Legislator Case Law & Legislation
895/2022 AI generated

Supreme Court annulled lower court judgment on car accident liability, ordering defendants to pay insurance company damages.

Case Number 895/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court annulled the single-member Court of Appeal's judgment regarding liability for a traffic collision between the plaintiff's vehicle and four defendants. The court found the lower court's application of negligence standards under the Traffic Regulations Law insufficient to fully address the insurance company's claim. Consequently, the case was remanded for retrial while the insurance company was ordered to repay the defendants' pre-judgment payments.

Legislator headnote

AI generated

Articles 10 of the Traffic Regulations Law of 1911; In traffic collisions, liability requires proof of illegal and causal conduct, negligence, and a direct link between the driver's behavior and the damage, with negligence defined as the failure to exercise the care of a prudent driver.

Keywords

AI generated
traffic accident liability negligence standard causal link requirement remand for retrial insurance company claim traffic regulations law civil appeal procedure

Cited Legislation

AI generated
Articles 552, 553, 556, 558, 564, 566 of the Code of Civil Procedure
Article 577 of the Code of Civil Procedure
Article 10 of the Traffic Regulations Law of 1911
Articles 297 to 300, 330, 914, 932 of the Civil Code
Article 495 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 895 / 2022 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 895/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Βάρκα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (λόγω κωλύματος της Αντιπρόεδρου Κωστούλας Φλουρή - Χαλεβίδου), Γεωργία Κατσιμαγκλή, Αθανάσιο Τσουλό, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη και Αλεξάνδρα Αποστολάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Μαρτίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Σωτηρία Βελέντζα με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Α. Τ. του Π., κατοίκου ..., 2) Ν. Τ. του Π., κατοίκου ..., 3) Β. Π. του Δ., κατοίκου ... και 4) Γ. χας Χ. Κ., το γένος Δ. Π., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Λάζαρο Κολιοφώτη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17-5-2016 αγωγή των ήδη 1ης και 2ου των αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Καλαμάτας και συνεκδικάστηκε με την από 15-7-2016 αγωγή των ήδη 3ου και 4ης των αναιρεσιβλήτων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 194/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 130/2019 του Μονομελούς Εφετείου Καλαμάτας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 25-2-2020 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), είναι, επομένως, παραδεκτή (άρθρα 577 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των προβαλλόμενων λόγων της (άρθρα 577 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ.).

Από τις διατάξεις των άρθρων 10 του ν. ΓΠΝ/1911, 297 έως 300, 330 εδ. β', 914 και 932 του Α.Κ. συνάγεται ότι, σε περίπτωση συγκρούσεως δύο ή περισσοτέρων αυτοκινήτων, η ευθύνη προς αποζημίωση προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση ζημίας και ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του οδηγού και της ζημίας.

Μορφή υπαιτιότητας είναι και η αμέλεια, η οποία υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, δηλαδή αυτή που αν είχε καταβληθεί, με μέτρο τη συμπεριφορά του μέσου συνετού και επιμελούς οδηγού αυτοκινήτου, θα καθιστούσε δυνατή την αποτροπή της συγκρούσεως. Αιτιώδης σύνδεσμος υπάρχει, όταν η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του οδηγού ήταν, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει τη ζημία και την επέφερε στη συγκεκριμένη περίπτωση.

Τα προαναφερόμενα έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση του άρθρου 10 του ν. ΓΠΝ/1911, ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών των αυτοκινήτων που συγκρούστηκαν, κατά το οποίο είναι εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 914 Α.Κ. Η παράβαση του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας (ΚΟΚ) δεν θεμελιώνει αυτή καθ' εαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση του αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το Δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης παραβάσεως και του ζημιογόνου αποτελέσματος.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 12 παρ. 1 του ν. 2696/1999 "Αυτοί που χρησιμοποιούν τις οδούς πρέπει να αποφεύγουν οποιαδήποτε συμπεριφορά που είναι ενδεχόμενο να εκθέσει σε κίνδυνο ή να παρεμβάλει εμπόδια στην κυκλοφορία, να εκθέσει σε κίνδυνο πρόσωπα ή ζώα ή να προκαλέσει ζημιές σε δημόσιες ή ιδιωτικές περιουσίες. Οι οδηγοί υποχρεούνται να οδηγούν με σύνεση και με διαρκώς τεταμένη την προσοχή...

και να μην προκαλούν γενικά με τη συμπεριφορά τους τρόμο, ανησυχία ή παρενόχληση στους λοιπούς χρήστες των οδών...". Κατά δε το άρθρο 19 παρ. 1, 2 και 3 του νόμου αυτού "1. Ο οδηγός οδικού οχήματος επιβάλλεται να έχει τον πλήρη έλεγχο του οχήματός του ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς. 2.

Ο οδηγός επιβάλλεται να ρυθμίζει την ταχύτητα του οχήματός του λαμβάνων συνεχώς υπόψη του τις επικρατούσες συνθήκες, ιδιαίτερα δε τη διαμόρφωση του εδάφους, την κατάσταση και τα χαρακτηριστικά της οδού, την κατάσταση και το φορτίο του οχήματός του, τις καιρικές συνθήκες και τις συνθήκες κυκλοφορίας, κατά τρόπον ώστε να είναι σε θέση να διακόψει την πορεία του οχήματός του μπροστά από οποιοδήποτε εμπόδιο που μπορεί να προβλεφθεί και το οποίο βρίσκεται στο ορατό από αυτόν μπροστινό τμήμα της οδού.

Υποχρεούται επίσης να μειώνει την ταχύτητα του οχήματός του και, σε περίπτωση ανάγκης, να διακόπτει την πορεία του, όταν οι περιστάσεις το επιβάλλουν. 3. Ιδιαίτερα, ο οδηγός επιβάλλεται να μειώνει την ταχύτητα του οχήματός του σε τμήματα της οδού με περιορισμένο πεδίο ορατότητας, στις στροφές... ως και σε κάθε άλλη ειδική περίπτωση, που επιβάλλεται μετριασμός ταχύτητας".

