Legislator Case Law & Legislation
896/2021 AI generated

Supreme Court dismisses appeal for procedural defects and vague supplementary claims in labor dispute.

Case Number 896/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellants' request to overturn the First Instance Court's decision regarding a labor dispute over a special allowance. The appellants argued the lower court erred by failing to examine a supplementary claim based on abuse of right, but the court found this claim vague and inadmissible. Consequently, the appeal was rejected, and the appellants were ordered to pay the respondent's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559, 577 of the Code of Civil Procedure; An appeal based on a vague or inadmissible supplementary claim fails to establish a ground for review if it lacks legal effect on the judgment's operative part.

Keywords

AI generated
Code of Civil Procedure vague claim supplementary claim abuse of right procedural defect labor dispute legal costs

Cited Legislation

AI generated
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 577 of the Code of Civil Procedure
Article 288 of the Civil Code
Article 9 of the Decree-Law 210/1974

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court Plenary 2/1989
Supreme Court 1760/2005
Supreme Court 113/2007

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 896 / 2021 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 896/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Νικολακέα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Θεόδωρο Μαντούβαλο, Καλλιόπη Πανά και Eλένη Κατσούλη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 15 Δεκεμβρίου 2020, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1.Γ. Κ. του Δ., κατοίκου …, 2.Δ. Δ. του Τ., κατοίκου …, 3.Κ. Ι. του Δ., κατοίκου …, 4.Χ. Μ. του Γ., κατοίκου …., 5.Ν. Φ. του Ε., κατοίκου …, 6.Ι. Χ. του Χ., κατοίκου …, 7.Α. Τ. του Κ., κατοίκου …, 8.Η Τ. του Α., κατοίκου … και 9.Ε. Κ. του Λ., κατοίκου …., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αντώνιο Ρουπακιώτη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΗΛΕΚΤΡΙΣΜΟΥ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" (ΔΕΗ Α.Ε.), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Περικλή Κατσαούνη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4/7/2018 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 90/2019 του ίδιου Δικαστηρίου και 6363/2019 απόφασης Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 14/1/2020 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης κατά της 6363/2019 μη εκδοθείσας τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών (άρθρ. 614 παρ. 3 ΚΠολΔ), η οποία κατατέθηκε νομότυπα στη γραμματεία του Εφετείου Αθηνών στις 17-1-2020, ήτοι εντός της διετούς προθεσμίας από τη δημοσίευσή της, είναι παραδεκτή ως εμπροθέσμως ασκηθείσα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3 και 577 παρ. 1 ΚΠολΔ), και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Η αρχή της ίσης μεταχείρισης των μισθωτών που απασχολούνται στον ίδιο εργοδότη, η οποία θεμελιώνεται στ άρθρα 288 ΑΚ, 22 παρ. 1 του Συντάγματος και 141 (πρώην άρθρο 119) της Συνθήκης περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, που κυρώθηκε με το Ν. 3001/2002, επιβάλλεις στον εργοδότη, όταν προβαίνει σε οικειοθελή ή μισθολογική ή άλλη εργασιακή παροχή, μονομερή ή συμβατική, προς ορισμένους εργαζόμενους του, να μην εξαιρεί από αυτή άλλους εργαζόμενους του, ανεξαρτήτως του χρόνου πρόσληψής τους και του ύψους του μισθού τους, που ανήκουν στην ίδια κατηγορία και παρέχουν τις ίδιες υπηρεσίες κάτω από τις ίδιες συνθήκες, υπό την έννοια της ομοιότητας των συνθηκών απασχόλησης και των προσόντων, εκτός αν η εξαίρεση ή απόκλιση δικαιολογείται από επαρκή αντικειμενικό λόγο (Ολ.

ΑΠ 348/1985, Ολ ΑΠ 1191/1983). Η αρχή αυτή ανάγεται σε κανόνα δημόσιας τάξης, που παρέχει απευθείας στον εργαζόμενο το δικαίωμα να αξιώσει, με αγωγή, από τον εργοδότη την οικειοθελή παροχή. Την ύπαρξη ειδικού και σοβαρού λόγου, που να δικαιολογεί, αντικειμενικά, τη διαφορετική μεταχείριση, ο (εναγόμενος) εργοδότης πρέπει να επικαλεστεί, κατ' ένσταση, και να αποδείξει.

