Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds and substantive errors regarding VAT allocation in construction contracts.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn a first-instance judgment regarding a construction contract dispute. The appellant argued procedural irregularities due to the absence of defendants and substantive errors in interpreting contract terms and witness testimony concerning VAT allocation. The court rejected these claims, ruling that the defendants' absence was lawful and that the lower court correctly considered relevant witness evidence not explicitly stated in the initial complaint.
Legislator headnote
AI generatedArticles 226, 495, 559, 575, 576 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court dismisses appeals where the lower court lawfully proceeds with hearings despite defendant absence and correctly evaluates evidence including witness testimony not contained in the initial complaint.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 896 / 2019 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 896/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αβροκόμη Θούα, Γεώργιο Αποστολάκη - Εισηγητή, Θεόδωρο Κανελλόπουλο και Κυριάκο Οικονόμου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 28 Ιανουαρίου 2019, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Κ. Α. του Χ., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χρήστο Κούτρα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Α. Μ. του Π., 2) Μ. συζύγου Π. Χ., 3) Τ. Χ. Ν. Χ. του Μ. και 4) Δ. Ζ. του Ι., για τον εαυτό του ατομικά, αλλά και ως καθολικού διαδόχου της αποβιωσάσης Μ. χήρας Μ. Γ., απάντων κατοίκων ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26-6-2012 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος και την από 7-4-2014 ανταγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων και της αρχικής διαδίκου Μ. χήρας Μ. Γ., που κατατέθηκαν στο Ειρηνοδικείο Ξάνθης και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 340/2014 του ίδιου Δικαστηρίου και 80/2015 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ξάνθης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 12-7-2017 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά την έννοια του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος σε αυτή με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, αν δε η κλήση επιδόθηκε νομότυπα, προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.
Στην προκειμένη περίπτωση, από τις υπ' αριθ. ...29Γ/15.9.2017, ...44Γ/20.9.2017, ...30Γ/15.9.2017 και ...28Γ/15.9.2017 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Θράκης Δ. Κ., τις οποίες προσκομίζει και επικαλείται ο αναιρεσείων, προκύπτει ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της υπό κρίση αίτησης αναιρέσεως, με την πράξη καταθέσεως και ορισμού δικασίμου, καθώς και κλήση προς συζήτηση για την αρχικά ορισθείσα δικάσιμο (12.2.2018), κατά την οποία αναβλήθηκε από το πινάκιο για την αναφερόμενη στην αρχή της αποφάσεως αυτής δικάσιμο, επιδόθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα, με επιμέλεια του αναιρεσείοντος ο οποίος επισπεύδει τη συζήτηση της υπόθεσης, στους αναιρεσίβλητους.
Επομένως, εφόσον αυτοί δεν εμφανίσθηκαν στην μετ' αναβολή δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε στη σειρά της από το πινάκιο, ούτε εκπροσωπήθηκαν με δήλωση πληρεξούσιου δικηγόρου τους, κατά το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία της, δεδομένου ότι κατά τα άρθρα 226 παρ. 4 και 575 ΚΠολΔ η από το πινάκιο αναβολή επέχει θέση κλήτευσης για όλους τους διαδίκους.
Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρο 559 ΚΠολΔ ιδρύεται και όταν η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου αφορά τους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών, γενικούς ή ειδικούς, με τους οποίους αίρονται οι ασάφειες ή πληρούνται τα κενά που διαπιστώνονται στις δικαιοπρακτικές δηλώσεις βουλήσεως των μερών.
Ειδικότερα, παράβαση των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών, που περιέχονται στα άρθρο 173 και 200 του ΑΚ, υφίσταται, όταν το δικαστήριο της ουσίας είτε προσέφυγε στους ερμηνευτικούς αυτούς κανόνες προς συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, μολονότι δέχθηκε ότι η δικαιοπραξία είναι πλήρης και σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας, κατά την ανέλεγκτη ως προς αυτό κρίση του, είτε παρέλειψε να προσφύγει στους ίδιους ερμηνευτικούς κανόνες, καίτοι ανέλεγκτα, επίσης, διαπίστωσε την ύπαρξη κενού ή ασάφειας στις δηλώσεις βουλήσεως των δικαιοπρακτούντων, οι οποίες έχρηζαν έτσι κατάλληλης συμπλήρωσης ή ερμηνείας με εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ.