Επίσης, κατά το άρθρο 20 παρ. 1 του ίδιου νόμου "Το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας των αυτοκινήτων οχημάτων, μέσα στις κατοικημένες περιοχές, ορίζεται σε 50 χιλιόμετρα την ώρα, εκτός αν άλλως ορίζεται με ειδική σήμανση", ενώ κατά το άρθρο 26 παρ. 4 αυτού "Στους κόμβους η προτεραιότητα ορίζεται με κατάλληλη σήμανση".

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 4 παρ. 3 του νόμου αυτού "Οι ρυθμιστικές της κυκλοφορίας πινακίδες Ρ-1 μέχρι Ρ-77 τοποθετούνται για να πληροφορούν αυτούς που χρησιμοποιούν τις οδούς για τις ειδικές υποχρεώσεις, περιορισμούς ή απαγορεύσεις, προς τις οποίες πρέπει αυτοί να συμμορφώνονται. Η σημασία των πινακίδων αυτών είναι:

Ρ-1... Ρ-2 Υποχρεωτική διακοπή πορείας... Η αυτή πινακίδα που τοποθετείται σε άλλα σημεία, πλην κόμβου, σημαίνει υποχρεωτική διακοπή πορείας του οχήματος στη θέση της πινακίδας και μη εκ νέου εκκίνηση μέχρις ότου βεβαιωθεί ο οδηγός του ότι μπορεί να το πράξει χωρίς κίνδυνο". Εξ άλλου, από τη διάταξη του άρθρου 300 Α.Κ., η οποία εφαρμόζεται σε κάθε περίπτωση ζημίας και επομένως και σε αυτή από αδικοπραξία των άρθρων 914 επ.

Α.Κ., προκύπτει ότι, όταν στη γένεση ή στην επέλευση της ζημίας συντέλεσε και πταίσμα του ζημιωθέντος, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 330 Α.Κ., το δικαστήριο της ουσίας μπορεί, κατά την ελεύθερη κρίση του, αφού σταθμίσει τις περιστάσεις και ιδιαίτερα το βαθμό πταίσματος του ζημιωθέντος, να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό αυτής.

Οι ανωτέρω έννοιες της υπαιτιότητας και του αιτιώδους συνδέσμου είναι νομικές και επομένως η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς τη συνδρομή ή μη της υπαιτιότητας του εμπλακέντος σε σύγκρουση οχημάτων οδηγού και του αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του και του ζημιογόνου αποτελέσματος, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 του Κ.Πολ.Δ., για ευθεία και εκ πλαγίου παράβαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, καθώς και για παράβαση διδαγμάτων κοινής πείρας.

Ειδικότερα, ελέγχεται αναιρετικώς η κρίση του δικαστηρίου, περί του αν τα πραγματικά περιστατικά, που το δικαστήριο δέχεται ανελέγκτως ως αποδειχθέντα, καθ' εαυτά, αντικειμενικώς και βάσει των διδαγμάτων της κοινής πείρας, συγκροτούν ή όχι την έννοια της υπαιτιότητας και θεμελιώνουν την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ αυτής και του ζημιογόνου αποτελέσματος.

Εκφεύγει όμως του αναιρετικού ελέγχου η κρίση ως προς το βαθμό - τη βαρύτητα του πταίσματος και το ποσοστό, κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση, διότι η κρίση αυτή σχηματίζεται από την, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων, χωρίς την υπαγωγή τους σε νομική έννοια (ΑΠ 607/2020, ΑΠ 551/2020, ΑΠ 252/202 0).

Έλλειψη δε νόμιμης βάσης, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 559 αρ. 19 του Κ.Πολ.Δ., υπάρχει, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόσθηκε.

Αντιθέτως, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, όταν πρόκειται για ελλείψεις, οι οποίες ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του πορίσματος που εξήγαγε από αυτές το δικαστήριο, εφόσον αυτό εκτίθεται σαφώς (ΑΠ 466/2020, ΑΠ 398/2020, ΑΠ 879/2019, ΑΠ 818/2019, ΑΠ 270/2019).

Στην προκειμένη περίπτωση, το Μονομελές Εφετείο Καλαμάτας, με την προσβαλλόμενη 130/2019 απόφασή του, δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον μέρος της, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη, ως προς τα πραγματικά γεγονότα, κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), τα ακόλουθα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά: "Στις 31-7-2015 και περί ώρα 10.30 περίπου, ο Π.

Τ. οδηγούσε το με αριθμό κυκλοφορίας ... ΙΧΦ αγροτικό αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας του ιδίου, στο οποίο επέβαινε και η σύζυγος του, Α. Τ. και το οποίο κινείτο επί της ανώνυμης δημοτικής οδού εξόδου από τον οικισμό Ασίνης Κορώνης και πλησίαζε στο σημείο, όπου αυτή διασταυρώνεται καθέτως με την επαρχιακή οδό Κορώνης- Μεθώνης, με σκοπό να εισέλθει σε αυτήν και να κινηθεί στο ρεύμα κυκλοφορίας με κατεύθυνση προς Βασιλίτσι.

Στο σημείο της συμβολής των δυο ανωτέρω οδών, η ανώνυμη οδός είναι διπλής κατεύθυνσης με πλάτος οδοστρώματος 3,50 μέτρων, μια λωρίδα κυκλοφορίας, ανά κατεύθυνση, ανωφέρεια με μεγάλη κλίση και ασφαλτοστρωμένη, ενώ η επαρχιακή οδός είναι επίσης διπλής κατεύθυνσης, με πλάτος οδοστρώματος 10 μέτρων. Όλα τα ανωτέρω περιγράφονται αναλυτικά στην έκθεση αυτοψίας τροχαίου ατυχήματος, που συνέταξε η αστυνομία την ημέρα του ατυχήματος.

Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο οδηγός του με αριθμό κυκλοφορίας ... ΙΧΦ αγροτικού αυτοκινήτου, ενώ προσέγγισε στην εν λόγω διασταύρωση, όπου υπήρχε η προαναφερόμενη πινακίδα Ρ2- "ΣΤΟΠ", ακινητοποίησε το αυτοκίνητο του επί της επαρχιακής οδού πριν εισέλθει στη διασταύρωση. Επίσης θα πρέπει να σημειωθεί ότι η ορατότητα στην πορεία του εν λόγω οχήματος, αλλά και των οχημάτων, που κινούνται στο ρεύμα κυκλοφορίας της επαρχιακής οδού προς Βασιλίτσι, περιορίζεται σε μια απόσταση 125-130 μέτρων, δεδομένης της ύπαρξης δεξιάς στροφής, το τέλος της οποίας συμπίπτει με τη συμβολή των ανωτέρω οδών.

