Legislator Case Law & Legislation
896/2010 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on tort law applicability and family definition under Greek Civil Code.

Case Number 896/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the insurance company's appeal against the Athens Court of Appeal's decision regarding a death compensation claim. The court held that Greek law applies to the tort committed in Greece, governing the definition of the deceased's family for psychological pain claims. Consequently, the appeal was rejected as unfounded, and the appellant was ordered to pay the defendants' legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Article 26 of the Civil Code; Article 932 of the Civil Code: When a tort causing death occurs in Greece, Greek law governs the characterization of the act and the definition of the family entitled to compensation for psychological pain, even if the victim was foreign.

Keywords

AI generated
tort law applicability foreign victim death family definition Greek law psychological pain compensation conflict of laws

Cited Legislation

AI generated
Article 26 of the Civil Code
Article 932 of the Civil Code
Articles 17-18 of the Civil Code
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 249 of the Code of Civil Procedure
Article 573 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Decision No. 1847/2009 of the 4th Section

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 896 / 2010 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 896/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελευθέριο Μάλλιο, Γεωργία Λαλούση, Ευτύχιο Παλαιοκαστρίτη και Σοφία Καραχάλιου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 19 Μαρτίου 2010, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρίας με την επωνυμία "ΑΕΕΓΑ Η ΕΘΝΙΚΗ", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Αρνέλλο και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ψ1, κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Γεωργίου Γεωργακά και κατέθεσε προτάσεις, 2) Ψ2 συζύγου Ψ1, το γένος Ψ5, κατοίκου ... η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Γεωργακά και κατέθεσε προτάσεις, 3) Ψ3 του Ψ1, κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου της Γεωργίου Γεωργακά και κατέθεσε προτάσεις, 4) Ψ4 θυγατέρας Ψ1, 5) Ψ5, 6) Ψ6, κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Γεωργακά και κατέθεσαν προτάσεις.

Στο σημείο αυτό, ο συνήγορος των ως άνω αναιρεσιβλήτων, αφού έλαβε το λόγο από τον Πρόεδρο, δήλωσε ότι το ορθό πατρώνυμο του υπό στοιχείο 1 αναιρεσιβλήτου Ψ1 και όχι "... όπως λανθασμένα αναφέρεται στο δικόγραφο της αναιρέσεως.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11/7/2005 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4941/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1158/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 28/5/2009 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Σοφία Καραχάλιου ανέγνωσε την από 5/3/2009 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη αμφοτέρων των λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, κατά την διάταξη του άρθρου 26 Α.Κ., "οι ενοχές από αδίκημα διέπονται από το δίκαιο της πολιτείας όπου διαπράχθηκε το αδίκημα". Από την διάταξη αυτή συνάγεται ότι η σχέση η οποία δημιουργείται, με την διάπραξη αδικήματος στην Ελλάδα από το οποίο επήλθε ο θάνατος αλλοδαπού, διέπεται από το ελληνικό δίκαιο.

Επομένως, κατά το δίκαιο αυτό, κρίνεται, μεταξύ άλλων, ο παράνομος χαρακτήρας της πράξεως, η υπαιτιότητα, το τυχόν οικείο πταίσμα του παθόντος, το ζήτημα της προσφόρου αιτιώδους συνάφειας, αν η ευθύνη είναι αντικειμενική ή υποκειμενική και οι προϋποθέσεις της θεμελιώσεως αυτής, η ικανότητα προς καταλογισμό, ο κύκλος των προστατευόμενων έννομων αγαθών ή των υποκειμενικών δικαιωμάτων, ο υπόχρεος προς αποζημίωση, το πρόσωπο του δικαιούχου της αποζημιώσεως, καθώς και οι έννομες συνέπειες της αδικοπραξίας, ήτοι η μορφή και η έκταση της αποζημιώσεως, αν η αποζημίωση παρέχεται σε κεφάλαιο εφάπαξ ή σε περιοδικές παροχές, αν παρέχεται χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης (αρθρ. 932 ΑΚ), τα θέματα των εξόδων κηδείας, της αναγωγής των πλειόνων συνυποχρέων, καθώς και των οφειλόμενων τόκων από την επίδοση της αγωγής αποζημιώσεως.

