Legislator Case Law & Legislation
896/2012 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on fixed-term public sector contracts, ruling they constitute a single indefinite contract.

Case Number 896/2012
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal against a lower court decision regarding successive fixed-term employment contracts in the public sector. The plaintiffs argued for the validity of these contracts, while the defendant contended they violated the prohibition on successive fixed-term agreements. The court ruled that the contracts met the criteria for a single indefinite-term contract due to continuous employment, identical terms, and the fulfillment of permanent needs.

Legislator headnote

AI generated

Art. 5, Art. 11 of PD 164/2004; Successive fixed-term employment contracts in the public sector constitute a single indefinite-term contract when there is no gap exceeding three months, identical terms, and fulfillment of permanent needs.

Keywords

AI generated
successive fixed-term contracts public sector employment single indefinite contract PD 164/2004 permanent needs employment law dismissal of appeal

Cited Legislation

AI generated
PD 164/2004
Art. 5 PD 164/2004
Art. 11 PD 164/2004
Art. 559 no. 1 KPolD
Art. 22 para. 1 and 3 of Law 3693/1957
KPolD 176, 183 and 191 para. 2
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 896 / 2012 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:

Διαδοχικές συμβάσεις ορισμένου χρόνου για την κάλυψη παγίων αναγκών στο δημόσιο τομέα (ΝΠΔΔ) και εφαρμογή μεταβατικής διάταξης άρθρου 11 π.δ. 164/2004. Απορρίπτει την αίτηση.

Αριθμός 896/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2 Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους δικαστές Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Δημήτριο Μουστάκα, Χριστόφορο Κοσμίδη και Νικόλαο Τρούσα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 27η Μαρτίου 2012, με την παρουσία και του γραμματέως Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

ΤΟΥ ΑΝΑΙΡΕΣΕΙΟΝΤΟΣ: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΟ ΧΙΟΝΟΔΡΟΜΙΚΟ ΚΕΝΤΡΟ ΣΕΛΙΟΥ" όπως εκπροσωπείται νομίμως, που εδρεύει στη Βέροια και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Κωνσταντίνου Γιοβανόπουλου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

ΤΩΝ ΑΝΑΙΡΕΣΙΒΛΗΤΩΝ: 1) Δ. Σ. του Ε. και 2) Δ. Α. του Α., κατοίκων ..., που παραστάθηκαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Παντελή Αζαριάδη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-5-2008 (ημερομηνία κατάθεσης) αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βεροίας. Επί της αγωγής εκδόθηκε η 25/ΕΡ-ΔΙ/2009 απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 182/2011 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας ζητεί το αναιρεσείον με την από 17-5-2011 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώθηκε. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Χριστόφορος Κοσμίδης, ανέγνωσε την από 15-3-2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης για αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αναιρεσείοντος στα δικαστικά έξοδα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Με το π.δ. 164/2004 (ΦΕΚ Α' 134) μεταφέρθηκε στην ελληνική έννομη τάξη, όσον αφορά στους εργαζόμενους με συμβάσεις ορισμένου χρόνου στο δημόσιο τομέα, η οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου (L 175) σχετικά με την από 18-3-1999 συμφωνία πλαίσιο για την εργασία ορισμένου χρόνου, η οποία είχε συναφθεί μεταξύ της Ευρωπαϊκής Συνομοσπονδίας Συνδικάτων (CES), της Ένωσης των Συνομοσπονδιών της Βιομηχανίας και των Εργοδοτών (UNICE) και του Ευρωπαϊκού Κέντρου Επιχειρήσεων (CEEP).

Στο άρθρο 5 του π.δ. 164/2004 ορίζεται ότι "1. Απαγορεύονται οι διαδοχικές συμβάσεις, που καταρτίζονται μεταξύ του ίδιου εργοδότη και του ίδιου εργαζόμενου με την ίδια ή παρεμφερή ειδικότητα και με τους ίδιους ή παρεμφερείς όρους εργασίας, εφ' όσον μεταξύ των συμβάσεων αυτών μεσολαβεί χρονικό διάστημα μικρότερο των τριών μηνών. 2.

Η κατάρτιση των συμβάσεων αυτών επιτρέπεται κατ' εξαίρεση, εφ' όσον δικαιολογείται από αντικειμενικούς λόγους. Αντικειμενικός λόγος υφίσταται, όταν οι επόμενες της αρχικής συμβάσεως συνάπτονται για την εξυπηρέτηση ειδικών ομοειδών αναγκών που σχετίζονται ευθέως και αμέσως με τη μορφή ή το είδος ή τη δραστηριότητα της επιχείρησης. 3.

