Supreme Court overturns labor court ruling on unilateral detrimental contract changes and procedural errors.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece overturned the First Instance Court's decision regarding a unilateral modification of an employment contract. The appellant argued that the employer's reduction of salary and working hours constituted a detrimental change without legal basis, while also citing procedural flaws in the lower court's handling of prior complaints. The court found the employer's actions to be a unilateral detrimental modification under Article 7 of Law 2112/1920 and noted the lower court failed to consider evidence of prior grievances, thus remanding the case for further examination.
Legislator headnote
AI generatedArt. 7 para. a Law 2112/1920; Art. 281 Civil Code: A unilateral modification of employment terms is deemed a termination if it is detrimental to the employee, requiring proof of material or moral harm, and the court must consider all relevant evidence including prior complaints filed by the employee.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 896 / 2018 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 896/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους δικαστές: Ευφημία Λαμπροπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χριστόφορο Κοσμίδη, Στυλιανή Γιαννούκου, Χαράλαμπο Μαχαίρα και Μαρία Νικολακέα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του στις 10 Ιανουαρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Δ. Κ. του Ι., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Κιαούλια και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Ν. Μ. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αντώνιο Ανούστη και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7-6-2011 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3280/2012 του ίδιου δικαστηρίου και 596/2014 του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 31-3-2015 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Μαρία Νικολακέα ανέγνωσε την από 21-12-2015 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 7 εδ. α ν. 2112/1920 "Πάσα μονομερής μεταβολή των όρων της υπαλληλικής συμβάσεως, βλάπτουσα τον υπάλληλον, θεωρείται ως καταγγελία ταύτης, δι’ ην ισχύουσιν αι διατάξεις του παρόντος νόμου". Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής "μονομερής μεταβολή" θεωρείται κάθε τροποποίηση των όρων εργασίας από τον εργοδότη που γίνεται χωρίς ο τελευταίος να έχει δικαίωμα για την τροποποίηση αυτή από το νόμο, την ατομική σύμβαση εργασίας ή τον κανονισμό εργασίας ούτε να ανήκει στην από το διευθυντικό δικαίωμά του απορρέουσα εξουσία να ρυθμίζει όλα τα θέματα που ανάγονται στην οργάνωση και λειτουργία της επιχειρήσεώς του ή γίνεται κατά κατάχρηση του διευθυντικού δικαιώματος (άρθρο 281 Α.Κ.).
Για την εφαρμογή της ανωτέρω διατάξεως δεν αρκεί η μεταβολή των όρων εργασίας να είναι μονομερής αλλά απαιτείται επιπλέον να είναι βλαπτική για τον εργαζόμενο, δηλαδή να προκαλεί σ’ αυτόν άμεση ή έμμεση υλική ή ηθική ζημία. Βλαπτική μεταβολή θεωρείται και ο υποβιβασμός και η ανάθεση στον εργαζόμενο καθηκόντων υποδεέστερης ειδικότητας ή θέσεως στην επιχείρηση, που συνεπάγεται δυσμενείς υλικές ή και ηθικές ως προς το κύρος και την προσωπικότητά του συνέπειες.