Στην προαναφερθείσα έννοια του "κύκλου των προστατευομένων αγαθών ή των υποκειμενικών δικαιωμάτων" περιλαμβάνονται και προσδιορίζονται απευθείας, κατά την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 26 Α.Κ, και όλα εκείνα τα πρόσωπα που δικαιούνται και νομιμοποιούνται ενεργητικώς στο να προβάλλουν, κατά περίπτωση, αντίστοιχες αξιώσεις, συνδεόμενες με την ένδικη αδικοπρακτική συμπεριφορά είτε με ορισμένη ιδιότητα, είτε εξ ιδίου δικαίου.

Επομένως, στην περίπτωση θανατώσεως, σε τροχαίο ατύχημα στην Ελλάδα αλλοδαπού, για να κριθεί η νομιμοποίηση εκείνων που ζητούν με αγωγή την επιδίκαση χρηματικής ικανοποιήσεως, λόγω ψυχικής οδύνης, με την έννοια "των ανηκόντων στον κύκλο των προσώπων, που είναι φορείς εννόμων αγαθών ή υποκειμενικών δικαιωμάτων", τα οποία προσβλήθηκαν από τις επαχθείς συνέπειες της αδικοπρακτικής θανατώσεως, θα εφαρμοσθεί, με βάση τη διάταξη του άρθρου 26 του Α.Κ.

αμέσως το Ελληνικό Δίκαιο, χωρίς την παρεμβολή άλλης έρευνας, στο πλαίσιο εφαρμογής των αρχών του ιδιωτικού διεθνούς δικαίου, που έχει σχέση με την έννοια του προκρίματος και του προδικαστικού ζητήματος, και ειδικά η διάταξη του άρθρου 932 Α.Κ. με την οποία θα προσδιορισθεί, στη συγκεκριμένη περίπτωση, το εάν ο συγκεκριμένος ενάγων ανήκει στο κύκλο των δικαιουμένων προσώπων, με την προαναφερθείσα έννοια, ανεξαρτήτως του εάν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, με βάση το (μη εφαρμοστέο όμως) ουσιαστικό δίκαιο της ιθαγενείας του θανόντος και εκείνων που ζητούν την επιδίκαση της χρηματικής ικανοποιήσεως, προβλέπεται διαφορετική ρύθμιση, ως προς τα πρόσωπα που ανήκουν στον κύκλο εκείνων που δικαιούνται να επιδιώξουν την αντίστοιχη αξίωση ή δεν προβλέπεται καμμία ρύθμιση.

Ειδικότερα, κατά το άρθρο 932 εδ. 3 ΑΚ, σε περίπτωση θανατώσεως προσώπου, η χρηματική ικανοποίηση μπορεί να επιδικασθεί στην οικογένεια του θύματος, λόγω ψυχικής οδύνης. Στη διάταξη αυτή δεν γίνεται προσδιορισμός της έννοιας του όρου "οικογένεια του θύματος", προφανώς γιατί ο νομοθέτης δεν θέλησε να διαγράψει δεσμευτικώς τα όρια ενός θεσμού, ο οποίος, ως εκ της φύσεώς του, υφίσταται αναγκαίως τις επιδράσεις εκ των κοινωνικών διαφοροποιήσεων, κατά τη διαδρομή του χρόνου.

Κατά την αληθή, όμως, έννοια της εν λόγω διατάξεως, που απορρέει από τον σκοπό της θεσπίσεώς της, στην οικογένεια του θύματος περιλαμβάνονται οι εγγύτεροι και στενώς συνδεόμενοι συγγενείς του θανατωθέντος, που δοκιμάσθηκαν ψυχικά από την απώλειά του και προς ανακούφιση του ηθικού πόνου αυτών στοχεύει η διάταξη αυτή, αδιαφόρως αν συζούσαν μαζί του ή διέμεναν χωριστά.

