Greek Supreme Court dismisses abuse of right claim and remands land compensation case for retrial.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece dismissed the public prosecution's claim that the appellants abused their right to appeal regarding land compensation. The court found the appeal was a legitimate exercise of legal rights rather than an abuse, as the appellants' arguments did not exceed the bounds of good faith. Consequently, the decision was annulled in part and remanded to a new panel of judges for further examination of the compensation value.
Legislator headnote
AI generatedArticles 570 para. 2 and 559 no. 19 of the Code of Civil Procedure; An appeal does not constitute an abuse of right if it falls within the bounds of good faith and represents a legitimate exercise of legal rights.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 895 / 2020 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 895/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Χοϊμέ, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Μαρία Τζανακάκη και Ελένη Φραγκάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 6 Μαρτίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τους Υπουργούς Οικονομικών και Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων, που κατοικοεδρεύουν στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Άννα Μαλιαρά, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι διορθώνει το αναιρετήριο, ως προς την αρίθμηση των αναιρεσιβλήτων, που εκ παραδρομής αναγράφηκε εσφαλμένα (μετά τον αύξοντα αριθμό 512 επαναλαμβάνεται ο αριθμός "511", που διορθώνεται σε "512α").
Των αναιρεσιβλήτων:
1) Ν. Ο. του Γ. (αρ. ιδ. ...),
2) Δ. Κ. του Κ. (αρ. ιδ. ..., ..., ... και ...),
3) Ι. Κ. του Δ. (αρ. ιδ. ..., ..., ..., ...), κατοίκων ...,
4) Ι. Μ. του Γ. (αρ. ιδ. ...), κατοίκου ...,
5) Ε. Δ. του Γ.,
6) Χ. Δ. του Γ. (αρ. ιδ. ...),
7) Π. Μ. του Ι. (αρ. ιδ. ...),
8) Π. Φ. του Β. (αρ. ιδ. ...),
9) Φ. Μ. του Σ. (αρ. ιδ. ...),
10) Χ. Γ. του Γ. (αρ. ιδ. ..., ...), κατοίκων ...,
11) Β. Π. του Σ. (αρ. ιδ. ...), κατοίκου ...,
12) Α. Σ. του Ι. (αρ. ιδ. ..., ..., ..., ... και ...),
13) Γ. Δ. του Ε. (αρ. ιδ. ...),
14) Α. Σ. του Ι.,
15) Χ. Σ. του Ι.,
16) Α. Γ. του Ν. (αρ. ιδ. ..., ... και ...),
17) Α. Λ. του Γ. (αρ. ιδ. ...),
18) Μ. Π. συζ. Γ. Ν. (αρ. ιδ. ..., ...),
19) Γ. Ν. του Χ. (αρ. ιδ. ...),
20) Ι. Σ. του Κ. (αρ. ιδ. ...),
21) Ε. Γ. του Γ., κατοίκων ...,
22) Σ. Γ. του Γ. (αρ. ιδ. ...), κατοίκου ...,
23) Χ. Σ. του Κ. (αρ. ιδ. ..., ...),
24) Σ. Λ. του Π. (αρ. ιδ. ...), κατοίκων ...,
25) Π. Μ. του Γ.,
26) Δ. συζ. Π. Μ. (αρ. ιδ. ...), κατοίκων ...,
27) Σ. Λ. του Π. (αρ. ιδ. ...),
28) Α. Γ. του Ε.,
29) Σ. Γ. του Ε. (αρ. ιδ. ...),
30) Γ. Σ. του Ε. (αρ. ιδ. ...),
31) Π. Ν. του Γ. (αρ. ιδ. ...),
32) Δ. Γ. του Ι. (αρ. ιδ. ..., ...),
33) Κ. Γ. του Ι. (αρ. ιδ. ..., ..., ..., ...),
34) Ε. Γ. του Δ. (αρ. ιδ. ...), κατοίκων ...,
35) Β. Α. του Δ., κατοίκου ... ,
36) Ε. Α. του Δ. (αρ. ιδ. ..., ...),
37) Ν. Σ. του Γ. (αρ. ιδ. ..., ...),
38) Λ. Μ. του Θ.,
39) Ε. Μ. του Θ. (αρ. ιδ. ..., ...),
40) Ε. Δ. του Χ. (αρ. ιδ. ...),
41) Ι. Π. του Γ. (αρ. ιδ. ...),
42) Ι. Π. του Γ. (αρ. ιδ. ...),
43) Ι. Γ. του Γ. (αρ. ιδ. ...),
44) Χ. Γ. του Ι.,
45) Ε. Γ. του Ι. (αρ. ιδ. ..., ...),
46) Μ. Γ. του Χ. (αρ. ιδ. ...),
47) Ε. Δ. του Ε. (αρ. ιδ. ...),
48) Χ. Γ. του Μιχαήλ (αρ. ιδ. ...),
49) Δ. Σ. του Ι. (αρ. ιδ. ...),
50) Σ. Σ. του Ι. (αρ. ιδ. ...),
51) Γ. Κ. του Κ.,
52) Κ. Κ. του Γ.,
53) Μ. χας Γ. Κ.,
54) Γ. Κ. του Γ.,
55) Β. Κ. του Γ.,
56) Γ. Κ. του Γ. (αρ. ιδ. ...),
57) Γ. Μ. του Β.,
58) Β. Μ. του Ε.,
59) Ν. Μ. του Β. (αρ. ιδ. ...),
60) Χ. Δ. του Ν. (αρ. ιδ. ...), κατοίκων ...,
61) Δήμου Μαρκοπούλου, που εδρεύει στο Μαρκόπουλο Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα (αρ. ιδ. ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ...),
62) Αναγκαστικού Συνεταιρισμού Οινοποιίας Μαρκοπούλου με την επωνυμία "ΜΑΡΚΟ", που εδρεύει στο Μαρκόπουλο Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα (αρ. ιδ. ..., ..., ..., ...),
63) Μ. συζ. Ν. Θ., το γένος Χ. Κ. (αρ. ιδ. ...),
64) Ι. Γ. του Γ.,
65) Γ. Γ. του Ι.,
66) Μ. Γ. του Ι.,
67) Φ. Γ. του Ι. (αρ. ιδ. ...),
68) Ι. Γ. του Γ. (αρ. ιδ. ...),
69) Ε. Κ. του Γ.,
70) Μ. Κ. του Γ. (αρ. ιδ. ...),
71) Ε. Κ. του Ν.,
72) Γ. Κ. του Ε. (αρ. ιδ. ...),
73) Γ. Σ. του Δ. (αρ. ιδ. ...), κατοίκων ...,
74) Μ. Π. του Ν. (αρ. ιδ. ...), κατοίκου ...,
75) Α. Σ. του Δ.,
76) Σ. Σ. του Β. (αρ. ιδ. ...), κατοίκων …,
77) εταιρίας με την επωνυμία "Α.", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα (αρ. ιδ. 05088082),
78) Χ. Σ. του Π. (αρ. ιδ. ...),
79) Π. Π. του Ν. (αρ. ιδ. ...),
80) Ν. Π. του Π.,
81) Α. Π. του Χ. (αρ. ιδ. ...),
82) Α. Σ. του Δ.,
83) Σ. Σ. του Γ. (αρ. ιδ. ...), κατοίκων ...,
84) Ε. Γ. του Σ. (αρ. ιδ. ...), κατοίκου ... ,
85) Φ. Γ. του Π. (αρ. ιδ. ...), κατοίκου… ,
86) Γ. Δ. του Ι. (αρ. ιδ. ...), κατοίκου …,
87) Α. Σ. του Δ.,
88) Σ. Σ. του Δ. (αρ. ιδ. ...),
89) Ε. χας Ι. Ν., το γένος Χ. Φ. (αρ. ιδ. ..., ...),
90) Γ. Μ. του Μ.,
91) Σ. Μ. του Μ. (αρ. ιδ. ...),
92) Ν. Μ. του Γ. (αρ. ιδ. ...),
93) Γ. Μ. του Ι. (αρ. ιδ. ...),
94) Α. θυγ. Γ. Μ., συζ. Ι. Κ.,
95) Α. Κ. του Ι.,
96) Ν. Κ. του Ι. (αρ. ιδ. ...), κατοίκων ...,
97) Γ. Γ. του Γ. (αρ. ιδ. ...),
98) Γ. Δ. του Δ. (αρ. ιδ. ..., ...), κατοίκου ...,
99) Μ. Π. του Σ. (αρ. ιδ. ...),
100) Μ. Μ. του Ι. (αρ. ιδ. ..., ...),
101) Κ. Π. του Δ. (αρ. ιδ. ...),
102) Ι. Κ. του Γ. (αρ. ιδ. ..., ...),
103) Σ. Σ. του Κ. (αρ. ιδ. ...),
104) Ι. Κ. του Δ. (αρ. ιδ. ...), κατοίκων ...,
105) Γ. Η. του Χ. (αρ. ιδ. ...), κατοίκου ...,
106) Α. Μ. του Ν. (αρ. ιδ. ...), κατοίκου ...,
107) Μ. Π. του Χ. (αρ. ιδ. ...),
108) Κ. Π. του Μ. (αρ. ιδ. ..., ..., ..., ...),
109) Χ. Π. του Μ. (αρ. ιδ. ..., ...),
110) Σ. Γ. του Ν. (αρ. ιδ. ...),
111) Π. Σ. του Ι.,
112) Χ. Σ. του Ι.,
113) Ι. Σ. του Π. (αρ. ιδ. ...),
114) Ε. συζ. Π. Σ. (αρ. ιδ. ...),
115) Α. χας Χ. Τ., το γένος Σ. Λ.,
116) Π. Τ. του Χ.,
117) Ε. Τ. του Χ. (αρ. ιδ. ...),
118) Θ. Σ. του Π. (αρ. ιδ. ...), κατοίκων ...,
119) Μ. χας Σ. Π., το γένος Α. Π., κατοίκου ...,
120) Α. Π. του Σ., συζ. Γ. Κ., κατοίκου ...,
121) Ε. Π. του Σ., συζ. Ε. Α., κατοίκου ... (αρ. ιδ. ...),
122) Σ. Σ. του Γ.,
123) Π. Σ. του Κ.,
124) Σ. Σ. του Κ. (αρ. ιδ. ...),
125) Α. Τ. του Π. (αρ. ιδ. ..., ...),
126) Δ. Χ. του Ι.,
127) Ι. Χ. του Δ. (αρ. ιδ. ...),
128) Χ. Τ. του Α. (αρ. ιδ. ...),
129) Ι. Π. του Σ.,
130) Ε. χας Χ. Π., το γένος Μ. Λ.,
131) Ε. Π.,
132) Γ. Π. (αρ. ιδ. ...),