Εξ άλλου από την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 7 εδ. α ν. 2112/1920 σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 288, 648, 652 παρ. 1 και 656 παρ. 1 Α.Κ. προκύπτει ότι στην περίπτωση συμβάσεως παροχής εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, αν ο εργοδότης προβεί σε μονομερή βλαπτική για το μισθωτό μεταβολή των όρων εργασίας, ο τελευταίος έχει διαζευκτικά τις εξής δυνατότητες:
α) να αποδεχθεί τη μεταβολή, οπότε συνάπτεται σιωπηρά νέα σύμβαση τροποποιήσεως της αρχικής, η οποία είναι έγκυρη εφόσον δεν αντίκειται σε απαγορευτική διάταξη του νόμου ή στα χρηστά ήθη, β) να θεωρήσει την πράξη αυτή ως καταγγελία της συμβάσεως εργασίας εκ μέρους του εργοδότη και να απαιτήσει την καταβολή της αποζημιώσεως που προβλέπεται από το ν. 2112/1920, γ) να εμμείνει στην τήρηση των συμβατικών όρων, προσφέροντας τις υπηρεσίες του σύμφωνα με τους προ της μεταβολής όρους, οπότε, αν ο εργοδότης δεν αποδεχθεί αυτές, καθίσταται υπερήμερος περί την αποδοχή της εργασίας και οφείλει μισθούς υπερημερίας ή δ) εκφράζοντας την αντίδρασή του, να παράσχει τη νέα εργασία του και να προσφύγει στο δικαστήριο, ζητώντας να υποχρεωθεί ο εργοδότης του να τον απασχολεί σύμφωνα με τους προ της μεταβολής όρους (Α.Π. 447/2015).
Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Για την ίδρυση του αναιρετικού αυτού λόγου αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο προσκομισθέντων με επίκληση αποδεικτικών μέσων, τα οποία το δικαστήριο έχει υποχρέωση να λαμβάνει υπόψη κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 341 και 346 Κ.Πολ.Δ. (Ολ.
Α.Π. 2/2008).
Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη απόφασή του το εφετείο δέχθηκε, κατά το μέρος που ενδιαφέρει τον αναιρετικό έλεγχο, τα έξης: "Δυνάμει σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου που καταρτίσθηκε μεταξύ των διαδίκων την 2-9-2002 ο ενάγων [ήδη αναιρεσείων] Δ. Κ. προσελήφθη από τον εναγόμενο [ήδη αναιρεσίβλητο] Ν.
Μ., που διατηρεί επιχείρηση εστίασης (εστιατόριο με παραδοσιακή ελληνική κουζίνα) στη Νίκαια Αττικής (επί της οδού ... στην ...), προκειμένου να εργασθεί με την ειδικότητα του μάγειρα Α, διαθέτοντας ήδη και σχετική προϋπηρεσία επί διετία ως μάγειρας, στοιχείο που γνωστοποίησε στον εναγόμενο. Με την ως άνω σύμβαση συμφωνήθηκε να παρέχει ο ενάγων την εργασία του με την ως άνω ειδικότητά του στην επιχείρηση του εναγομένου επί πέντε ημέρες την εβδομάδα, ήτοι Δευτέρα έως και Παρασκευή και επί οκτάωρο, ήτοι από 08.00 έως 16.00...
Σε εκτέλεση της σύμβασης αυτής ο ενάγων προσέφερε στον εναγόμενο τις υπηρεσίες του αδιαλείπτως, απασχολούμενος κατά τις καθημερινές πέραν του νομίμου ωραρίου αλλά και κατά μέσον όρο επί δύο Σάββατα και επί δύο Κυριακές μηνιαίως επί δεκάωρο ημερησίως καθ’ όλο το επίδικο χρονικό διάστημα. Συγκεκριμένα κατά τις ημέρες εργασίας του ο ενάγων προσερχόταν στην επιχείρηση του εναγομένου μία ώρα πριν την έναρξη του καθοριζομένου από το πρόγραμμα εργασίας του ωραρίου (ήτοι την 07.00 ώρα το πρωί) και αποχωρούσε μία ώρα μετά τη λήξη του εν λόγω ωραρίου του (ήτοι την 17.00 ώρα).
Ο ενάγων ήταν ο μόνος απασχολούμενος ως μάγειρας στην ως άνω επιχείρηση, η οποία απασχολούσε κατά το επίδικο χρονικό διάστημα άλλους 4 εργαζομένους με τις ειδικότητες του βοηθού μάγειρα, της λαντζιέρας και του βοηθού σερβιτόρου (2 εργαζόμενοι), ενώ κατά διαστήματα απασχολείτο και έκτος εργαζόμενος με την ειδικότητα του διανομέα...
