Legislator Case Law & Legislation
896/2023 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds, ruling that a new labor claim violates res judicata principles.

Case Number 896/2023
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the First Instance Court's decision regarding a labor dispute. The appellant argued that the First Instance Court erred in rejecting a supplementary claim filed years later, claiming the original judgment did not cover this new issue. The court held that the original judgment constituted res judicata because it fully resolved the legal relationship and the supplementary claim was an impermissible change of the subject matter of the lawsuit.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559, 577 of the Code of Civil Procedure; Res judicata bars a new claim if the original judgment fully resolved the legal relationship, the legal cause, and the historical cause, rendering a subsequent change of the subject matter impermissible.

Keywords

AI generated
res judicata change of subject matter labor dispute procedural admissibility Code of Civil Procedure

Cited Legislation

AI generated
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 577 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 896 / 2023 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 896/2023

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Μαριάνθη Παγουτέλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Ζώη, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Δημητρία Στρούζα-Ξένου-Κοκολέτση και Τριανταφυλλιά Πατρώνα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 18 Οκτωβρίου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Σ. Ζ. του Δ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της πληρεξουσίας δικηγόρου Μαρίας-Μαγδαληνής Τσίπρα, η οποία κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσίβλητου: ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "..." και το δ.τ. "...", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Μεταμόρφωση Αττικής και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της πληρεξουσίας δικηγόρου Βασιλικής Λινάρδου, η οποία κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4-10-2006 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 2064/2015 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου η οποία παρέπεμψε την υπόθεση για εκδίκαση στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Ακολούθως, εκδόθηκε η 1154/2017 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 3922/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί ο αναιρεσείων με την από 26-5-2021 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Δήμητρα Ζώη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την από 26-5-2021 αίτηση διώκεται η αναίρεση της εκδοθείσας αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, υπ' αριθ. 3922/2019 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Η εν λόγω αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε εμπρόθεσμα και νομότυπα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3, 566 παρ.1 ΚΠολΔ) και ως εκ τούτου είναι παραδεκτή (άρθ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθ. 577 παρ.3 ΚΠολΔ).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ. 1 εδ. α' του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα, με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, 2/2013, 7/2006).

Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου, κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς (ΟλΑΠ 18/1998, ΑΠ 179/2019, 3/2019). Δεν ιδρύεται όμως ο λόγος αυτός όταν πρόκειται για παραβίαση κανόνων δικονομικού δικαίου, όπως είναι οι διατάξεις που ρυθμίζουν τις προϋποθέσεις δημιουργίας δεδικασμένου κατά τα άρθρα 321 επ.

ΚΠολΔ οι οποίες εντάσσονται, ως εκ του περιεχομένου τους, στο πλαίσιο των δικονομικών και όχι των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων (ΑΠ 366/2019, 1559/2017). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος, προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (ΟλΑΠ 6/2019, 8/2018, 1/1999).

Με τον εν λόγω αναιρετικό λόγο, ελέγχεται η ορθότητα της ελάσσονος προτάσεως του νομικού συλλογισμού, από την άποψη αν οι παραδοχές της αποφάσεως πληρούν το πραγματικό του κανόνα δικαίου που εφάρμοσε (Ολ.ΑΠ 3/1997, 44/1990). Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 522 ΚΠολΔ με την άσκηση της εφέσεως η υπόθεση μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο μέσα στα όρια που καθορίζονται από την έφεση και τους πρόσθετους λόγους.

Η ως άνω διάταξη είναι δικονομικού και όχι ουσιαστικού δικαίου, καθόσον με αυτή ιδρύεται η δικονομική αρχή του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της εφέσεως, κατά την οποία σφάλματα ή παραλείψεις του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, που δεν προβάλλονται με λόγο εφέσεως από το διάδικο, δεν μπορούν να εξετασθούν αυτεπαγγέλτως από το Εφετείο, η εξουσία του οποίου οριοθετείται αποκλειστικά από τους λόγους εφέσεως, κύριους ή πρόσθετους, οι οποίοι προτείνονται από τον εκκαλούντα.

Η παράβαση της δικονομικής αυτής αρχής ιδρύει κατά της εφετειακής αποφάσεως τον από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως της παρά το νόμο λήψης υπόψη πραγμάτων (λόγων εφέσεως) που δεν προτάθηκαν ενώπιον αυτού νομίμως (ΑΠ 134/2008).

Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης και της προσβαλλομένης αποφάσεως (αρθρ. 561 παρ.2 ΚΠολΔ) προκύπτουν τα ακόλουθα: Ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων άσκησε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από 4-10-2016 αγωγή του, με την οποία, επικαλούμενος την κατάρτιση, μεταξύ του ίδιου και της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρείας, συμβάσεως, την οποία χαρακτήρισε, με βάση τα εκτιθέμενα σ' αυτή πραγματικά περιστατικά ως "σύμβαση αποκλειστικής διανομής", ζήτησε να αναγνωρισθεί ότι η εναγομένη υποχρεούται να του καταβάλει, α) το ποσό των 67.765,82 ευρώ ως αποζημίωση πελατείας, κατ' ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 9 π.δ. 219/1991 (που εφαρμόζεται στη σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας, β) το ποσό των 24.042,78 ευρώ ως διαφυγόντα κέρδη και γ) το ποσό των 60.000 ευρώ προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που υπέστη συνεπεία της παραλλήλως επιδειχθείσας αδικοπρακτικής συμπεριφοράς των αρμοδίων οργάνων της εναγομένης εταιρείας και συνολικά το ποσό των 151.808,60 ευρώ, με τον νόμιμο τόκο από της επιδόσεως της αγωγής.

Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 2064/2015 απόφαση του ανωτέρω Δικαστηρίου, με την οποία έγινε δεκτό ότι η έννομη σχέση που συνέδεε τους διαδίκους έφερε τον χαρακτήρα της συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας και στη συνέχεια παραπέμφθηκε η υπόθεση, κατ' άρθρο 46 ΚΠολΔ, προς εκδίκαση στο αρμόδιο καθ' ύλην και κατά τόπον Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, με την αρμόζουσα γι' αυτήν διαδικασία των εργατικών διαφορών, των άρθρων 663 έως 676 ΚΠολΔ, λόγω της εξαιρετικής (καθ' ύλην) αρμοδιότητας αυτού.

Μετά την τελεσιδικία της αποφάσεως αυτής, ο ενάγων επανέφερε προς συζήτηση την ως άνω αγωγή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την από 19.4.2016 κλήση του, με την οποία ορίστηκε δικάσιμος η 12.12.2016, ενώ ταυτόχρονα άσκησε την, από 19.4.2016, δεύτερη αγωγή του κατά της ίδιας ως άνω εναγομένης εταιρείας, με την οποία, αφού ενσωμάτωσε στο δικόγραφο αυτής αυτούσιο το κείμενο της πρώτης (από 4.10.2006) αγωγής του, επικαλούμενος ότι από την παραπεμπτική ως άνω απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών παρήχθη δεδικασμένο ως προς τον νομικό χαρακτηρισμό της ένδικης μεταξύ των διαδίκων συμβάσεως ως συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας, αλλά και ως προς την υλική αρμοδιότητα του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, στο οποίο αυτή παραπέμφθηκε για να συζητηθεί, δήλωσε ότι συμπλήρωνε τα κονδύλια της πρώτης αγωγής του με τα κονδύλια που, κατ' αυτόν, άρμοζαν στην ένδικη περίπτωση, λόγω των αναφερομένων εφαρμοστέων διατάξεων του εργατικού δικαίου.

Συναφώς δε, με τη νεότερη αυτή αγωγή, υποστήριξε ότι η γενόμενη στις 26.10.2005 καταγγελία της κριθείσας ως υφιστάμενης μεταξύ των διαδίκων συμβάσεως εργασίας ήταν άκυρη, λόγω της μη τήρησης των προσαπαιτούμενων για το κύρος της προϋποθέσεων, του έγγραφου δηλαδή τύπου και της καταβολής της νόμιμης οφειλόμενης αποζημίωσης απόλυσής του, άλλως λόγω της αντίθεσής της στις διατάξεις του άρθρου 281 του ΑΚ.

Ακολούθως, επικαλούμενος ότι η αμοιβή που λάμβανε από την εναγομένη υπολογιζόταν σε ποσοστό επί των πωλήσεων των προϊόντων της, ανερχόμενο, κατά το τελευταίο έτος της απασχόλησής του (2005) σε ποσοστό 6%, πλέον ποσοστού 3% επί των πληρωμών που οι πελάτες αυτής πραγματοποιούσαν τοις μετρητοίς και παραπέμποντας όσον αφορά αυτές (αποδοχές) στα εξειδικευόμενα κεφάλαια της προηγούμενης (από 4.10.2006) αγωγής του, ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ισχυρίστηκε ότι, συνεπεία της γενόμενης κατά τα ανωτέρω καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας του, του οφείλονται μισθοί υπερημερίας για το χρονικό διάστημα από τον Νοέμβριο του έτους 2005 έως και τις 31.3.2016, συνολικού ύψους 585.040,98 ευρώ.

Ότι, σε διαφορετική περίπτωση, κατά την οποία ήθελε θεωρηθεί ότι η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του ήταν έγκυρη, δικαιούταν να ζητήσει την οφειλόμενη και προβλεπόμενη από τις διατάξεις των ν. 2112/1920 και ν. 3198/1955 αποζημίωση απόλυσης, υπολογιζόμενη επί των, κατά τα παραπάνω, διαμορφωμένων μηνιαίων αποδοχών του, των δύο τελευταίων μηνών της εργασιακής του σχέσης με την εναγόμενη, συνολικού ύψους 70.124,77 ευρώ.