133) Β. Δ. του Γ. (αρ. ιδ. ..., ...),
134) Α. Δ. του Ι. (αρ. ιδ. ...),
135) Ι. Π. του Σ. (αρ. ιδ. ...),
136) Χ. Π. του Κ. (αρ. ιδ. ...),
137) Ε. Π. του Ι. (αρ. ιδ. ...),
138) Α. Τ. του Χ. (αρ. ιδ. ...),
139) Ν. Γ. του Δ. (αρ. ιδ. ...),
140) Ε. Π. του Α. (αρ. ιδ. ...),
141) Χ. Π. του Σ.,
142) Ε. Π. του Χρήστου (αρ. ιδ. ...),
143) Β. Λ. του Η. (αρ. ιδ. ...),
144) Γ. Μ. του Α. (αρ. ιδ. ...),
145) Α. Μ. του Χ. (αρ. ιδ. ...),
146) Α. Λ. του Γ. (αρ. ιδ. ..., ..., ..., ...),
147) Ν. Ν. του Α. (αρ. ιδ. ...),
148) Χ. Α. του Γ. (αρ. ιδ. ...),
149) Γ. Π. του Δ.,
150) Η. Π. του Δ. (αρ. ιδ. ...),
151) Σ. Γ. του Σ. (αρ. ιδ. ...), κατοίκων ...,
152) Β. Τ. του Κ. (αρ. ιδ. ...), κατοίκου ...,
153) Κ. Σ. του Ι. (αρ. ιδ. ...), κατοίκου … ,
154) Ν. Κ. του Β. (αρ. ιδ. ..., ...), κατοίκου ...,
155) Π. Μ. του Ε. (αρ. ιδ. ...),
156) Ε. Σ. του Ν. (αρ. ιδ. ...),
157) Σ. Ν. του Δ. (αρ. ιδ. ..., ...),
158) Χ. Σ. του Δ.,
159) Π. Σ. του Δ. (αρ. ιδ. ..., ...),
160) Α. Κ. του Σ. (αρ. ιδ. ...), κατοίκων ...,
161) Μ. Δ. του Π. (αρ. ιδ. ...), κατοίκου ...,
162) Ε. Τ. του Σ.,
163) Σ. Α. του Μ. (αρ. ιδ. ...), κατοίκων ...,
164) Π. Δ. του Ι., κατοίκου … (αρ. ιδ. ...),
165) Α. Σ. του Ι. (αρ. ιδ. ...),
166) Γ. Λ. του Α.,
167) Ι. Λ. του Ι.,
168) Ι. συζ. Γ. Δ., το γένος Ι. Α. (αρ. ιδ. ...),
169) Β. Ν. του Σ. (αρ. ιδ. ...), κατοίκων ...,
170) Ε. Γ. του Δ.,
171) Α. Γ. του Δ. (αρ. ιδ. ...), κατοίκων ...,
172) Ε. Γ. του Γ. (αρ. ιδ. ...),
173) Γ. Γ. του Θ. (αρ. ιδ. ...),
174) Ε. Σ. του Γ. (αρ. ιδ. ...),
175) Μ. Π. του Ε. (αρ. ιδ. ...),
176) Π. Σ. του Γ. (αρ. ιδ. ...), κατοίκων ...,
177) Ν. Ρ. του Π.,
178) Σ. συζ. Ν. Ρ. (αρ. ιδ. ...), κατοίκων ...,
179) Ι. Μ. του Π.,
180) Α. Σ. του Α. (αρ. ιδ. ..., ...),
181) Γ. Ν. του Α. (αρ. ιδ. ...),
182) Η. Π. του Δ. (αρ. ιδ. ...),
183) Ε. συζ. Κ. Κ., το γένος Φ. Δ. (αρ. ιδ. ...),
184) Χ. Π. του Κ.,
185) Ε. Π. του Κ. (αρ. ιδ. ...),
186) Β. Π. του Κ. (αρ. ιδ. ...),
187) Κ. Κ. του Δ. (αρ. ιδ. ...),
188) Γ. Κ. του Σ. (αρ. ιδ. ...),
189) Ν. Μ. του Ι. (αρ. ιδ. ...),
190) Χ. Φ. του Σ. (αρ. ιδ. ...),
191) Σ. Π. του Δ. (αρ. ιδ. ...),
192) Δ. Κ. του Α.,
193) Α. Κ. του Δ. (αρ. ιδ. ...),
194) Θ. χας Α. Σ.,
195) Μ. Σ. του Α.,
196) Ι. Σ. του Α. (αρ. ιδ. ...),
197) Ι. Σ. του Μ.,
198) Γ. Σ. του Μ. (αρ. ιδ. ...), κατοίκων ...,
199) Λ. Μ. του Σ.,
200) Ε. Μ. του Σ. (αρ. ιδ. ...), κατοίκων … ,
201) Κ. Γ. του Ε. (αρ. ιδ. ...),
202) Κ. Γ. του Α.,
203) Κ. Γ. του Χ.,
204) Ι. Γ. του Α. (αρ. ιδ. ...),
205) Γ. Μ. του Δ. (αρ. ιδ. ...),
206) Ι. Κ. του Ε.,
207) Σ. Κ. του Ι. (αρ. ιδ. ...),
208) Λ. Μ. του Α.,
209) Δ. Μ. του Α. (αρ. ιδ. ...),
210) Θ. Γ. του Ι. (αρ. ιδ. ...),
211) Β. Μ. του Ι. (αρ. ιδ. ...),
212) Ι. Π. του Κ. (αρ. ιδ. ...),
213) Π. Σ. του Ν. (αρ. ιδ. ...),
214) Ι. Σ. του Σ. (αρ. ιδ. ...),
215) Ι. Κ. του Χ. (αρ. ...),
216) Α. Κ. του Ι. (αρ. ιδ. ...),
217) Χ. Π. του Π. (αρ. ιδ. ...),
218) Ζ. Γ. του Δ. (αρ. ιδ. ...),
219) Δ. Δ. του Ν., (αρ. ιδ. ...),
220) Σ. Α. του Π. (αρ. ιδ. ...),
221) Ν. Σ. του Γ. (αρ. ιδ. ...),
222) Χ. Σ. του Ι. (αρ. ιδ. ...),
223) Ι. Μ. του Σ.,
224) Δ. Μ. του Σ. (αρ. ιδ. ...),
225) Ξ. Μ. του Γ.,
226) Δ. Μ. του Γ. (αρ. ιδ....),
227) Σ. Σ. του Ι. (αρ. ιδ. ...),
228) Π. Δ. του Θ. (αρ. ιδ. ...), κατοίκου ...,
229) Α. Σ. του Ι. (αρ. ιδ. ...), κατοίκου ...,
230) Δ. Π. του Γεωργίου (αρ. ιδ. ...), κατοίκου ...,
231) Σ. Σ. του Δ.,
232) Δ. Σ. του Σ. (αρ. ιδ. ...),
233) Β. Β. του Λ. (αρ. ιδ. ...),
234) Α. χας Δ. Ν., το γένος Κ. Ο.,
235) Ι. Ν. του Δ.,
236) Κ. Ν. του Δ.,
237) Α. Ν. του Δ. (αρ. ιδ. ..., ...),
238) Κ. Ο. του Σ. (αρ. ιδ. ..., ...),
239) Σ. Ο. του Β. (αρ. ιδ. ...),
240) Κ. Μ. του Γ.,
241) Σ. Μ. του Γ. (αρ. ιδ. ...),
242) Σ. Μ. του Γ. (αρ. ιδ. ...),
243) Α. Μ. του Α., συζ. Π. Σ. (αρ. ιδ. ..., ..., ...),
244) Ι. Σ. του Ν. (αρ. ιδ. ...), κατοίκων ...,
245) Ι. Γ. του Σ. (αρ. ιδ. ...), κατοίκου ...,
246) Ε. Α. του Σ.,
247) Α. Α. του Σ. (αρ. ιδ. ...),
248) Δ. Α. του Δ. (αρ. ιδ. ...),
249) Χ. Μ. του Γ. (αρ. ιδ. ...),
250) Ι. Δ. του Δ. (αρ. ιδ. ...),
251) Χ. συζ. Γ. Δ., το γένος Χ. Γ. (αρ. ιδ. ...),
252) Χ. Κ. συζ. Χ. Γ. (αρ. ιδ. ...),
253) Ι. Σ. του Π. (αρ. ιδ. ...),
254) Π. Σ. του Γ. (αρ. ιδ. ...),
255) Π. Ο. του Α. (αρ. ιδ. ...),
256) Σ. Π. του Γ. (αρ. ιδ. ...),
257) Ε. Χ. του Χ. (αρ. ιδ. ...),
258) Ν. Χ. του Δ. (αρ. ιδ. ...),
259) Α. Χ. του Α. (αρ. ιδ. ...),
260) Θ. Ν. του Γ. (αρ. ιδ. ...),
261) Π. Μ. του Ι. (αρ. ιδ. ...),
262) Κ. Μ. του Ι.,
263) Π. Μ. του Ι. (αρ. ιδ. ...),
264) Ι. Π. του Κ.,
265) Π. Π. του Κ.,
266) Ε. Π. του Κ.,
267) Π. Μ. του Κ. (αρ. ιδ. ...),
268) Σ. Δ. του Δ. (αρ. ιδ. ...),
269) Α. Κ. του Θ. (αρ. ιδ. ...),
270) Σ. Κ. του Β. (αρ. ιδ. ...),
271) Χ. Ρ. του Γ.,
272) Μ. χήρας Γ. Ρ. το γένος Α. Α. (αρ. ιδ. ..., ...),
273) Ι. Σ. του Π. (αρ. ιδ. ..., ...),
274) Π. Σ. του Ιω. (αρ. ιδ. ..., ..., ...),
275) Κ. Γ. του Γ. (αρ. ιδ. ..., ...),
276) Σ. συζ. Ν. Α., το γένος Α. Γ. (αρ. ιδ. ...),
277) Κ. Σ. του Ν. (αρ. ιδ. ...),
278) Α. Α. του Γ. (αρ. ιδ. ...),
279) Δ. Π. του Κ. (αρ. ιδ. ...), κατοίκων ...,
280) Β. Σ. του Α. (αρ. ιδ. ...),
281) Α. Σ. του Σ.,
282) Α. Σ. του Σ. (αρ. ιδ. ...), κατοίκων ...,
283) Σ. Ε. του Σ. (αρ. ιδ. ...), κατοίκου ...,
284) Α. Γ. του Θ. (αρ. ιδ. ...), κατοίκου ...,
285) Β. Γ. του Γ. (αρ. ιδ. ...),
286) Μ. Ν. του Χ.,
287) Χ. Ν. του Γ.,
288) Ε. Ν. του Γ. (αρ. ιδ. ...),
289) Σ. Τ. του Ι. (αρ. ιδ. ...),
290) Α. Γ. του Α. (αρ. ιδ. ...), κατοίκων ...,
291) Α. Σ. του Γ., κατοίκου ...,
292) Α. Π. του Γ. (αρ. ιδ. ...),
293) Α. Ν. του Γ. (αρ. ιδ. ...), κατοίκων ...,
294) Ι. Ο. του Σ. (αρ. ιδ. ..., ...),
295) Γ. Τ. του Ν. (αρ. ιδ. ..., ...), κατοίκου ...,
296) Ι. Μ. του Π. (αρ. ιδ. ..., ...),
297) Κ. Σ. του Ι. (αρ. ιδ. ...),
298) Φ. Δ. του Ι. (αρ. ιδ. ...),
299) Φ. Σ. του Γ. (αρ. ιδ. ...),
300) Ό. Σ. - Α. του Α. (αρ. ιδ. ...), κατοίκων ...,
301) Κ. Τ. του Ε. (αρ. ιδ. ...), κατοίκου ...,
302) Ν. Τ. του Γ. (αρ. ιδ. ...), κατοίκου ...,
303) Δ. Μ. του Ι. (αρ. ιδ. ...),
304) Δ. Π. του Π.,
305) Α. Π. του Δ. (αρ. ιδ. ...),
306) Μ. Ν. του Χ. (αρ. ιδ. ...),
307) Ν. Π. του Α. (αρ. ιδ. ...),
308) Γ. Π. του Ν. (αρ. ιδ. ...), κατοίκων ...,
309) Η. Σ. του Δ. (αρ. ιδ. ...), κατοίκου ...,
310) Σ. Π. του Ι.,
311) Κ. Π. του Ι. (αρ. ιδ. ..., ...), κατοίκων ...
312) Α. Γ. του Ν. (αρ. ιδ. 05088415),
313) Β. Ο. του Ι.,
314) Ι. Ο. του Ι. (αρ. ιδ. ..., ...),
315) Κ. Ρ. του Θ. (αρ. ιδ. ..., ...),
316) Α. Γ. του Ν. (αρ. ιδ. ...), κατοίκων ...
317) Χ. Σ. του Γ. (αρ. ιδ. ...), κατοίκου ...
318) Δ. Δ. του Ι. (αρ. ιδ. ...),
319) Α. Σ. του Α. (αρ. ιδ. ...), κατοίκων ...