Ειδικότερα ο ενάγων καθ’ όλο το πρωινό απασχολείτο με την προετοιμασία των υλικών και την παρασκευή των φαγητών που προσέφερε το κατάστημα (περίπου 40 πιάτα), ενώ κατά τις μεσημεριανές ώρες και τις απογευματινές ώρες ασχολείτο με την κοπή του κιμά και του κρέατος που απαιτούνταν για την παρασκευή των φαγητών των επομένων ημερών και τέλος περί ώρα 16.00 έως 17.00 προετοίμαζε ("έκοβε") τον "πατσά", τον οποίο σερβίριζε καθημερινά το κατάστημα.
Επιπρόσθετα ο ενάγων απασχολείτο κατά μέσο όρο επί δύο Σάββατα και επί δύο Κυριακές το μήνα, χωρίς να λαμβάνει αναπληρωματική ημέρα ανάπαυσης εντός της εβδομάδος, επί δέκα ώρες καθ’ έκαστη των ως άνω ημερών, απασχολούμενος καθημερινά με τις ως άνω προαναφερθείσες εργασίες... Επίσης ενισχυτικό της κρίσης του δικαστηρίου περί των ανωτέρω αποδειχθέντων είναι και το γεγονός ότι κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, ήτοι από 1-1-2006 έως το Μάιο 2010, ο εναγόμενος κατέβαλλε στον ενάγοντα αποδοχές υπέρτερες των νομίμων, των προβλεπομένων από τις οικείες εφαρμοζόμενες Σ.Σ.Ε. (κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα κατωτέρω)...
γεγονός που καταδεικνύει ότι οι αποδοχές αυτές καταβάλλονταν στον ενάγοντα αντί παροχής εργασίας αυτού πέραν του νομίμου ωραρίου του αλλά και κατά τα Σάββατα και τις Κυριακές του επίδικου χρονικού διαστήματος κατά τα προεκτεθέντα. Επίσης δεν αποδείχθηκε ότι ο ενάγων εργαζόταν όλα τα Σάββατα εκάστου μηνός, όπως ο ίδιος ισχυρίσθηκε...
Περαιτέρω από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε ότι από το Μάιο του έτους 2010, λόγω προβλημάτων υγείας που εμφάνισε ο εναγόμενος αλλά και λόγω της πτώσης του κύκλου εργασιών της επιχείρησής του εξαιτίας της οικονομικής κρίσης, αυτός άρχισε να καθυστερεί την καταβολή στον ενάγοντα των δεδουλευμένων αποδοχών του και συγκεκριμένα δεν του κατέβαλε το σύνολο των οφειλομένων ποσών λόγω παροχής εργασίας εκ μέρους του πέραν του νομίμου ωραρίου και κατά τα Σάββατα και τις Κυριακές.
Για το λόγο αυτό ο ενάγων με την από 22-2-2011 εξώδικη δήλωσή του, που κοινοποίησε αυθημερόν στον εναγόμενο, διαμαρτυρήθηκε για την ως άνω μειωμένη καταβολή των οφειλομένων αποδοχών, υπολαμβάνοντας αυτήν ως βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας του. Ο εναγόμενος απάντησε αμέσως στον ενάγοντα με την από 25-2-2011 εξώδικη δήλωσή του, την οποία κοινοποίησε στον τελευταίο την 28-2-2011, αρνούμενος τις αιτιάσεις του ενάγοντος σε βάρος του.