Η σύναψη διαδοχικών συμβάσεων γίνεται εγγράφως και οι λόγοι που την δικαιολογούν αναφέρονται ρητώς στη σύμβαση, εφ' όσον δεν προκύπτουν ευθέως από αυτήν. (...) 4. Σε κάθε περίπτωση, ο αριθμός των διαδοχικών συμβάσεων δεν επιτρέπεται να είναι μεγαλύτερος των τριών, με την επιφύλαξη των διατάξεων της παραγράφου 2 του επόμενου άρθρου".

Παρά ταύτα, στο άρθρο 11 παρ.1 του π.δ. 164/2004, ως μεταβατική ρύθμιση, όλως ειδικά ανεκτή συνταγματικώς (ΣτΕ 3482/2010, 634/2010), για την τακτοποίηση εκκρεμών εργασιακών σχέσεων του Δημοσίου και των άλλων νομικών προσώπων του δημόσιου τομέα με εργαζόμενους που συνέχισαν, ακόμη και μετά την τελευταία αναθεώρηση του Συντάγματος (άρθρο 103 παρ.7 και 8, ΦΕΚ Α' 85/18-4-2001), να απασχολούνται με διαδοχικές συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, ορίζεται ότι "Διαδοχικές συμβάσεις κατά την παρ.1 του άρθρου 5 του παρόντος διατάγματος, οι οποίες έχουν συναφθεί πριν την έναρξη ισχύος του παρόντος και είναι ενεργές έως την έναρξη ισχύος αυτού, συνιστούν εφεξής σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, εφόσον συντρέχουν αθροιστικά οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

α) Συνολική χρονική διάρκεια διαδοχικών συμβάσεων τουλάχιστον είκοσι τεσσάρων (24) μηνών έως την έναρξη ισχύος του διατάγματος, ανεξαρτήτως αριθμού ανανεώσεων συμβάσεων ή τρεις τουλάχιστον ανανεώσεις πέραν της αρχικής σύμβασης κατά την παρ.1 του άρθρου 5 του παρόντος διατάγματος, με συνολικό ελάχιστο χρόνο απασχόλησης δέκα οκτώ (18) μηνών, μέσα σε συνολικό χρονικό διάστημα είκοσι τεσσάρων (24) μηνών από την αρχική σύμβαση.

β) Ο συνολικός χρόνος υπηρεσίας του εδαφίου (α) να έχει πράγματι διανυθεί στον ίδιο φορέα, με την ίδια ή παρεμφερή ειδικότητα και με τους ίδιους ή παρεμφερείς όρους εργασίας, όπως αναγράφεται στην αρχική σύμβαση (...). γ) Το αντικείμενο της σύμβασης να αφορά σε δραστηριότητες, οι οποίες σχετίζονται ευθέως και αμέσως με πάγιες και διαρκείς ανάγκες του αντίστοιχου φορέα, όπως αυτές οριοθετούνται από το δημόσιο συμφέρον το οποίο υπηρετεί ο φορέας αυτός.

δ) Ο κατά τις προηγούμενες περιπτώσεις συνολικός χρόνος υπηρεσίας πρέπει να έχει παρασχεθεί κατά πλήρες ή μειωμένο ωράριο εργασίας και σε καθήκοντα ίδια ή παρεμφερή με αυτά που αναγράφονται στην αρχική σύμβαση (...)". Και στο άρθρο 11 παρ.5 του π.δ. 164/2004 ορίζεται ότι "Στις διατάξεις της παρ.1 του παρόντος άρθρου συμπεριλαμβάνονται και οι συμβάσεις οι οποίες έχουν λήξει κατά το χρονικό διάστημα των τελευταίων τριών μηνών πριν την έναρξη ισχύος του παρόντος διατάγματος, λογιζόμενες ως ενεργές διαδοχικές συμβάσεις ως την έναρξη ισχύος του παρόντος.

Η προϋπόθεση του εδ. α' της παρ. 1 του παρόντος άρθρου πρέπει να συντρέχει κατά το χρόνο λήξης της σύμβασης". Σύμφωνα με το άρθρο 3 περ. γ' του π.δ. 164/2004, ως "δημόσιος τομέας" χαρακτηρίζεται αυτός που οριοθετείται "από τις διατάξεις του άρθρου 51 παρ. 1 του ν. 1892/1990 ή από άλλες ειδικές διατάξεις, όπως εκάστοτε ισχύουν (...)".