Προϋπόθεση για την εφαρμογή της ίσης μεταχείρισης είναι παροχή του εργοδότη οικειοθελής, ήτοι από πρωτοβουλία του, χωρίς να υπάρχει σχετική υποχρέωσή του από διάταξη νόμου ή από όρο Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας ή Διαιτητικής Απόφασης ή από δικαστική απόφαση και να χορηγείται νομίμως, δεδομένου ότι η παρά το νόμο χορήγηση οικειοθελούς παροχής σε ορισμένους εργαζόμενους, δεν δικαιολογεί ανάλογη αξίωση των εργαζομένων, στους οποίους δεν χορηγήθηκε, αφού η αξίωση από την αρχή της ίσης μεταχείρισης δεν μπορεί να θεμελιωθεί σε εργοδοτική παρανομία (ΑΠ 180/2019, ΑΠ 1364/2019, ΑΠ 1386/2008).

Εξάλλου, για να είναι ορισμένη η αγωγή, με την οποία ο μισθωτός διώκει μισθολογική ή άλλη υπηρεσιακή παροχή, με βάση την αρχή της ίσης μεταχείρισης, πρέπει να εκθέτει σ' αυτήν: α) Την οικειοθελή παροχή, στην οποία προέβη ο εργοδότης σε άλλους μισθωτούς, β) τα ονοματεπώνυμα αυτών, γ) το είδος της εργασίας που παρέχουν αυτοί και τις συνθήκες υπό τις οποίες την παρέχουν, δ) τα προσόντα αυτών, και ε) τα προσόντα του ενάγοντος, το είδος της εργασίας του και τις συνθήκες υπό τις οποίες την προσφέρει, ώστε να μπορεί να κριθεί εάν ο εργοδότης, προσφέροντας οικειοθελώς μισθολογικές ή άλλες υπηρεσιακές παροχές προς ορισμένους μισθωτούς του και εξαιρώντας από αυτές τον ενάγοντα παραβιάζει την αρχή της ίσης μεταχείρισης. (ΑΠ 1364/2019, ΑΠ 1171/1991).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 216 ΚΠολΔ, η αγωγή, εκτός από τα στοιχεία που ορίζονται στα άρθρα 118 και 117, πρέπει να περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν, σύμφωνα με το νόμο και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου. Διαφορετικά η αγωγή είναι αόριστη.

Η αοριστία δε αυτή, με την έννοια της ποιοτικής ή ποσοτικής αοριστίας δεν μπορεί να θεραπευθεί ούτε με τις προτάσεις ούτε με παραπομπή στο περιεχόμενο άλλου εγγράφου, ούτε μπορεί σε αυτή να γίνει επιφύλαξη διόρθωσης ή συμπλήρωσης από την προσαγωγή ή εκτίμηση αποδείξεων, διότι αυτό αντίκειται στις διατάξεις για την προδικασία του άρθρου 111 ΚΠολΔ, των οποίων η τήρηση ερευνάται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο.

Αν δε το δικαστήριο δεν απορρίπτει την αγωγή, αν και το δικόγραφό της σε ό,τι αφορά την έκθεση των πραγματικών περιστατικών που απαρτίζουν την ιστορική αιτία, είναι αόριστο, αλλά προβαίνει στην κατ' ουσίαν εξέτασή της, παραλείπει κατά παράβαση της άνω δικονομικής διάταξης του άρθρου 216 ΚΠολΔ να κηρύξει ακυρότητα του δικογράφου και ιδρύεται ο λόγος αναίρεσης από τον αριθ. 14 του άρθρου 559 ΚΠοΛΔ (ΑΠ 1330/2002, ΑΠ 1503/2009) και όχι από τον αριθ. 1 του ίδιου άρθρου 559 ΚΠολΔ, που δημιουργεί λόγο αναίρεσης στην περίπτωση μόνο της νομικής αοριστίας της αγωγής, σε συνδυασμό με ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, και όχι δικονομικού τοιούτου, όπως εκείνη του άρθρου 216 ΚΠολΔ (ΑΠ 571/2004), ενώ ιδρύεται ο λόγος αναίρεσης από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη του θεμελιωτικό περιστατικό μη περιλαμβανόμενο στο δικόγραφο της αγωγής (ΑΠ 1503/2009).

Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 118 αρ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι στο έγγραφο της αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί, αν και ποιο λόγο αναίρεσης από τους περιοριστικώς αναφερόμενους στα άρθρα 559 και 560 ΚΠολΔ θεμελιώνει η προσβαλλόμενη αιτίαση.

Ειδικά, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης για παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου από το δικαστήριο της ουσίας (αριθ. 1 των άρθρων 559 και 560 ΚΠολΔ), πρέπει να καθορίζεται, εκτός από τη συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε και το αποδιδόμενο στην απόφαση νομικό σφάλμα, δηλαδή που ακριβώς εντοπίζεται η παράβαση κατά την ερμηνεία ή εφαρμογή του κανόνα (Ολ.

ΑΠ 1/1995, Ολ. ΑΠ 20/2005, ΑΠ 1662/2009). Στην προκείμενη περίπτωση, από την κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση από το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης, σε συνδυασμό προς την έρευνα των προβαλλόμενων αναιρετικών λόγων, προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την από 4-7-2018 και με αριθμό κατάθεσης 66182/1967/2018 αγωγή, όπως παραδεκτώς το αίτημά της περιορίστηκε, οι ενάγοντες εκθέτουν, ότι προσλήφθηκαν από την εναγομένη, κατά τους ειδικότερους σ' αυτήν χρόνους, με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και εντάχθηκαν στο προσωπικό αυτής, υπαγόμενοι στις ρυθμίσεις του κανονισμού κατάστασης προσωπικού ΔΕΗ, που έχει ισχύ νόμου.

Ότι, αυτοί έχουν λάβει ειδικότητα Τ4/1, δηλαδή χειριστού μηχανημάτων τεχνικών έργων και κατέχουν άδεια χειριστού Α' τάξης. Ότι εργάζονται στο εργοτάξιο της ΔΕΗ στο Λιγνιτικό Κέντρο Πτολεμαϊδας - Φλώρινας - Αμυνταίου, πλην του ένατου, ο οποίος εργάζεται στο εργοτάξιο της ΔΕΗ στο Λιγνιτικό Κέντρο Μεγαλόπολης.

Ότι άπαντες απασχολούνται στην εκτέλεση διατρήσεων και ανατινάξεων με πίεση με γεωτρητικά φορεία εντός των ορυχείων της ΔΕΗ. Ότι με την …/…-4-1990 απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της εναγομένης εγκρίθηκε η χορήγηση ειδικού επιδόματος σε ποσοστό 20% επί του βασικού μισθού στους χειριστές και κατευθυντές βαρέων μηχανημάτων, ηλεκτροκίνητων και ντιζελοκίνητων, που απασχολούνται στο σύστημα φυλακής ή ανήκουν στο προσωπικό ημέρας και δεν απασχολούνται σε περανοφόρους ανυψωτές συνεργείων, με σκοπό την αύξηση της παραγωγικότητας, χωρίς ωστόσο να συμπεριλάβει σ' αυτούς και τους ίδιους, με την αιτιολογία ότι αυτοί είναι γεωτρυπανιστές και ρητά εξαιρούνται του επίδικου επιδόματος.

Ότι η εξαίρεση αυτών (εναγόντων) από την χορήγηση του εν λόγω επιδόματος συνιστά παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχείρισης, αφού και αυτοί εργάζονται ως χειριστές βαρέων μηχανημάτων στα εργοτάξια της εναγομένης, κατέχουν άδεια χειρισμού μηχανημάτων Α' τάξης, παρέχουν όμοια εργασία και υπό όμοιες συνθήκες και με τον ίδιο βαθμό επικινδυνότητας, και ως εκ τούτου δεν υφίσταται διαφορά από τους χειριστές βαρέων μηχανημάτων, που λαμβάνουν το επίδικο επίδομα.