Υπό την έννοια αυτή, μεταξύ των προσώπων τούτων περιλαμβάνονται ο σύζυγος, τα τέκνα, οι αδελφοί του θανόντος, οι γονείς, οι παππούδες, ενώ, σημειωτέον, η επιδίκασή της, από το άρθρο 932 εδ. 3 ΑΚ προβλεπομένης, χρηματικής ικανοποιήσεως στα δικαιούμενα πρόσωπα, τελεί υπό την αυτονόητη προϋπόθεση, που συνιστά πραγματικό ζήτημα, της υπάρξεως, κατ' εκτίμηση του δικαστού της ουσίας, μεταξύ αυτών και του θανατωθέντος, όταν ο τελευταίος ζούσε, αισθημάτων αγάπης και στοργής, η διαπίστωση της ανυπαρξίας των οποίων μπορεί να οδηγήσει στον αποκλεισμό, είτε όλων των προσώπων αυτών, είτε κάποιων ή κάποιου από αυτούς, από την επιδίκαση της εν λόγω χρηματικής ικανοποιήσεως (Ολ.

ΑΠ 21/2000). Επομένως, ο προσδιορισμός, τελικώς, από το δικαστήριο, των συγκεκριμένων εναγόντων, ως ανηκόντων στον κύκλο των προστατευομένων αγαθών ή υποκειμενικών δικαιωμάτων και η αντίστοιχη νομιμοποίησή των, θα κριθεί με βάση την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 932 Α.Κ. και ειδικώς με βάση την προαναφερθείσα έννοια της "οικογένειας" όπως προσδιορίζεται αποκλειστικώς από το ελληνικό ουσιαστικό δίκαιο, κατά την αντίστοιχη ερμηνεία της ίδιας διατάξεως που προαναφέρθηκε.

Μόνο δε στην περίπτωση εκείνη που αμφισβητηθεί, στη συνέχεια, μια από τις πιο πάνω συγγενικές ιδιότητες, όσο έχει σχέση με την ύπαρξη ή την εγκυρότητα της σχέσεως εκείνης, από την οποία προέρχεται η ιδιότητα αυτή (π.χ η ύπαρξη ή όχι γάμου ή συγγενικής σχέσεως γονέως και τέκνου), τότε πλέον καθίσταται αναγκαία η εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 13, 14, 17-24 του ΑΚ (κατά περίπτωση), για να κριθεί, αναλόγως, το εάν ο ενάγων έχει τελικώς την ιδιότητα του συζύγου ή του τέκνου, του πατέρα ή του παππού του θανατωθέντος.

Εξ άλλου, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 1 του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως, αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου εσωτερικού ή διεθνούς. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, ο κανόνας παραβιάζεται είτε με ψευδή ερμηνεία, η οποία υπάρχει όταν αποδίδεται στον κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε με μη ορθή εφαρμογή, η οποία συντελείται, όταν εφαρμόζεται κανόνας, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή όταν δεν εφαρμόζεται, ενώ έπρεπε, ή όταν εφαρμόζεται εσφαλμένα.

Κατά την έννοια δε της διατάξεως του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και έτσι ιδρύεται ο προβλεπόμενος από την διάταξη αυτή λόγος αναιρέσεως και όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν περιέχονται ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του, επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν, στην συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε.

Στην παρούσα περίπτωση, με την προσβαλλομένη απόφασή του, όπως προκύπτει από αυτή, το Εφετείο δέχθηκε ότι, σε περίπτωση θανατώσεως αλλοδαπού υπηκόου, συνεπεία αδικήματος διαπραχθέντος στην Ελλάδα, για το ζήτημα αν κάποιος ανήκει στην οικογένεια του θύματος και εντεύθεν έχει αξίωση χρηματικής ικανοποιήσεως, λόγω ψυχικής οδύνης, έχει εφαρμογή η διάταξη του άρθρου 26 ΑΚ και επομένως το ζήτημα αυτό κρίνεται κατά το ελληνικό ουσιαστικό δίκαιο.

