Supreme Court dismisses appeal in lease dispute due to lack of finality and untimeliness.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn a final judgment in a lease dispute that had been corrected ex officio in the appellant's absence. The appellant argued procedural errors regarding evidence and reasoning, but the court found these claims inadmissible as they targeted unreviewed evidence rather than legal grounds. Consequently, the appeal was rejected entirely, and the appellant's security deposit was returned to the state treasury.
Legislator headnote
AI generatedArt. 553 para. 1 lit. b C.Pol.D.; Art. 502 C.Pol.D.; An appeal is inadmissible against a final judgment corrected ex officio in absentia because the absence automatically triggers a motion for nullity, rendering the appeal untimely and the judgment legally non-final.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 896 / 2020 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 896/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Χοϊμέ, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Μαρία Τζανακάκη και Ελένη Φραγκάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 6 Μαρτίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ι. Σ. του Δ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Ψάρρη.
Του αναιρεσιβλήτου: Δ. Ρ. του Σ., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7-2-2015 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αγρινίου.
Εκδόθηκε η 14/2017, όπως αυτή διορθώθηκε με την 64/2017, οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αγρινίου, την αναίρεση της οποίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 15-5-2018 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Μαρία Τζανακάκη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο ο αναιρεσείων όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη από 15-5-2018 (αρ.κατ. 52/2018) αίτηση αναίρεσης απευθύνεται κατά της υπ'αριθμόν 14/2017 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αγρινίου, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, με την ειδική διαδικασία των μισθωτικών διαφορών (άρθρα 614-615 έως 620 ΚΠολΔ, όπως ισχύουν μετά τον Ν.4335/2015) και διορθώθηκε αυτεπαγγέλτως με την υπ'αριθμόν 64/2017 οριστική απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, η οποία εκδόθηκε ερήμην των διαδίκων, που είχαν κλητευθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα για να παρασταθούν στη δικάσιμο της 5-4-2017, οπότε η αίτηση διόρθωσης συζητήθηκε, σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι (άρθρο 318 παρ.2 σε συνδυασμό 315 ΚΠολΔ). Επομένως, για την παραδεκτή άσκηση της αίτησης αναίρεσης, η οποία απευθύνεται κατά απόφασης πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, πρέπει να ερευνηθεί το ζήτημα της τελεσιδικίας της προσβαλλόμενης απόφασης, όπως και της διορθωτικής αυτής απόφασης, που εκδόθηκε ερήμην των διαδίκων, καθώς επίσης το εμπρόθεσμο της άσκησης της αναίρεσης.
Κατά τη διάταξη του άρθρ. 553 παρ. 1 περ.β ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των οριστικών αποφάσεων, που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση και περατώνουν όλη τη δίκη ή μόνο τη δίκη για την αγωγή ή την ανταγωγή. Έτσι η ύπαρξη ερήμην απόφασης, δηλαδή απόφασης που εκδόθηκε με την απουσία, πραγματική ή πλασματική, ενός των διαδίκων, έστω και αν δεν στηρίχθηκε στη συναγωγή δυσμενών συνεπειών από την ερημοδικία του (ΟλΑΠ 15/2001), ενεργοποιεί αυτόματα τη δυνατότητα άσκησης κατ' αυτής ανακοπής ερημοδικίας από τον ερημοδικασθέντα (άρθρ. 502 ΚΠολΔ), με συνέπεια, όσο διαρκεί η προθεσμία της ανακοπής ερημοδικίας, να αποκλείεται η άσκηση κατά της ερήμην απόφασης αίτησης αναίρεσης, η οποία, αν παρόλα αυτά ασκηθεί, είναι απορριπτέα αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτη (άρθρ. 577παρ.1 ΚΠολΔ), αφού, σε σχέση με την αναίρεση, δεν υπάρχει διάταξη όμοια με τη διάταξη του άρθρ. 513 παρ.1 εδ.β περ.
β ΚΠολΔ, που ορίζει ότι κατά των ερήμην αποφάσεων επιτρέπεται έφεση ήδη από τη δημοσίευσή τους. Αντίθετα δηλαδή, με την καθιερούμενη με τη διάταξη αυτή συμπόρευση των προθεσμιών της έφεσης και της ανακοπής ερημοδικίας, η αναίρεση κατά ερήμην απόφασης είναι επιτρεπτή ,μόνον εφόσον δεν συγχωρείται κατ' αυτής ανακοπή ερημοδικίας ή αναλόγως έφεση (ΟλΑΠ 11/1998), δηλαδή καθιερώνεται η αρχή της διαδοχικής άσκησης των προβλεπόμενων ένδικων μέσων (ΑΠ 632/2019, ΑΠ 154/2017, ΑΠ 1049/2017, ΑΠ 180/2014, ΑΠ 12/2011).
Στην προκειμένη περίπτωση από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι αυτή εκδόθηκε αντιμωλία και ότι κοινοποιήθηκε στον αναιρεσείοντα - τότε εναγόμενο, στις 16-3-2018 (βλ. την επισημείωση της αρμόδιας δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Αγρινίου, Β. Λ., στην τελευταία σελίδα της προσβαλλόμενης απόφασης, κατόπιν της από 15-3-2018 παραγγελίας του πληρεξουσίου δικηγόρου του ενάγοντα και ήδη αναιρεσίβλητου).
Εξάλλου, η προσβαλλόμενη απόφαση διορθώθηκε, όπως έχει εκτεθεί, με την υπ' αρ. 64/2017 οριστική απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, η οποία εκδόθηκε ερήμην των διαδίκων και, επίσης, κοινοποιήθηκε στον εναγόμενο και ήδη αναιρεσείοντα, στις 16.3.2018, με την επιμέλεια του ενάγοντα και ήδη αναιρεσιβλήτου (βλ. την παραγγελία του πληρεξουσίου δικηγόρου του ενάγοντα και την επισημείωση της αρμόδιας ως άνω δικαστικής επιμελήτριας στο τελευταίο φύλλο της διορθωτικής απόφασης).