Ότι, επιπροσθέτως, λόγω του μονομερούς χαρακτηρισμού εκ μέρους της εναγομένης της συνδέουσας τους διαδίκους έννομης σχέσης ως συμβάσεως εμπορικής αντιπροσωπείας, η τελευταία ουδέποτε του κατέβαλε τα επιδόματα εορτών και αδείας που αυτός δικαιούταν να λάβει, με αποτέλεσμα να του οφείλεται για την αιτία αυτή και για το χρονικό διάστημα των ετών 2000 έως και 2005, το συνολικό ποσό των 52.395,79 ευρώ.

Ότι, ακόμη κι αν ήθελε γίνει δεκτό ότι η σύμβαση εργασίας του με την εναγόμενη ήταν άκυρη, ο ίδιος δικαιούταν τα παραπάνω αιτούμενα αγωγικά κονδύλια βάσει των διατάξεων περί αδικαιολόγητου πλουτισμού. Ότι εκτός των ανωτέρω, διεκδικούσε και την επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που, όπως ισχυρίστηκε, του προκάλεσε η χαρακτηριζόμενη ως καταχρηστική καταγγελία της, μεταξύ των διαδίκων, σύμβασης, παραπέμποντας σχετικώς, εκ νέου, στο οικείο κεφάλαιο της από 4.10.2006 (πρώτης ως άνω) αγωγής του.

Βάσει δε των ανωτέρω, με την χαρακτηριζόμενη ως συμπληρωματική της προηγούμενης (από 4.10.2006), νεότερη ως άνω αγωγή του, ζήτησε: Α) κατά μεν την κύρια βάση της προστεθείσας κατά τα ανωτέρω αγωγής του, στηριζόμενης στις διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας (α) να αναγνωριστεί η ακυρότητα της καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας του από την εναγόμενη εταιρεία, (β) να αναγνωριστεί ότι η τελευταία υποχρεούται να του καταβάλει (β1) το ποσό των 585.040,98 ευρώ για μισθούς υπερημερίας του προαναφερόμενου χρονικού διαστήματος, (β2) το ποσό των 52.395,79 ευρώ για οφειλόμενα επιδόματα εορτών και άδειας του εξειδικευόμενου ως άνω χρονικού διαστήματος και, επιπλέον, (β3) αφ' ενός, να υποχρεωθεί η εναγόμενη να του καταβάλει ως χρηματική ικανοποίηση, για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που ο εν λόγω διάδικος φέρεται ότι υπέστη το ποσό των 20.000 ευρώ, αφ' ετέρου, να αναγνωριστεί ότι η πρώτη υποχρεούται να του καταβάλει το ποσό των 40.000 ευρώ για την ίδια αιτία, Β) κατά δε την επικουρική βάση αυτής, (γ) να αναγνωριστεί ότι η εναγομένη εταιρεία υποχρεούται να του καταβάλει το ποσό των 70.124,77 ευρώ, ως "οφειλόμενη νόμιμη αποζημίωση απόλυσης, λόγω της γενόμενης κατά τα ανωτέρω καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του.

Επιβοηθητικώς δε, ζήτησε να του καταβληθούν τα ανωτέρω ποσά βάσει των διατάξεων περί αδικαιολόγητου πλουτισμού. Επί των ως άνω αγωγών, μετά από συνεκδίκαση αυτών, εκδόθηκε η, υπ'αριθμ. 1154/2017, οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία, όσον αφορά την πρώτη από 4.10.2006 αγωγή, έγινε δεκτό ότι αρμοδίως και παραδεκτώς εισήχθη για να συζητηθεί ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, σύμφωνα με την υπ' αριθμ. 2064/2015 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με το σκεπτικό ότι η τελευταία κατέστη τελεσίδικη, παράγοντας, έτσι, δεδικασμένο τόσο ως προς την καθ' ύλην αρμοδιότητα του Δικαστηρίου (Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών), όσο και ως προς τον νομικό χαρακτηρισμό της μεταξύ των διαδίκων συμβάσεως ως συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας.

Στη συνέχεια κρίθηκε ότι τα εκ μέρους του ενάγοντος αιτηθέντα κονδύλια αποζημίωσης και συγκεκριμένα το ποσό των 67.765,82 ευρώ για αποζημίωση πελατείας, του άρθρου 9 του π.δ/τος 219/1991, καθώς και το ποσό των 24.042,78 ευρώ, για διαφυγόντα κέρδη, λόγω μη τήρησης της προθεσμίας καταγγελίας, δεν προβλέπονται από τις διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας και η αρχική αγωγή απορρίφθηκε ως προς αυτά, ως μη νόμιμη.

Επιπλέον κρίθηκε ότι η σχετική αξίωση για την επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, δε στηριζόταν στην εργατική νομοθεσία, αλλά στη σύμβαση αποκλειστικής διανομής, η οποία, όμως, κατά την άνω απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, δεν υφίστατο, όπως αναφέρεται στην ίδια απόφαση.