Επίσης αποδείχθηκε ότι από το μήνα Μάρτιο του έτους 2011 ο εναγόμενος άρχισε πλέον να απασχολεί τον ενάγοντα μόνο εντός του νομίμου ωραρίου, ήτοι επί οκτάωρο και μόνο κατά τις καθημερινές. Προς τούτο ο ενάγων διαμαρτυρήθηκε εκ νέου στον εναγόμενο με την από 18-3-2011 εξώδικη δήλωσή του, την οποία κοινοποίησε στον τελευταίο την 22-3-2011, με την οποία ανέφερε μεταξύ άλλων τα εξής: "...Χαρακτηριστικό ότι μετά την αποστολή του εξωδίκου μου αρχίσατε να με απασχολείτε, εμένα μόνο από όλο το προσωπικό, επί οκτάωρο με πενθήμερον απασχόλησιν, για να με οδηγήσετε να φύγω οικειοθελώς από την επιχείρησίν Σας, ασκών ταυτόχρονα ψυχολογικό πόλεμο...
Όπως Σας έχω δηλώσει στο προηγούμενο εξώδικό μου δε συμφωνώ με τους όρους της μονομερούς βλαπτικής μεταβολής των όρων της μεταξύ μας συμβάσεως...". Ακολούθως την 19-4-2011 ο ενάγων αντιμετώπισε πρόβλημα υγείας με τη μέση του, το οποίο γνωστοποίησε τηλεφωνικώς στον εναγόμενο, έλαβε δε προς τούτο σχετική γνωμάτευση από τον αρμόδιο ιατρό του Ι.Κ.Α.
περί δυνατότητας απουσίας από την εργασία του από την 19-4-2011 έως την 29-4-2011 (βλ. τις προσκομιζόμενες δύο γνωματεύσεις των ιατρών του Ι.Κ.Α. Σ. Κ. και Β. Ζ., καθώς και την από 13-5-2011 απόφαση του Ι.Κ.Α. περί χορήγησης στον ενάγοντα επιδόματος ασθενείας για το ανωτέρω χρονικό διάστημα). Όμως μετά την 29-4-2011, οπότε έληξε η περίοδος δικαιολογημένης απουσίας του ενάγοντος από την εργασία του (αφού δεν αποδείχθηκε ότι έλαβε άλλη αναρρωτική άδεια για το μετέπειτα χρονικό διάστημα), αυτός δεν επέστρεψε στην εργασία του στην επιχείρηση του εναγομένου...
Περαιτέρω, αναφορικά με τις αιτίες της ανωτέρω αποχώρησης του ενάγοντος από την εργασία του και σχετικά με τον... ισχυρισμό του τελευταίου... ότι εξαναγκάσθηκε σε παραίτηση λόγω μονομερούς βλαπτικής μεταβολής των όρων εργασίας του, πρέπει να αναφερθούν τα ακόλουθα: Εκτός από την προαναφερόμενη καθυστέρηση εκ μέρους του εναγομένου στην καταβολή των αποδοχών του ενάγοντος και της οφειλής σ’ αυτόν διαφορών δεδουλευμένων αποδοχών, αναγόμενων στο χρονικό διάστημα από το δεύτερο εξάμηνο του έτους 2010 και εφεξής (όπως θα αναφερθεί κατωτέρω), η οποία (καθυστέρηση) δεν συνιστά από μόνη της βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας του εργαζόμενου ενάγοντος...