Περαιτέρω, ενόψει του ότι κατά το άρθρο 319 ΚΠολΔ οι αποφάσεις που εκδίδονται σε αιτήσεις για διόρθωση ή ερμηνεία μιας απόφασης μπορούν να προσβληθούν με όλα τα ένδικα μέσα με τα οποία θα μπορούσε να προσβληθεί η απόφαση που ζητήθηκε να διορθωθεί ή να ερμηνευθεί, εκτός από την ανακοπή ερημοδικίας, από την επομένη ημέρα της κοινοποίησης της διορθωτικής απόφασης, δηλαδή από τις 17-3-2018, άρχισε να τρέχει η 30ήμερη προθεσμία για την άσκηση έφεσης (άρθρο αρ. 1 ΚΠολΔ), που συμπληρώθηκε μετά την πάροδο 30 πλήρων ημερών, στις 15.4.2018 και από την επομένη, δηλαδή 16.4.2018, άρχισε να τρέχει η 30ήμερη επίσης προθεσμία για την άσκηση της αναίρεσης, κατ' άρθρο 564 αρ. 1 ΚΠολΔ, που συμπληρώθηκε στις 15.5.2018.
Εξάλλου, από την υπ' αριθμόν …2018 έκθεση κατάθεσης της αναίρεσης, προκύπτει ότι αυτή κατατέθηκε στο Γραμματέα του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου (άρθρο 495 παρ. 1 ΚΠολΔ) στις 15.5.2018, δηλαδή εμπροθέσμως. Συνακόλουθα, η αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί παραδεκτά και εμπρόθεσμα, ως δικόγραφο, κατά τελεσίδικης απόφασης (άρθρο 553 παρ. 1β και 564 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω.
Κατά την έννοια του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως αν ο απολειπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, ή, αν τη συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολειπομένου διαδίκου, οπότε εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση για συζήτηση δεν επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί (ΑΠ 1753/2017, ΑΠ 1545/2017, ΑΠ 242/2015).
Στην προκειμένη περίπτωση η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσδιορίστηκε για να συζητηθεί στη σημερινή δικάσιμο, ημέρα Παρασκευή και ώρα 09:30, με αριθμό πινακίου …, σύμφωνα με την κάτω από αυτήν Πράξη της Προέδρου του Δ' Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου (άρθρο 568 παρ. 2-4 ΚΠολΔ) και ορίσθηκε προθεσμία κοινοποίησης αυτής προ εξήντα (60) ημερών.
Εξάλλου, από την υπ'αρ. ...1-4-2019 έκθεση επίδοσης της αρμόδιας δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικίου Αγρινίου, Χ. Ρ., την οποία προσκομίζει και επικαλείται νόμιμα ο αναιρεσείων προκύπτει ότι, μετά από έγγραφη παραγγελία του Ιωάννη Ψαρρή .πληρεξουσίου δικηγόρου του αναιρεσείοντα, ο οποίος επισπεύδει τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, αυτή κοινοποιήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, κατ' άρθρο 130 παρ.1 ΚΠολΔ, στον αναιρεσίβλητο.
Ωστόσο, όπως προκύπτει από τα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης στη σειρά της από το πινάκιο, δεν εμφανίστηκε ο αναιρεσίβλητος, ούτε κατέθεσε δήλωση μη παράστασης κατ' άρθρ. 242 παρ.2 ΚΠολΔ, αλλά παραστάθηκε νομίμως και προσηκόντως ο επισπεύδων τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης αναιρεσείων.
Επομένως, αφού ο αναιρεσίβλητος δεν εμφανίστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, αν και κλητεύτηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, πρέπει, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 576 παρ.2 περ.γ ΚΠολΔ, να προχωρήσει η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης παρά την απουσία αυτού. Κατόπιν τούτου, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τη νομική και ουσιαστική βασιμότητα των κατ' ιδίαν λόγων αυτής (άρθρο 577 παρ.3 ΚΠολΔ).
Περαιτέρω, αναφορικά με το δικονομικό ιστορικό της υπόθεσης, από την προσβαλλόμενη απόφαση και τα λοιπά διαδικαστικά έγγραφα της δίκης,που επισκοπούνται επιτρεπτά (άρθρο 561 αρ.2 ΚΠολΔ), προκύπτει ότι ο ήδη αναιρεσίβλητος, με την ιδιότητά του ως εκμισθωτής, άσκησε σε βάρος του εναγομένου μισθωτή και ήδη αναιρεσείοντα την από 7-2-2015 (αρ.κατ.
…2015) αγωγή, με την οποία ισχυρίστηκε, ότι, με βάση το από 13-12-2010 ιδιωτικό συμφωνητικό, εκμίσθωσε στον εναγόμενο ένα πρατήριο υγρών καυσίμων, επιφάνειας 2153,50 Μ2, που βρίσκεται στο …. χιλιόμετρο της Εθνικής Οδού ..., για χρονικό διάστημα 12 ετών, με μηνιαίο μίσθωμα 1800 ευρώ, αναπροσαρμοζόμενο κατά τα ειδικότερα συμφωνημένα, ότι ο εναγόμενος μισθωτής παρέλαβε κανονικά το μίσθιο σε πλήρη λειτουργικότητα, ότι με το από 23-12-2013 ιδιωτικό συμφωνητικό τροποποιήθηκε ο όρος 2 του μισθωτηρίου συμβολαίου και μειώθηκε έκτοτε το μίσθωμα σε 1200 ευρώ μηνιαία, ότι όμως, αν και ο εναγόμενος μισθωτής χρησιμοποιεί ακώλυτα το μίσθιο, από υπαιτιότητά του καθυστερεί ορισμένα μισθώματα των ετών 2013, 2014 και 2015, κατά τα αναλυτικά εκτιθέμενα στο αγωγικό δικόγραφο, συνολικού ποσού 11595 ευρώ και ότι για το λόγο αυτό ο ενάγων καταγγέλλει με την αγωγή τη σύμβαση μίσθωσης.