Στη συνέχεια, όπως αποδείχθηκε, ο Π. Τ. ήλεγξε την κυκλοφορία των οχημάτων και στα δυο ρεύματα κυκλοφορίας της άνω αναφερομένης επαρχιακής οδού και εισήλθε στην ανωτέρω διασταύρωση. Κατά τον ίδιο χρόνο ο πρώτος εναγόμενος, ο οποίος οδηγούσε το υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας της δεύτερης εναγόμενης, το οποίο ήταν ασφαλισμένο στη τρίτη εναγομένη ασφαλιστική εταιρία, κινείτο επί της επαρχιακής οδού Κορώνης-Μεθώνης, με κατεύθυνση προς Βασιλίτσι.

Όπως όμως αποδείχθηκε από τα στοιχεία της δικογραφίας, αυτός έβαινε στο άκρο αριστερό του ρεύματος κυκλοφορίας και εν μέρει στο αντίθετο προς την πορεία του ρεύμα κυκλοφορίας και μάλιστα με ταχύτητα, η οποία υπερέβαινε κατά πολύ το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο των 30 χιλιομέτρων/την ώρα. Αυτό είχε σαν συνέπεια να μην αντιληφθεί εγκαίρως τις επικρατούσες οδικές συνθήκες και ειδικότερα, το γεγονός ότι σε μικρή απόσταση μπροστά του κινούνταν το με αριθμό κυκλοφορίας ...

ΙΧΦ αγροτικό αυτοκίνητο, που οδηγούσε με χαμηλή ταχύτητα ο Π. Τ., εφόσον μόλις είχε επανεκκινήσει την πορεία του, μετά τη διακοπή της στο ΣΤΟΠ και βρισκόταν κάθετα επί του οδοστρώματος και με το μεγαλύτερο μέρος του εντός του ρεύματος πορείας προς Ριζόμυλο (αντίθετο από αυτό που κινούνταν το όχημα του πρώτου εναγομένου), με αποτέλεσμα να προσκρούσει με σφοδρότητα με το εμπρόσθιο τμήμα του οχήματος που οδηγούσε, στο δεξιό τμήμα του αγροτικού αυτοκινήτου.

Εξ αιτίας δε της άνω σύγκρουσης το αγροτικό όχημα παρασύρθηκε για μερικά μέτρα, στη συνέχεια περιστράφηκε και κατέληξε στο ρεύμα προς Ριζόμυλο, όπου και ακινητοποιήθηκε σε απόσταση 27 μέτρων περίπου από το σημείο σύγκρουσης, ενώ το όχημα που οδηγούσε ο πρώτος εναγόμενος συνέχισε ανεξέλεγκτα την πορεία του, βγήκε αριστερά εντός του οδοστρώματος και κατέπεσε σε παρακείμενο αγρό, μέσα στον οποίο διήνυσε απόσταση 10 περίπου μέτρων.

Εξ αιτίας δε της παραπάνω σύγκρουσης, προκλήθηκαν σημαντικές υλικές ζημιές σε αμφότερα τα οχήματα, ο θανάσιμος τραυματισμός των επιβαινόντων στο ΙΧΦ αγροτικό αυτοκίνητο, καθώς και ο ελαφρύς τραυματισμός του πρώτου εναγομένου. Τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά, αναφορικά με τις συνθήκες υπό τις οποίες έλαβε χώρα η επίδικη σύγκρουση, από την από 31-7-2015 έκθεση αυτοψίας τροχαίου ατυχήματος και το συνταχθέν υπό ιδία ημερομηνία σχεδιάγραμμα του τόπου αυτού, από τα οποία προκύπτουν με ακρίβεια τόσο οι αρχικές πορείες των δυο ανωτέρω οχημάτων, όσο και το σημείο σύγκρουσης.

Πιο συγκεκριμένα στην άνω έκθεση αυτοψίας διαλαμβάνονται αναλυτικά τα ακόλουθα: αναφερομένη επαρχιακή οδός Κορώνης-Μεθώνης και Ανώνυμη δημοτική οδός προς οικισμό Ασίνης -Κορώνης. Για δε την επαρχιακή οδό Κορώνης- Μεθώνης αναφέρονται τα ακόλουθα στοιχεία: είναι διπλής κατεύθυνσης, με πλάτος οδοστρώματος 10 μέτρα.

Στα χαρακτηριστικά της οδού, αναφέρεται ότι υπάρχει δεξιά στροφή παρατεταμένη, κατά την πορεία του α' οχήματος. Το είδος του οδοστρώματος είναι άσφαλτος πεπατημένη, η κατάσταση της οδού είναι ξηρά-καλή, οι συνθήκες φωτισμού, είναι ημέρα και το κύριο χαρακτηριστικό της επαρχιακής αυτής οδού είναι ότι τέμνεται από κάθετες ανώνυμες δημοτικές οδούς εκατέρωθεν και καθόλο το μήκος της.

Η ανώνυμη δημοτική οδός, με κατεύθυνση προς τον οικισμό Ασίνης-Κορώνης είναι διπλής κατεύθυνσης, με πλάτος οδοστρώματος 3,50 μ. Για τον αριθμό των λωρίδων κυκλοφορίας αναφέρεται ότι υπάρχει μια μονή λωρίδα και για τις δυο κατευθύνσεις. Τα χαρακτηριστικά της οδού είναι ότι είναι ανωφέρεια με μεγάλη κλίση στη συμβολή της, με την επαρχιακή οδό.