Την απόρριψη δε του τελευταίου αυτού κονδυλίου, το προαναφερόμενο Δικαστήριο στήριξε στην επάλληλη αιτιολογία ότι σε κάθε περίπτωση δεν αποδείχθηκε ότι ο ενάγων υπέστη ηθική βλάβη από τη συμπεριφορά της εναγομένης. Όσον αφορά τη δεύτερη συμπληρωματική αγωγή, που ο ενάγων κατά τα παραπάνω άσκησε, κρίθηκε ότι το κύριο αίτημα αυτής, περί αναγνώρισης της υποχρεώσεως της εναγόμενης να του καταβάλει μισθούς υπερημερίας, για το χρονικό διάστημα μετά την άκυρη απόλυσή του, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτο, λόγω παρέλευσης της τρίμηνης αποσβεστικής προθεσμίας, του άρθρου 6 παρ.1 του ν. 3198/1955, όπως και το επικουρικό αίτημά της, περί αναγνώρισης της υποχρέωσης της εναγόμενης να καταβάλει στον ενάγοντα αποζημίωση απόλυσης, το οποίο επίσης πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτο, λόγω παρέλευσης της εξάμηνης αποσβεστικής προθεσμίας του άρθρου 6 παρ.2 του ν. 3198/1955, ενώ ως ουσιαστικώς αβάσιμοι κρίθηκαν οι ισχυρισμοί που προβλήθηκαν από πλευράς του ενάγοντος περί συνδρομής λόγων ανωτέρας βίας, που επικαλέστηκε ότι τον εμπόδισαν να προσβάλει το κύρος της από 26.10.2005 καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του εντός του προβλεπόμενου τριμήνου, προκειμένου να διεκδικήσει μισθούς υπερημερίας, άλλως, εντός εξαμήνου, έτσι ώστε να αξιώσει την αποζημίωση απόλυσης, που δικαιούταν.

Κατά τα λοιπά, η συμπληρωματική, ως άνω, αγωγή κρίθηκε παραδεκτή και νόμιμη, πλην της επικουρικής βάσης της, που στηριζόταν στις διατάξεις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού, η οποία απορρίφθηκε ως μη νόμιμη. Κατόπιν αυτών, το πρωτοβάθμιο ως άνω Δικαστήριο δέχτηκε ότι ο ενάγων απασχολήθηκε για λογαριασμό της εναγομένης εταιρείας μέχρι τις 26.10.2005 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, αλλά απέρριψε τα αγωγικά κονδύλια που αφορούσαν τα αιτηθέντα ως επιδόματα εορτών και αδείας ποσά, συνολικού ύψους 52.395,79 ευρώ, όπως και το συνολικώς αιτηθέν ως χρηματική ικανοποίηση αγωγικό κονδύλιο, ύψους 60.000 ευρώ, ως ουσιαστικώς αβάσιμα.

Συνακόλουθα δε, έκρινε ότι οι παραπάνω αγωγές είναι απορριπτέες στο σύνολό τους. Κατά της αποφάσεως αυτής ο ενάγων άσκησε την από 16- 1-2018 έφεσή του, επί της οποίας εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη υπ' αριθμ. 3922/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Με την απόφαση αυτή έγιναν δεκτά τα ακόλουθα: Ότι με την από 4.10.2006 αρχική αγωγή, ο καλών-ενάγων-εκκαλών, με βάση τα πραγματικά περιστατικά που παραθέτει, επικαλείται την κατάρτιση μεταξύ του ίδιου και της καθ'ης η κλήση - εναγόμενης - εφεσίβλητης εταιρείας συμβάσεως, η οποία έχει τα χαρακτηριστικά παραγγελιοδοχικής αντιπροσωπείας, στην ανώμαλη εξέλιξη της οποίας στήριξε τις ασκούμενες με την αγωγή αυτή, ως άνω αξιώσεις του.

Κατά συνέπεια η δικονομική αξίωση που ο εν λόγω διάδικος εισήγαγε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, αρχικά, στηριζόταν στην αμέσως προηγούμενη έννομη σχέση. Ότι, το ανωτέρω Δικαστήριο (Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών), δυνάμει υπ' αριθμ. 2064/2015 οριστικής αποφάσεώς του, χαρακτήρισε τη, μεταξύ των διαδίκων, καταρτισθείσα σύμβαση ως εξαρτημένης εργασίας και για τον λόγο αυτό παρέπεμψε την υπόθεση στο καθ' ύλην και κατά τόπον αρμόδιο Δικαστήριο, Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, κατ' άρθρο 46 του ΚΠολΔ, όπως έκρινε, προκειμένου αυτή να εκδικαστεί κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών και η απόφαση αυτή κατέστη τελεσίδικη.