δεν αποδείχθηκε ότι η καθυστέρηση αυτή συντελέστηκε δολίως εκ μέρους του εργοδότη εναγομένου, έτσι ώστε να εξαναγκασθεί ο ενάγων εργαζόμενος σε αποχώρηση από την εργασία του. Εξ άλλου πράγματι ο ενάγων παρείχε σταθερά κατά το επίδικο χρονικό διάστημα μέχρι και το Φεβρουάριο του έτους 2011 την εργασία του στην επιχείρηση του εναγομένου πέραν του νομίμου ωραρίου και επί ορισμένα Σάββατα και Κυριακές καθ’ έκαστο μήνα κατά τα ανωτέρω αποδειχθέντα, λαμβάνοντας προς τούτο αυξημένες αποδοχές μηνιαίως, πλην όμως από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν αποδείχθηκε ότι αυτό ήταν αποτέλεσμα ρητής ή σιωπηρής συμφωνίας των εδώ διαδίκων ούτε συνάγεται σαφώς η βούληση του εναγόμενου εργοδότη, ώστε να δημιουργηθεί σχετικός όρος στην επίδικη σύμβαση εργασίας, με βάση τον οποίο η εργασία του ενάγοντος θα παρείχετο σταθερά κατά το ανωτέρω ωράριο (ήτοι δεκάωρο ημερησίως με παροχή εργασίας επί δύο Σάββατα και δύο Κυριακές καθ’ έκαστο μήνα), ώστε η αλλαγή του ωραρίου αυτού από τις αρχές Μαρτίου 2011, οπότε πλέον του ζητήθηκε από τον εργοδότη εναγόμενο να εργάζεται με βάση το νόμιμο ωράριο (ήτοι επί οκτώ ώρες ημερησίως, μόνο κατά τις καθημερινές), να συνιστά βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας του εργαζομένου ενάγοντος...
Αντιθέτως αποδείχθηκε ότι η παύση απασχόλησης του ενάγοντος πέραν του νομίμου ωραρίου του και η συνεπεία αυτής μείωση των αντίστοιχα καταβαλλόμενων αποδοχών (προσαυξήσεις λόγω παροχής υπερεργασίας, υπερωρίας, εργασίας κατά το Σάββατο και την Κυριακή) έγινε από τον εργοδότη εναγόμενο στο πλαίσιο άσκησης του διευθυντικού του δικαιώματος λόγω της αντιμετώπισης προβλημάτων υγείας του ιδίου και λόγω οικονομικών προβλημάτων της επιχείρησης που καθιστούσαν αναγκαία την αναδιάρθρωση αυτής.
Πρέπει να σημειωθεί ότι στην προκειμένη περίπτωση η μείωση των συνολικά καταβαλλόμενων αποδοχών του ενάγοντος που έλαβε χώρα περί τα τέλη του έτους 2010, δεν αποτελεί μείωση του συμβατικού του μισθού, γιατί όπως αποδείχθηκε κατά τα προεκτεθέντα το πέραν των νομίμων αποδοχών χρηματικό ποσό μηνιαίως που μέχρι τότε ελάμβανε ο ενάγων (2.400 ευρώ μηνιαίως) το ελάμβανε λόγω παροχής εκ μέρους του πρόσθετης εργασίας, πέραν του νομίμου ωραρίου κατά τις καθημερινές, τα Σάββατα και τις Κυριακές, την οποία έπαυσε πλέον αυτός να παρέχει και όχι συνεπεία συμφωνίας περί καταβολής αυξημένου μισθού για παροχή εργασίας επί πενθήμερο και οκτάωρο ημερησίως, όπως εσφαλμένα υπολαμβάνει ο ενάγων.
Σημειώνεται επίσης ότι, πέραν της διατάραξης στις σχέσεις των διαδίκων η οποία επήλθε περί τα τέλη του έτους 2010 και τις αρχές του έτους 2011 λόγω της διαφωνίας τους αναφορικά με τους όρους παροχής εργασίας του ενάγοντος, δεν αποδείχθηκαν περιστατικά άσκησης εκ μέρους του εναγόμενου εργοδότη ψυχολογικής πίεσης ή δόλιας συμπεριφοράς σε βάρος του εργαζόμενου ενάγοντος εξαιτίας της άσκησης εκ μέρους του τελευταίου των νομίμων δικαιωμάτων του (ήτοι αποστολή εξώδικων, καταγγελία στο Ι.Κ.Α.
και Επιθεώρηση Εργασίας), που να επέφεραν τέτοια ηθική μείωση στην προσωπικότητα του ενάγοντος, ώστε η περαιτέρω συνέχιση της εργασίας του στο χώρο της επιχείρησης του εργοδότη να είχε καταστεί πλέον αδύνατη ή δυσχερής, έτσι ώστε η αποχώρηση του τελευταίου από την εργασία του να δικαιολογείται, συνεπεία της βλαπτικής μεταβολής των όρων εργασίας του και εξαναγκασμού του σε παραίτηση.