Προσφυγή πάντως στις διατάξεις αυτές υπάρχει, έστω και αν αυτές δεν κατονομάζονται ρητά στην απόφαση, εφόσον από το περιεχόμενο της απόφασης προκύπτει ότι το δικαστήριο, αναζητώντας την αληθινή βούληση των συμβαλλομένων, προσέφυγε τελικά στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ. Η διαπίστωση εξάλλου από το δικαστήριο της ουσίας κενού ή ασάφειας στη δικαιοπραξία δεν είναι αναγκαίο να αναφέρεται ρητά στην απόφασή του, αλλά αρκεί να προκύπτει και έμμεσα από αυτή, όπως συμβαίνει όταν, παρά την έλλειψη σχετικής διαπίστωσης στην απόφαση, το δικαστήριο της ουσίας προέβη σε συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, γεγονός που αποκαλύπτει ακριβώς ότι το δικαστήριο αντιμετώπισε κενό ή ασάφεια στις δηλώσεις βουλήσεως των δικαιοπρακτούντων, που το ανάγκασαν να καταφύγει στη συμπλήρωση ή ανάλογα στην ερμηνεία τους.
Ιδίως αυτό συμβαίνει όταν το δικαστήριο προβαίνει στο συσχετισμό των όρων της σύμβασης, στη λήψη υπόψη στοιχείων εκτός της σύμβασης ή αντλεί επιχειρήματα από το σκοπό της. Παράβαση των ερμηνευτικών κανόνων των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ συνιστά και η εσφαλμένη εφαρμογή τους, με την έννοια της ευθείας κατ' αρχήν παράβασης των κανόνων αυτών στην περίπτωση που το σχετικό πόρισμα, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο ως προς την ερμηνεία ή τη συμπλήρωση της δικαιοπραξίας, δεν είναι σύμφωνο με την καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη (ΑΠ 715/2010), πρέπει δε για να είναι ορισμένος ο σχετικός λόγος αναίρεσης να αναφέρεται στο αναιρετήριο το περιεχόμενο της δικαιοπραξίας, η οποία εσφαλμένα ερμηνεύθηκε, η διαπίστωση από το δικαστήριο της ουσίας κενού ή ασάφειας ως προς τη δικαιοπρακτική δήλωση βουλήσεως, το περιεχόμενο που έπρεπε, να προσδώσει σ' αυτή με σωστή ερμηνεία η απόφαση και σε τι συνίσταται το σφάλμα της ως προς την παραβίαση των ερμηνευτικών κανόνων (ΑΠ 432/2016).
Τέλος, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν στο αιτιολογικό που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν αναφέρονται καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που δεν εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που εφαρμόσθηκε.
Στην προκειμένη υπόθεση, το Μονομελές Πρωτοδικείο δικάζοντας ως Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε μεταξύ άλλων, αναφορικά με την έννοια του όρου 17 του υπ' αριθ. ...98/29.6.2007 προσυμφώνου μεταβίβασης ποσοστών εξ αδιαιρέτου οικοπέδου και εργολαβικού ανέγερσης πολυώροφης οικοδομής της συμβολαιογράφου Κ.
Ν., που καταρτίσθηκε μεταξύ του αναιρεσείοντος ως εργολάβου και των αναιρεσίβλητων ως οικοπεδούχων, τα εξής: "...Με το άρθρο 17 συμφωνήθηκε ότι ο εργολάβος βαρύνεται με τους κάθε είδους φόρους, τέλη, δικαιώματα και εισφορές υπέρ του Δημοσίου, του Δήμου και κάθε άλλου νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου, όπως επίσης και κάθε άλλη δαπάνη που δεν αναφέρεται στο συμβόλαιο αλλά σχετίζεται με την ανέγερση της πολυκατοικίας.
Συμφωνήθηκε επίσης, ότι οι οικοπεδούχοι βαρύνονται με τις δαπάνες σύνδεσης με τα κοινωφελή δίκτυα, αγοράς των απαραίτητων μετρητών, καταβολής των σχετικών εγγυήσεων και τις δαπάνες των απαιτούμενων σχεδίων και εγγράφων... Ο ενάγων αποπεράτωσε εγκαίρως τις οριζόντιες ιδιοκτησίες που προοριζόταν για τους οικοπεδούχους και τις παρέδωσε σε αυτούς.
Για την παράδοσή τους εξέδωσε φορολογικά στοιχεία και ειδικότερα τα διπλότυπα παράδοσης κτισμάτων υπ' αρ.2/2.11.2009 για τη Μ., (πρώτη αναιρεσίβλητη) 1/2.11.2009 για τη Χ., (δεύτερη αναιρεσίβλητη) 3/2.11.2009 για τον Χ. Ν. Χ., (τρίτο αναιρεσίβλητο) 4/2 11.2009 για τη Γ. και 5/2.11.2009 για το Ζ. (τέταρτο αναιρεσίβλητο). Σε αυτά αναγράφεται η αξία των οριζοντίων ιδιοκτησιών που παραδόθηκαν και ο Φ.Π.Α.