Ότι από την απόφαση αυτή παρήχθη δικονομικό δεδικασμένο, αποκλειστικά για το θέμα της αρμοδιότητας, χωρίς, κατά τα λοιπά, αυτή να δεσμεύει το κατά παραπομπή Δικαστήριο (Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών) αναφορικά με τον πραγματοποιηθέντα νομικό χαρακτηρισμό της έννομης σχέσης μεταξύ των διαδίκων. Και ναι μεν η, κατά την παρεχόμενη στον καλούντα - ενάγοντα - εκκαλούντα δικονομική ευχέρεια, συμπλήρωσης της παραπάνω αγωγής, με ιδιαίτερο δικόγραφο, μετά την έκδοση της παραπεμπτικής, με αριθμό 2064/2015 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, και πριν την συζήτηση αυτής στο, κατά παραπομπή, καθ' ύλην αρμόδιο Δικαστήριο, Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, με την, από 19.4.2016, νεότερη, ως άνω αγωγή του, η οποία κατατέθηκε στη Γραμματεία του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και η οποία επιδόθηκε στην εναγόμενη εταιρεία στις 20.4.2016, παραδεκτώς ασκήθηκε, κατά το συγκεκριμένο δικονομικό στάδιο - πριν, δηλαδή, την πρώτη συζήτηση της αρχικής αγωγής, η οποία είχε προσδιοριστεί κατόπιν της, από 19.4.2016 κλήσης για τις 12.12.2016 - πλην όμως, με τη συμπληρωματική αυτή αγωγή μεταβλήθηκε ανεπίτρεπτα η αρχικώς εισαχθείσα δικονομική αξίωση του καλούντα - ενάγοντα - εκκαλούντα.

Ειδικότερα, ενόψει του ότι: α) τα υποβαλλόμενα με την αρχική (από 4.10.2006) αγωγή, αιτήματα, περί αναγνώρισης της υποχρέωσης της καθ'ης η κλήση - εναγόμενης να καταβάλει στον καλούντα - ενάγοντα τα ποσά 1. των 67.765,82 ευρώ, ως αποζημίωση πελατείας, που στηρίζεται στην διάταξη του άρθρου 9 του π.δ/τος 219/1991, το οποίο εφαρμόζεται αναλόγως στη σύμβαση παραγγελιοδοχικής αντιπροσωπείας, 2.

των 24.042,78 ευρώ, ως διαφυγόντα κέρδη, που στηρίζεται στην διάταξη του άρθρου 298 του ΑΚ και 3. των 60.000 ευρώ, ως αποζημίωση, για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης, που υποστηρίζεται ότι υπέστη ο συγκεκριμένος διάδικος από την φερόμενη ως πραγματοποιηθείσα καθ' υπέρβαση των ορίων που τίθενται από τη διάταξη του άρθρου 281 του ΑΚ καταγγελία της οικείας σύμβασης (παραγγελιοδοχικής αντιπροσωπείας), στις 26.10.2005 και το οποίο στηρίζεται στις διατάξεις των άρθρων 914, 919 και 932 του ΑΚ, είναι διαφορετικά από τα αιτήματα περί αναγνώρισης της ακυρότητας της γενόμενης κατά την παραπάνω ημεροχρονολογία (26.10.2005) και χαρακτηριζόμενης, πλέον, ως καταγγελίας της επικαλούμενης ως καταρτισθείσας σύμβασης εργασίας μεταξύ των διαδίκων, συνεπεία της οποίας επιδιώκεται, κυρίως, η επιδίκαση μισθών υπερημερίας και επικουρικώς η καταβολή της προβλεπόμενης κατά νόμο για την περίπτωση αυτή αποζημίωσης (απόλυσης), επιπλέον δε η επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης, λόγω της ηθικής βλάβης, συνιστάμενης στην αδικοπρακτική συμπεριφορά που η καθ' ης η κλήση - εναγόμενη - εφεσίβλητη φέρεται να επέδειξε ως εργοδότρια έναντι του καλούντα -ενάγοντα - εκκαλούντα, ως εργαζόμενους που θεμελιώνονται στις διατάξεις των άρθρων 57, 59, 330, 299, 349, 350, 648, 656 του ΑΚ - όπως το τελευταίο ισχύει μετά την τροποποίηση του, με το άρθρο 61 του ν. 4139/2013, κατ' άρθρο 98 παρ.1 του ίδιου νόμου, 669 παρ.2, 672, 914 και 932 του ΑΚ, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 5 παρ.1 και 22 του Συντάγματος καθώς και των άρθρων 1, 5 παρ.1 και 2, 6 παρ.1 και 2 του ν. 3198/1955 και των άρθρων 1 και 2 του ν. 21 12/1920, β) οι ουσιαστικές και νομικές προϋποθέσεις για τις ασκούμενες με τις ανωτέρω αγωγές αξιώσεις είναι διαφορετικές και επιπλέον, αυτές που επιχειρούνται να θεμελιωθούν στις παραπάνω διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας, υπόκεινται σε σύντομες αποσβεστικές προθεσμίες, που λαμβάνονται αυτεπαγγέλτως υπόψη από το Δικαστήριο και γ) ο καλών - ενάγων επιχειρεί να στηρίξει τις αξιώσεις του στις τελευταίες διατάξεις (της εργατικής νομοθεσίας), ενώ η δικονομική αξίωση που υποβλήθηκε από πλευράς του, βάσει της αρχικής αγωγής, είναι διαφορετική αυτής που εισήχθη με τη συμπληρωματική αγωγή (που επιχειρήθηκε να στηριχθεί στις πρώτες), για την εκδίκαση της οποίας αρμόδιο καθ' ύλην δικαστήριο είναι το Μονομελές Πρωτοδικείο, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, σε αντίθεση με την πρώτη (αρχική αγωγή), για την εκδίκαση της οποίας καθ' ύλην αρμόδιο (κατά τον κρίσιμο χρόνο) ήταν το Πολυμελές Πρωτοδικείο, κατά την τακτική διαδικασία, η τελευταία (συμπληρωματική αγωγή) συνιστά ανεπίτρεπτη μεταβολή της ιστορικής βάσης και του αντικειμένου της οικείας δίκης και κρίνεται, για την αιτία αυτή, απαράδεκτη.