Είναι άσφαλτος και αυτή πεπατημένη, ενώ το κύριο χαρακτηριστικό της είναι ότι είναι υποκείμενη της επαρχιακής οδού, με υψομετρική διαφορά περίπου 2,5 - 3 μέτρα. Η κυκλοφορία των οχημάτων, σύμφωνα πάντοτε με την ανωτέρω έκθεση ήταν συχνή, η κυκλοφορία των πεζών αραιή. Η ορατότητα ήταν καλή-επαρκής. Κατά δε την πορεία του α' οχήματος, δηλαδή του ΙΧΕ αυτοκινήτου, η ανωτέρω συμβολή είναι ορατή από απόσταση 125-130 μέτρων.

Επίσης, ως προς τη σήμανση, αναφέρεται στην έκθεση αυτοψίας ότι υπάρχει διπλή διαχωριστική γραμμή, μη ευκρινής, η οποία διακόπτεται στη συμβολή των οδών. Ως προς τις πινακίδες αναφέρεται ότι υπάρχουν πινακίδες: Κάθετη Πινακίδα Κ-27, Κ-2Α , στη πορεία του α' οχήματος. Πινακίδα Κ-2 στη πορεία του β' οχήματος. Πινακίδα Κ-27, Ρ-30, στο ρεύμα κυκλοφορίας από Βασιλίτσι προς Κορώνη.

Δεν υπάρχουν, ούτε σηματοδότες, ούτε διάβαση πεζών. Στον τόπο του ατυχήματος δεν υφίστανται πινακίδες ρυθμιστικές της ταχύτητας. Κατά την πορεία του α' οχήματος και περί τα 1, 9 χιλιόμετρα, πριν από τον τόπο του ατυχήματος (στο ύψος του πρατηρίου καυσίμων μεταξύ Χαρακοπιού και Κορώνης) υφίσταται ρυθμιστική πινακίδα Ρ-32, που καθορίζει το ανώτατο όριο ταχύτητας τα 30 χιλιόμετρα (φωτ.

υπ' αριθμ. 10). Η πινακίδα αυτή δεν αναιρείται από άλλη ρυθμιστική πινακίδα (Ρ-37). Επιπλέον στο ρεύμα πορείας από Βασιλίτσι προς Ριζόμυλο και ειδικότερα στο τμήμα της ανωτέρω οδού από τον τόπο του ατυχήματος έως την έδρα της εταιρίας ..., όπου ήταν και ο προορισμός του α' οχήματος (απόσταση περί τα 3 χιλιόμετρα) υφίστανται τρεις συνολικά ρυθμιστικές πινακίδες Ρ-32, που καθορίζουν ανώτατο όριο ταχύτητας τα 40 χιλιόμετρα, τοποθετημένες ανά τακτά διαστήματα.

Διαπιστώσεις στον τόπο του ατυχήματος. Υπάρχει ένα μόνο ίχνος τροχοπέδησης στη θέση που απεικονίζεται στο πρόχειρο σχεδιάγραμμα, προερχόμενο από το α' όχημα. Σύμφωνα δε με το σχεδιάγραμμα υπάρχουν ίχνη πλαγίας ολίσθησης που προέρχονται από το β' όχημα. Επίσης, σύμφωνα με το σχεδιάγραμμα υπήρχε αίμα, όπως προσδιορίζεται στο πρόχειρο σχεδιάγραμμα, το οποίο προήλθε από τον οδηγό του β' οχήματος, ο οποίος βρισκόταν ξαπλωμένος πάνω στη συνοδηγό και το κεφάλι του προεξείχε εκτός του οχήματος από το παράθυρο συνοδηγού.

Υπήρχαν θραύσματα προσδιοριζόμενα στο πρόχειρο σχεδιάγραμμα, πλησίον του σημείου εκτροπής του α' οχήματος, που προήλθαν από τα πλαστικά μέρη αυτού. Υπήρχαν χαραγές στο οδόστρωμα και ειδικότερα από τον πίσω άξονα αυτού, καθόσον αποσπάστηκε από αυτό κατά τη σύγκρουση ο πίσω δεξιός τροχός, με αποτέλεσμα να σύρεται στην άσφαλτο, ώσπου ακινητοποιήθηκε στη θέση που απεικονίζεται στο πρόχειρο σχεδιάγραμμα.

Υπήρχε μια χαραγή 1, 6 μέτρων στην αρχή της οποίας προσδιορίζεται και το πιθανό σημείο σύγκρουσης των οχημάτων, αλλά και η πιθανή θέση του β' οχήματος ακριβώς πριν από τη σύγκρουση. Επίσης αποδείχθηκε ότι υπήρχε μια δεύτερη χαραγή μήκους 17, 5 μέτρων, η οποία άρχεται σε απόσταση 7,3 μέτρων, από το τέλος της πρώτης, στο ρεύμα κυκλοφορίας προς Ριζόμυλο και συνεχίζει ελαφρώς διαγώνια προς το ρεύμα πορείας του α' οχήματος και καταλήγει προς την πίσω τελική θέση του β' οχήματος.

Η τελική θέση των οχημάτων προσδιορίζεται στο σχεδιάγραμμα και στις επισυναπτόμενες στη δικογραφία φωτογραφίες. Ακολούθως, σύμφωνα με το σχεδιάγραμμα αποδείχθηκε ότι υπάρχουν γυαλιά προερχόμενα από το παράθυρο του συνοδηγού του β' οχήματος, η διασπορά των οποίων ξεκινάει από το σημείο όπου απεικονίζονται στο πρόχειρο σχεδιάγραμμα και έχει φορά προς το β' όχημα, ενώ πολύ πλησίον στο σημείο ανεύρεσης τους βρίσκεται και το πιθανό σημείο σύγκρουσης των οχημάτων.

Οι επιφάνειες των συγκρουσθέντων οχημάτων είναι το εμπρόσθιο μέρος του α' οχήματος και η δεξιά πλευρά στο μέσον του β' οχήματος. Τέλος στην άνω έκθεση αυτοψίας στο σημείο 17, στο οποίο γίνεται λόγος για τις λοιπές παρατηρήσεις και διαπιστώσεις στην υποπερίπτωση 6 αναφέρεται ότι από το βάθος των υλικών ζημιών που προκλήθηκαν στα δυο οχήματα και το επερχόμενο αποτέλεσμα του θανάτου των δυο επιβαινόντων στο β' όχημα, εκτιμάται βάσιμα ότι η ταχύτητα του α' οχήματος ήταν πολύ μεγαλύτερη του προβλεπομένου ορίου.