που αναλογούσε σε έκαστη ... Επειδή οι οικοπεδούχοι δεν κατέβαλαν στον εργολάβο τον Φ.Π.Α., που κατά την άποψή του έπρεπε να του καταβάλουν για την αξία των οριζοντίων ιδιοκτησιών τους, τις οποίες αυτός τους παρέδωσε αποπερατωμένες, τους όχλησε με εξώδικο δήλωση ... Αυτοί του απάντησαν επίσης με εξώδικο δήλωση ότι σύμφωνα με τον όρο υπ' αρ. 17 της σύμβασης έργου η καταβολή του Φ.Π.Α., όπως και κάθε φόρου, βαρύνει αυτόν ...
Έτσι, σημειώθηκε πλήρης διάσταση μεταξύ των εργοδοτών οικοπεδούχων και του εργολάβου αναφορικά με το ποιός τελικώς θα επωμισθεί τον Φ.Π.Α. που επιβάρυνε την παράδοση των ανωτέρω οριζοντίων ιδιοκτησιών στους οικοπεδούχους. Για την επίλυση της ένδικης διαφοράς πρέπει να ληφθεί υπ' όψιν ότι η διάταξη του άρθρου 1 ν. 2859/2000 περί μετακύλισης του Φ.Π.Α.
στον αντισυμβαλλόμενο του κατά το νόμο υποχρέου προς καταβολή του είναι ενδοτικού δικαίου ... και ότι με τον όρο υπ' αριθ. 17 της σύμβασης έργου, δηλαδή του προσυμφώνου μεταβίβασης ποσοστών εξ αδιαιρέτου οικοπέδου υπ' αρ. ...98/29.6.2007 της συμβολαιογράφου Κ. Ν., συμφωνήθηκε ότι όλοι οι φόροι θα βαρύνουν τον εργολάβο.
Ο μάρτυρας ανταποδείξεως που εξετάσθηκε στη δίκη στον πρώτο βαθμό, κατέθεσε ότι δεν συνέφερε στους οικοπεδούχους να πληρώσουν αυτοί το ποσόν του Φ.Π.Α. και συμφώνησαν ότι θα το ανελάμβανε ο εργολάβος. Περαιτέρω, κατά το χρόνο σύναψης αυτής της σύμβασης μεταξύ των οικοπεδούχων και του εργολάβου (29.6.2007) ήταν γνωστό σε όλους και ιδίως στον ενάγοντα λόγω του επαγγελματικού αντικειμένου του ότι η μεταβίβαση ιδιοκτησιών σε νεόδμητες οικοδομές επιβαρυνόταν με Φ.Π.Α.
ποσοστού 19% ήδη από 1.1.2006. Επρόκειτο για ουσιώδη μεταβολή στα επί δεκαετίες κρατούντα στην αγορά ακινήτων στην ημεδαπή, η οποία απασχόλησε εντόνως τόσο τους κατασκευαστές ακινήτων όσο και τη νομοθετική λειτουργία του κράτους και γι' αυτό άλλωστε υπήρξαν διαδοχικές αναβολές στην εφαρμογή της διάταξης για την επιβολή Φ.Π.Α.
στα νεόδμητα ακίνητα. Εντούτοις ο ενάγων δυνάμει του άρθρου 17 της σύμβασης ανέλαβε την καταβολή όλων των φόρων, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και ο Φ.Π.Α., την ύπαρξη του οποίου ασφαλώς γνώριζε. Το γεγονός ότι ο Φ.Π.Α. δεν κατονομάζεται ειδικά στο κείμενο του παραπάνω όρου δεν συνεπάγεται ότι οι συμβαλλόμενοι επιθυμούσαν την εξαίρεσή του από την υποχρέωση του εργολάβου να αναλάβει την καταβολή όλων των φόρων.
Εάν επιθυμούσαν την εξαίρεσή του από τις λοιπές οικονομικές υποχρεώσεις που ανέλαβε ο εργολάβος, ώστε γι' αυτόν να ισχύσει ο κανόνας του άρθρου 1 ν.2859/2000, θα το είχαν μνημονεύσει ρητά στο κείμενο της σύμβασης, όπως έπραξαν για άλλες υποχρεώσεις που συνεπαγόταν πολύ μικρότερη επιβάρυνση, όπως οι χελώνες και μετρητές της Δ.Ε.Η.