Σύμφωνα με το άρθρο 51 παρ.1 περ. β' του ν. 1882/1990, στο δημόσιο τομέα υπάγονται και τα ΝΠΔΔ. Περαιτέρω, στα άρθρα 2 και 3 του π.δ. 164/2004 καθορίζεται η προσήκουσα διοικητική διαδικασία για την αναγνώριση των συμβάσεων εργασίας, που εμπίπτουν στις ως άνω εξαιρέσεις, ως συμβάσεων αόριστου χρόνου. Ο καθορισμός της διαδικασίας αυτής, όμως, δεν μπορεί να αποκλείσει στα δικαστήρια, κατά την άσκηση του εις αυτά ανατεθειμένου από το Σύνταγμα δικαιοδοτικού έργου, την έρευνα της ύπαρξης των προϋποθέσεων που προσδίδουν σε μια σύμβαση ή σχέση της κατηγορίας αυτής το χαρακτήρα σύμβασης ή σχέσης εργασίας αόριστου χρόνου (ΑΠ 590/2011).

2. Στην προκειμένη περίπτωση, το Μονομελές Πρωτοδικείο Βεροίας, του οποίου η απόφαση θεωρείται ότι ενσωματώθηκε στην ήδη προσβαλλομένη απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία η έφεση του ήδη αναιρεσείοντος ΝΠΔΔ (εναγομένου και εκκαλούντος) είχε απορριφθεί ως εκ της ερημοδικίας του (ΚΠολΔ 524 παρ.3, ΟλΑΠ 16/1990, ΑΠ 361/2011), δέχθηκε μεταξύ άλλων τα εξής ουσιώδη πραγματικά περιστατικά:

Ότι οι ενάγοντες (ήδη αναιρεσίβλητοι) είχαν προσληφθεί από το εναγόμενο (ήδη αναιρεσείον) χιονοδρομικό κέντρο, με σύμβαση παροχής εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, για να απασχοληθούν στα καθήκοντα του χειριστή - συντηρητή αναβατήρων και του βοηθού χιονοστρωτήρα. Ότι, ειδικότερα, ο πρώτος από τους ενάγοντες προσλήφθηκε την 1-1-2000 για να εργασθεί μέχρι την 31-3-2000, αλλά μετά τη λήξη της σύμβασης εξακολούθησε να προσφέρει την ίδια εργασία στο εναγόμενο, με τους ίδιους όρους.

Ότι, ο ίδιος, προσλήφθηκε εκ νέου την 1-1-2001 για να εργασθεί μέχρι την 31-3-2001, αλλά μετά τη λήξη της σύμβασης εξακολούθησε και πάλι να απασχολείται ομοίως. Ότι, κατόπιν, προσλήφθηκε την 1-11-2001 για να εργασθεί μέχρι την 31-12-2001, αλλά και πάλι, μετά τη λήξη του συμφωνημένου χρόνου εξακολούθησε να απασχολείται με τους ίδιους όρους.

Ότι αυτό επαναλήφθηκε διαδοχικά άλλες οκτώ φορές, με ισάριθμες συμβάσεις από 1-1-2002 μέχρι 30-4-2002, από 1-9-2002 μέχρι 31-10-2002, από 1-11-2002 μέχρι 28-2-2003, από 1-9-2003 μέχρι 30-4-2004, από 1-11-2004 μέχρι 30-6-2005, από 1-1-2006 μέχρι 31-8-2006, από 1-12-2006 μέχρι 31-7-2007 και από 12-2-2008 μέχρι 12-6-2008, πάντοτε με τα ίδια καθήκοντα και εξακολουθώντας μετά τη λήξη της διάρκειας εκάστης σύμβασης να απασχολείται με τους ίδιους όρους στην υπηρεσία του εναγομένου, "όπως και προηγουμένως, μέχρι τη συζήτηση της αγωγής".

Ότι ο δεύτερος από τους ενάγοντες προσλήφθηκε την 1-1-2002 για να εργασθεί μέχρι την 30-4-2002, αλλά μετά τη λήξη της σύμβασης εξακολούθησε να προσφέρει την ίδια εργασία στο εναγόμενο, με τους ίδιους όρους. Ότι, ο ίδιος, προσλήφθηκε εκ νέου την 1-9-2002 για να εργασθεί με τους ίδιους όρους μέχρι την 31-10-2002. Ότι, κατόπιν, προσλήφθηκε την 1-11-2002 για να εργασθεί μέχρι την 28-2-2003, αλλά και πάλι, μετά τη λήξη του συμφωνημένου χρόνου εξακολούθησε να απασχολείται με τους ίδιους όρους.