Με το ιστορικό αυτό ζητούσε, κυρίως, να υποχρεωθεί ο εναγόμενος μισθωτής να του αποδώσει τη χρήση του μισθίου και να υποχρεωθεί να του καταβάλει τα οφειλόμενα καθυστερούμενα μισθώματα λόγω της καταγγελίας, κατ'άρθρο 597 παρ.1 ΑΚ, άλλως επικουρικά, λόγω της επανειλημμένης δυστροπίας του μισθωτή, κατ'άρθρο 66 Εισ.ΝΚΠολΔ.
Ο εναγόμενος μισθωτής και ήδη αναιρεσείων αρνήθηκε την αγωγή και μεταξύ άλλων ισχυρισμών -ενστάσεων, οι οποίες δεν αφορούν την παρούσα δίκη, προέβαλε επικουρικά, την ένσταση καταχρηστικής άσκησης της αγωγής, η οποία καταχωρήθηκε παραδεκτά στα πρακτικά του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και επαναλήφθηκε επίσης και με τις προτάσεις του εναγομένου στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο.
Πιο συγκεκριμένα, κατά το ενδιαφέρον την παρούσα δίκη μέρος της υπόθεσης, για να θεμελιώσει την ένσταση καταχρηστικής άσκησης της αγωγής, ο εναγόμενος μισθωτής και ήδη αναιρεσείων ισχυρίστηκε, ότι, μετά την κατάρτιση της σύμβασης μίσθωσης, προέβη, χωρίς αντίρρηση του εκμισθωτή, σε μεταβολές των εγκαταστάσεων του πρατηρίου υγρών καυσίμων, σύμφωνα με όσα αναλυτικά παρέθετε στις προτάσεις του, ότι οι μεταβολές αυτές εγκρίθηκαν με την υπ' αριθμόν …76/18-4-2011 απόφαση του Αντιπεριφερειάρχη Π.Ε Αιτωλοακαρνανίας και ότι τάχθηκε εξάμηνη προθεσμία για την ανανέωση της άδειας λειτουργίας του μισθίου πρατηρίου, μετά το πέρας των εργασιών και την υποβολή των δικαιολογητικών, μεταξύ των οποίων περιλαμβανόταν η έγγραφη συναίνεση- βεβαίωση της Διεύθυνσης Ελέγχου Συντήρησης Έργων (ΔΕΣΕ) περί της κυκλοφοριακής σύνδεσης του πρατηρίου με την Εθνική Οδό, ότι, όμως, για πρώτη φορά, η ΔΕΣΕ, με το υπ' αριθμόν .../12-4-2011 έγγραφο της, τον πληροφόρησε τα ακόλουθα:
Α) ότι ήταν αδύνατη η κυκλοφοριακή σύνδεση του πρατηρίου, σύμφωνα με όσα ανέφερε η από 22-10-1997 απόφαση της Διεύθυνσης Δυτικής Ελλάδος (ΔΔΕ), το περιεχόμενο της οποίας, όπως υποστήριζε ο ενιστάμενος εναγόμενος, γνώριζε ο ενάγων εκμισθωτής και τεχνηέντως την είχε αποκρύψει από τον εναγόμενο-μισθωτή, τόσο κατά το στάδιο των διαπραγματεύσεων, όσον και κατά την υπογραφή της σύμβασης μίσθωσης και Β) ότι εκτελείται από την ΓΓΔΕ έργο, με τίτλο <Μελέτη άρσης επικινδυνότητας κόμβων και θέσεων διέλευσης στον άξονα ...>, το οποίο προβλέπει την κατασκευή παράπλευρων οδών προς την Εθνική Οδό, στη θέση όπου βρίσκεται το μίσθιο πρατήριο, το οποίο θα πρέπει να συνδεθεί με την παράπλευρη οδό και στη συνέχεια, τα σχέδια της κυκλοφοριακής αυτής σύνδεσης να υποβληθούν προς έγκριση στη ΔΕΣΕ, για να εκδοθεί η νέα άδεια λειτουργίας του μισθίου πρατηρίου, ότι την ίδια ημέρα (12-4-2011), κατά την οποία ο εναγόμενος - αναιρεσείων, πληροφορήθηκε τα παραπάνω ελαττώματα του μισθίου, ενημέρωσε τον εκμισθωτή-ενάγοντα και ήδη αναιρεσίβλητο, ο οποίος (σύμφωνα με όσα υποστήριζε ο ενιστάμενος εναγόμενος-αναιρεσείων) τον καθησύχασε, ότι θα τα διορθώσει, πλην όμως, επειδή ο εκμισθωτής - ενάγων αδιαφορούσε, ο εναγόμενος- μισθωτής και ήδη αναιρεσείων, περί τις αρχές του θέρους 2014, έταξε προθεσμία για να αποκατασταθεί η κατάσταση, η οποία όμως παρήλθε άπρακτη και ότι τελικά, αυτός (εναγόμενος-μισθωτής) κατήγγειλε στις 31-8-2014 τη σύμβαση μίσθωσης και αποχώρησε, στις 25-9-2014, από το μίσθιο και ότι επομένως, η άσκηση της αγωγής, με την οποία ο ενάγων εκμισθωτής και ήδη αναιρεσίβλητος ζητούσε τα μισθώματα των μεταγενέστερων μηνών Οκτωβρίου - Δεκεμβρίου 2014 και Ιανουαρίου - Φεβρουαρίου 2015, είναι καταχρηστική, διότι αντιβαίνει στα χρηστά ήθη και στην καλή συναλλακτική πίστη, εφόσον ο εναγόμενος μισθωτής νόμιμα κατήγγειλε τη μίσθωση και δεν οφείλει έκτοτε μισθώματα, διότι ο ενάγων - εκμισθωτής, αν και γνώριζε από το έτος 2007 τα ανωτέρω ελαττώματα του μισθίου (δηλαδή την αδυναμία κυκλοφοριακής σύνδεσης με την Εθνική Οδό και την κατασκευή παράπλευρης οδού, που καθιστούσε πλέον το μίσθιο μη χρηστικό για την προσέγγισή του από τα οχήματα) τεχνηέντως του τα απέκρυψε για να συμβληθεί στην κατάρτιση της σύμβασης μίσθωσης.