Σε αυτό δε συνάδουν και οι εξής διαπιστώσεις από τον τόπο του ατυχήματος: α) ακολούθως μετά τη σύγκρουση, που ήταν πλαγιομετωπική και σχεδόν κάθετη, το β' όχημα σύρθηκε κάθετα ως προς τον άξονα του οδοστρώματος και για πολύ μεγάλη απόσταση ώσπου να ακινητοποιηθεί, β) το α' όχημα ακολούθως μετά τη σύγκρουση και παρά τη μεγάλη απορρόφηση ενέργειας από αυτή, συνέχισε την πορεία του, εξετράπη αριστερά εκτός οδού και διένυσε σημαντική πορεία μέσα στο χωράφι, παρόλο που το χώμα είναι οργωμένο και αφράτο, λειτουργώντας ως σημαντικός ανασταλτικός παράγοντας της κίνησης του.

Η δε ταχύτητα του β' οχήματος εκτιμάται ότι ήταν πολύ μικρή έως μηδαμινή λόγω της ιδιομορφίας του εδάφους στη συμβολή των ανωτέρω οδών και της μικρής απόστασης που πρόλαβε να διανύσει μέσα στην επαρχιακή οδό. Επίσης στην προανακριτική του κατάθεση ο Μ. Δ., συγγενής των θανόντων, ο οποίος μετέβη στο τόπο σύγκρουσης 15 λεπτά περίπου, μετά από αυτό, ανέφερε ότι, κατά τη μετάβαση του διαπίστωσε ότι όλα τα θραύσματα της σύγκρουσης των οχημάτων βρίσκονταν στο ρεύμα κυκλοφορίας από Βασιλίτσι προς Καλαμάτα, δηλαδή στο αντίθετο ρεύμα από αυτό που κινούνταν το εμπλεκόμενο στο ατύχημα τζιπ.

Ακολούθως ανέφερε ότι είχε δει το παραπάνω τζιπ πολλές φορές να κινείται μαζί με ένα άλλο τζιπ, τα οποία γνώριζε ότι ανήκουν στους αποκαλούμενους "Ρώσους", ότι είχε δει τους οδηγούς των παραπάνω τζιπ να αναπτύσσουν μεγάλες ταχύτητες, παρόλο που του οδικό δίκτυο είναι ακατάλληλο για ανάπτυξη ταχύτητας, να υπερβαίνουν τις διπλές διαχωριστικές γραμμές, να μην τηρούν καμία απόσταση ασφαλείας μεταξύ τους, να κάνουν επικίνδυνες προσπεράσεις και γενικότερα η οδηγητική τους συμπεριφορά να είναι επικίνδυνη.

Τέλος ανέφερε ότι η συμπεριφορά αυτή είχε προκαλέσει έντονο φόβο στους κατοίκους της περιοχής και όλοι περίμεναν ότι κάποια στιγμή θα προκαλούσαν κάποιο σοβαρό ατύχημα. Επίσης ο μάρτυρας Λ. Α., ο οποίος βρισκόταν με το αυτοκίνητό του, σε απόσταση 15 μέτρων πίσω από το όχημα του Π. Τ., στην προανακριτική του κατάθεση ανέφερε ότι τον είδε να ακινητοποιεί το όχημα του πριν τη διασταύρωση και στρίβοντας το κεφάλι του να ελέγχει τη κίνηση της επαρχιακής οδού, ενώ τη στιγμή της σύγκρουσης, όπως ανέφερε, δεν είχε πλέον οπτική επαφή με το εν λόγω όχημα, λόγω της ανωφέρειας της δημοτικής οδού και της υψομετρικής διαφοράς που υπήρχε με την επαρχιακή οδό, αλλά όπως τονίζει ο ίδιος στην άνω κατάθεση του, πέρασαν ελάχιστα δευτερόλεπτα μέχρι να ακούσει τον ήχο της σύγκρουσης, χωρίς να προηγηθεί ήχος φρεναρίσματος.

Η δε κατάθεση αυτή συμφωνεί πλήρως με την ευρήματα της έκθεσης αυτοψίας, που συνέταξε η τροχαία και μάλιστα με τη διαπίστωση ότι πράγματι η ταχύτητα του β' οχήματος ήταν πολύ μικρή έως μηδαμινή, λόγω της ιδιομορφίας του εδάφους στη συμβολή των ανωτέρω οδών και της μικρής απόστασης που πρόλαβε να διανύσει μέσα στην επαρχιακή οδό.

Ως εκ τούτου η έλλειψη ίχνους τροχοπέδησης προερχομένου από το αγροτικό όχημα δεν οφείλεται σε απροσεξία ή αμέλεια του οδηγού του β' οχήματος, αλλά αφενός μεν στην πολύ μικρή ταχύτητα που είχε, δεδομένης της διακοπής της πορείας του πριν την είσοδο του στη διασταύρωση και αφετέρου στο μηδενικό χρόνο αντίδρασης που του άφησε η υπερβολική ταχύτητα του πρώτου εναγομένου.

Από την εκτίμηση όλων των προαναφερόμενων στοιχείων αποδείχθηκε ότι η επίδικη σύγκρουση των οχημάτων, οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του πρώτου εναγομένου, ο οποίος δεν επέδειξε την επιμέλεια, την οποία μπορούσε να καταβάλει ο μέσος συνετός οδηγός, έτσι ώστε να μπορέσει να αποφύγει το επίδικο ατύχημα.