320) Ε. Α. του Δ. (αρ. ιδ. ...), κατοίκου … ,
321) Γ. Η. του Ι. (αρ. ιδ. ..., ..., ...),
322) Ε. Σ. του Π.,
323) Δ. Σ. του Π. (αρ. ιδ. ..., ...),
324) Δ. Ν. του Β. (αρ. ιδ. ...),
325) Β. Δ. του Ε.,
326) Α. Δ. του Κ. (αρ. ιδ. ..., ...),
327) Χ. Μ. του Σ. (αρ. ιδ. ...),
328) Σ. Μ. του Ε. (αρ. ιδ. ...),
329) Ε. Γ. του Ι.,
330) Χ. Γ. του Ι. (αρ. ιδ. ...),
331) Χ. Τ. του Π. (αρ. ιδ. ...), κατοίκων ...,
332) Μ. χας Σ. Κ., το γένος Α. Σ.,
333) Ι. Κ. του Σ.,
334) Α. Κ. του Σ. (αρ. ιδ. ...), κατοίκων ...,
335) Σ. Μ. του Χ. (αρ. ιδ. ...),
336) Κ. συζ. Σ. Π. (αρ. ιδ. ...),
337) Φ. Γ. του Ι.,
338) Α. Β. του Ι. (αρ. ιδ. ...), κατοίκων ...,
339) Ε. Α. του Δ. (αρ. ιδ. ...), κατοίκου ...,
340) Δ. Δ. του Ι. (αρ. ιδ. ...),
341) Α. Χ. του Δ. (αρ. ιδ. ...),
342) Β. Χ. του Α. (αρ. ιδ. ..., ..., ...),
343) Ι. Ο. του Ι.,
344) Β. Ο. του Ι.,
345) Σ. Π. του Γ., συζ. Α. Μ., (αρ. ιδ. ...),
346) Α. Γ. του Ν. (αρ. ιδ. ...),
347) Κ. Ρ. του Γ. (αρ. ιδ. ...),
348) Γ. Π. του Δ. (αρ. ιδ. ...),
349) Κ. Σ. του Γ. (αρ. ιδ. ...),
350) Γ. Π. του Ν. (αρ. ιδ. ...),
351) Ν. Π. του Α. (αρ. ιδ. ...),
352) Μ. Ν. του Χ. (αρ. ιδ. ...),
353) Δ. Ν. του Π. (αρ. ιδ. ...),
354) Π. Δ. του Δ. (αρ. ιδ. ...),
355) Ι. Π. του Δ. (αρ. ιδ. ...),
356) Π. Π. του Α.,
357) Ε. Δ. του Ν. (αρ. ιδ. ...),
358) Μ. Π. του Γ.,
359) Α. Π. του Γ. (αρ. ιδ. ...),
360) Μ. Χ. του Ι. (αρ. ιδ. ...),
361) Ε. Γ. του Χ. (αρ. ιδ. ...),
362) Σ. Π. του Γ. (αρ. ιδ. ..., ...),
363) Δ. Μ. του Ι. (αρ. ιδ. ...),
364) Α. Κ. του Λ. (αρ. ιδ. ...),
365) Μ. Σ. του Α., συζ. Γ. Α. (αρ. ιδ. ...),
366) Δ. Ν. του Β. (αρ. ιδ. ...),
367) Χ. Μ. του Σ. (αρ. ιδ. ...),
368) Φ. συζ. Σ. Μ. του Μ. (αρ. ιδ. ...),
369) Β. Γ. του Π. (αρ. ιδ. ...),
370) Ι. Α. του Γ. (αρ. ιδ. ..., ...),
371) Ε. Τ. του Π. (αρ. ιδ. ...), κατοίκων ...,
372) Κ. Λ. του Δ. (αρ. ιδ. ...), κατοίκου ...,
373) Α. Μ. του Χ. (αρ. ιδ. ...),
374) Ζ. Π. του Σ. (αρ. ιδ. ...),
375) Δ. Κ. του Α. (αρ. ιδ. ...),
376) Δ. Ε. του Χ. (αρ. ιδ. ...),
377) Σ. Ν. του Γ. (αρ. ιδ. ...),
378) Γ. Δ. του Ι. (αρ. ιδ. ...), κατοίκων ...,
379) Α. Κ. - Σ. του Π. (αρ. ιδ. ...), κατοίκου ...,
380) Γ. Γ. του Β.,
381) Β. Γ. του Γ.,
382) Ε. Γ. του Γ. (αρ. ιδ. ...),
383) Α. Μ. του Κ. (αρ. ιδ. ...),
384) Σ. Π. του Γ. (αρ. ιδ. ...),
385) Α. Γ. του Χ. (αρ. ιδ. ...),
386) Α. Π. του Θ.,
387) Σ. Π. του Θ.,
388) Ε. Π. του Θ. (αρ. ιδ. ..., ..., ...),
389) Κ. Κ. του Ν. (αρ. ιδ. ...),
390) Α. Π. του Θ. (αρ. ιδ. ...),
391) Ι. Φ. του Ν.,
392) Σ. Φ. του Ν. (αρ. ιδ. ...),
393) Γ. Γ. του Κ.,
394) Γ. Σ. του Ν.,
395) Ι. Γ. του Δ. (αρ. ιδ. ...),
396) Ε. Γ. του Σ.,
397) Σ. Γ. του Γ.,
398) Β. Μ. του Γ. (αρ. ιδ. ...),
399) Γ. Γ. του Σ. (αρ. ιδ. ...),
400) Κ. Ο. του Δ. (αρ. ιδ. ...),
401) Σ. Η. του Ι. (αρ. ιδ. ...),
402) Ι. Η. του Σ.,
403) Ε. συζ. Σ. Θ., το γένος Σ. Η. (αρ. ιδ. ...),
404) Β. χας Ι. Κ., το γένος Χ. Δ.,
405) Χ. Κ. του Ι.,
406) Π. Κ. του Ι. (αρ. ιδ. ...),
407) Κ. Α. του Σ.,
408) Σ. Α. του Χ.,
409) Δ. Α. του Χ. (αρ. ιδ. ...),
410) Β. χας Β. Π. (αρ. ιδ. ..., ...),
411) Σ. Ο. του Χ.,
412) Ι. Ο. του Χ.,
413) Δ. χας Χ. Ο., το γένος Ν. Κ.,
414) Σ. Ο. του Χ.,
415) Μ. - Ε. Ο. του Χ. (αρ. ιδ. ..., ...),
416) Α. Ο. του Ι. (αρ. ιδ. ..., ...),
417) Β. Κ. του Κ. (αρ. ιδ. ...),
418) Π. Π. του Γ.,
419) Ε. χας Π. Π.,
420) Γ. Τ. του Κ.,
421) Ε. συζ. Ν. Σ., το γένος Θ. Π.,
422) Γ. Π. του Θ.,
423) Α. Π. του Μ.,
424) Γ. Π. του Μ.,
425) Ε. συζ. Γ. Φ., το γένος Χ. Π.,
426) Β. συζ. Γ. Κ., το γένος Χ. Π.,
427) Γ. Π. του Χ.,
428) Ε. συζ. Π. Π., το γένος Κ. Π.,
429) Γ. Π. του Κ.,
430) Α. συζ. Σ. Ρ., το γένος Κ. Π.,
424Α) Ι. Π. του Κ.,
425Α) Μ. συζ. Χ. Σ., το γένος Κ. Π. (αρ. ιδ. ...),
431) Ι. χας Χ. Μ.,
432) Μ. Μ. του Χ.,
433) Σ. Μ. του Χ.,
434) Χ. Μ. του Χ. (αρ. ιδ. ...), κατοίκων ...,
435) Έ. Μ. - Π. του Χ., συζ. Σ. Χ., κατοίκου ...,
436) Θ. Μ. - Π. του Χ., συζ. Ι. Ε.,
437) Μ. συζ. Α. Π. (αρ. ιδ. ...),
438) Δ. Δ. του Ν. (αρ. ιδ. ...),
439) Γ. Μ. του Ι.,
440) Ι. Μ. του Γ.,
441) Σ. Μ. του Γ. (αρ. ιδ. ...),
442) Γ. Π. του Π. (αρ. ιδ. ...),
443) Ε. Μ. του Δ.,
444) Μ. Μ. του Δ. (αρ. ιδ. ... και ...),
445) Μ. Ν. του Χ. (αρ. ιδ. ...),
446) Π. Γ. του Δ. (αρ. ιδ. ...),
447) Μ. Σ. του Δ. (αρ. ιδ. ...),
448) Ι. Κ. του Σ.,
449) Σ. Κ. του Ι. (αρ. ιδ. ...),
450) Κ. Μ. του Ι. (αρ. ιδ. ...),
451) Α. Σ. του Ι. (αρ. ιδ. ...),
452) Ε. Π. του Η. (αρ. ιδ. ...),
453) Σ. Ο. του Κ. (αρ. ιδ. ..., ...),
454) Λ. Ο. του Κ. (αρ. ιδ. ...), κατοίκου … ,
455) Β. Κ. του Κ. (αρ. ιδ. ...),
456) Δ. Κ. του Κ. (αρ. ιδ. ...),
457) Χ. Σ. του Δ.,
458) Χ. Σ. του Ι., 459) Π. Σ. του Δ. (αρ. ιδ. ...),
460) Σ. Μ. του Ν.,
461) Χ. Μ. (αρ. ιδ. ...), κατοίκων ...,
462) Μ. συζ. Μ. Φ., το γένος Ι. Χ. (αρ. ιδ. ...), κατοίκου ...,
463) Ι. Ε. του Δ. (αρ. ιδ. ...),
464) Α. Α. Ν. του Ι. (αρ. ιδ. ..., ...), κατοίκων ...,
465) Ό. Π. του Γ. (αρ. ιδ. ...), κατοίκου ... ,
466) Α. συζ. Γ. Μ. (αρ. ιδ. ...),
467) Π. Π. του Π. (αρ. ιδ. ...), κατοίκων ...,
468) Ε. Ν. του Δ. (αρ. ιδ. ...), κατοίκου ...,
469) Α. Γ. του Α.,
470) Γ. Γ. του Α. (αρ. ιδ. ...), κατοίκων ...,
471) Σ. Π. του Ι.,
472) Κ. Π. του Ι. (αρ. ιδ. ...), κατοίκων ...,
473) Α. Ν. του Σ.,
474) Ι. Ν. του Σ. (αρ. ιδ. ...),
475) Σ. Μ. του Κ. (αρ. ιδ. ..., ...),
476) Ι. Γ. του Γ. (αρ. ιδ. ...), κατοίκων ...,
477) Αναγκαστικού Συνεταιρισμού "ΜΑΡΚΟ", που εδρεύει στο Μαρκόπουλο Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα (αρ. ιδ. ...),
478) Σ. Π. του Δ. (αρ. ιδ. ...),
479) Α. Π. του Π.,
480) Π. Π. του Σ. (αρ. ιδ. ..., ...),
481) Ε. Σ. του Ν. (αρ. ιδ. ...),
482) Γ. Κ. του Ε. (αρ. ιδ. ..., ...), κατοίκων ...,
483) Α. Ζ. του Κ.,
484) Χ. Μ. του Θ. (αρ. ιδ. ...), κατοίκων ...,
485) Χ. Σ. του Ε. (αρ. ιδ. ...),
486) Α. Κ. του Γ. (αρ. ιδ. ..., ..., ..., ...),
487) Π. Κ. του Α. (αρ. ιδ. ..., ..., ...),
488) Γ. Κ. του Α. (αρ. ιδ. ..., ...),
489) Ι. Σ. του Α. (αρ. ιδ. ...),
490) Ε. συζ. Σ. Π. (αρ. ιδ. ...),
491) Κ. Β. του Α. (αρ. ιδ. ...), κατοίκων ...,
492) Κ. Π. του Α. (αρ. ιδ. ...),
493) εταιρίας με την επωνυμία "ΑΦΟΙ … Ο.Ε.", που εδρεύει στο ... Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα (αρ. ιδ. ...),
494) Α. Σ. του Ι.,
495) Χ. Σ. του Ι.,
496) Α. Γ. του Ν. (αρ. ιδ. ...),
497) Δ. Μ. του Χ.,
498) Χ. Μ. του Δ. (αρ. ιδ. ...), κατοίκων ...,
499) Κ. Γ. του Γ., κατοίκου ...,
500) Μ. Γ. του Γ., συζ. Α. Ψ. (αρ. ιδ. ...), κατοίκου ... ,
501) Ε. συζ. Χ. Λ., το γένος Δ. Σ. (αρ. ιδ. ..., ... και ...),
502) Α. χας Χ. Τ., το γένος Σ. Λ.,
503) Π. Τ. του Χ.,
504) Ε. Τ. του Χ. (αρ. ιδ. ...),
505) Γ. Μ. του Α. (αρ. ιδ. ...),
506) Μ. χας Β. Τ., το γένος Χ. Π. (αρ. ιδ. ...), κατοίκων ...,
507) Ι. Γ. του Σ. (αρ. ιδ. ...), κατοίκου ...,
508) Ε. χας Ι. Ν. (αρ. ιδ. ...),
509) Χ. Γ. του Ι.,
510) Ε. Γ. του Ι. (αρ. ιδ. ...),
511) Γ. Σ. του Ε. (αρ. ιδ. ...), κατοίκων ...,
512) Γ. Κ. του Ε. (αρ. ιδ. ...), κατοίκου … ,
512α) Λ. Μ. του Θ. (αρ. ιδ. ..., ...),
513) Κ. Γ. του Α. και 514) Ι. Γ. του Α. (αρ. ιδ. ...), κατοίκων ....
Οι υπό στοιχ. 2ος, 3ος, 12η, 14η, 15η, 16η, 46ος, 106ος, 108ος, 115η, 116ος, 117η, 125ος, 129ος, 130η, 131η, 132η, 142η, 147ος, 148ος, 153ος, 154ος, 158ος, 159ος, 174η, 182ος, 189ος, 207η, 210ος, 212ος, 216ος, 217ος, 218η, 221ος, 222ος, 225ος, 226ος, 239ος, 295ος, 300η, 302ος, 326η, 375η, 410η, 417ος, 450ος, 451η, 452η, 455ος, 456ος, 457ος, 458ος, 459ος, 487η, 488ος, 494η, 495η, 496η, 502η, 503ος, 504η, 505ος και 506η των αναιρεσιβλήτων εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Μαρκάκη.
Οι υπό στοιχ. 9η, 64ος, 65ος, 66η, 67ος, 68ος, 180ος, 213ος, 255ος, 306η, 321ος, 322ος, 323ος, 331η, 352η, 354η, 357ος, 371η, 379η, 386ος, 387η, 390ος, 402ος, 403η, 440ος, 441ος, 445η, 447η, 476ος και 481ος των αναιρεσιβλήτων εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Τσεβρένη.
Η υπό στοιχ. 479η των αναιρεσιβλήτων παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Σαμουρέλη και οι υπό στοιχ. 23ος, 28η, 29ος, 34ος, 35ος, 36ος, 37ος, 58η, 62ος, 85η, 99η, 100η, 110ος, 118η, 146ος, 161η, 163ος, 165η, 172η, 192ος, 193ος, 194η, 195η, 196ος, 197ος, 198ος, 208ος, 243η, 252η, 254ος, 259η, 271ος, 272η, 274ος, 275ος, 276η, 285ος, 287ος, 288η, 310η, 314ος, 317ος, 333ος, 334η, 343ος, 345η, 349ος, 361η, 365η, 369ος, 372ος, 378ος, 381ος, 382η, 398η, 413η, 414ος, 415η, 416η, 435η, 436η, 437η, 448ος, 462η, 464η, 467ος, 469η, 470ος, 471η, 477ος, 499ος και 500η των αναιρεσιβλήτων εκπροσωπήθηκαν από τον ίδιο ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Σαμουρέλη, που δήλωσε στο ακροατήριο:
α) τη βίαιη διακοπή της δίκης, ως προς τους υπό στοιχ. 1ο, 8ο, 24ο, 38ο, 39ο, 40η, 57ο, 59ο, 97ο, 140ο, 143ο, 214ο, 220ο, 249η, 286η, 311ο, 313ο, 344ο, 380ο, 472ο, 492ο και 512α των αναιρεσιβλήτων και
β) ότι τα σωστά στοιχεία της υπό στοιχ. 252ης των αναιρεσιβλήτων είναι "Χ. Κ. του Δ. συζ. Χ. Γ." και όχι "Χ. Κ. του Δ. συζ. Χ. Γ.", που εσφαλμένα αναγράφεται στο αναιρετήριο.