Περαιτέρω εκθέτουν ότι οι κατανομαζόμενοι συνάδελφοί τους, που παρείχαν την ίδια εργασία (χειριστές διατρητικών φορείων) και υπό τις ίδιες συνθήκες προσέφυγαν στα αρμόδια Δικαστήρι, τα οποία με τελεσίδικες αποφάσεις τους δέχθηκαν, ότι αυτοί δικαιούνται το επίδικο επίδομα, παρότι χαρακτηρίζονταν από την εναγομένη ως γεωτρυπανιστές και ότι η εξαίρεσή τους από την καταβολή του ως άνω επιδόματος παραβιάζει την αρχή της ίσης μεταχείρισης, άλλως η άρνηση της εναγομένης στην καταβολή του εν λόγω επιδόματος συνιστά καταχρηστική άσκηση του διευθυντικού δικαιώματος.

Ζήτησαν δε οι ενάγοντες: α) να αναγνωρισθεί η υποχρέωση της εναγομένης να τους καταβάλλει το επίδικο επίδομα σε μηνιαία βάση από 1-1-2018, και β) να αναγνωρισθεί η υποχρέωση της εναγομένης να τους καταβάλει αναδρομικά τα αναφερόμενα στην αγωγή ποσά, που αντιστοιχούν στο επίδικο επίδομα, για τη χρονική περίοδο από 1-1-2012 έως 31-12-2017, με το νόμιμο τόκο κατά τις αναφερόμενες στην αγωγή διακρίσεις.

Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η 90/2019 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία έγινε δεκτή εν μέρει ως βάσιμη και κατ' ουσίαν, ακολούθως δε κατόπιν ασκηθείσας εφέσεως κατ' αυτής, εκδόθηκε η 6363/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία κατά παραδοχή της εφέσεως, εξαφανίσθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση και απορρίφθηκε η αγωγή ως αόριστη, κατά το μέρος που διώκεται η καταβολή της ως άνω μισθολογικής παροχής, με βάση την αρχή της ίσης μεταχείρισης, για το λόγο ότι η εναγομένη προέβη σ' αυτήν σε άλλους εργαζόμενους που παρέχουν την ίδια ακριβώς εργασία και υπό τις ίδιες συνθήκες και ως μη νόμιμη, κατά το μέρος που διώκεται, με βάση την αρχή της ίσης μεταχείρισης, η καταβολή της ως άνω μισθολογικής παροχής εκ του ότι η εναγομένη κατέβαλε αυτήν στους κατονομαζόμενους συναδέλφους τους, που εκτελούν την ίδια εργασία, με τελεσίδικη δικαστική απόφαση.

Με το παρατιθέμενο περιεχόμενο και αίτημα η αγωγή κατά τη βάση της που στηρίζεται στην αρχή της ίσης μεταχείρισης ήταν πράγματι αόριστη και ανεπίδεκτη δικαστικής εκτίμησης, καθόσον δεν περιέχει όλα τα κατ' άρθρο 216 ΚΠολΔ αναγκαία στοιχεία. Ειδικότερα δεν προσδιορίζονται οι μισθωτοί προς τους οποίους εκδηλώθηκε η ευνοϊκή μεταχείριση, καθώς και το αντικείμενο και οι συνθήκες εργασίας των χειριστών βαρέων μηχανημάτων ηλεκτροκίνητων και ντιζελοκίνητων, στους οποίους εναγομένη χορήγησε το επίδικο ειδικό επίδομα, ούτε περιγράφονται τα βασικά χαρακτηριστικά των εν λόγω μηχανημάτων (ιπποδύναμη, όγκος κ.λ.π.), ώστε να μπορεί να κριθεί, αν τόσο η εργασία όσο και οι συνθήκες παροχής αυτής των χειριστών των πιο πάνω μηχανημάτων είναι ουσιωδώς όμοια με αυτές των χειριστών διατρητικών φορείων, στην κατηγορία των οποίων ανήκουν και οι ενάγοντες κατά την αγωγή.