Πιο συγκεκριμένα, η επίδικη σύγκρουση, με βάση τα όσα ελέχθησαν αναλυτικά πιο πάνω, οφείλεται στην αμελή συμπεριφορά του ανωτέρω οδηγού περί την οδήγηση, που συνδέεται αιτιωδώς με την πρόκληση του ατυχήματος, ο οποίος, οδηγώντας το προαναφερόμενο όχημα, κατά προφανή παράβαση των διατάξεων των άρθρων παρ 12 παρ. 1, 16 παρ. 1, 2, 4 και 19 παρ. 1-3 του ΚΟΚ, δεν ρύθμισε την ταχύτητα του οχήματος του, λαμβάνοντας συνεχώς υπόψη του τις επικρατούσες οδικές συνθήκες και ιδιαίτερα τις συνθήκες κυκλοφορίας της οδού στην οποία κινούνταν, δεδομένου ότι πρόκειται για ιδιαίτερα επικίνδυνο τμήμα της επαρχιακής οδού, όπως δηλώνουν οι πινακίδες που υφίστανται στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας (Κ-2α "Επικίνδυνες δυο αντίρροπες ή διαδοχικές συνεχείς στροφές) και το χαμηλό ανώτατο όριο ταχύτητας, αλλά αντιθέτως παρά την ύπαρξη και της προαναφερόμενης πινακίδας, που ειδοποιούσε ότι πλησίαζε σε διασταύρωση με οδό, έτρεχε με υπερβολική για τις περιστάσεις ταχύτητα, η οποία υπερέβαινε οπωσδήποτε το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο των 30 χιλιομέτρων/την ώρα, γεγονός το οποίο συνάγεται από τη σφοδρότητα της σύγκρουσης και την έκταση των ζημιών των δυο οχημάτων και επισημαίνεται με τόσο ανάγλυφο τρόπο στην έκθεση αυτοψίας, στην οποία γίνεται λόγος ότι η ταχύτητα του α' οχήματος (που οδηγούσε ο πρώτος εναγόμενος) ήταν πολύ μεγαλύτερη του προβλεπόμενου ορίου και τούτο διότι μετά τη σύγκρουση το όχημα του θανόντος σύρθηκε για μεγάλη απόσταση κάθετα επί του οδοστρώματος, ενώ το τζιπ που οδηγούσε ο Δ.

Ν., παρά τη μεγάλη απορρόφηση ενέργειας από τη σύγκρουση, συνέχισε την πορεία του, εξετράπη εκτός της οδού και διήνυσε σημαντική απόσταση μέσα στο χωράφι, παρόλο που το χώμα ήταν οργωμένο, λειτουργώντας ανασταλτικά στην κίνηση του. Αντιθέτως από κανένα στοιχείο της δικογραφίας δεν αποδείχθηκε ο ισχυρισμός των εναγομένων, ότι ο θανών οδηγός εισήλθε στο ρεύμα κυκλοφορίας της άνω επαρχιακής οδού από την κάθετη ανώνυμη δημοτική οδό, εντελώς αιφνίδια, παραβιάζοντας τη ρυθμιστική πινακίδα Ρ2 ΣΤΟΠ, που υφίστατο στη πορεία του.

Επομένως το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που έκρινε κατ' αυτό τον τρόπο και θεώρησε ως αποκλειστικό υπαίτιο του ένδικου ατυχήματος τον πρώτο εναγόμενο, ορθά τις αποδείξεις εκτίμησε και αβάσιμα παραπονείται η τρίτη εκκαλούσα με το σχετικό λόγο της έφεσης της, ο οποίος πρέπει να απορριφθεί". Από τις παραπάνω παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, προκύπτει ότι περιέχει ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς το ουσιώδες ζήτημα της υπαιτιότητας των εμπλακέντων οδηγών και δη ως προς το ζήτημα της ελλείψεως υπαιτιότητας του θανόντος οδηγού του υπ' αριθμ.

κυκλοφορίας ... ΙΧΦ αυτοκινήτου Π. Τ. στο επελθόν επιζήμιο αποτέλεσμα, έτσι ώστε να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος ως προς την ορθή ή μη εξειδίκευση της αόριστης έννοιας της υπαιτιότητάς του και του αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ αυτής και του επελθόντος επιζήμιου αποτελέσματος. Συγκεκριμένα, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του: 1) ενώ δέχεται ότι ο ανωτέρω οδηγός Π.

Τ. -στην πορεία του οποίου, προ της διασταυρώσεως της ανώνυμης δημοτικής οδού, επί της οποίας εκινείτο, με την επαρχιακή οδό Κορώνης- Μεθώνης, στην οποία επρόκειτο να εισέλθει, υφίστατο πινακίδα STOP (P-2)- είχε μειωμένη ορατότητα στο προς Βασιλίτσι ρεύμα κυκλοφορίας, περιοριζόμενη σε απόσταση 125- 130 μέτρων, λόγω της υπάρχουσας δεξιάς στροφής, το τέλος της οποίας συμπίπτει με τη συμβολή των ανωτέρω οδών, στη συνέχεια δέχεται ότι δεν συντρέχει υπαιτιότητα αυτού στην πρόκληση του ενδίκου ατυχήματος, ενόψει του ότι, πριν εισέλθει στη διασταύρωση, ήλεγξε την κυκλοφορία των οχημάτων και στα δύο ρεύματα κυκλοφορίας αυτής και εισήλθε σ' αυτήν, κινούμενος με χαμηλή ταχύτητα, προκειμένου, αφού διασχίσει το προς Ριζόμυλο ρεύμα, να εισέλθει και να κινηθεί στο προς Βασιλίτσι ρεύμα κυκλοφορίας, χωρίς όμως να αιτιολογεί γιατί θεωρεί επαρκή τον περιορισμένο αυτό (λόγω της μειωμένης ορατότητάς του, στο προς Βασιλίτσι ρεύμα), έλεγχο της κυκλοφορίας, 2) αν και δέχεται ότι ο οδηγός του ασφαλισμένου στην αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρεία με αριθμό κυκλοφορίας ...

ΙΧΕ αυτοκινήτου Δ. Ν., ενώ μπορούσε, δεν αντιλήφθηκε από ικανή απόσταση το υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... ΙΧΦ αυτοκίνητο που οδηγούσε ο Π. Τ., το οποίο εισερχόταν στη διασταύρωση, δεν διευκρινίζει γιατί από την ίδια ικανή απόσταση ο τελευταίος δεν αντιλήφθηκε το ΙΧΕ αυτοκίνητο που εκινείτο επί της επαρχιακής οδού Κορώνης- Μεθώνης (με κατεύθυνση προς Βασιλίτσι), ώστε να μην εκκινήσει από το STOP.