Επίσης δεν αποδείχθηκαν ενέργειες του εναγομένου που να επιφέρουν μείωση της τιμής, υπόληψης και επαγγελματικής αξίας του ενάγοντος και συνακόλουθα προσβολή της προσωπικότητάς του και ηθική βλάβη του.
Συνεπώς τα αγωγικά αιτήματα περί καταβολής στον ενάγοντα αποζημίωσης απόλυσης και χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, είναι αβάσιμα κατ’ ουσία για τους προαναφερόμενους λόγους... Περαιτέρω, όπως αποδείχθηκε κατά τα προεκτεθέντα, κατά το επίδικο χρονικό διάστημα από 1-1-2006 έως 28-2-2011 ο ενάγων εργαζόταν σε πενθήμερη εβδομαδιαία βάση 50 ώρες, από τις οποίες οι 5 ώρες εβδομαδιαίως αποτελούν υπερεργασία και αμείβονται για το επίδικο χρονικό διάστημα από 1-1-2006 έως 15-7-2010 με προσαύξηση 25% του καταβαλλόμενου ωρομισθίου και για το χρονικό διάστημα από 16-7-2010 μέχρι τη λήξη της επίδικης σύμβασης εργασίας, με προσαύξηση 20% επί του καταβαλλόμενου ωρομισθίου (άρθρο 74 παρ. 10 του ν. 3863/2010...), δεδομένου ότι το νόμιμο ωράριο του ενάγοντος ως εργαζόμενου σε επισιτιστικό κατάστημα ήταν ημερησίως 8 ώρες και εβδομαδιαίως 40 ώρες, ήτοι ίσχυε η πενθήμερη εβδομαδιαία απασχόληση...
ενώ οι λοιπές 5 ώρες εβδομαδιαίως (μία ώρα καθ’ εκάστη καθημερινή) αποτελούν κατ’ εξαίρεση υπερωρία και αμείβονται για το επίδικο χρονικό διάστημα από 1-1-2006 έως 15-7-2010 με προσαύξηση 100% του καταβαλλόμενου ωρομισθίου και για το χρονικό διάστημα από 16-7-2010 μέχρι τη λήξη της επίδικης σύμβασης εργασίας με προσαύξηση 80% επί του καταβαλλόμενου ωρομισθίου (άρθρο 74 παρ. 10 του ν. 3863/2010)".
Με βάση αυτές τις παραδοχές και άλλες που αφορούν τον υπολογισμό των οφειλόμενων στον ενάγοντα ποσών για διαφορές αποδοχών, αμοιβή λόγω υπερεργασίας και κατ’ εξαίρεση υπερωριακής εργασίας, καθώς και αμοιβή λόγω εργασίας κατά τα Σάββατα και τις Κυριακές και λόγω μη χορηγήσεως αναπληρωματικής ημέρας αναπαύσεως (ρεπό), το εφετείο δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ’ ουσίαν την έφεση του ενάγοντος και την δια των προτάσεων ασκηθείσα αντέφεση του εναγομένου κατά της αποφάσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, με την οποία είχε γίνει εν μέρει δεκτή η αγωγή ως και κατ’ ουσίαν βάσιμη και είχε υποχρεωθεί ο εναγόμενος να καταβάλει στον ενάγοντα για τις προαναφερθείσες αιτίες το ποσό των 4.809,89 ευρώ με το νόμιμο τόκο κατά τις αναφερόμενες σ’ αυτήν διακρίσεις.