Επομένως, το Εφετείο που έκρινε ότι η αγωγή ήταν αόριστη κατά το άνω μέρος, δεν κήρυξε απαράδεκτο παρά το νόμο το δικόγραφο της αγωγής και, συνεπώς, ο δεύτερος λόγος της αναίρεσης κατά το πρώτο σκέλος του, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (όχι από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ) κρίνεται αβάσιμος.

Ο αναιρετικός λόγος του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ προϋποθέτει ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας και ελλείψεις ή ασάφειες στη διατύπωση της ελάσσονος πρότασης της προσβαλλόμενης απόφασης σε ζήτημα που ασκεί επίδραση στην έκβαση της δίκης. Επομένως, ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη ή ως απαράδεκτη (ΑΠ 99/2020, ΑΠ 701/2011, ΑΠ 121/2009). Κατά συνέπεια, ο δεύτερος λόγος της αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος του, με το οποίο, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση ότι περιέχει ανεπαρκείς αιτιολογίες, είναι απαράδεκτος, εφόσον στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο δεν εισήλθε στην κατ' ουσίαν διερεύνηση της υπόθεσης, αλλά κρίνοντας ότι η αγωγή ήταν αόριστη κατά το ως άνω μέρος, δέχθηκε κατ' ουσίαν την έφεση της εναγομένης και, αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, απέρριψε την αγωγή ως αόριστη.

Βασική προϋπόθεση για την εφαρμογή της αρχής της ίσης μεταχείρισης, που απορρέει από το άρθρο 288 ΑΚ και στηρίζεται στα άρθρα 22 παρ. 1 εδ. β' του Συντάγματος και 141 της Συνθήκης περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, είναι η παροχή του Εργοδότη να είναι εκούσια και οικειοθελής, δηλαδή να χορηγείται από δική του πρωτοβουλία και χωρίς να υπάρχει σχετική από το νόμο υποχρέωση (ΑΠ 673/2014, ΑΠ 808/2012).

Διαφορετικά, αν ο εργοδότης έχει υποχρέωση από διάταξη νόμου ή από όρο συλλογικής σύμβασης εργασίας ή διαιτητικής απόφασης ή από δικαστική απόφαση να χορηγήσει κάποια παροχή σε ορισμένους μισθωτούς, δεν πρόκειται για οικειοθελή παροχή και η εξαίρεση από αυτήν άλλων μισθωτών, που τελούν υπό τις ίδιες συνθήκες, δεν παραβιάζει την αρχή της ίσης μεταχείρισης (ΑΠ 536/2018).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, μολονότι συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, δηλαδή εσφαλμένη υπαγωγή σε αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (Ολ ΑΠ 1/2016, Ολ.

ΑΠ 2/2013). Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ίδιου δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία αυτή περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικά και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 130/2016, ΑΠ 1420/2013).

Στην προκείμενη περίπτωση, υπό το ανωτέρω περιεχόμενο, η αγωγή κατά το μέρος που διώκεται, με βάση την αρχή της ίσης μεταχείρισης, η καταβολή της επίδικης μισθολογικής παροχής εκ του ότι η εναγομένη κατέβαλλε αυτήν στους κατανομαζόμενους εργαζόμενους, που εκτελούν την ίδια εργασία και τελούν υπό τις ίδιες συνθήκες, με τελεσίδικη δικαστική απόφαση, είναι μη νόμιμη.

Και τούτο, διότι, σύμφωνα με τη νομική σκέψη που προηγήθηκε, στην περίπτωση που ο εργοδότης έχει υποχρέωση από δικαστική απόφαση να χορηγήσει κάποια παροχή σε ορισμένους μισθωτούς, δεν πρόκειται για οικειοθελή παροχή και η εξαίρεση από αυτήν άλλων μισθωτών, που τελούν υπό τις ίδιες συνθήκες, δεν παραβιάζει την αρχή της ίσης μεταχείρισης.