Δεν δικαιολογείται, δηλαδή, η παραδοχή του Εφετείου ότι ο οδηγός του φορτηγού ήλεγξε επαρκώς, μετά τη διακοπή της πορείας του πριν από τη διασταύρωση, όπως όφειλε, λόγω της υπάρξεως στην πορεία του της πινακίδας STOP, την κυκλοφορία των οχημάτων που εκινούντο στην επαρχιακή οδό και, ειδικά, αυτών που εκινούντο με κατεύθυνση προς Βασιλίτσι, δεδομένου ότι για την επιμελή διέλευση από τη διασταύρωση των προαναφερόμενων οδών δεν αρκούσε το γεγονός ότι αυτή ήταν προς στιγμήν ελεύθερη, αλλά έπρεπε το κινούμενο επί της επαρχιακής οδού αυτοκίνητο του Δ.

Ν. να βρισκόταν σε τέτοια απόσταση, που να παρείχε τη δυνατότητα στο κινούμενο επί της ανωτέρω ανώνυμης οδού φορτηγό του θανόντος, το οποίο δεν είχε προτεραιότητα, να εισέλθει και να διασχίσει τη διασταύρωση χωρίς κίνδυνο συγκρούσεως (ΑΠ 1220/2018, ΑΠ 53/2016) και 3) δέχεται μεν ότι ο οδηγός του ασφαλισμένου στην αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρεία αυτοκινήτου εκινείτο με αυξημένη (υπερβαίνουσα το ανώτατο επιτρεπτό όριο των 30 χιλ./ω) ταχύτητα, δεν προσδιορίζει όμως, έστω κατά προσέγγιση, την ταχύτητα αυτού, ώστε να μπορεί να διακριβωθεί εάν το ως άνω όχημα ήταν δυνατόν να καλύψει την απόσταση των 125-130 περίπου μέτρων, στο χρονικό διάστημα των ελάχιστων δευτερολέπτων, που ο θανών οδηγός του ΙΧΦ αυτοκινήτου χρειάστηκε, προκειμένου να διασχίσει μέρος του, πλάτους 5 περίπου μέτρων, προς Ριζόμυλο, ρεύματος και να εισέλθει στο προς Βασιλίτσι ρεύμα κυκλοφορίας (ενόψει της παραδοχής ότι το αυτοκίνητο του τελευταίου, κατά το χρόνο της συγκρούσεως, βρισκόταν ακόμη, κατά το μεγαλύτερο τμήμα του, στο προς Ριζόμυλο ρεύμα κυκλοφορίας, είχε δηλαδή διασχίσει απόσταση μικρότερη των 5 μέτρων).

Τα στοιχεία αυτά είναι ουσιώδη, προκειμένου να κριθεί εάν υπήρξε αμέλεια του θανόντος (αποκλειστική ή συγκλίνουσα), εάν δηλαδή αυτός αντιλήφθηκε από απόσταση την κίνηση του ασφαλισμένου στην αναιρεσείουσα ΙΧΕ αυτοκινήτου, και, χωρίς να λάβει υπόψη και να υπολογίσει την ταχύτητά του, ξεκίνησε πριν βεβαιωθεί ότι μπορεί να το πράξει ακίνδυνα, με αποτέλεσμα να προκληθεί η σύγκρουση των δύο οχημάτων, ή εάν, αντιθέτως, δεν βαρύνει τον τελευταίο κανένα πταίσμα, διότι ενήργησε κατά νόμο, διέκοψε την πορεία του οχήματός του πριν από τη διασταύρωση, έλεγξε την κυκλοφορία των αυτοκινήτων στην προαναφερθείσα επαρχιακή οδό, δεν είδε το όχημα του οδηγού του ασφαλισμένου στην αναιρεσείουσα οχήματος, διότι αυτό βρισκόταν εκτός του ορατού του πεδίου, και μετά ξεκίνησε, η δε σύγκρουση επήλθε λόγω της υπερβολικής ταχύτητας και της έλλειψης προσοχής του οδηγού του με αριθμό κυκλοφορίας ...

ΙΧΕ αυτοκινήτου, που κάλυψε απόσταση μεγαλύτερη των 125-130 μέτρων, πριν ο θανών με το αυτοκίνητό του εισέλθει στο ρεύμα κυκλοφορίας προς Βασιλίτσι και απομακρυνθεί από την διασταύρωση.

Συνεπώς, το Εφετείο παραβίασε εκ πλαγίου τις ανωτέρω ουσιαστικού κανόνα δικαίου διατάξεις και ειδικότερα τις διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 2, 12 παρ. 1, 19 παρ. 3, 12 παρ. 1, 2, 3, 20 παρ. 1 και 26 παρ. 4 του Ν. 2696/1999, με ανεπαρκείς αιτιολογίες, ως προς το ουσιώδες ζήτημα της υπαιτιότητας-συνυπαιτιότητας, με συνέπεια να υπάρχουν αμφιβολίες, εάν συνέτρεχαν οι νόμιμες προϋποθέσεις για την εφαρμογή των ανωτέρω κανόνων δικαίου. Κατά συνέπειαν, πρέπει να γίνουν δεκτοί ως βάσιμοι οι πρώτος, κατά το πρώτο σκέλος του, δεύτερος και τρίτος λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους η αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρεία αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση, ως προς το ζήτημα της υπαιτιότητας, πλημμέλειες από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., ενώ παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων αναιρέσεως, που αφορούν πλημμέλειες από τους αριθμούς 1, 11γ', και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, αφού είναι δυνατή η συγκρότηση του από άλλο δικαστή.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 579 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., "αν αποδεικνύεται προαποδεικτικώς εκούσια ή αναγκαστική εκτέλεση της απόφασης που αναιρέθηκε, ο Άρειος Πάγος, αν υποβληθεί σχετική αίτηση είτε με το αναιρετήριο, είτε με τις προτάσεις, είτε με αυτοτελές δικόγραφο, που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου ως την παραμονή της συζητήσεως διατάζει, με την αναιρετική απόφαση, την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση".