Η υπό στοιχ. 245η των αναιρεσιβλήτων παραστάθηκε με την πληρεξούσια δικηγόρο της Αθανασία Χαρίση και οι υπό στοιχ. 31η, 32ος, 44ος, 45η, 51ος, 53η, 54η, 55η, 56η, 63η, 78ος, 176η, 248η, 296ος, 329η, 330ος, 364ος, 463ος 509ος και 510η εκπροσωπήθηκαν από την ίδια ως άνω πληρεξούσια δικηγόρο τους Αθανασία Χαρίση, που δήλωσε στο ακροατήριο:
α) ότι ο Κ. Κ. του Γ. (52ος ως άνω) απεβίωσε στις 24-2-2015 και τη βιαίως διακοπείσα δίκη συνεχίζουν οι νόμιμοι εκ διαθήκης κληρονόμοι του Γ. Κ. του Κ. (51ος ως άνω) και Χ. Κ. του Κ., εκπροσωπούμενοι από αυτήν,
β) ότι η Ε. χα Ι. Ν., το γένος Χ. Φ. (89η, καθώς και 508η ως άνω) απεβίωσε στις 14-5-2018 και τη βιαίως διακοπείσα δίκη συνεχίζουν οι νόμιμοι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι της Σ. Ν. του Ι. και Α. Ν. του Ι., εκπροσωπούμενοι από αυτήν,
γ) ότι η υπ' αριθμ. καταχ. (ΒΑΒ) 221/2014 αίτηση του Ι. Μ., που αναφέρεται στον τέταρτο (4ο) λόγο αναίρεσης δεν αφορά τον υπό στοιχ. 296ο των αναιρεσιβλήτων Ι. Μ. του Π., που εκπροσωπεί η ίδια και
δ) τη βίαιη διακοπή της δίκης, ως προς τους υπό στοιχ. 18η και 294ο των αναιρεσιβλήτων.
Περαιτέρω, η ως άνω δικηγόρος Αθανασία Χαρίση πρόβαλε ένσταση καταχρηστικότητας, ως προς την ασκηθείσα αίτηση αναίρεσης από το Ελληνικό Δημόσιο.
Οι λοιποί των αναιρεσιβλήτων δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6-3-2014 αίτηση καθορισμού οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης απαλλοτρίωσης του ήδη αναιρεσείοντος (μετά την έκδοση της 463/2013 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών που καθόρισε προσωρινή τιμή μονάδος αποζημίωσης), που κατατέθηκε στο Εφετείο Αθηνών και συνεκδικάστηκε με τις αιτήσεις των ήδη αναιρεσιβλήτων και άλλων προσώπων, μη διαδίκων στην παρούσα δίκη, καθώς και με τις ανταιτήσεις και παρεμβάσεις των εκεί διαδίκων.
Εκδόθηκε η 6356/2014 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας ζητεί το αναιρεσείον με την από 19-11-2015 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Μαρία Τζανακάκη διάβασε την από 7-3-2018 έκθεση της τότε Αρεοπαγίτου και ήδη Αντιπροέδρου Ειρήνης Καλού, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου λόγου της αίτησης αναίρεσης κατά το δεύτερο σκέλος του από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και την απόρριψη του ίδιου λόγου κατά το πρώτο σκέλος του από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, καθώς και των υπόλοιπων λόγων αναίρεσης κατά της υπ' αριθμ. 6356/2014 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, οι πληρεξούσιοι των παραστάντων αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρ. 553 παρ.1 περ. β ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των οριστικών αποφάσεων που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση και περατώνουν όλη τη δίκη ή μόνο τη δίκη για την αγωγή ή την ανταγωγή. Έτσι η ύπαρξη ερήμην απόφασης, δηλαδή απόφασης που εκδόθηκε με την απουσία, πραγματική ή πλασματική, ενός των διαδίκων, έστω και αν δεν στηρίχθηκε στη συναγωγή δυσμενών συνεπειών από την ερημοδικία του (ΟλΑΠ 15/2001, ΑΠ 1470/2003), ενεργοποιεί αυτόματα τη δυνατότητα άσκησης κατ' αυτής ανακοπής ερημοδικίας από τον ερημοδικασθέντα (άρθρ. 502 ΚΠολΔ), με συνέπεια, όσο διαρκεί η προθεσμία της ανακοπής ερημοδικίας, να αποκλείεται η άσκηση κατά της ερήμην απόφασης αίτησης αναίρεσης, η οποία, αν παρόλα αυτά ασκηθεί, είναι απορριπτέα αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτη (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ), αφού, σε σχέση με την αναίρεση, δεν υπάρχει διάταξη όμοια με τη διάταξη του άρθρ. 513 παρ. 1 εδ. β περ. β ΚΠολΔ, που ορίζει ότι κατά των ερήμην αποφάσεων επιτρέπεται έφεση ήδη από τη δημοσίευσή τους. Αντίθετα δηλαδή, με την καθιερούμενη με τη διάταξη αυτή συμπόρευση των προθεσμιών της έφεσης και της ανακοπής ερημοδικίας, η αναίρεση κατά ερήμην απόφασης είναι επιτρεπτή, μόνον εφόσον δεν συγχωρείται κατ' αυτής ανακοπή ερημοδικίας ή αναλόγως έφεση (ΟλΑΠ 11/1998), δηλαδή, καθιερώνεται η αρχή της διαδοχικής άσκησης των προβλεπόμενων ένδικων μέσων (ΑΠ 242/2015, ΑΠ 180/2014).
Στην προκειμένη περίπτωση η κρινόμενη από 19-11-2015 (αρ.κατ. 1051/20-11-2015) αίτηση αναίρεσης απευθύνεται κατά της υπ' αρ. 6356/2014 οριστικής απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε με την ειδική διαδικασία του Ν.2882/2001 (Κώδικας Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων Ακινήτων και χάριν συντόμευσης ΚΑΑΑ), ερήμην των παρακάτω καθών η από 6-3-2014 (αρ.κατ. 196/2016) αίτηση του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, (περί προσδιορισμού οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης λόγω αναγκαστικής απαλλοτρίωσης), και ειδικότερα των με αύξοντες αριθμούς κατά την αρίθμηση της ως άνω από 6-3-2014 αίτησης: 7, 10, 13, 19, 27, 38, 42, 46, 47, 58, 59, 70, 72, 75, 76, 78, 82, 83, 85, 87, 89, 91, 92, 93, 98, 99, 100, 104, 110, 112, 114, 115, 116, 118, 119, 121, 122, 123, 125, 127, 131, 132, 133, 134, 137, 138, 142, 143, 145, 148, 149, 150, 156, 157, 159, 160, 162, 163, 164, 166, 170, 171, 172, 174, 177, 178, 184, 197, 200, 202, 203, 205, 209, 213, 218, 221, 222, 223, 225, 227, 234, 235, 236, 238, 244, 245, 249, 250, 251, 252, 253, 254, 260, 261, 262, 264, 268, 269, 270, 271, 272, 273, 275, 278, 279, 282, 286, 287, 288, 293, 294, 297, 298, 299, 302, 306, 308, 309, 314, 315, 318, 322, 330, 331, 333, 334, 336, 339, 340, 341, 342, 344, 346, 347, 349, 351, 354, 360, 364, 370, 371, 377, 378, 379, 384, 386, 387, 388, 389, 390, 394, 395, 396, 402, 406, 407, 408, 411, 433, 434, 437, 441, 455, 456, 463, 468, 485, 486, 487 και 489 καθών η από 6-3-2014 (αρ.κατ. 196/2014) αίτηση περί καθορισμού οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης του ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου και ήδη αναιρεσιβλήτων με αντίστοιχους αύξοντες αριθμούς του αναιρετηρίου: 7, 10, 13, 19, 27, 38, 43, 47, 48, 59, 60, 71, 73, 76, 77, 79, 83, 84, 86, 88, 90, 92, 93, 97, 102, 103, 104, 107, 113, (115 έως 117, λόγω θανάτου του 112 καθού η αίτηση), 119, 120, 121, 123, 124, 126, 127, 128, (129 έως 132, λόγω θανάτου του 125 καθού η αίτηση), 134, 138, 139, 140, 141, 144, 145, 149, 150, 152, 155, 156, 157, 163, 164, 166, 168, 169, 170, 171, 173, 177, 178, 179, 181, 183, 184, 190, 203, 206, 208, 209, 211, 215, 219, 224, 227, 228, 229, 231, 233, 240, 241, 242, 244, 250, 251, 256, 257, 258, 259, 260, 261, 268, 269, 270, 273, 277, 278, 279, 280, 283, 284, 286, 289, 290, 293, 297, 298, 299, 303, 304, 307, 308, 309, 312, 315, 318, 319, 324, 325, 328, (332 έως 334 λόγω θανάτου του 322 καθού η αίτηση), 340, 341, 343, 344, 346, 348, 349, 350, 351, 353, 355, 356, 358, 360, 363, 366, 370, 376, 377, 383, 370, 384, 389, 391, 392, 393, 394, 395, 399, 400, 401, 407, 411, 412, (411 έως 415 λόγω θανάτου του 408 καθού η αίτηση), 418, 438, 439, 442, 446, 460, 461, 468, 473, 489, 490, 491 και 493 των αναιρεσίβλητου, οι οποίοι επίσης ερημοδικούν, πλην όμως, δεν τίθεται θέμα έρευνας της τελεσιδικίας της προσβαλλόμενης απόφασης και έρευνας του παραδεκτού της αίτησης αναίρεσης από την άποψη αυτή κατ' άρθρο 553 § 1 περ.
β' ΚΠολΔ, εφόσον σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 22 § 1 εδ. α του Ν. 2882/2001 "Κατά της απόφασης του Εφετείου περί οριστικού προσδιορισμού της αποζημίωσης επιτρέπεται μόνο το ένδικο μέσο της αναίρεσης κατά τις διατάξεις του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας και συνεπώς η ως άνω απόφαση δεν υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας και είναι από τη δημοσίευσή της ανέκκλητη.
Κατά την διάταξη του άρθ. 22 παρ. 4 του ν. 2882/2001 όπως αυτή προστέθηκε με την διάταξη του άρθ. 131 παρ. 2 του ν. 4070/2012, σε περίπτωση που ο αριθμός των αναιρεσιβλήτων υπερβαίνει τους είκοσι (20) η κλήτευσή τους στη δίκη μπορεί να διενεργηθεί κατά τις διατάξεις του δεύτερου, τρίτου και τέταρτου εδαφίου της παραγράφου 4 του άρθρ. 19, ήτοι η αίτηση μαζί με την πράξη προσδιορισμού της δικασίμου τοιχοκολλάται, δεκαπέντε, τουλάχιστον, πλήρεις ημέρες πριν από τη δικάσιμο στο κατάστημα του δικαστηρίου στο οποίο απευθύνεται και στο κατάστημα του δήμου ή της κοινότητας στην περιφέρεια των οποίων βρίσκονται τα απαλλοτριούμενα. τοιχοκόλληση πιστοποιείται με έκθεση που συντάσσεται από το γραμματέα του δικαστηρίου ή της κοινότητας αντιστοίχως. Η ειδοποίηση, στην οποία μνημονεύονται το δικαστήριο στο οποίο απευθύνεται η αίτηση, η τοιχοκόλληση αυτής, η δικάσιμος, περίληψη του αιτήματος και περίληψη της απαλλοτριωτικής πράξης, δημοσιεύεται σε τρεις ημερήσιες εφημερίδες, που εκδίδονται στην Αθήνα ή σε δύο που εκδίδονται στην Αθήνα και σε μία που εκδίδεται στη Θεσσαλονίκη, όταν η απαλλοτριούμενη έκταση ή το μεγαλύτερο μέρος αυτής βρίσκεται στα όρια του Υπουργείου Βόρειας Ελλάδας, καθώς και σε μία εφημερίδα που εκδίδεται στην πρωτεύουσα του νομού στην περιφέρεια του οποίου βρίσκεται η απαλλοτριούμενη έκταση ή το μεγαλύτερο μέρος αυτής (ΑΠ 624/2017).
Εξάλλου, κατά την έννοια του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως αν ο απολειπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, ή, αν τη συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολειπομένου διαδίκου, οπότε εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.
Αν η κλήση για συζήτηση δεν επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 226 παρ. 4 εδ.
β' και γ' ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη, κατ' άρθρο 575 εδ. β' του ίδιου Κώδικα, αν η συζήτηση αναβληθεί ο γραμματέας είναι υποχρεωμένος αμέσως μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίσθηκε. Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων.
Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διάταξης η αναβολή της υποθέσεως και η εγγραφή αυτής στο πινάκιο του δικαστηρίου για την μετ' αναβολή δικάσιμο, ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη δικάσιμο αυτή και, επομένως, δεν χρειάζεται νέα κλήτευση του διαδίκου, όταν ο απολειπόμενος κατά τη μετ' αναβολή δικάσιμο διάδικος είχε νομίμως κλητευθεί να παραστεί κατά τη δικάσιμο κατά την οποία αναβλήθηκε η υπόθεση ή είχε παραστεί νομίμως κατά τη δικάσιμο αυτή (ΑΠ 1259/2017, ΑΠ 242/2015, ΑΠ 546/2015, ΑΠ 1726/2013).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τις προσκομιζόμενες με νόμιμη επίκληση από το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο από 2-10-2017 και 9-10-2017, με αρ. πρωτ. 232-1920/30079 και 17046/2017, αντίστοιχα, εκθέσεις τοιχοκόλλησης της Γραμματείας του Αρείου Πάγου και των αρμοδίων υπαλλήλων του Δήμου Μαρκόπουλου Αττικής, επικυρωμένα αντίγραφα της ένδικης από 19-11-2015 (αρ.κατ. 1051/20-11-2015) αίτησης αναίρεσης της υπ'αρ. 6356/2014 οριστικής απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, μαζί με την πράξη προσδιορισμού δικασίμου της Προέδρου του Δ' Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου (αρ. 568 παρ.2 ΚΠολΔ) για την αρχική δικάσιμο της 16-3-2018, με αριθμό πινακίου … , κατά την οποία η υπόθεση αναβλήθηκε από το πινάκιο για τη δικάσιμο της 1-3-2019, με αριθμό πινακίου … , κατά την οποία επίσης η συζήτηση της υπόθεσης αναβλήθηκε για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας απόφασης δικάσιμο (6-3-2020), ημέρα Παρασκευή και ώρα 09:30, με αριθμό πινακίου … , τοιχοκολλήθηκε στον πίνακα δημοσιεύσεων του Αρείου Πάγου και του Δήμου Μαρκόπουλου αντίστοιχα, ενώ παράλληλα, δημοσιεύτηκε, σε τρεις ημερήσιες εφημερίδες, που εκδίδονται στην Αθήνα, η από 17-10-2017 ειδοποίηση - κλήση του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, που επισπεύδει τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης (βλ.
τα με αρ. 40887/27-10-2017, 11878/21-10- 2017 και 13012/24-10-2017 φύλλα των ημερήσιων εφημερίδων, που εκδίδονται στην Αθήνα, "…", "..." και "...", αντίστοιχα, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 19 παρ.4 εδ. β' και γ' του Ν. 2882/2001 (ΚΑΑΑ).
Ωστόσο, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά συνεδριάσεως, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης στη σειρά της από το οικείο πινάκιο, δεν εμφανίστηκαν οι παρακάτω αναφερόμενοι με αύξοντα αριθμό του αναιρετηρίου αναιρεσίβλητοι, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, με δήλωση παράστασης του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν και όλοι οι αναιρεσίβλητοι κλητεύθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα, κατά τα ανωτέρω, σύμφωνα με όσα ορίζει η διάταξη του άρθρου 568 παρ.4 ΚΠολΔ, πριν από εξήντα (60) ημέρες από την αρχική δικάσιμο, όπως άλλωστε όρισε και η πράξη προσδιορισμού δικασίμου της αίτησης αναίρεσης, η συζήτηση της οποίας, όπως έχει εκτεθεί, αναβλήθηκε από το πινάκιο για τη σημερινή δικάσιμο (άρθρο 226 παρ.4 ΚΠολΔ), ενώ ειδικά για τον απολειπόμενο 4° αναιρεσίβλητο, που είναι κάτοικος ..., τηρήθηκε επίσης, η προθεσμία κοινοποίησης της ως άνω κλήσης πριν από ενενήντα ημέρες, πριν από την αρχική δικάσιμο, όπως επίσης προβλέπει η διάταξη του άρθρου 568 παρ.4 ΚΠολΔ (κοινοποίηση - δημοσίευση κλήσης, τέλος Οκτωβρίου 2017 κατά τα ανωτέρω, συμπλήρωση των 90 ημερών περί το τέλος Ιανουαρίου 2018, αρχική δικάσιμος 16-3-2018).
Πιο συγκεκριμένα, από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης προκύπτει ότι, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης στη σειρά της από το πινάκιο, δεν εμφανίστηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν νόμιμα, οι παρακάτω αναιρεσίβλητοι με αύξοντα αριθμό κατά την αρίθμηση του αναιρετηρίου: 4, 5, 6, 7, 10, 11, 13, 17, 19 έως 22, 25 έως 27, 30, 33, 41, 43, 47 έως 50, 60-61, 69 έως 77, 79 έως 84, 86 έως 88, 90 έως 96, 98, 101 έως 105, 107, 109, 111 έως 114, 119 έως 124, 126 έως 128, 133 έως 139, 141, 144-145, 149 έως 152, 155 έως 157, 160, 162, 164, 166 έως 171, 173, 175, 177 έως 179, 181, 183 έως 188, 190-191, 199 έως 206, 209, 211, 215, 219, 223-224, 227 έως 238, 240 έως 242, 244, 246-247, 250-251, 253, 256 έως 258, 260 έως 270, 273, 277 έως 284, 289 έως 293, 297 έως 299, 301, 303 έως 305, 307 έως 309, 312, 315-316, 318 έως 320, 324-325, 327-328, 332, 335 έως 342, 346 έως 348, 350-351, 383 έως 385, 388-389, 391 έως 397, 399 έως 401, 404 έως 409, 411-412, 418 έως 434, 430α έως 430β, 438-439, 442 έως 444, 446, 449, 453-454, 460-461, 465-466, 468, 473 έως 475, 478, 480, 482 έως 486, 489 έως 491, 493, 497-498, 501, 507, 511-512 και 513-514 των αναιρεσιβλήτων.
Ωστόσο, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 19 παρ.4, 22 παρ.4 του ΚΑΑΑ, και αυτές σε συνδυασμό με την διάταξη του αρ. 576 παρ.2 περ.γ' ΚΠολΔ, εφόσον όλοι οι ανωτέρω απολειπόμενοι αναιρεσίβλητοι είχαν κλητευθεί νομίμως να παραστούν κατά την αρχική δικάσιμο της 16-3-2018, κατά την οποία αναβλήθηκε η υπόθεση, από το πινάκιο για τη δικάσιμο της 1-3-2019, κατά την οποία, επίσης, αναβλήθηκε η υπόθεση από το πινάκιο για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο και συνεπώς δεν απαιτείται νέα κλήτευσή τους για την παρούσα δικάσιμο, σύμφωνα με τη σχετική νομική σκέψη που αναπτύχθηκε παραπάνω, πρέπει να προχωρήσει, η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, παρά την δικονομική απουσία των απολειπομένων ως άνω αναιρεσιβλήτων κατ' άρθρο 576 παρ. 2 περ.
γ' ΚΠολΔ. Εξάλλου, η ένδικη αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί και εμπρόθεσμα εντός ενός έτους από τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 22 παρ.1 του Ν. 2882/2001). Ειδικότερα, η προσβαλλόμενη απόφαση δημοσιεύτηκε στις 20-11-2014 (βλ. την τελευταία σελίδα αυτής). Η ενιαύσια προθεσμία άρχισε την επομένη ημέρα, στις 21-11-2014 και συμπληρώθηκε στις 21-11-2015, ενώ η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε με την κατάθεσή της ενώπιον του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου (άρθρο 495 παρ.1 ΚΠολΔ), στις 20-11-2015, δηλαδή την προηγουμένη πριν από τη συμπλήρωση της ανωτέρω προθεσμίας και συνεπώς εμπρόθεσμα.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 94 παρ. 1 του ΚΠολΔ., στα πολιτικά δικαστήρια οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο. Κατά το άρθρο 96 παρ. 3 του ίδιου Κώδικα, η πληρεξουσιότητα κατά την διαδικασία ενώπιον του Αρείου Πάγου δίνεται, είτε με συμβολαιογραφική πράξη, είτε με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση.
Η πληρεξουσιότητα μπορεί να αφορά ορισμένες ή όλες τις δίκες εκείνου που την παρέχει και στο πληρεξούσιο πρέπει να αναγράφονται τα ονόματα των πληρεξουσίων. Κατά το άρθρο 104 ΚΠολΔ, για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και τις κλήσεις έως τη συζήτηση στο ακροατήριο θεωρείται ότι υπάρχει πληρεξουσιότητα, ενώ για τη συζήτηση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και αν αυτή δεν υπάρχει κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως.
Το δικαστήριο εξετάζει αυτεπαγγέλτως, σε κάθε στάση της δίκης, την έλλειψη πληρεξουσιότητας καθώς και την υπέρβαση της. Περαιτέρω στο άρθρο 576 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα ορίζεται ότι αν ο διάδικος που επισπεύδει τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί, αλλά δεν λάβει μέρος στη συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, ενώ, στην παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι, αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση, εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί, ενώ, στην παρ. 3 του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι αν μετέχουν περισσότεροι στη δίκη για την αναίρεση και δεν κλητεύθηκε κάποιος από αυτούς, η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη για όλους.
Με το άρθρο 62 του ν.4139/12-3-2013 προστέθηκε δεύτερο εδάφιο στην παρ. 3, το οποίο ορίζει ότι σε περίπτωση απλής ομοδικίας, αν κάποιος δεν εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως, ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς (ΑΠ 1045/2017, ΑΠ 1046/2017, ΑΠ 1023/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση από τα ίδια ως άνω πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου προκύπτει ότι η με αύξοντα αριθμό 300 αναιρεσίβλητη, Ό. Σ.-Α. του Α. εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της, Κωνσταντίνο Μαρκάκη, ο οποίος όμως δεν αποδεικνύει την ρητή προς αυτόν χορήγηση πληρεξουσιότητας από την ανωτέρω αναιρεσίβλητη. Αντίθετα, προσκομίζεται το με αριθμό 24388/12-3-2018 πληρεξούσιο του συμβολαιογράφου Κορωπίου Δημήτριου Αντωνίου Αντωνάκη, με το οποίο η θυγατέρα της 300ης αναιρεσίβλητης, Β. Α., παρέχει ρητή πληρεξουσιότητα στον ανωτέρω δικηγόρο, η οποία όμως δεν καλύπτει την έλλειψη πληρεξουσιότητας της μητέρας της και ήδη 300ης αναιρεσίβλητης, η οποία επομένως δεν παρίσταται νόμιμα.
Συνεπώς, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, πρέπει, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 576 παρ. 2 περ. γ' ΚΠολΔ, να προχωρήσει η συζήτηση της υπόθεσης παρά τη δικονομική απουσία αυτής, εφόσον αυτή έχει κλητευθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα κατά τα ανωτέρω.
Από τις διατάξεις των άρθρων 286 επ. περ. α, 287, 291 ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται κατά το άρθρο 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα και στην αναιρετική δίκη, προκύπτει ότι η δίκη διακόπτεται, αν μετά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης και μέχρι να τελειώσει η προφορική συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση του Αρείου Πάγου, αποβιώσει κάποιος διάδικος.
Η διακοπή επέρχεται από τη γνωστοποίηση προς τον αντίδικο του λόγου διακοπής με επίδοση δικογράφου ή με προφορική δήλωση στο ακροατήριο ή εκτός του ακροατηρίου κατά την επιχείρηση της διαδικαστικής πράξης. Η δίκη που διακόπηκε μπορεί να επαναληφθεί εκουσίως ρητώς με δήλωσή των κληρονόμων του θανόντος στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υπόθεσης προς συζήτηση, ακόμα και ταυτόχρονα με τη δήλωση διακοπής, εφόσον παρίσταται ο αντίδικος, είτε με την επίδοση ιδιαιτέρου δικογράφου ή και με εξώδικη δήλωση, αλλά και σιωπηρώς με την κοινοποίηση κλήσης για συζήτηση της υπόθεσης (ΑΠ 1045/2017, ΑΠ 711/2015, ΑΠ 1726/2013).
Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 62 παρ.1 ΚΠολΔ, όποιος έχει την ικανότητα να είναι υποκείμενο δικαιωμάτων και υποχρεώσεων έχει και την ικανότητα να είναι διάδικος. Η ικανότητα αυτή, που εξετάζεται αυτεπάγγελτα από το δικαστήριο (άρθρο 73 ΚΠολΔ.), προκειμένου για φυσικό πρόσωπο, παύει να υπάρχει με το θάνατό του (άρθρο 35 ΑΚ).
Επίσης, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 313 παρ.1 εδάφ. δ' ΚΠολΔ, απόφαση που εκδόθηκε σε δίκη κατά ανύπαρκτου φυσικού προσώπου, όπως είναι και ο θανών, δεν έχει υπόσταση, χαρακτηριζόμενη ρητά ως άκυρη. Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων συνάγεται ότι, αν ο διάδικος είναι στη ζωή κατά την έναρξη της δίκης, αποβιώσει όμως στη συνέχεια (πριν από την αμετάκλητη περάτωση της), επέρχεται, τηρουμένων των νόμιμων προϋποθέσεων, διακοπή της δίκης, με συνέπεια όλες οι επιχειρούμενες στο μεταξύ και μέχρι τη νόμιμη επανάληψή της διαδικαστικές πράξεις, εκτός της τυχόν εκδιδόμενης απόφασης, να λογίζονται άκυρες.
Τούτο όμως συμβαίνει, μόνο, όμως, εφόσον ο θάνατος του διαδίκου επήλθε μέχρις ότου τελειώσει η προφορική συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται οριστική απόφαση και όχι όταν ο θάνατος του διαδίκου επήλθε μετά το πέρας της συζήτησης αυτής, πολύ δε περισσότερο μετά την έκδοση της οριστικής απόφασης, οπότε δεν υπάρχει εκκρεμής δικαστικός αγώνας, ούτε στάδιο εφαρμογής των διατάξεων για διακοπή και επανάληψη της δίκης και, συνακόλουθα, τα ασκούμενα κατά της απόφασης αυτής ένδικα μέσα, άρα και η αίτηση αναίρεσης, πρέπει να απευθύνονται, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 558 εδάφ.
