1-6-2023 προσθέτους λόγους. Δέχεται την από 14-9-2022 αίτηση αναιρέσεως του Ε.Ο.Π.Υ.Υ.

Αναιρεί την 3171/2021 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, μόνο κατά το μέρος που απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος ως απαράδεκτη.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές.

Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει σε τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ.

Απορρίπτει την από 19-9-2022 αίτηση αναιρέσεως του e-Ε.Φ.Κ.Α. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Μαΐου 2024.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 18 Ιουνίου 2024.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