και τα τέλη σύνδεσης με τα κοινωφελή δίκτυα. Η θέση ότι ο όρος υπ' αρ. 17 είναι τυπικός όρος με γενικό περιεχόμενο που τίθεται αδιακρίτως σε όλες τις συμβάσεις έργου αυτού του είδους και επομένως δεν είναι ενδεικτικός της βούλησης των μερών στην προκειμένη περίπτωση, δεν μεταβάλλει την κρίση του Δικαστηρίου, διότι την 29.6.2007, δηλαδή κατά το χρόνο σύναψης της επίμαχης σύμβασης έργου ο Φ.Π.Α.
επιβαλλόταν ήδη επί δεκαοκτώ μήνες στις μεταβιβάσεις ακινήτων στις οικοδομές με χρόνο έκδοσης ή αναθεώρησης της άδειας κατασκευής μετά από την 1.1.2006. Αυτό κατά τα αυτεπαγγέλτως λαμβανόμενα υπ' όψιν διδάγματα της κοινής πείρας (άρθρο 336 παρ. 4 ΚΠολΔ) σημαίνει ότι είχε ήδη απασχολήσει τους ενδιαφερομένους, είχαν αρχίσει να διαφαίνονται στην πράξη οι επιπτώσεις του στην αγορά των ακινήτων και γι' αυτό οι εργολάβοι οικοδομών είχαν ήδη αποφασίσει, εάν τους συμφέρει ή όχι και σε ποιό βαθμό η απορρόφηση του ποσού του Φ.Π.Α.
στα ακίνητα που μεταβίβαζαν. Το ίδιο ισχύει και για τον ενάγοντα εργολάβο. Δεν είναι δυνατό να γίνει δεκτό ότι από δεκαοκτώ μήνες επιβολής του Φ.Π.Α. στις μεταβιβάσεις ακινήτων στις νεόδμητες οικοδομές, αυτός δεν είχε αντιληφθεί την ύπαρξη και τη μεγάλη σημασία του φόρου αυτού και γι' αυτό αρκέστηκε στη χρήση ενός τυποποιημένου συμβατικού κειμένου που χρησιμοποιούνταν και πριν από την επιβολή του Φ.Π.Α.
στις συμβάσεις έργου αυτού του είδους. Αντιθέτως, η διατύπωση του έστω και τυποποιημένου όρου υπ' αρ. 17 ήδη δεκαοκτώ μήνες μετά από την έναρξη επιβολής του Φ.Π.Α. στις μεταβιβάσεις ακινήτων στις νεόδμητες οικοδομές αντανακλά τη βούληση των μερών να συμπεριληφθεί και το ποσόν του Φ.Π.Α. που θα επιβάρυνε τις συμφωνηθείσες παραδόσεις διαμερισμάτων στους οικοπεδούχους, στους φόρους που κατά τον όρο αυτό επωμιζόταν ο εργολάβος, και να μην το αναζητήσει από αυτούς.
Πρόκειται για νόμιμη συμφωνία, συναφθείσα κατ' άρθρο 361 ΑΚ. Στην κρίση αυτή ήχθη το Δικαστήριο ερμηνεύοντας το περιεχόμενο αυτού του συμβατικού όρου συνδυαστικά με το υπόλοιπο περιεχόμενο της σύβασης με αναζήτηση της αληθινής βούλησης των συμβαλλομένων χωρίς προσήλωση στις λέξεις και με γνώμονα την καλή πίστη και λαμβάνοντας υπ' όψιν τα συναλλακτικά ήθη (άρθρα 173 και 200 ΑΚ)..." Με βάση δε τις παραδοχές αυτές, η προσβαλλόμενη έκρινε ότι οι εναγόμενοι και ήδη αναιρεσίβλητοι οικοπεδούχοι δεν βαρύνονταν με τον ανωτέρω φόρο ο οποίος με τον (ερμηνευθέντα ως άνω συμβατικό όρο) είχε μετακυλισθεί στον ενάγοντα και ήδη αναιρεσείοντα εργολάβο.
Ακολούθως, αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση που είχε δεχθεί τα αντίθετα, απέρριψε την αγωγή αυτού. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε η προσβαλλόμενη, δεν παραβίασε τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1 ν. 2859/2000 και 173 και 200 του ΑΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε.