α' ΚΠολΔ, κατά των καθολικών διαδόχων του αποβιώσαντα, απευθυνόμενα δε κατά του τελευταίου είναι άκυρα, υπό την προϋπόθεση όμως, ότι ο αναιρεσείων είχε λάβει με οποιονδήποτε τρόπο γνώση του θανάτου του αντιδίκου του, ώστε να διαπιστώσει τους κληρονόμους του και να απευθύνει κατ' αυτών την αναίρεση. Η αναίρεση, επομένως, που απευθύνεται κατά του αποβιώσαντος, χωρίς όμως ο αναιρεσείων να γνωρίζει το θάνατο του, δεν είναι άκυρη και νόμιμα χωρεί η συζήτηση αυτής με τους κληρονόμους του αποβιώσαντα, οι οποίοι καλούνται προς τούτο ή εμφανίζονται κατά τη συζήτηση, με την ιδιότητα αυτή στη θέση του αναιρεσιβλήτου και προβάλλουν υπεράσπιση επί της ουσίας της διαφοράς (ΟλΑΠ 27/1987, ΑΠ 324/2019, ΑΠ 988/2018, ΑΠ 644/2014, ΑΠ 653/2014, ΑΠ 1318/2010).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως επίσης προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης, ο πληρεξούσιος δικηγόρος, Γεώργιος Σαμουρέλης, δήλωσε στο ακροατήριο και τούτο καταχωρήθηκε στα πρακτικά, ότι οι αναιρεσίβλητοι με αύξοντα αριθμό του αναιρετηρίου 1, 8, 24, 38 (και 512α που είναι το ίδιο πρόσωπο) 39-40, 57, 59, 97, 140, 143, 214, 220, 249, 286, 311 (και 472 που είναι το ίδιο πρόσωπο), 313 (και 344 που είναι το ίδιο πρόσωπο) 380 και 492α έχουν αποβιώσει και προσκόμισε προς τούτο τις αντίστοιχες ληξιαρχικές πράξεις θανάτου αυτών.
Εξάλλου, από τις ληξιαρχικές πράξεις θανάτου, που αφορούν τους 1ο, 39ο, 40η, 59ο, 97ο, 140ο, 143ο, 286η, 311ο (ή 472ο) και 313ο (ή 344ο) προκύπτει, ότι αυτοί απεβίωσαν πριν από την άσκηση της αίτησης αναίρεσης με την κατάθεσή της, στις 20-11-2015 και ειδικότερα, ότι απεβίωσαν στις 20-11-2015, 25-4-2011, 21-7-2012, 17-8-2008, 24-10-2005, 26-4-2014, 16-11-2014, 6-2-2010, 14-9-2012 και 4-6-2012 αντίστοιχα, όπως τούτο προκύπτει από τις ληξιαρχικές πράξεις θανάτου του ληξιάρχου Μαρκόπολου, με αριθμό …/1/2014 και …/2011/τόμος …ος, από την με αριθμό …/…-7-2012 ληξιαρχική πράξη θανάτου του ληξιάρχου Καρύστου, από τις υπ' αριθμό …/…-8-2018, …./…-10-2005, …/1/…-4-2014, …/1/…-11-2014, …/2010/τόμος …ος ληξιαρχικές πράξεις θανάτου του ληξιάρχου Μαρκόπουλου, και από τις υπ' αρ.
…/…-6-2016 και …/…-6-2012 ληξιαρχικές πράξεις θανάτου του ληξιάρχου Μαρκόπουλου, αντίστοιχα. Επομένως, εφόσον ο θάνατος είχε επέλθει πριν από την άσκηση της αίτησης αναίρεσης αυτή, κατ' αρχήν, απευθύνεται, ως δικόγραφο, απαραδέκτως κατ' ανυπάρκτων φυσικών προσώπων. Επειδή όμως, δεν υπάρχει ισχυρισμός για τη γνωστοποίηση του ανωτέρω θανάτου στο αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, συνάγεται απόδειξη, ότι τούτο δεν είχε λάβει γνώση με οποιονδήποτε τρόπο του εν λόγω θανάτου πριν από την άσκηση της αναίρεσης, ώστε να διαπιστώσει τους κληρονόμους των ανωτέρω προαποβιωσάντων αναιρεσιβλήτων και να απευθύνει την αναίρεση κατά των κληρονόμων τους.
Κατά συνέπεια, η αναίρεση κατά των αποβιωσάντων ως άνω αναιρεσιβλήτων πριν από την άσκησή της, κρίνεται ότι είναι έγκυρη και ισχυρή ως δικόγραφο, παρόλο που στρέφεται κατά ανύπαρκτου φυσικού προσώπου κατά την άσκησή της, σύμφωνα με όσα έχουν αναπτυχθεί στην προηγούμενη νομική σκέψη.
Εξάλλου, από τα ίδια πρακτικά συνεδρίαση προκύπτει, ότι για όλους τους ανωτέρω αποβιώσαντες διαδίκους, δηλαδή, είτε πριν, είτε μετά την άσκηση της αναίρεσης, δεν εμφανίστηκαν κληρονόμοι αυτών, ούτε ο ανωτέρω πληρεξούσιος δικηγόρος Γεώργιος Σαμουρέλης, που δήλωσε το θάνατο, κατονόμασε κληρονόμους αυτών προκειμένου να συνεχίσουν νόμιμα τη δίκη αντί των αποβιωσάντων αναιρεσιβλήτων, με δεδομένο, ότι στην παρούσα ειδική διαδικασία δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις περί βίαιης διακοπής της δίκης των άρθρων 286 έως 297 ΚΠολΔ, αλλά η δίκη συνεχίζεται με τους κληρονόμους, σύμφωνα με όσα ορίζει η διάταξη του άρθρου 18 παρ. 5 του Ν. 2882/2001, η οποία ως ειδική κατισχύει των γενικών ως άνω διατάξεων του ΚΠολΔ (ΑΠ 1259/2017). Επομένως, ως προς όλους τους προαναφερόμενους αναιρεσιβλήτους, για τους οποίους ο ανωτέρω δικηγόρος δήλωσε το θάνατό τους, χωρίς όμως να εμφανίζονται οι κληρονόμοι τους για να συνεχίσουν αντ' αυτών τη δίκη, πρέπει, λόγω της δικονομικής σχέσης της απλής ομοδικίας, που τους συνδέει με τους λοιπούς παρισταμένους νόμιμα αναιρεσιβλήτους (ΑΠ 1045/2017), να χωριστεί η υπόθεση ως προς αυτούς και να συζητηθεί η αναίρεση ως προς τους λοιπούς διαδίκους, που παρίστανται και εκπροσωπούνται νόμιμα στο Δικαστήριο τούτο (άρθρο 576 παρ. 2 περ. γ' και 3 περ. β' ΚΠολΔ).
Περαιτέρω από τα ίδια πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου προκύπτει ότι η πληρεξούσια δικηγόρος, Αθανασία Χαρίση, δήλωσε επίσης στο ακροατήριο και τούτο καταχωρήθηκε στα πρακτικά, ότι ο 52ος αρχικός αναιρεσίβλητος, Κ. Κ. του Γ., απεβίωσε στις 24-2-2015 (δηλαδή, πριν από την άσκηση της αναίρεσης) και ότι αυτός κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τα τέκνα του Γ.
Κ. (ήδη 51ο αναιρεσίβλητο) και Χ. Κ., οι οποίοι αποδέχθηκαν την κληρονομιά του πατέρα τους με την υπ' αρ. …/…-11-2015 πράξη αποδοχής κληρονομιάς της συμβολαιογράφου Κρωπίας, Δήμητρας Κόλλια και ότι συνεχίζουν γι' αυτόν τη δίκη στο όνομά τους. Ο θάνατος και η συγγενική σχέση αποδεικνύονται από τη με αριθμό πρωτοκόλλου …/…-2-2015 ληξιαρχική πράξη θανάτου του ληξιάρχου Μ… και το με αριθμό πρωτοκόλλου …/…-3-2015 πιστοποιητικό πλησιεστέρων συγγενών, ενώ επίσης προσκομίζεται το υπ' αρ. 17105/26-2-2019 ειδικό πληρεξούσιο της ως άνω συμβολαιογράφου, με το οποίο οι ανωτέρω κληρονόμοι παρέχουν πληρεξουσιότητα στη δικηγόρο Αθανασία Χαρίση να τους εκπροσωπήσει στο Δικαστήριο τούτο με την ανωτέρω κληρονομική ιδιότητά τους.
Επομένως, σύμφωνα με όσα επίσης έχουν προεκτεθεί, η αίτηση αναίρεσης, αν και κατ' αρχήν απευθύνεται κατά ανύπαρκτου φυσικού προσώπου, εντούτοις θα προχωρήσει νόμιμα η συζήτηση αυτής με τους ανωτέρω κληρονόμους του αρχικού προαποβιώσαντα 52ου αναιρεσιβλήτου, εφόσον δεν συνάγεται απόδειξη, ότι το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο είχε λάβει γνώση του θανάτου πριν από την άσκηση της αναίρεσης, ώστε να την απευθύνει νόμιμα κατά των κληρονόμων.
Επίσης, η ίδια ως άνω δικηγόρος δήλωσε στο ακροατήριο και τούτο καταχωρήθηκε στα πρακτικά, ότι η αρχική 89η (ή 508η) αναιρεσίβλητη, Ε. χήρα Ι. Ν., απεβίωσε στις 14-5-2018 (δηλαδή μετά την άσκηση της αναίρεσης) και ότι η δίκη συνεχίζεται νόμιμα από τους εξ αδιαθέτου κληρονόμους αυτής, γνήσια τέκνα της, Σ. και Α. , για την εκπροσώπηση των οποίων προσκομίζεται το υπ' αριθμό …/26-2- 2019 ειδικό πληρεξούσιο της συμβολαιογράφου Κρωπίας Δήμητρας Κόλλια. Ο θάνατος και η συγγενική σχέση προκύπτουν από τη με αριθμό πρωτοκόλλου …/…-5-2018 ληξιαρχική πράξη θανάτου του ληξιάρχου Μ... και από το με αριθμό πρωτοκόλλου …/…-5- 2018 πιστοποιητικό εγγυτέρων συγγενών, καθώς και από το με αριθμό πρωτοκόλλου …/13-11-2007 πιστοποιητικό οικογενειακής κατάστασης του Δήμου ... . Επομένως, η συζήτηση της αναίρεσης χωρεί νόμιμα με τους ανωτέρω εξ αδιαθέτου κληρονόμους της αρχικής 89ης (ή 508ης) αναιρεσίβλητης, οι οποίοι συνεχίζουν τη δίκη αντ' αυτής με την ανωτέρω κληρονομική ιδιότητά τους.
Τέλος, η ίδια ως άνω δικηγόρος δήλωσε και τούτο καταχωρήθηκε επίσης στα πρακτικά, ότι η αρχική 18η αναιρεσίβλητη, Μ. Π. σύζ. Γ. Ν. και ο αρχικός 294ος αναιρεσίβλητος, Ι. Ο. του Σ. απεβίωσαν, χωρίς όμως να προσκομιστεί γι' αυτούς ληξιαρχική πράξη θανάτου, ώστε να ελεχθεί, για το παραδεκτό της αναίρεσης, εάν αυτοί απεβίωσαν πριν ή μετά την άσκηση της αναίρεσης, ούτε επίσης υπάρχει ισχυρισμός, ότι το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο γνώριζε το γεγονός του θανάτου πριν από την άσκηση της αναίρεσης, ώστε να διαπιστώσει τους κληρονόμους και να απευθύνει την αναίρεση κατ' αυτών. Επομένως, κατ' αρχήν η αναίρεση απευθύνεται ως δικόγραφο παραδεκτά κατά των ανωτέρω αναιρεσιβλήτων (18ης και 294ου), πλην όμως, εφόσον δεν εμφανίστηκαν κληρονόμοι για να συνεχίσουν τη δίκη αντ' αυτών, λόγω της δικονομικής σχέσης της απλής ομοδικίας, που τους συνδέει με τους λοιπούς αναιρεσιβλήτους, πρέπει να χωριστεί η υπόθεση ως προς τους ανωτέρω αποβιώσαντες αρχικούς αναιρεσιβλήτους (18η και 294ο) και να συζητηθεί η αναίρεση ως προς τους λοιπούς, που κλητεύτηκαν και παρίστανται νόμιμα (άρθρο 576 παρ. 2 περ. γ' και 3 περ. β' ΚΠολΔ).
Κατόπιν όλων αυτών η αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί, κατά τα ανωτέρω, παραδεκτά ως προς τους λοιπούς αναιρεσιβλήτους, που έχουν κλητευθεί και παρίστανται νόμιμα και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των κατ' ιδίαν λόγων αυτής (άρθρο 577 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ), με την ειδικότερη επισήμανση, ότι σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 256 περ. β ΚΠολΔ, το οποίο εφαρμόζεται στην αναιρετική δίκη, κατά το άρθρο 573 ΚΠολΔ, πρέπει να διορθωθεί παραδεκτά το όνομα της 252ης αναιρεσίβλητης, από το εσφαλμένο, "Χ.", στο ορθό, "Χ.", σύμφωνα με τη σχετική δήλωση του πληρεξουσίου της δικηγόρου, Γεώργιου Σαμουρέλη, η οποία έχει καταχωρηθεί στα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης.