Η αγωγή συζητήθηκε στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία, κατά το ενδιαφέρον την αναιρετική δίκη μέρος αυτής, απέρριψε την ένσταση καταχρηστικής άσκησης ως ουσιαστικά αβάσιμη και δέχτηκε ότι το μίσθιο δεν είχε ελαττώματα και ότι ο εναγόμενος μισθωτής οφείλει τα καθυστερούμενα μισθώματα.
Ακολούθως δέχτηκε την αγωγή κατ' ουσίαν και υποχρέωσε τον εναγόμενο μισθωτή και ήδη αναιρεσείοντα να αποδώσει το μίσθιο πρατήριο υγρών καυσίμων και να καταβάλει στον ενάγοντα-εκμισθωτή το ποσό των 11595 ευρώ για τα καθυστερούμενα μισθώματα.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 574- 576 και 585 ΑΚ, οι οποίες κατά το άρθρο 44 του π.δ. 34/1995 εφαρμόζονται και επί εμπορικών μισθώσεων, προκύπτει ότι, αν κατά το χρόνο παράδοσης στο μισθωτή του μισθίου πράγματος, τούτο έχει ελάττωμα που εμποδίζει, μερικά ή ολικά, τη συμφωνημένη χρήση ή εάν δεν παραχωρήθηκε στο μισθωτή ολικά ή μερικά, ανεμπόδιστη η συμφωνημένη χρήση ή του αφαιρέθηκε αργότερα η χρήση, που του παραχωρήθηκε, τότε ο μισθωτής έχει δικαίωμα, εκτός άλλων, να καταγγείλει τη σύμβαση, υπό τους όρους του άρθρου 585 ΑΚ, εφόσον εξαιτίας του προβαλλόμενου από αυτόν πραγματικού ελαττώματος αναιρείται η δυνατότητα να κάνει ελεύθερη ή ανενόχλητη χρήση κατά τους όρους της σύμβασης, οπότε, σύμφωνα με το άρθρο 587 ΑΚ, αίρεται για το μέλλον η μισθωτική σχέση και δεν υποχρεούται πλέον ο μισθωτής σε καταβολή μισθωμάτων για το χρόνο μετά την καταγγελία.
Το προς καταγγελία της μίσθωσης ως άνω δικαίωμα του μισθωτή θεμελιώνεται με μόνη την ύπαρξη, του πραγματικού ελαττώματος τούτου, ανεξαρτήτως, εάν ο μισθωτής βαρύνεται ή όχι με υπαιτιότητα ως προς αυτό. Τέτοιο πραγματικό ελάττωμα εξάλλου αποτελεί και η αδυναμία χρήσης του μισθίου, όπως συμφωνήθηκε, λόγω απαγόρευσης της χρήσης από δημόσια αρχή ή λόγω αδυναμίας χορήγησης της απαιτούμενης άδειας δημόσιας αρχής (ΟλΑΠ 50/2005).
Για την καταγγελία αυτή, η οποία προϋποθέτει αφαίρεση παρακωλυτική χρήσης του μισθίου, πρέπει προηγουμένως να ταχθεί εύλογη προθεσμία στον εκμισθωτή για την αποκατάσταση της χρήσης και αυτή να περάσει άπρακτη, εκτός αν ο μισθωτής εξαιτίας του λόγου, που δικαιολογεί την καταγγελία, δεν έχει συμφέρον στην εκτέλεση της σύμβασης ή αν από την όλη στάση του εκμισθωτή προκύπτει ότι η θέση της προθεσμίας θα ήταν άσκοπη (ΑΠ 1516/2011).
Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 576, 579, 580 και 586 του Α.Κ. προκύπτει ότι ο μισθωτής δεν δικαιούται να ασκήσει, εκτός άλλων, το δικαίωμα της καταγγελίας της σύμβασης μίσθωσης για πραγματικά ελαττώματα του μισθίου, τα οποία ο ίδιος γνώριζε ή από βαρειά αμέλεια αγνοούσε, κατά τη συνομολόγηση της σύμβασης.
Το δικαίωμα δε αυτό του μισθωτή αποκλείεται, έστω και εάν ο εκμισθωτής δολίως αποσιώπησε το ελάττωμα, αφού η γνώση του μισθωτή ενέχει σιωπηρή παραίτηση από το σχετικό δικαίωμά του (ΑΠ 995/2006). Σύμφωνα δε με τη διάταξη του άρθρου 281 Α.Κ. η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται, αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλονται από τη καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη (ΑΠ 1011/2011, ΑΠ 1516/2011).
Ειδικότερα, κατά το άρθρο 281 ΑΚ, η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικώς, όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου, που προηγήθηκε ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε, χωρίς κατά νόμο να εμποδίσουν τη γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή την μεταγενέστερη άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, αφού τείνει στην ανατροπή καταστάσεως, που δημιουργήθηκε υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο, με επακόλουθο να συνεπάγεται επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο.