Ότι αυτό επαναλήφθηκε διαδοχικά άλλες πέντε φορές, από 1-9-2003 μέχρι 30-4-2004, από 1-11-2004 μέχρι 30-6-2005, από 1-1-2006 μέχρι 31-8-2006, από 1-12-2006 μέχρι 31-7-2007 και από 12-2-2008 μέχρι 12-6-2008, πάντοτε με τα ίδια καθήκοντα και εξακολουθώντας μετά τη λήξη της διάρκειας εκάστης σύμβασης να απασχολείται με τους ίδιους όρους στην υπηρεσία του εναγομένου, "όπως και προηγουμένως, μέχρι τη συζήτηση της αγωγής".

Ότι αμφότεροι οι ενάγοντες παρείχαν εξαρτημένη εργασία, υπό τις οδηγίες και την επίβλεψη των αρμοδίων οργάνων του εναγομένου, σε καθημερινή βάση και με πλήρες ωράριο, όπως ακριβώς συνέβαινε και με το υπόλοιπο, μόνιμο προσωπικό του εναγομένου. Ότι οι ενάγοντες εξυπηρετούσαν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εναγομένου και όχι (όπως αυτό ισχυρίζεται) περιοδικές και απρόβλεπτες, πράγμα που συνάγεται από τη φύση της εργασίας που εκτελούσαν, η οποία περιλάμβανε και τη συντήρηση των αναβατήρων που, για λόγους ασφάλειας, έπρεπε να γίνεται κατά τη διάρκεια ολόκληρου του έτους (και όχι μόνο κατά τις περιόδους που υπήρχε χιόνι).

Σύμφωνα με τις παραδοχές αυτές, το Δικαστήριο της ουσίας, αποφαινόμενο επί της επικουρικής βάσεως της ένδικης αγωγής, κατέληξε στην κρίση ότι συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις του άρθρου 11 του π.δ. 164/2004 για να αναγνωρισθεί ότι οι διαδοχικές συμβάσεις εργασίας, που το αναιρεσείον είχε καταρτίσει με τους αναιρεσίβλητους, είχαν το χαρακτήρα μιας ενιαίας σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου, διότι, ειδικότερα:

α) Οι συμβάσεις ήσαν ενεργείς κατά το τελευταίο τρίμηνο πριν από την έναρξη ισχύος του π.δ. 164/2004 (19-7-2004). β) Κατά την έναρξη ισχύος του π.δ. 164/2004, οι αναιρεσίβλητοι είχαν συμπληρώσει ελάχιστο χρόνο απασχόλησης 18 μηνών, με τρεις τουλάχιστον ανανεώσεις μετά τη λήξη της πρώτης σύμβασης, λαμβανομένου υπ' όψη του ότι κάθε φορά η παροχή της εργασίας τους συνεχιζόταν και μετά την πάροδο της ημερομηνίας λήξεως της συμβάσεως, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι η έλλειψη χρονικού διαστήματος μεγαλυτέρου των τριών μηνών μεταξύ των διαδοχικών ανανεώσεων ήταν εν προκειμένω αντικειμενικά δικαιολογημένη, από τη φύση της εργασίας και τη δραστηριότητα της επιχείρησης.

γ) Η απασχόληση είχε συντελεσθεί στον ίδιο φορέα, ήτοι στο αναιρεσείον, κατά πλήρες ωράριο εργασίας, με την ίδια ειδικότητα και με τους ίδιους όρους και δ) Η απασχόληση απέβλεπε στην εξυπηρέτηση παγίων και διαρκών αναγκών του αναιρεσείοντος. Με την κρίση αυτή, το Δικαστήριο της ουσίας εφάρμοσε ορθά τις ως άνω ουσιαστικές διατάξεις και ο μοναδικός λόγος της αιτήσεως, με τον όποιο υποστηρίζεται το αντίθετο και προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.

3. Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση. Το αναιρεσείον, το οποίο είναι ΝΠΔΔ και ως προς τη νομική υπηρεσία του οποίου δεν προέκυψε ότι διεξάγεται από το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους (άρθρο 22 παρ.1 και 3 του ν. 3693/1957), πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτών (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 17-5-2011 αίτηση περί αναιρέσεως της 182/ 2011 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης. -Και

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ το αναιρεσείον στην πληρωμή χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα την 15η Μαΐου 2012. -Και

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στην Αθήνα την 29η Μαΐου 2012.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