Περαιτέρω, από την προσβαλλόμενη απόφαση, που επισκοπείται παραδεκτά κατά το άρθρο 561 αρ.2 ΚΠολΔ .αναφορικά με το διαδικαστικό ιστορικό της υπόθεσης, προκύπτει, ότι το ήδη αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο άσκησε ενώπιον του Εφετείου Αθηνών την από 6-3-2-14 (αρ.κατ. 196/2014) αίτηση με την οποία ισχυρίστηκε, ότι με την υπ' αριθμό 1123605/8294/0010/22-12-2008 Κοινή Υπουργική Απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και ΠΕΧΩΔΕ κηρύχθηκε αναγκαστική απαλλοτρίωση για λόγους δημόσιας ωφέλειας και ειδικότερα, για τη διευθέτηση του ρέματος ...
από την εκβολή του στον όρμο ... μέχρι τη θέση φράγματος ... στο Νομό Αττικής συνολικής έκτασης 229.932,13 Μ2, ότι με την υπ' αριθμό 463/2013 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών καθορίστηκε η προσωρινή τιμή μονάδος αποζημίωσης ως εξής: α) για τα ακίνητα, που βρίσκονται σε απόσταση από 200 έως 500 μέτρα από τη θάλασσα, στο ποσό των 200 ευρώ /Μ2, β) για τα ακίνητα, που βρίσκονται σε απόσταση από 500 έως 800 μέτρα από τη θάλασσα, στο ποσό των 190 ευρώ/Μ2, γ) για τα ακίνητα, που βρίσκονται σε απόσταση από 800 έως 1500 μέτρα από τη θάλασσα, στο ποσό των 150 ευρώ/Μ2, δ) για τα ακίνητα, που βρίσκονται σε απόσταση από 1500 έως 3500 μέτρα από τη θάλασσα, στο ποσό των 140 ευρώ/Μ2 και ε) για τα ακίνητα, που βρίσκονται σε απόσταση από 3500 μέτρα από τη θάλασσα και πάνω, στο ποσό των 130 ευρώ/Μ2..., ότι όλες οι ανωτέρω τιμές των απαλλοτριωμένων εκτάσεων γης, που ενδιαφέρουν την παρούσα αναιρετική δίκη, (όπως και των επικειμένων τους), κρίθηκαν ασύμφορες για το Ελληνικό Δημόσιο.
Με το ιστορικό αυτό το αιτούν και ήδη αναιρεσείον ζητούσε να καθοριστεί η οριστική τιμή μονάδος αποζημίωσης σε τιμές μικρότερες από την προσωρινή τιμή μονάδος, σύμφωνα με όσα αναλυτικά ανέφερε στην αίτησή του (περί καθορισμού οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης) με βάση την απόσταση των ακινήτων από τη θάλασσα, εάν αυτά έχουν πρόσωπο ή όχι σε οδό, κοινόχρηστη ή αγροτική, ή εάν είναι "τυφλά", ενώ για τα επικείμενα, με βάση την ποιότητα κατασκευής αυτών και το μέγεθος των δένδρων, κατά τα αναλυτικά επίσης εκτιθέμενα στην αίτηση του Δημοσίου.
Επίσης, ενώπιον του Εφετείου ασκήθηκαν 17 αυτοτελείς αιτήσεις από τους καθών η αίτηση φερόμενους ιδιοκτήτες και ήδη αναιρεσίβλητους (βλ. σελ. 17β επ. της προσβαλλόμενης απόφασης) και ειδικότερα:
Ι. η από 10-3-2013 (αρ.κατ. 198/2014) αίτηση των Ι. Σ. κλπ. (συνολικά 22 αιτούντες), η από 12-3-2014 (αρ.κατ. 207/2014) αίτηση του Δ. Π., η από 5-3-2014 (αρ.κατ. 208/2014) αίτηση του Π. Φ. κλπ. (συνολικά 38 αιτούντες), η από 13-3-2014 (αρ.κατ. 210/2014) αίτηση του Δ. Κ. κλπ. (συνολικά 2 αιτούντες), η από 13-3-2014 (αρ.κατ. 211/2014) αίτηση του Δ. Κ. κλπ. (συνολικά 39 αιτούντες), η από 13-3-2014 (αρ.κατ. 212/2014) αίτηση του Π. Σ. κλπ. (συνολικά 17 αιτούντες), η από 14-3-2014 (αρ.κατ. 213/2014) αίτηση της Θ. χήρας Α. Σ. κλπ. (συνολικά 3 αιτούντες), η από 12-3-2014 (αρ.κατ. 215/2014) αίτηση του Ι. Π. κλπ. (συνολικά 6 αιτούντες), η από 12-3-2014 (αρ.κατ. 216/2014) αίτηση της Φ. χήρας Σ. Μ. κλπ. (συνολικά 52 αιτούντες), η από 13-3-2014 ( αρ.κατ. 218/2014) αίτηση της Λ. Μ. του Σ. κλπ. (συνολικά 4 αιτούντες), η από 12-3-2014 (αρ.κατ. 217/2014) αίτηση της Μ. Π. συζύγου Γ. Ν. κλπ. (συνολικά 23 αιτούντες), η από 13-3-2014 (αρ.κατ. 221/2014) αίτηση του Ι. Μ., η από 13-3-2014 (αρ.κατ. 223/2014) αίτηση του Ν. Ο. κλπ. (συνολικά 25 αιτούντες), η από 14-3-2014 (αρ.κατ. 226/2014) αίτηση της Μ. Μ. του Ι. κλπ. (συνολικά 26 αιτούντες), η από 14-3-2014 (αρ.κατ. 227/2014) αίτηση της Β. χήρας Β. Π. κλπ (συνολικά 6 αιτούντες), η από 9-4-2014 (αρ.κατ. 284/2014) αίτηση της Α. Σ. κλπ. (συνολικά 2 αιτούντες) και η από 25-2-2014 (αρ.κατ. 166/2014) αίτηση της Α. χήρας Δ. Ν..
Επίσης ενώπιον του Εφετείου ασκήθηκαν 20 ανταιτήσεις με τις προτάσεις των εξής καθών η αίτηση και ήδη αναιρεσιβλήτων και ειδικότερα:
ΙΙ. των Ι. Σ., Ι. Μ., Α. Σ., Φ. Γ. και Β. Α., Ε. Δ. και Χ. Δ., Β. Α. και Ε. Α., Ν. Σ., Α. συζ. Φ. Σ. και Α. χήρας Γ. Π., Α. χήρας Κ. Σ., Ι. Γ., Γ. Γ., Μ. Γ., Φ. Γ., Ι. συζ. Γ. Δ., Ε. Π. και Α. συζ. Γ. Μ. (βλ. σελ. 17α της προσβαλλόμενης απόφασης), καθώς επίσης 22 προφορικές παρεμβάσεις τρίτων, μη διαδίκων στην αίτηση του Δημοσίου περί καθορισμού οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης και ήδη αναιρεσιβλήτων και ειδικότερα οι εξής παρεμβάσεις
ΙΙΙ. των Δ. και Χ. Μ., Κ. Γ. και Μ. Γ., Ε. συζ. Χ. Λ., Ε. χήρας Ι. Ν., Ε. Γ. και Χ. Γ., Ι. Γ., Ν. Κ., Γ. Σ., Λ. Μ., Κ. Γ. και Ι. Γ., Γ. Κ., Α. χήρας Χ. Τ., Π. Τ. και Ε. Τ., Γ. Μ., Μ. χήρας Β. Τ., Α. Σ. και Α. Σ. (βλ. σελ. 16β της προσβαλλόμενης απόφασης).
Η κύρια αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου συνεκδικάστηκε ενώπιον του Εφετείου Αθηνών με τις ως άνω αυτοτελείς αιτήσεις, ανταιτήσεις και παρεμβάσεις και εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία, κατά το ενδιαφέρον την αναιρετική δίκη μέρος της υπόθεσης, καθόρισε την οριστική τιμή μονάδος αποζημίωσης για το έδαφος ως εξής:
α) για τα ακίνητα, που βρίσκονται σε απόσταση από 200 έως 500 μέτρα από τη θάλασσα, στο ποσό των 130 ευρώ /Μ2,
β) για τα ακίνητα, που βρίσκονται σε απόσταση από 500 έως 800 μέτρα από τη θάλασσα, στο ποσό των 110 ευρώ/Μ2,
γ) για τα ακίνητα, που βρίσκονται σε απόσταση από 800 έως 1500 μέτρα από τη θάλασσα, στο ποσό των 90 ευρώ/Μ2,
δ) για τα ακίνητα, που βρίσκονται σε απόσταση από 1500 έως 3500 μέτρα από τη θάλασσα, στο ποσό των 60 ευρώ/Μ2 και
ε) για τα ακίνητα, που βρίσκονται σε απόσταση από 3500 μέτρα από τη θάλασσα και πάνω, στο ποσό των 50 ευρώ/Μ2.
Περαιτέρω, από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 17 παρ.2 και 3 του ισχύοντος Συντάγματος και 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα δικαιώματα του ανθρώπου (ΕΣΔΑ), συνάγεται, ότι για τον προσδιορισμό της "πλήρους αποζημίωσης" λαμβάνεται υπόψη η αξία του απαλλοτριούμενου ακινήτου κατά το χρόνο συζήτησης ενώπιον του δικαστηρίου της αίτησης καθορισμού (προσωρινού ή οριστικού, σε περίπτωση παράλειψης του προσωρινού) της αποζημίωσης αυτής, καθώς και η δαπάνη του ιδιοκτήτη του απαλλοτριούμενου ακινήτου (ΟλΑΠ 8/1999).
Ως πλήρης δε αποζημίωση νοείται η αποζημίωση, που παρέχει στον ιδιοκτήτη τη δυνατότητα αντικατάστασης του απαλλοτριωθέντος με άλλο ισάξιο. Επίσης, κατά το άρθρο 13 παρ. 1 του ν. 2882/2001 (ΚΑΑΑ), "1. Η αποζημίωση πρέπει να είναι πλήρης και να ανταποκρίνεται στην αξία του απαλλοτριωμένου ακινήτου κατά το χρόνο της συζήτησης ενώπιον του δικαστηρίου για τον προσωρινό προσδιορισμό της αποζημίωσης ή, σε περίπτωση απευθείας αίτησης για οριστικό προσδιορισμό, κατά το χρόνο της συζήτησης για τον προσδιορισμό αυτόν.
Αν η συζήτηση για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης διεξαχθεί μετά την παρέλευση έτους από τη συζήτηση για τον προσωρινό προσδιορισμό, τότε για τον προσδιορισμό της αποζημίωσης λαμβάνεται υπόψη η αξία κατά το χρόνο συζήτησης για τον οριστικό προσδιορισμό. Ως κριτήριο για την εκτίμηση της αξίας του απαλλοτριωμένου ακινήτου λαμβάνονται υπόψη, ιδίως, η αξία που έχουν κατά τον κρίσιμο χρόνο παρακείμενα και ομοειδή ακίνητα, που προσδιορίζεται κυρίως από την αντικειμενική αξία, τα τιμήματα σε συμβόλαια μεταβίβασης κυριότητας ακινήτων, τα οποία συντάχθηκαν κατά το χρόνο της κήρυξης της απαλλοτρίωσης, καθώς και η πρόσοδος του απαλλοτριωμένου".
Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ως πρόσοδος νοείται η προερχόμενη από τη φύση και τη δυνατότητα εκμετάλλευσης του απαλλοτριωμένου ακινήτου, ως εκ του είδους, της θέσης, της μορφής και του προορισμού του σε σχέση με τη συγκεκριμένη περιοχή στην οποία βρίσκεται. Ως κριτήριο, δηλαδή, διαφοροποίησης και στοιχείο αξιολόγησης αποτελεί, επί αγροτικού ακινήτου, αν τούτο είναι γόνιμο ή άγονο, ξηρικό ή ποτιστικό, φυτεία ή χέρσο και επί αστικού ακινήτου, αν είναι εντός ή εκτός σχεδίου, εντός ή εκτός ζώνης, ποίοι είναι σε κάθε περίπτωση οι όροι δόμησης, τα ποσοστά κάλυψης και αντιπαροχής και ο συντελεστής εμπορικότητας, σε σχέση, πάντως, με τη συγκεκριμένη περιοχή στην οποία βρίσκεται το ακίνητο (ΑΠ 212/2016, ΑΠ 1175/2015, ΑΠ 327/2013).
Όμως, η εν λόγω διάταξη δεν καθιερώνει αποκλειστικά και υποχρεωτικά για το δικαστήριο κριτήρια, προκειμένου να διαγνωστεί η πραγματική αξία του απαλλοτριωμένου, κατά τον κρίσιμο χρόνο, έτσι ώστε να θεωρείται ότι παραβιάζεται στην περίπτωση που το δικαστήριο δεν τα λάβει υπόψη του ή αν λάβει υπόψη άλλα τέτοια, αλλά παρέχει μόνο οδηγίες για το πώς πρέπει να καθορίζεται η πραγματική αξία.