Απαιτείται δηλαδή, για να χαρακτηρισθεί καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος, να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, από τη συμπεριφορά του δικαιούχου, σε συνάρτηση και με εκείνη του υπόχρεου και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του. Απαιτείται ακόμη οι πράξεις του υπόχρεου και η υπ' αυτού δημιουργηθείσα κατάσταση, επαγόμενη ιδιαιτέρως επαχθείς για τον υπόχρεο επιπτώσεις, να τελούν σε αιτιώδη σύνδεσμο με την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου.
Μόνη η μακροχρόνια αδράνεια του δικαιούχου και όταν ακόμη δημιούργησε την εύλογη πεποίθηση στον υπόχρεο ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται αυτό να ασκηθεί, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική την μεταγενέστερη άσκηση αυτού, αλλά απαιτείται να συντρέχουν, προσθέτως, ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες, κυρίως, από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του υπόχρεου, ενόψει των οποίων και της αδράνειας του δικαιούχου, η επακολουθούσα άσκηση του δικαιώματος, τείνουσα στην ανατροπή της διαμορφωθείσας καταστάσεως υπό τις ανωτέρω ειδικές συνθήκες και διατηρηθείσας για αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα, να εξέρχεται των υπό της ανωτέρω διατάξεως διαγραφομένων ορίων.
Η ειρημένη δε αδράνεια του δικαιούχου, που δεν είναι απαραίτητο να προκαλεί αφόρητες ή δυσβάστακτες για τον υπόχρεο συνέπειες, αρκεί και η επέλευση δυσμενών απλώς για τα συμφέροντά του επιπτώσεων, πρέπει να υφίσταται επί μακρό χρονικό διάστημα, πλην ελάσσονα του διά την παραγραφή του δικαιώματος υπό του νόμου προβλεπομένου, από τότε που ο δικαιούχος μπορούσε να ασκήσει το δικαίωμά του, (ΑΠ Ολ. 17/1995, ΑΠ 1151/2019, ΑΠ 1465/2018, ΑΠ 831/2013).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.ΑΠ 1/1999).
Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ. ΑΠ 861/1984). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.
Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστουν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 565/2018, ΑΠ 199/2018, ΑΠ 174/2015, ΑΠ 198/2015, ΑΠ 845/2012, ΑΠ 1351/2011).
Επίσης, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει, ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμηση τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 198/2015, ΑΠ 1987/2007).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον μοναδικό λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων - μισθωτής αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ για την εκ πλαγίου παραβίαση της ουσιαστικού κανόνα δικαίου διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ, με την αιτίαση ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο, με ελλιπή και ασαφή αιτιολογία απέρριψε την παραδεκτά ασκηθείσα ως άνω ένσταση καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος του ενάγοντα-εκμισθωτή και ήδη αναιρεσιβλήτου, για να αξιώσει τα προαναφερόμενα δήθεν καθυστερούμενα μισθώματα, τα οποία όμως αυτός δεν οφείλει, μετά την νόμιμη καταγγελία εκ μέρους του της σύμβασης μίσθωσης λόγω των ελαττωμάτων του μισθίου πρατηρίου και την αποχώρησή του από αυτό στις 25-9-2014 και έτσι το Δικαστήριο στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, διότι δεν είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος για την ορθή ή μη υπαγωγή των αποδειχθέντων περιστατικών στο πραγματικό της ουσιαστικής διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ, την οποία το Δικαστήριο εσφαλμένα δεν εφάρμοσε, αν και συνέτρεχαν οι νόμιμες προϋποθέσεις για την εφαρμογή της.
Περαιτέρω, από την προσβαλλόμενη απόφαση που επισκοπείται επιτρεπτά για τις ανάγκες του ερευνώμενου μοναδικού αναιρετικού λόγου (άρθρο 561 αρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι το Δικαστήριο, δέχτηκε, κατ' ακριβή λεκτική αντιγραφή, ανελέγκτως αναιρετικά, τα ακόλουθα: "Με το από 13-12-2010 ιδιωτικό συμφωνητικό επαγγελματικής μισθώσεως που καταρτίσθηκε και υπογράφτηκε στο Αγρίνιο μεταξύ του ενάγοντος ως εκμισθωτή και του εναγομένου ως μισθωτή, ο πρώτος εκμίσθωσε στο δεύτερο ένα πρατήριο υγρών καυσίμων, επιφανείας του όλου χώρου μέτρων τετραγωνικών 2.153,50 Μ2, το οποίο βρίσκεται εντός του δήμου και πόλεως Αγρινίου και συγκεκριμένα εις την Εθνική οδό ...
στη χ.μ.θ. …., στον οποίο χώρο υφίσταται ένα ισόγειο κτίσμα εμβαδού 61,44 Μ2 μετά των εν αυτώ υπαρχόντων εξωτερικών χώρων καθώς και τρεις (3) νησίδες αντλιών, δύο (2) στέγαστρα και λοιπά συστατικά και παραρτήματα και ο εν γένει εξοπλισμός του πρατηρίου για την πλήρη λειτουργικότητα αυτού (πρατηρίου), η διάρκεια δε της μισθώσεως συμφωνήθηκε για χρονικό διάστημα δώδεκα (12) ετών, ήτοι από 1-2-2011 μέχρι 31-1-2023 προκειμένου να το χρησιμοποιήσει αποκλειστικά και μόνον ως "επιχείρηση σταθμού αυτοκινήτων, καθώς και σύγχρονου πρατηρίου πώλησης υγρών καυσίμων και συναφών ειδών (αξεσουάρ αυτοκινήτων, ελαστικών αυτοκινήτων, λιπαντικών, ορυκτελαίων, μίνι μάρκετ, αναψυκτηρίου κ.λπ.), πλυντήριο αυτοκινήτων, πρατηρίου πώλησης βενζίνης, αποθήκευσης πετρελαιοειδών, μεταπωλήσεως πετρελαίου θέρμανσης, καθώς επίσης και αποθήκευσης και μεταπωλήσεως αερίου, φυσικού αερίου κ.λ.π., με συμφωνηθέν μηνιαίο μίσθωμα για τα τέσσερα πρώτα έτη της μισθώσεως, ήτοι από 1-2-2011 έως 31-1-2015 χρονικό διάστημα, το ποσό των ευρώ χιλίων οκτακοσίων (1800,00 ευρώ), προσαυξανόμενο για τα επόμενα έτη αυτής σύμφωνα με το εκάστοτε ποσοστό επί του τιμαρίθμου, ποτέ όμως πέραν του ποσοστού τρία τοις εκατό (3%) ετησίως, καταβλητέο τούτο (μίσθωμα) το πρώτο πενθήμερο εκάστου μισθωτικού μηνός είτε στην κατοικία του εκμισθωτή, είτε σε τραπεζικό λογαριασμό στην Τράπεζα Πειραιώς (κατάστημα Αγρινίου).