Για το κεφάλαιο, όμως, της εκκαλουμένης αποφάσεως, που απέρριψε την αρχική αγωγή (που στηριζόταν κατά τα ανωτέρω σε σύμβαση παραγγελιοδοχικής αντιπροσωπείας), ο καλών - ενάγων - εκκαλών δεν προέβαλε κανένα παράπονο με τους λόγους της κρινόμενης έφεσής του, ενώ παραπονείται μόνον για το κεφάλαιο της προσβαλλόμενης αποφάσεως με το οποίο απορρίφθηκε η συμπληρωματική αγωγή του, ενώ ως προς την αρχική (από 4.10.2006) αγωγή του, αντιθέτως, δεν διαλαμβάνεται κανένας λόγος.

Εφόσον δε η τελευταία δεν μεταβιβάστηκε ενώπιόν του, με λόγο έφεσης, το Δικαστήριο τούτο στερείται της δυνατότητας έρευνας της αρχικής αγωγής. Όσον δε αφορά τη συμπληρωματική αγωγή, αυτή συνιστά, κατά τα παραπάνω, ανεπίτρεπτη μεταβολή του αντικειμένου της δίκης και, για τον λόγο αυτό, έπρεπε να απορριφθεί, ως απαράδεκτη.

Με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, κατά το πρώτο σκέλος του, προβάλλονται οι αιτιάσεις ότι το Εφετείο υπέπεσε στις αναιρετικές πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, καθόσον παραβίασε ευθέως, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις διατάξεις των άρθρων 321, 322, 324, 331 και 522 ΚΠολΔ και εκ πλαγίου, περιλαμβάνοντας στην απόφασή του αντιφατικές αιτιολογίες, καθώς, "ενώ δέχθηκε ότι η υπ' αριθμ. 2064/2015 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών παράγει δεδικασμένο ως προς την καθύλην αρμοδιότητα του δικαστηρίου και ότι η αρχική (από 4.10.2006) αγωγή του, δεν μεταβιβάστηκε ενώπιόν του (Εφετείο) με λόγο έφεσης, με αποτέλεσμα να μην δύναται να την ερευνήσει, στη συνέχεια έκρινε ότι η, από 19-4-2016, νεότερη αγωγή του, η οποία ασκήθηκε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά τη διαδικασία των Εργατικών Διαφορών κατόπιν παραπομπής από την υπ' αριθμ. 2064/2015 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, συνιστά ανεπίτρεπτη μεταβολή του αντικειμένου της δίκης και ως εκ τούτου πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη" και επιπλέον, διότι, "παρόλο που η, υπ' αριθμ. 1054/2017, απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε κατόπιν συνεκδίκασης των αγωγών του, έκρινε ότι η υπ' αριθμ. 2064/2015 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών έχει καταστεί τελεσίδικη καθώς δεν προσβλήθηκε με έφεση από κανέναν εκ των διαδίκων και ως εκ τούτου παράγει δεδικασμένο ως προς τον νομικό χαρακτηρισμό της σύμβασης μεταξύ αυτού και της εναγομένης, ως σύμβασης εξαρτημένης εργασίας και ως προς την καθ' ύλην αρμοδιότητα του Δικαστηρίου, και (παρόλο που) το κεφάλαιο αυτό (της υπ'αριθμ. 1054/2017 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου), δεν προσβλήθηκε με έφεση από κανέναν εκ των διαδίκων, τόσο ως προς το ζήτημα της καθ ύλην αρμοδιότητας του Δικαστηρίου, όσο και ως προς τον χαρακτηρισμό της σύμβασής του ως εξαρτημένης εργασίας, χαρακτηρισμό τον οποίο και ο ίδιος αποδέχθηκε, αφού δεν άσκησε έφεση, έκρινε ότι η από 19-4-2016 νεότερη αγωγή του πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη λόγω ανεπίτρεπτης μεταβολής του αντικειμένου της δίκης, κρίση στην οποία κατέληξε με αντιφατική αιτιολογία, καθώς, ενώ δέχθηκε από τη μία ότι η νομική βάση της πρώτης αγωγής του δε δύναται να εξετασθεί από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αφού δε μεταβιβάστηκε ενώπιόν του με την έφεση, από την άλλη απορρίπτει την αγωγή του λόγω αντίθεσης στη νομική βάση της πρώτης αγωγής του.