Ακολούθως, με βάση την παραδοχή του αυτή, εφαρμόζοντας το ελληνικό ουσιαστικό δίκαιο, έκρινε νόμιμη την αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, Αλβανών υπηκόων, με την οποία αυτοί ζήτησαν να αναγνωρισθεί, ότι οι εναγόμενοι είναι υπόχρεοι να τους καταβάλουν, εις ολόκληρον έκαστος, τα εις αυτή ποσά, ως χρηματική ικανοποίηση, λόγω της ψυχικής οδύνης που υπέστησαν από τον θάνατο του υιού, αδελφού και εγγονού των, αντιστοίχως, Φ, ωσαύτως Αλβανού υπηκόου, που επήλθε από το αναφερόμενο στην απόφαση τροχαίο ατύχημα, το οποίο έλαβε χώρα την 18-8-2003, στη Μύκονο.

Δικάζοντας δε κατ' ουσίαν την αγωγή, μετά εξαφάνιση, κατά παραδοχήν της εφέσεως που είχε ασκηθεί από τους ενάγοντες ήδη αναιρεσιβλήτους, της πρωτοδίκου αποφάσεως, η οποία είχε κρίνει αντιθέτως, εδέχθη κατά ένα μέρος αυτή. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε ευθέως, με εσφαλμένη εφαρμογή, την διάταξη του άρθρου 26 του ΑΚ, διότι, ως προς το προαναφερόμενο ζήτημα του προσδιορισμού των μελών της οικογένειας του θανατωθέντος, Φ, τα οποία έχουν αξίωση χρηματικής ικανοποιήσεως, λόγω ψυχικής οδύνης, εφαρμοστέο ήταν το ελληνικό δίκαιο και ειδικότερα η ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 932 ΑΚ και ο γινόμενος με αυτή προσδιορισμός της εννοίας "της οικογένειας".

Παραλλήλως, δεν παραβίασε, με την μη εφαρμογή του, τις διατάξεις των άρθρων 17-18 του ΑΚ, που υποδεικνύουν την εφαρμογή του Αλβανικού δικαίου, εφ' όσον με το αναιρετήριο δεν γίνεται επίκληση ότι στο Εφετείο αμφισβητήθηκε η ιδιότητα και η προαναφερόμενη συγγενική σχέση των εναγόντων-αναιρεσιβλήτων με τον θανόντα.

Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμος. Περαιτέρω, με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια της ελλείψεως νομίμου βάσεως αυτής, επειδή το Εφετείο διέλαβε σ' αυτή αντιφατικές και ανεπαρκείς αιτιολογίες, ως προς το ζήτημα του εφαρμοστέου δικαίου, στην περίπτωση που η έννομη σχέση παρουσιάζει στοιχεία αλλοδαπότητας και ειδικότερα, ως προς το ζήτημα του εφαρμοστέου δικαίου, για τον προσδιορισμό των μελών της οικογένειας του θανατωθέντος αλλοδαπού, προκειμένου περί απαιτήσεως για χρηματική ικανοποίηση, λόγω ψυχικής οδύνης.

Ο λόγος αυτός αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί, ως απαράδεκτος, διότι οι επικαλούμενες ελλείψεις και αντιφάσεις της προσβαλλομένης αποφάσεως ανάγονται στην μείζονα πρόταση και όχι στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, που περιλαμβάνει το κατ' ουσίαν αιτιολογικό της αποφάσεως. Κατ' ακολουθίαν των προεκτεθέντων, πρέπει η αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων (άρθρ. 176, 183 Κ.Πολ.Δ.), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.

Το αίτημα δε της αναιρεσείουσας, για την περίπτωση αυτή, που περιέχεται στις προτάσεις της, περί αναστολής της δίκης, κατ' άρθρον 249 Κ.Πολ.Δ., μέχρι να αποφανθεί, επί του ανωτέρω νομικού ζητήματος, η Ολομέλεια του Αρείου Πάγου (ενώπιον της οποίας παραπέμφθηκε, με την υπ' αριθμ. 1847/2009 απόφαση του Δ' Τμήματος), πρέπει να απορριφθεί, διότι κατά την διάταξη του άρθρου 573 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., αποκλείεται η εφαρμογή της διατάξεως αυτής (άρθρ. 249) στην αναιρετική διαδικασία.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 28.5.2009 αίτηση της Α.Α.Ε., υπό την επωνυμία "ΑΕΕΓΑ Η ΕΘΝΙΚΗ", περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 1158/2009 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδερς επτακόσια (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 22 Απριλίου 2010.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 20 Μαΐου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