Ο εναγόμενος (μισθωτής) παρέλαβε κανονικά το ως άνω μίσθιο, ήτοι το σύνολο του χώρου του πρατηρίου, το οποίο (πρατήριο) ήταν σε πλήρη λειτουργικότητα, βρήκε αυτό (πρατήριο) της απολύτου αρεσκείας του και το χρησιμοποιούσε έκτοτε ελεύθερα και ανεμπόδιστα για το σκοπό που μισθώθηκε. Με το από 23-12-2013 ιδιωτικό συμφωνητικό τροποποίησης, τροποποίησαν το ως άνω από 13- 12-2010 συμφωνητικό μισθώσεως και ειδικότερα τον όρο δύο (2) αυτού και συμφώνησαν στην μείωση του καταβλητέου μηνιαίου μισθώματος κατά το ποσό των ευρώ εξακοσίων (600) για το από 1-1-2014 και μετά χρονικό διάστημα, το οποίο (μηνιαίο μίσθωμα) διαμορφώθηκε στο ποσό των ευρώ χιλίων διακοσίων (1200,00 ευρώ), συμφωνήθηκε δε το μίσθωμα των ευρώ 1200,00 να είναι και το καταβλητέο μηνιαίο μίσθωμα για το χρονικό διάστημα της διετίας από 1-1-2014 έως 31-12-2015.
Προσέτι δε πέραν του ως άνω έγγραφου συμφωνητικού, τροποποιητικού του αρχικού τοιούτου, συμφωνήθηκε προφορικώς και ο εναγόμενος ανέλαβε την υποχρέωση να καταβάλει τμηματικά, εντός τετραμήνου (4 μήνες) από της άνω τροποποιήσεως του συμφωνητικού μισθώσεως, τα μέχρι τότε. οφειλόμενα μισθώματα και τις προκύπτουσες διαφορές των καταβληθέντων από τα οφειλόμενα καταβλητέα τούτων (μισθωμάτων), ως αυτά αναγράφονται και αποτυπώνονται στο βιβλιάριο καταθέσεων του λογαριασμού στην Τράπεζα Πειραιώς, λογαριασμό στον οποίο κατέθετε τα μισθώματα ο εναγόμενος και ειδικότερα τούτων (μισθωμάτων) των μηνών Ιουλίου, Αυγούστου, Σεπτεμβρίου, Οκτωβρίου, Νοεμβρίου και Δεκεμβρίου του έτους 2013 εξ ευρώ 95,00, 1800,00, 190,00, 700,00, 100,00, και 100,00 αντίστοιχα και συνολικά για το έτος 2013 το ποσό των ευρώ δύο χιλιάδων εννιακοσίων ογδόντα πέντε (2.985,00)ευρώ.
Παρόλο, το μίσθιο κατάστημα χρησιμοποιείται ελεύθερα και ανεμπόδιστα από τον εναγόμενο (μισθωτή) για το σκοπό που το μίσθωσε, εν τούτοις ο εναγόμενος δεν έχει καταβάλει μέχρι και σήμερα το μίσθωμα του μηνός Αυγούστου 2013 εξ ευρώ χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ και τις διαφορές των καταβληθέντων από τα οφειλόμενα καταβλητέα μισθώματα, των μηνών Ιουλίου, Σεπτεμβρίου, Οκτωβρίου, Νοεμβρίου και Δεκεμβρίου του έτους 2013, εξ ευρώ ενενήντα πέντε (95,00), εκατόν ενενήντα (190,00), επτακοσίων (700), εκατό (100,00) και εκατό (100,00) αντίστοιχα και, σε σύνολο για το έτος 2013 το ποσό των ευρώ δύο χιλιάδων εννιακοσίων ογδόντα πέντε (2.985) ευρώ, καθώς επίσης τα μισθώματα των μηνών Φεβρουαρίου, Αυγούστου, Οκτωβρίου και Δεκεμβρίου 2014 καθώς και των μηνών Ιανουαρίου και Φεβρουαρίου του τρέχοντος έτους 2015 εξ ευρώ οκτώ χιλιάδων τετρακοσίων 8.400,00 όπως διορθώθηκε σε 7.200 (1200,00 ευρώ/μήνα χ 7 όπως διορθώθηκε σε 6 μήνες) και τη διαφορά του καταβληθέντος από το οφειλόμενο καταβλητέο μίσθωμα του μηνός Μαΐου του έτους 2014, εξ ευρώ διακοσίων δέκα (210,00 ), και σε σύνολο για το έτος 2014 το ποσό των ευρώ οκτώ χιλιάδων εξακοσίων δέκα (8.610,00) και ως εκ τούτου συνολικά, δηλαδή για τα οφειλόμενα μισθώματα και τις διαφορές των καταβληθέντων μισθωμάτων από τα καταβλητέα για τα έτη 2013, 2014 και 2015, το ποσό των έντεκα χιλιάδων πεντακοσίων ενενήντα πέντε (2.985,00 + 8.610,00)= 11.595 ευρώ, ποσό το οποίο οφείλει και το οποίο (ποσό) παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις του αρνείται να του καταβάλει από δυστροπία.