Επομένως, το Εφετείο, που, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κρίνοντας επί της εφέσεως της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης, δέχθηκε τα ίδια και, αφού εξαφάνισε την απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου, που είχε δεχθεί εν μέρει ως και κατ' ουσίαν βάσιμη την αγωγή, απέρριψε αυτήν κατά το μέρος αυτό ως μη νόμιμη, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 288 ΑΚ και 22 παρ. 1 β' του Συντάγματος και 119 της Ιδρυτικής Συνθ.

ΕΟΚ και, συνεπώς, ο τρίτος λόγος της αναίρεσης κατά το πρώτο σκέλος του, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (όχι από τον αριθ. 14) είναι αβάσιμος. Περαιτέρω, ο πρώτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση ότι με το να δεχθεί ότι η χορήγηση του επίδικου ειδικού επιδόματος αποτελεί οικειοθελή παροχή, παρότι αυτό καταβλήθηκε σε υλοποίηση της, από το άρθρο 9 παρ. 1 του από 31-12-1973 κανονισμού της ΔΕΗ, που επικυρώθηκε με το ν.δ. 210/1974, που έχει ισχύ νόμου, προβλεπόμενης δυνατότητας του Διοικητικού Συμβουλίου της εναγομένης, παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή την ως άνω διάταξη του άρθρου 9 παρ. 1 του έχοντος ισχύ ουσιαστικού νόμου κανονισμού της ΔΕΗ, είναι αόριστος, εφόσον δεν αναφέρεται η επίδραση που είχε το αποδιδόμενο στο Εφετείο σφάλμα στο διατακτικό της απόφασης, δηλαδή η έννομη συνέπεια που καταγνώσθηκε με βάση την επικαλούμενη παραβίαση.

Για να ιδρυθεί ο εκ του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης θα πρέπει ο ισχυρισμός να είχε προταθεί ενώπιον του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβλαλόμενη απόφαση κατά τρόπο ορισμένο και παραδεκτό, να είναι νόμιμος και να ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΑΠ Ολ 2/1989, ΑΠ 1760/2005, ΑΠ 113/2007).

Συνεπώς, δεν ιδρύει τον ως άνω λόγο αναίρεσης η παράλειψη του δικαστηρίου να λάβει υπόψη και να απαντήσει σε ισχυρισμό μη νόμιμο ή αόριστο, αφού ο ισχυρισμός αυτός (μη νόμιμος ή αόριστος) είναι επουσιώδης, αφού δεν έχει επίδραση στο διατακτικό της απόφασης και δεν συνιστά "πράγμα" κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ. Στην προκείμενη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στο Εφετείο την αιτίαση ότι αυτό παρέλειψε να ερευνήσει, μετά την απόρριψη της κύριας βάσης της αγωγής, την επικουρική βάση της, κατά την οποία "Άλλως και αν υποτεθεί ότι υφίστατο σχετικό δικαίωμα της εναγομένης (δηλαδή να μην τους καταβάλει το επίδικο επίδομα), αυτό το άσκησε καταχρηστικώς σε βάρος μας κατά παράβαση του άρθρου 281 ΑΚ". Όμως ο αγωγικός αυτός ισχυρισμός, όπως προβλήθηκε, ήταν παντελώς αόριστος και ως εκ τούτου δεν συνιστούσε, κατά τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη, "πράγμα". Επομένως, εκ του ότι το Εφετείο παρέλειψε να τον λάβει υπόψη και να ερευνήσει την επικουρική βάση της αγωγής, δεν ιδρύεται ο άνω εκ του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης και ο αντίθετος τρίτος λόγος της αναίρεσης κατά το δεύτερο σκέλος του είναι αβάσιμος.

Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, μη υπάρχοντος άλλου αναιρετικού λόγου προς έρευνα, η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες, λόγω της ήττας τους, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματος που υπέβαλε με τις προτάσεις της (άρθρ. 106, 176 και 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 14-1-2020 αίτηση για αναίρεση της 6363/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Και

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ΕΥΡΩ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Μαΐου 2021.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 9 Ιουλίου 2021.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