Για την εφαρμογή της παραπάνω διατάξεως αρκεί, κατά την αληθή έννοιά της, η εκούσια εκτέλεση, όχι μόνο καταψηφιστικής αποφάσεως, αλλά και αποφάσεως απλώς αναγνωριστικής, που αναιρέθηκε κατά τούτο, εφόσον και ο συμμορφούμενος σε μια τέτοια τελεσίδικη απόφαση, χωρίς να περιμένει καταψήφιση σε βάρος του, εύλογα πρέπει να δικαιούται να ζητήσει την επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση, αν ευδοκιμήσει αναίρεσή του κατά της αποφάσεως αυτής (ΑΠ 258/2019, ΑΠ 139/2013, ΑΠ 140/2013).

Στην προκείμενη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, με τις ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου προτάσεις της, τις οποίες κατέθεσε, κατά την επ' αυτών σημείωση του αρμόδιου γραμματέα, στις 9-2-2022, δηλαδή πλέον των είκοσι ημερών πριν τη συζήτηση της υποθέσεως κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, υπέβαλε παραδεκτά αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση, ζητώντας να υποχρεωθούν οι αναιρεσίβλητοι στην επιστροφή των ποσών που αυτή τους κατέβαλε, σε εκούσια συμμόρφωση προς το διατακτικό της προσβαλλομένης με την ένδικη αναίρεση αποφάσεως του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, με τους νόμιμους τόκους από της προς αυτούς καταβολής.

Το αίτημα επαναφοράς είναι νόμιμο, στηριζόμενο στη διάταξη του άρθρου 579 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., το αίτημα όμως περί καταβολής τόκων είναι νόμιμο από την επίδοση της αναιρετικής αποφάσεως, που διατάσσει την επαναφορά των πραγμάτων, γιατί από τον χρόνο επιδόσεως αυτής καθίσταται υπερήμερος ο αναιρεσίβλητος, κατά το άρθρο 340 του Α.Κ. (Ολ.ΑΠ 5/2001, ΑΠ 8/2008).

Από τα προσκομιζόμενα με επίκληση από την αναιρεσείουσα έγγραφα προκύπτει ότι η τελευταία, σε εκούσια συμμόρφωση προς το διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως, κατέβαλε: 1) στην πρώτη αναιρεσίβλητη Α. Τ. του Π., στις 09-04-2020, το συνολικό ποσό των 205.452,75 ευρώ (148.493 ευρώ για επιδικασθέν κεφάλαιο, 53.334,75 ευρώ για αναλογούντες τόκους επιδικίας του επιδικασθένος ποσού και 3.625 ευρώ για επιδικασθείσα δικαστική δαπάνη), όπως αποδεικνύεται από την προσαγόμενη και επικαλούμενη από 09-04-2020 απόδειξη εξόφλησης, 2) στο δεύτερο αναιρεσίβλητο Ν.

Τ. του Π., στις 09-04-2020, το συνολικό ποσό των 204.035,11 ευρώ (147.450 ευρώ για επιδικασθέν κεφάλαιο, 52.960,11 ευρώ για αναλογούντες τόκους επιδικίας του επιδικασθέντος ποσού και 3.625 ευρώ για επιδικασθείσα δικαστική δαπάνη), όπως αποδεικνύεται από την προσαγόμενη και επικαλούμενη από 09-04-2020 απόδειξη εξόφλησης, 3) στον τρίτο αναιρεσίβλητο Β.

Π. του Δ., 27-05-2020, το συνολικό ποσό των 49.076,05 ευρώ (35.000 ευρώ για επιδικασθέν κεφάλαιο, 12.951,05 ευρώ για αναλογούντες τόκους επιδικίας του επιδικασθέντος ποσού και 1.125 ευρώ για επιδικασθείσα δικαστική δαπάνη), όπως αποδεικνύεται από την προσαγόμενη και επικαλούμενη από 27-05-2020 απόδειξη εξόφλησης και 4) στην τέταρτη αναιρεσίβλητη Γ.

χήρα Χ. Κ., το γένος Δ. Π., στις 27-05-2020, το συνολικό ποσό των 49.076,05 ευρώ (35.000 ευρώ για επιδικασθέν κεφάλαιο, 12.951,05 ευρώ για αναλογούντες τόκους επιδικίας του επιδικασθένος ποσού και 1.125 ευρώ για επιδικασθείσα δικαστική δαπάνη), όπως αποδεικνύεται από την προσαγόμενη και επικαλούμενη από 27-05-2020 απόδειξη εξόφλησης.

Επομένως, τα καταβληθέντα ως άνω ποσά πρέπει να υποχρεωθούν οι αναιρεσίβλητοι να επιστρέψουν στην αναιρεσείουσα, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της παρούσας μέχρι την εξόφληση, κατά παραδοχή της αιτήσεως επαναφοράς ως ουσιαστικά βάσιμης. Μετά δε την παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου στην καταθέσασα τούτο αναιρεσείουσα, ενόψει της νίκης της (άρθρ. 495 παρ. 3 εδ.

ε' Κ.Πολ.Δ., όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, που ισχύει, κατ' άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 αυτού, για τα ένδικα μέσα που κατατίθενται από 1.1.2016) και να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητοι στη πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, που παρέστη και κατέθεσε προτάσεις (άρθρ. 176 παρ. 1, 183 του Κ.Πολ.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 130/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Καλαμάτας.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλο Δικαστή, πλην αυτού που εξέδωσε την αναιρουμένη απόφαση. Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στην καταθέσασα τούτο αναιρεσείουσα. Δέχεται την αίτηση της αναιρεσείουσας εταιρείας περί επαναφοράς των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση.

Υποχρεώνει τους αναιρεσίβλητους να καταβάλουν στην αναιρεσείουσα εταιρεία, η πρώτη τούτων Α. Τ. του Π., το ποσό των 205.452,75 ευρώ, ο δεύτερος Ν. Τ. του Π., το ποσό των 204.035,11 ευρώ, ο τρίτος Β. Π. του Δ., το ποσό των 49.076,05 ευρώ και η τετάρτη Γ. χήρα Χ. Κ., το γένος Δ. Π., το ποσό των 49.076,05 ευρώ, με τους νόμιμους τόκους από την επίδοση της παρούσας μέχρι την εξόφληση.

Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσόν των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Μαΐου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 25 Μαΐου 2022.

H ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