Ειδικότερα, από το προεκτιθέμενο περιεχόμενο της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, αφού διαπίστωσε την ύπαρξη ασάφειας στον όρο 17 του εργολαβικού αναφορικά με το αν περιλαμβάνει στη ρύθμισή του και τον Φ.Π.Α., για την άρση αυτής της ασάφειας και το σχηματισμό του πορίσματός του, ότι ο ως άνω όρος περιλαμβάνει και τον φόρο αυτό, που διαφορετικά θα βάρυνε τους οικοπεδούχους, προσέφυγε στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, τους οποίους ορθά εφάρμοσε, παραθέτοντας στην απόφασή του τα πραγματικά εκείνα περιστατικά, από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή των κανόνων αυτών, το πιο πάνω δε ερμηνευτικό πόρισμα στο οποίο κατέληξε το Εφετείο είναι σύμφωνο με την καλή πίστη, λαμβανομένων υπόψη και των συναλλακτικών ηθών.
Εξάλλου, η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει, κατά τα ανωτέρω, σαφείς και επαρκείς αιτιολογίες που δικαιολογούν την ως άνω έννοια της δηλώσεως βουλήσεως (με βάση τις αρχές της καλής πίστεως, λαμβανομένων υπόψη των συναλλακτικών ηθών), οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου.
Επομένως, οι πρώτος και δεύτερος λόγοι της αίτησης, από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 του ΚΠολΔ, με τους οποίους ο αναιρεσείων προβάλλει τις αιτιάσεις, ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως και (κατ' εκτίμηση επικουρικά) εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ, διότι, ενώ προσέφυγε στους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, τους εφάρμοσε εσφαλμένα, γιατί κατέληξε σε εσφαλμένο ερμηνευτικό πόρισμα, και επικουρικά ότι σε σχέση με την εφαρμογή των διατάξεων αυτών στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, περιλαμβάνοντας σ' αυτήν ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, είναι αβάσιμοι.
Με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, οι οποίοι τείνουν στη θεμελίωση ή κατάλυση ασκηθέντος ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, είτε ως επιθετικού, είτε ως αμυντικού, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και οι λόγοι εφέσεως κατά πρωτόδικης απόφασης. Οι παραπάνω ισχυρισμοί πρέπει να είναι ουσιώδεις, δηλαδή να έχουν επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο ως άνω λόγος όμως δεν ιδρύεται σε περίπτωση λήψης υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας διευκρινιστικών της αγωγής ή της ενστάσεως περιστατικών, που βεβαιώθηκαν από τους μάρτυρες, παρόλο που δεν είχαν περιληφθεί στην ιστορική βάση της αγωγής ή της ενστάσεως (ΑΠ 1190/2017).
Εν προκειμένω, με την προσβαλλόμενη απόφαση, στα πλαίσια της ως άνω ερμηνείας της έννοιας του υπ' αριθ. 17 όρου του εργολαβικού, το δικαστήριο έλαβε υπόψη του και το κατατεθέν από το μάρτυρα ανταποδείξεως περιστατικό ότι "δεν συνέφερε στους οικοπεδούχους να πληρώσουν αυτοί το ποσόν του Φ.Π.Α. και συμφώνησαν ότι θα το ανελάμβανε ο εργολάβος". Με το να δεχθεί το Μονομελές Πρωτοδικείο ότι, πλην του γραπτού υπ' αριθ. 17 όρου, είχε συμφωνηθεί και προφορικά ότι ο Φ.Π.Α. θα βάρυνε τον εργολάβο (γιατί διαφορετικά θα ήταν ασύμφορη για τους οικοπεδούχος η εργολαβία), δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 8 περ. α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Τούτο διότι, όπως προαναφέρθηκε, η λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας περιστατικών που προέκυψαν από τις αποδείξεις (όπως εν προκειμένω), που δεν είχαν περιληφθεί στην ιστορική βάση της ενστάσεως (εν προκειμένω στην ένσταση των εναγόμενων ότι με όρο του εργολαβικού μετακυλίσθηκε ο Φ.Π.Α. στον εργολάβο) και τα οποία δεν την μεταβάλουν, δεν ιδρύει τον ως άνω λόγο.
Συνεπώς, ο τρίτος λόγος της αιτήσεως, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 8 περ. α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι αβάσιμος.
Κατόπιν τούτων, η ένδικη αίτηση πρέπει να απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος για την άσκηση της αίτησης αναιρέσεως παραβόλου (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ). Θέμα δικαστικής δαπάνης δεν τίθεται, εφόσον οι αναιρεσίβλητοι λόγω της ερημοδικίας τους δεν υποβλήθηκαν σε έξοδα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 12 Ιουλίου 2017 αίτηση του Κ. Α. για αναίρεση της υπ' αριθ. 80/2015 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ξάνθης.
Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, για την άσκηση της ένδικης αίτησης αναιρέσεως, παραβόλου.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 26 Μαρτίου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 23 Ιουλίου 2019.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