Ο ως άνω λόγος αναιρέσεως κατά το πρώτο σκέλος του, με τον οποίο υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθμ.1 ΚΠολΔ, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της ευθείας παράβασης των ως άνω διατάξεων (με εσφαλμένη εφαρμογή) είναι απαράδεκτος, διότι, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν παραπάνω, οι επικαλούμενες ως παραβιασθείσες με εσφαλμένη ερμηνεία διατάξεις των άρθρων 321, 322, 324, 331 και 522 ΚΠολΔ, εντάσσονται, ως εκ του περιεχομένου τους, στο πλαίσιο των δικονομικών και όχι των, ουσιαστικού δικαίου, διατάξεων.

Ο ίδιος λόγος κατά το δεύτερο σκέλος του, με τον οποίο, υπό την επίκληση του άρθρου 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της εκ πλαγίου (με αντιφατικές αιτιολογίες) παράβασης των ως άνω διατάξεων, είναι επίσης απαράδεκτος, καθόσον η έλλειψη νόμιμης βάσης της προσβαλλομένης αποφάσεως δικαιολογεί την αναίρεση με τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, μόνο σε περίπτωση σχετικής πλημμέλειας από το ουσιαστικό και όχι από το δικονομικό δίκαιο, όπως είναι οι προκείμενοι κανόνες (ΑΠ 1524/2007, 212/2004, 261/1997).

Με το τρίτο σκέλος του ίδιου ως άνω λόγου, προβάλλεται, όπως ορθά εκτιμάται, η αναιρετική πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 8 περ. α' του ΚΠολΔ (και όχι από τον αριθμό 1), με την αιτίαση ότι το Εφετείο, κατά παραβίαση της διατάξεως του άρθρου 522 του ΚΠολΔ, και των διατάξεων των άρθρων 321, 322, 324, 331 του ΚΠολΔ, με το να ερευνήσει τη νομική βασιμότητα της πρώτης (από 4.10.2006) αγωγής του και να δεχθεί ότι η μεταξύ των διαδίκων καταρτισθείσα σύμβαση δεν έχει τα χαρακτηριστικά της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας και ότι η επιγενόμενη (από 19-4-2016) αγωγή του, είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη, λόγω ανεπίτρεπτης μεταβολής του αντικειμένου της δίκης, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν με λόγο έφεσης και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, καθόσον, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν παραπάνω, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, ναι μεν έκρινε ότι, για το κεφάλαιο, της εκκαλουμένης υπ' αριθμ. 1054/2017 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου, που απέρριψε την αρχική αγωγή (που στηριζόταν κατά τα ανωτέρω σε σύμβαση παραγγελιοδοχικής αντιπροσωπείας), ο ενάγων - εκκαλών δεν προέβαλε κανένα παράπονο με τους λόγους της κρινόμενης έφεσής του, με συνέπεια, αφού η τελευταία δεν μεταβιβάστηκε ενώπιόν του, να στερείται της δυνατότητας έρευνας της αρχικής αγωγής, ωστόσο όμως ενόψει της μεταβίβασης στο Εφετείο, με την άσκηση της πιο πάνω εφέσεως εκ μέρους της ενάγουσας, του κεφαλαίου της εκκαλουμένης αποφάσεως που αφορούσε την απόρριψη της δεύτερης (από 19-4-2016) συμπληρωματικής, της αρχικής (από 4-10-2006) αγωγής, το Εφετείο, στα πλαίσια έρευνας της νομιμότητας της δεύτερης αυτής αγωγής, ορθά προέβη σε έρευνα της νομικής βασιμότητας και της πρώτης αγωγής, αφού το κείμενο αυτής είχε ενσωματωθεί αυτούσιο στο δικόγραφο της δεύτερης και με αυτή (δεύτερη) δήλωνε ρητά ότι συμπλήρωνε τα κονδύλια της πρώτης αγωγής, που κατ' αυτόν άρμοζαν στην ένδικη περίπτωση, λόγω των εφαρμοστέων κατά τα παραπάνω διατάξεων του εργατικού δικαίου.