Ο ισχυρισμός δε του εναγομένου ότι το μίσθιο είχε ελλείψεις και ελαττώματα αποδεικνύεται αβάσιμος αφού από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν απεδείχθη η ελαττωματικότητα του μίσθιου ακινήτου ούτε ο εναγόμενος όχλησε ποτέ τον ενάγοντα και του διαμαρτυρήθηκε. Απεναντίας, σύμφωνα με το από 25-4-2014 και με αριθμό πρωτ. ...12 έγγραφο της Διεύθυνσης Μεταφορών και Επικοινωνιών, ο εναγόμενος κατέθεσε πλήρη δικαιολογητικά για την ακύρωση της άδειας του πρατηρίου υγρών καυσίμων στο όνομα του ενάγοντος και την έκδοσή στο όνομα το δικό (του εναγομένου) ενώ από τα τιμολόγια αγοράς προμήθειας ποσοτήτων πετρελαίου από την εταιρεία ...
συνάγεται ότι το πρατήριο λειτουργούσε κανονικά μέχρι και τον Οκτώβριο του έτους 2010. Επιπρόσθετα, ο ισχυρισμός του εναγομένου ότι η κατασκευή της παραπλεύρου οδού της Εθνικής οδού ... δεν του επέτρεψε να λειτουργεί το πρατήριο του και ότι η άδεια λειτουργίας του πρατηρίου του είχε μόνο εξάμηνη (6) διάρκεια, αποδεικνύεται αβάσιμος καθόσον σύμφωνα με το υπ' αριθμ.
πρωτ.../21.10.2016 έγγραφο τη ΕΥΔΕ Κατασκευής και Συντήρησης Συγκοινωνιακών Υποδομών στο οποίο αναγράφεται σαφώς "ότι κατά την διάρκεια κατασκευής, της παραπλεύρου οδού της θέσης ... είσοδος Αγρινίου, στα πλαίσια του έργου "Υλοποίηση επεμβάσεων για την άρση της επικινδυνότητας κόμβων και θέσεων διέλευσης πεζών στον άξονα ...", στην οποία βρίσκονταν και το πρατήριο υγρών καυσίμων ιδιοκτησίας σας, δεν αποκλείστηκε η πρόσβαση και η τροφοδοσία τόσο του πρατηρίου όσο και των υπολοίπων επιχειρήσεων καθώς ο ανάδοχος τοποθετούσε προσωρινά μεταλλικές γέφυρες πρόσβασης" ενώ σύμφωνα με την υπ' αριθμ.
…3/18.4.2011 απόφαση της Αντιπεριφερειάρχη Π.Ε. Αιτωλ/νίας, ανανεώθηκε η άδεια λειτουργίας του εν λόγω πρατηρίου επ' αόριστον. Επομένως, ο ισχυρισμός του εναγομένου ότι λόγω των ανωτέρω προβλημάτων δεν κατέβαλε τα μισθώματα και ότι η υπό κρίση αγωγή ασκείται καταχρηστικά από τον ενάγοντα, τυγχάνει απορριπτέος ως κατ' ουσία αβάσιμος...".
Από τις παραπάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο απέρριψε την ένσταση, την οποία είχε προβάλει ο εναγόμενος - μισθωτής και ήδη αναιρεσείων, περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος του ενάγοντα μισθωτή και ήδη αναιρεσιβλήτου, διαλαμβάνοντας σαφείς και επαρκείς αιτιολογίες, που στηρίζουν το διατακτικό της και δεν στερείται νόμιμης βάσης, διότι είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος για την ορθή υπαγωγή των αποδειχθέντων στο πραγματικό της ουσιαστικής διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ, την οποία το Δικαστήριο δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ελλιπείς και ασαφείς αιτιολογίες.
Πιο συγκεκριμένα, 1) οι παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης σύμφωνα με τις οποίες στις 23.12.2013, ο αναιρεσείων μισθωτής συμβλήθηκε με τον εκμισθωτή και ήδη αναιρεσίβλητο, για να μειωθεί το μίσθωμα σε 1200 ευρώ, αντί του αρχικά συμφωνημένου ποσού των 1800 ευρώ μηνιαία, αν και ήδη γνώριζε από τις 12.4.2011, όπως ο ίδιος υποστηρίζει, τα ελαττώματα του μισθίου πρατηρίου, με βάση το προαναφερόμενο έγγραφο με αριθμό πρωτοκόλλου .../12. 4.2011 της ΔΕΣΕ αιτιολογούν με επάρκεια και σαφήνεια την απόρριψη του ισχυρισμού του εναγομένου μισθωτή και ήδη αναιρεσείοντα, με τον οποίο αυτός υποστήριζε, για να θεμελιώσει την ένστασή του, ότι ο αναιρεσίβλητος εκμισθωτής του απέκρυψε τεχνηέντως τα ελαττώματα του μισθίου πρατηρίου, τα οποία όπως ο ίδιος ο αναιρεσείων αναφέρει, γνώριζε από τις 12.4.2011, με βάση το προαναφερόμενο έγγραφο. 2) Οι παραδοχές του Μονομελούς Πρωτοδικείου σύμφωνα με τις οποίες με την υπ' αρ.
…3/ 18.4.2011 απόφαση του Αντιπεριφερειάρχη Αιτωλοακαρνανίας η άδεια λειτουργίας του πρατηρίου ανανεώθηκε επ' αόριστο αιτιολογούν επίσης με επάρκεια και σαφήνεια την απόρριψη από την προσβαλλόμενη απόφαση των αντίθετων ισχυρισμών του ενισταμένου εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντα, με τους οποίους αυτός υποστήριζε, για να θεμελιώσει την ένστασή του, ότι ήταν αδύνατη η κυκλοφοριακή σύνδεση του πρατηρίου με την Εθνική Οδό, που ήταν προϋπόθεση για την ανανέωση της άδειας λειτουργίας του μισθίου πρατηρίου υγρών καυσίμων.