Έτσι που έκρινε το εφετείο υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ., ήτοι στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του νόμιμης βάσεως αφού διέλαβε σ’ αυτήν ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς το κρίσιμο ζήτημα της συνδρομής ή μη μονομερούς βλαπτικής μεταβολής των όρων εργασίας του ενάγοντος εκ μέρους του εναγομένου και συγκεκριμένα απέδωσε τη μείωση του χρόνου απασχολήσεως του ενάγοντος από τον εναγόμενο και τη συνακόλουθη μείωση των αποδοχών του σε προβλήματα υγείας του εναγομένου και σε πτώση του κύκλου εργασιών της επιχειρήσεως του τελευταίου εξαιτίας της οικονομικής κρίσεως, χωρίς να διευκρινίσει αν η μείωση του χρόνου απασχολήσεως και των αποδοχών ίσχυσε και για τους λοιπούς εργαζομένους της επιχειρήσεως του εναγομένου ή μόνο για τον ενάγοντα, όπως ισχυρίσθηκε ο τελευταίος με την αγωγή του.
Επί πλέον το εφετείο υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ Κ.Πολ.Δ. διότι από τα πιο πάνω και ιδίως από την παραδοχή ότι ο ενάγων αποχώρησε οικειοθελώς από την εργασία του και ότι δεν εξαναγκάσθηκε να αποχωρήσει από αυτήν εξαιτίας μονομερούς βλαπτικής μεταβολής των όρων εργασίας του εκ μέρους του εναγομένου, όπως αυτός ισχυρίσθηκε με την αγωγή του, γεννώνται αμφιβολίες για το αν το εφετείο έλαβε υπόψη την από 7-4-2011 αίτηση παραπόνων του ενάγοντος προς τον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Πειραιώς και το .../7-4-2011 αντίγραφο του δελτίου συμβάντων του Αστυνομικού Τμήματος Νικαίας, τα οποία ο ενάγων επικαλέσθηκε και προσκόμισε με τις έγγραφες προτάσεις του ενώπιον του εφετείου και από τα οποία προέκυπτε ότι κατά την ως άνω ημερομηνία (7-4-2011) αυτός είχε προσφύγει στον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Πειραιώς και είχε παραπονεθεί κατά του εναγομένου και άλλων πέντε ατόμων, ήτοι των Κ.
Μ., Ι. Τ., Α. Μ., Θ. Γ. και Μ. Κ. (οικείων του εναγομένου και εργαζομένων στην επιχείρησή του) για "κατ’ έγκληση διωκόμενα" αδικήματα και ότι τα άτομα αυτά εκλήθησαν στο αστυνομικό τμήμα αυθημερόν και αρνήθηκαν τα καταγγελλόμενα, γεγονότα από τα οποία προκύπτει ότι πριν από την αποχώρηση του ενάγοντος από την εργασία του, εκτός από την καταγγελία του στην οικεία Επιθεώρηση Εργασίας και την ανταλλαγή εξωδίκων με τον εναγόμενο, για τα οποία γίνεται μνεία στην προσβαλλομένη, υπήρχε σοβαρή όξυνση των σχέσεών του με τον εναγόμενο, τους οικείους του και άλλους εργαζομένους στην επιχείρησή του και διαμαρτυρίες του για την τέλεση από αυτούς αξιόποινων πράξεων σε βάρος του, γεγονότα για τα οποία δεν γίνεται μνεία στην προσβαλλομένη.
Συνεπώς οι δεύτερος και τρίτος κατά ένα μέρος τους λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις ανωτέρω αναιρετικές πλημμέλειες, είναι βάσιμοι.
Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά παραδοχή των προαναφερθέντων λόγων αναιρέσεως, παρελκούσης της έρευνας του πρώτου λόγου αυτής και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, του οποίου η συγκρότηση από άλλο δικαστή είναι εφικτή (άρθρο 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.), να καταδικασθεί δε ο αναιρεσίβλητος, λόγω της ήττας του, στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, σύμφωνα με το σχετικό αίτημα του τελευταίου (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 596/2014 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή.
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες τριακόσια (2.300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 17 Μαΐου 2017.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 10 Μαΐου 2018.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