Ωστόσο, πρέπει να σημειωθεί ότι από την ως άνω υπ' αριθμ. 2064/2015 τελεσίδικη παραπεμπτική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, παρήχθη μόνο δικονομικό δεδικασμένο, αποκλειστικά δηλαδή για το θέμα της αρμοδιότητας του Δικαστηρίου και όχι δεδικασμένο ως προς τον νομικό χαρακτηρισμό της έννομης σχέσεως μεταξύ των διαδίκων ως συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας, που δόθηκε από το ως άνω Δικαστήριο, αφού ο νομικός χαρακτηρισμός από μόνος του, χωρίς την έρευνα από το Δικαστήριο και των λοιπών στοιχείων που απαιτούνται από τις διατάξεις των άρθρων 322, 324, 331 ΚΠολΔ (σύμφωνα με τις οποίες δεδικασμένο υπάρχει μεταξύ των ίδιων προσώπων, με την ίδια ιδιότητα, μόνο για το δικαίωμα που κρίθηκε και εφόσον πρόκειται για το αυτό αντικείμενο και την αυτή ιστορική και νομική αιτία), δεν καλύπτεται από το δεδικασμένο, καθόσον τα απαιτούμενα από τις ως άνω διατάξεις στοιχεία καλύπτονται από το δεδικασμένο, μόνο ως ενιαίο σύνολο κρινόμενα από το δικαστήριο για την αναγνώριση της έννομης σχέσης.

Δηλαδή το δεδικασμένο καλύπτει, ως ενιαίο σύνολο, ολόκληρο τον δικανικό συλλογισμό βάσει του οποίου το δικαστήριο κατέληξε στην αναγνώριση της επίδικης έννομης σχέσης, δηλαδή: α) το δικαίωμα που κρίθηκε, δηλαδή την έννομη σχέση που αναγνωρίστηκε, β) τη νομική αιτία, δηλαδή τον νομικό χαρακτηρισμό που δόθηκε από το δικαστήριο στα πραγματικά περιστατικά κατά την υπαγωγή τους στη σχετική διάταξη του νόμου, την οποία εφάρμοσε και γ) την ιστορική αιτία, που έγινε δεκτή, και τα πραγματικά περιστατικά, που ήταν αναγκαία για τη διάγνωση της έννομης σχέσης (ΑΠ 108/2019).

Επομένως, ορθά το Εφετείο εξέτασε τη νομική βασιμότητα της πρώτης αγωγής και έκρινε ότι με βάση τα εκτιθέμενα στη δεύτερη συμπληρωματική αγωγή, μεταβλήθηκε ανεπίτρεπτα η αρχικώς εισαχθείσα δικονομική αξίωση του ενάγοντος.

Με τον δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως προβάλλεται ότι το Εφετείο υπέπεσε στις ίδιες αναιρετικές πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, καθόσον παραβίασε ευθέως, με εσφαλμένη εφαρμογή και εκ πλαγίου, με αντιφατικές αιτιολογίες, τις διατάξεις των άρθρων 222, 223 και 224 ΚΠολΔ, καθώς και τις διατάξεις των άρθρων 321, 322, 324, 325, 330 και 332 ΚΠολΔ, με το να κρίνει ότι μετά την έγερση της αρχικής από 4-10-2006 αγωγής του επήλθε εκκρεμοδικία και ότι η μεταγενεστέρως ασκηθείσα από 19-4-2016 αγωγή του, η οποία στηριζόταν σε διαφορετική ιστορική και νομική αιτία, συνιστά ανεπίτρεπτη μεταβολή του αντικειμένου της δίκης και ως εκ τούτου πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εκκρεμοδικίας, αφού με την, υπ' αριθμ. 2064/2015, απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου, η οποία παράγει δεδικασμένο ως προς τον χαρακτηρισμό της συμβάσεώς του ως εξαρτημένης εργασίας, περατώθηκε η δίκη επί της πρώτης αγωγής και αποκλείεται η ύπαρξη εκκρεμοδικίας. Ο ως άνω λόγος είναι επίσης απαράδεκτος, διότι οι επικαλούμενες ως παραβιασθείσες ευθέως, με εσφαλμένη ερμηνεία και εκ πλαγίου, με αντιφατικές αιτιολογίες, διατάξεις, εντάσσονται, ως εκ του περιεχομένου τους, στο πλαίσιο των δικονομικών και όχι των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων.

Κατόπιν αυτών και μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναιρέσεως προς έρευνα, πρέπει η ένδικη αναίρεση να απορριφθεί στο σύνολό της. Τέλος πρέπει να καταδικαστεί ο αναιρεσείων, λόγω της ήττας του, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, η οποία παρέστη και κατέθεσε προτάσεις (αρθρ. 176, 183 και 191 παρ.2 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 26-5-2021 αίτηση για αναίρεση της υπ'αριθμ. 3922/2019 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 23 Νοεμβρίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 13 Ιουνίου 2023.

H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