Επίσης και οι περαιτέρω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, σύμφωνα με τις οποίες: 3) με το υπ' αρ. .../21-10-2016 έγγραφο της ΕΥΔΕ Κατασκευής και Συντήρησης Συγκοινωνιακών Υποδομών, δεν αποκλείστηκε η πρόσβαση και η τροφοδοσία του πρατηρίου κατά την κατασκευή της παράπλευρης οδού, διότι ο ανάδοχος του έργου είχε τοποθετήσει προσωρινά μεταλλικές γέφυρες πρόσβασης και 4) με το υπ' αρ. ...12/25.4.2014 έγγραφο της Διεύθυνσης Μεταφορών και Επικοινωνιών ακυρώθηκε η άδεια λειτουργίας του μισθίου πρατηρίου στο όνομα του εκμισθωτή και εκδόθηκε η άδεια λειτουργίας στο όνομα του μισθωτή - αναιρεσείοντα, αν και αυτός, όπως παραδέχεται, από 12-4-2011 γνώριζε τα ελαττώματα του μισθίου πρατηρίου, όπως άλλωστε και οι υπ' αριθμ. 1 και 2 παραδοχές αιτιολογούν με επάρκεια και σαφήνεια την εν τέλει απόρριψη, ως ουσιαστικά αβάσιμης της ένστασης καταχρηστικής άσκησης της αγωγής και στηρίζουν το αιτιολογικό και το διατακτικό της, σύμφωνα με το οποίο δεν αποδείχθηκε, ότι το μισθίο είχε ελαττώματα, ούτε ότι ο αναιρεσείων μισθωτής είχε διαμαρτυρηθεί για την ύπαρξή τους στον εκμισθωτή - αναιρεσίβλητο, αλλά ότι το πρατήριο υγρών καυσίμων λειτούργησε κανονικά και ανεμπόδιστα έως τον Αύγουστο 2014 και ότι ο αναιρεσείων - μισθωτής από υπαιτιότητα δεν κατέβαλε τα οφειλόμενα μισθώματα, τα οποία καλόπιστα ο εκμισθωτής - ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος αξίωνε με την ένδικη αγωγή του.
Οι περαιτέρω αιτιάσεις του αναιρεσείοντα περί ασαφούς αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης, διότι δεν προσδιορίζει το είδος των μεταλλικών γεφυρών, που είχαν τοποθετηθεί προσωρινά από τον ανάδοχο του έργου και εάν αυτές θα μπορούσαν να συγκρατούν βαρέα οχήματα, είναι απαράδεκτες, διότι υπό την επίφαση της αναιρετικής πλημμέλειας, εκ του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, ο αναιρεσείων επιχειρεί να πλήξει την ανέλεκτη αναιρετικά κρίση του Δικαστηρίου ουσίας για την εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού και την πληρέστερη ανάλυσή του.
Επίσης, η αιτίαση, ότι το Δικαστήριο έχει ελλιπή αιτιολογία, διότι δεν αντικρούει, ειδικά, τα υπ' αριθμόν ...7-2-2007 και .../12-4-2011 έγγραφα της ΔΕΣΕ είναι επίσης απαράδεκτη, εφόσον οι αιτιάσεις αφορούν αποδεικτικά μέσα και όχι αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασης και συνεπώς, κατ' αρχήν, δεν ιδρύεται η αναιρετική πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ.
Σε κάθε περίπτωση, με την εκδοχή ότι η ως άνω αιτίαση θεμελιώνει τον αναιρετικό λόγο εκ του άρθρου 559 αρ. 11 περ.γ ΚΠολΔ, είναι επίσης απορριπτέα ως ουσιαστικά αβάσιμη, διότι το Δικαστήριο ρητά αναφέρει στη σελίδα 5 της απόφασής του, ότι έλαβε υπόψη του όλα τα έγγραφα, που με νόμιμη επίκληση προσκόμισαν οι διάδικοι και συνεπώς και τα ανωτέρω έγγραφα, για τα οποία αιτιάται ο αναιρεσείων.
Άλλωστε το Δικαστήριο δεν είχε ειδική υποχρέωση να τα κατονομάσει, ενώ από το όλο περιεχόμενο της απόφασής του, προκύπτει ότι τα έλαβε υπόψη του και τα αξιολόγησε μαζί με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα.
Κατόπιν όλων αυτών ο αναιρετικός λόγος για έλλειψη νόμιμης βάσης της προσβαλλόμενης απόφασης πρέπει να απορριφθεί, κατά τις ανωτέρω διακρίσεις και, εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, για να ερευνηθεί, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολο της. Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που ο αναιρεσείων έχει καταθέσει στο δημόσιο ταμείο για την άσκηση της αναίρεσης (άρθρο 495 παρ.3 περ. Βδ' ΚΠολΔ) Διάταξη περί δικαστικών εξόδων σε βάρος του ηττηθέντος αναιρεσείοντα (άρθρα 176,183 ΚΠολΔ) και υπέρ του αναιρεσιβλήτου δεν πρέπει να περιληφθεί στην παρούσα απόφαση, διότι ο τελευταίος λόγω της ερημοδικίας του δεν έχει υποβληθεί σε δικαστικά έξοδα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 15-5-2018 (αρ. κατάθεσης 52/2018) αίτηση για την αναίρεση της υπ' αριθμόν 14/2017 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αγρινίου (ειδική διαδικασία των μισθωτικών διαφορών), όπως αυτή διορθώθηκε με την υπ' αριθμόν 64/2017 οριστική απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου.
Και
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο, το οποίο έχει καταθέσει ο αναιρεσείων για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Ιουνίου 2020.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 6 Αυγούστου 2020.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