Το δικαστήριο μπορεί να στηρίζει την κρίση του, για την πραγματική αξία του απαλλοτριωμένου ακινήτου, αν ληφθεί υπόψη η χρησιμοποιούμενη στην παραπάνω διάταξη λέξη "ιδίως", σε κάθε πρόσφορο συγκριτικό στοιχείο, αφού το αξιολογήσει κατάλληλα. Η σχετική, για το πρόσφορο ή όχι του συγκριτικού στοιχείου, κρίση του ανάγεται στην εκτίμηση πραγμάτων και, ως εκ τούτου, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 1175/2015, ΑΠ 1021/2015, ΑΠ 844/2015, πρβλ.
επίσης ΑΠ 319/2019, ΑΠ 682/2019).
Εξάλλου, με τη διάταξη της παρ. 6 του άρθρου 15 του ν. 2882/2001, όπως η παρ. 6 αντικαταστάθηκε με την παρ. 3 του άρθρου 129 του ν. 4070/2012 (Α' 82/10.4.2012) και το τελευταίο εδάφιο της παραγράφου αυτής προστέθηκε με την παρ. 8 του άρθρου 76 του ν. 4146/2013 (ΦΕΚ Α' 90/18.4.2013), η διάταξη του οποίου εφαρμόζεται και στις απαλλοτριώσεις που είχαν κηρυχθεί κατά την έναρξη ισχύος του, για τις οποίες δεν είχε συζητηθεί η αίτηση καθορισμού προσωρινής ή οριστικής αποζημίωσης, όπως στην προκειμένη περίπτωση απαλλοτρίωσης, που οι ένδικες αιτήσεις και ανταιτήσεις συζητήθηκαν στις 3-6-2014, δηλαδή μετά την έναρξη ισχύος του νόμου 4146/2013, "Σε περιπτώσεις απαλλοτριώσεων μεγάλου οικονομικού ενδιαφέροντος, ο υπέρ ου η απαλλοτρίωση ή ο υπόχρεος προς αποζημίωση δύναται να ζητήσει τη σύνταξη έκθεσης εκτίμησης των απαλλοτριούμενων από ανεξάρτητο και πιστοποιημένο Εκτιμητή, σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας καθορισμού της αποζημίωσης.
Η εν λόγω Έκθεση εκτίμησης, μπορεί να αντικαθιστά την Έκθεση προεκτίμησης της Επιτροπής του παρόντος άρθρου, ή να χρησιμοποιείται παράλληλα για την απόδειξη της αξίας των απαλλοτριωθέντων. Η έκθεση του ανεξάρτητου Εκτιμητή καλύπτει το σύνολο της αξίας των απαλλοτριουμένων ακινήτων και των επικειμένων τους, την μείωση της αξίας των απομενόντων τμημάτων μετά την απαλλοτρίωση και την ύπαρξη ή μη ωφέλειας των παρόδιων ιδιοκτητών, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 653/1977 (Α' 214).
Το δικαστήριο υποχρεούται να αιτιολογεί ειδικά την τυχόν απόκλιση της προσδιοριζόμενης από το ίδιο αξίας του ακινήτου τόσο από την προκύπτουσα κατά το αντικειμενικό σύστημα αξία του όσο και από την προκύπτουσα από την έκθεση της εκτιμητικής επιτροπής της παραγράφου 1 του παρόντος ή του ανεξάρτητου εκτιμητή της παρούσας παραγράφου".
Σύμφωνα με την Αιτιολογική έκθεση του Ν. 4070/2012 "η εκτίμηση των ανεξάρτητων εκτιμητών πρόκειται να έχει, αυτονόητα, ιδιαίτερη βαρύτητα στο σχηματισμό της δικαστικής κρίσης και αναμένεται να οδηγήσει σε εξορθολογισμό του ύψους των καταβαλλόμενων αποζημιώσεων". Η ιδιαίτερη βαρύτητα που προσδίδεται, "αυτονόητα" στην έκθεση του πιστοποιημένου εκτιμητή δεν συνεπάγεται δέσμευση του Δικαστηρίου, αλλά υποχρέωση του να αντικρούσει το περιεχόμενο της, εφόσον δεν συμφωνεί πλήρως με αυτό και να αποκλίνει από την προσδιοριζόμενη από αυτήν αξία, με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία που περιέχεται στην απόφαση του (βλ.
την Αιτιολογική Έκθεση της υπ' αριθ. 374/33/29.03.2013 Τροπολογίας του Υπουργείου Ανάπτυξης, Ανταγωνιστικότητας, Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων στο Ν. 4146/2013, πρβλ. επίσης, ΑΠ 322/2019, ΑΠ 148/2018, ΑΠ 1053/2017, ΑΠ 1305/2015).
Με το άρθρο 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ., ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006, 4/2005).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ., αναίρεση επιτρέπεται και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση γιατί δεν έχει καθόλου ή έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ο από αυτήν λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν, από το αιτιολογικό της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, δεν προκύπτουν σαφώς και επαρκώς τα πραγματικά εκείνα περιστατικά που είναι κατά το νόμο αναγκαία για την εφαρμογή, στη συγκεκριμένη περίπτωση, του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε, όπως και όταν η απόφαση έχει ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες σχετικά με τα πραγματικά περιστατικά που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με συνέπεια να μην είναι δυνατός ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή όχι εφαρμογής του κανόνα αυτού του ουσιαστικού δικαίου.
Αντίθετα, δεν ιδρύεται λόγος αναίρεσης, κατά τη διάταξη αυτή, όταν οι ελλείψεις της απόφασης ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση και στάθμισή τους και στην αιτιολόγηση του εξαγομένου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ., εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος, ούτε εξ αιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 1257/2019, ΑΠ 1681/2018, ΑΠ 1678/2017).
Εξάλλου, ο προβλεπόμενος από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 12 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως εξαιτίας της παραβάσεως των ορισμών του νόμου, αναφορικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, αποδίδει σε ορισμένο αποδεικτικό μέσο δύναμη αποδείξεως μεγαλύτερη ή μικρότερη από εκείνη που δεσμευτικά γι' αυτό (δικαστήριο) καθορίζει ο νόμος, όχι όμως και στην περίπτωση που εκτιμώντας ελεύθερα όπως έχει το δικαίωμα από το νόμο (άρθρο 340 ΚΠολΔ) αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα, τα οποία κατά νόμο έχουν την ίδια αποδεικτική δύναμη με άλλα, μεγαλύτερη βαρύτητα ή αξιοπιστία από τα τελευταία αυτά.
Τα έγγραφα έχουν αυξημένη αποδεικτική δύναμη, μόνον αν παράγουν πλήρη απόδειξη, και όχι όταν εκτιμώνται ελεύθερα (ΑΠ 1681/2018, ΑΠ 805/2017). Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα, που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα, που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Ως πράγματα, κατά την ανωτέρω διάταξη, νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκουμένου με την αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (ΟλΑΠ 3/1997). Δεν αποτελούν δε πράγματα, κατά την πιο πάνω έννοια και συνεπώς δεν ιδρύεται ο από την παραπάνω διάταξη λόγος αναιρέσεως αν δεν ληφθούν υπόψη, μεταξύ άλλων, και η αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, ανταγωγής ή ενστάσεως, τα επιχειρήματα ή συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΟλΑΠ 469/1984), έστω και αν προτείνονται ως λόγοι εφέσεως, οι νομικοί ισχυρισμοί και η νομική επιχειρηματολογία των διαδίκων (ΟλΑΠ 3/1997), οι αλυσιτελείς ισχυρισμοί, περιστατικά επουσιώδη, που δεν θεμελιώνουν αυτοτελή ισχυρισμό ή περιστατικά, που εκτίθενται εκ περισσού (ΑΠ 1681/2018, ΑΠ 1650/2018).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον 1ο λόγο της αίτησης αναίρεσης, κατά το Α' σκέλος αυτού, το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ.1 περ. α' ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, με το να καθορίσει οριστική τιμή μονάδος αποζημίωσης υπερβαίνουσα και μάλιστα "εξόχως" την πραγματική αξία της απαλλοτριούμενης έκτασης εδάφους, χωρίς να διαλάβει ειδική αιτιολογία ως προς την απόκλιση αυτής προς τις τιμές της από Μαίου 2014 "έκθεσης εκτίμησης απαλλοτριώσεων ιδιοκτησιών για τη διευθέτηση του ρέματος ... στη Δημοτική Ενότητα ... του Δήμου ... της Περιφερειακής Ενότητας Ανατολικής Αττικής, παραβίασε ευθέως με εσφαλμένη ερμηναία και εφαρμογή τις ουσιαστικού κανόνα δικαίου διατάξεις των άρθρων 17 παρ.2 Συντάγματος και άρθρο 1ο του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ και αυτές σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 13 παρ.1 και 15 παρ.6 του Ν.2882/2001, αναφορικά με την έννοια της πλήρους αποζημίωσης των απαλλοτριουμένων ακινήτων.
Επίσης, με το συναφές Β' σκέλος του ίδιου 1ου αναιρετικού λόγου το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ, με την αιτίαση, ότι το Εφετείο, με το να καθορίσει την οριστική τιμή μονάδος αποζημίωσης των απαλλοτριουμένων εκτάσεων γης, με μοναδικό κριτήριο την απόσταση αυτών από τη θάλασσα, αρκούμενο στη απλή περιγραφική καταγραφή και απαρίθμηση των αποδεικτικών μέσων των διαδίκων, χωρίς να διαλάβει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία για την απόκλιση της οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης, που καθόρισε ως προς τις τιμές της από Μαίου 2014 έκθεσης του ανεξάρτητου εκτιμητή και χωρίς να προσδιορίσει τους μειωτικούς ή αυξητικούς λόγους της αξίας των ακινήτων και να αιτιολογήσει το ύψος της αποζημίωσης με βάση το ισχύον πολεοδομικό καθεστώς αυτών, τους όρους δόμησης, τον κύριο προορισμό και τα χαρακτηριστικά της περιοχής - ζώνη προστασίας NATURA 2000, στην οποία υπάγονται ή όχι τα ακίνητα, διέλαβε ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς την πραγματική αγοραία αξία των εδαφικών εκτάσεων των απαλλοτριουμένων ιδιοκτησιών των αναιρεσιβλήτων και έτσι δεν καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος για την ορθή ή μη υπαγωγή των αποδειχθέντων περιστατικών στο πραγματικό των ουσιαστικών κανόνων δικαίου, που αναφέρονται στο Α' σκέλος του 1ου αναιρετικού λόγου, τις οποίες το Εφετείο παραβίασε και εκ πλαγίου.
Με τον 2ο αναιρετικό λόγο, που είναι, επίσης, συναφής προς τους ανωτέρω λόγους, το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 12 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν προσέδωσε, όπως όφειλε, την δέουσα αποδεικτική ισχύ στην από Μαίου 2014 ως άνω έκθεση του ανεξάρτητου πιστοποιημένου εκτιμητή, αλλά στην πραγματικότητα κατέστησε αυτήν κοινό αποδεικτικό μέσο, ίσης αποδεικτικής αξίας με τα λοιπά αποδεικτικά έγγραφα και διαγράμματα, που προσκομίστηκαν νόμιμα από τους διαδίκους.
Τέλος, με τον 3ο, συναφή προς τους ανωτέρω λόγους, αναιρετικό λόγο το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση, ότι το δικάσαν Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του, ούτε συνεκτίμησε, κατά το σχηματισμό της δικανικής κρίσεώς του, τον νομίμως προβληθέντα με τις από 10.06.2014 προτάσεις του ενώπιον του Εφετείου ισχυρισμό του αναιρεσείοντος περί του ανεπίκαιρου χαρακτήρα των αντικειμενικών αξιών των απαλλοτριούμένων ακινήτων, οι οποίες είναι πολύ ανώτερες από τις ισχύουσες εμπορικές αξίες τους, εξ αιτίας της πρωτοφανούς οικονομικής κρίσης, που έπληξε τη χώρα μας, η οποία είχε ήδη επιδεινωθεί, κατά τον κρίσιμο χρόνο συζητήσεως της υποθέσεως για τον καθορισμό της οριστικής τιμής μονάδος αποζημιώσεως (3. 6.2014) και διαρκεί μέχρι και σήμερα, η οποία επέφερε δυσμενείς επιπτώσεις, μεταξύ άλλων και στην αγορά των ακινήτων, η οποία, κυριολεκτικά, καταβαραθρώθηκε.
Στην προκειμένη περίπτωση από την προσβαλλόμενη απόφαση, που επισκοπείται επιτρεπτά για τις ανάγκες των ως άνω συναφών αναιρετικών λόγων, προκύπτει ότι το Εφετείο, για τα ερευνώμενα με τους λόγους αναίρεσης ζητήματα, αναφορικά με την αξία εδάφους γης των απαλλοτριουμένων ακινήτων, δέχθηκε τα ακόλουθα, κατ' ακριβή αντιγραφή της απόφασής του:
"Από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων Α. Δ. του Α., τοπογράφου μηχανικού, Π. Ε. του Α. πολιτικού μηχανικού και Γ. Κ. του Σ., αρχιτέκτονος μηχανικού που εξετάσθηκαν ως μάρτυρες έχοντες ειδικές γνώσεις επιστήμης και τέχνης στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου κατά τη συζήτηση της υπόθεσης και περιέχονται στα ταυτάριθμα με την απόφαση αυτή πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης, τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων Γ.
Π. Ε. και Ν. Κ., που εξετάσθηκαν ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών στη δίκη για τον προσδιορισμό της προσωρινής τιμής μονάδος αποζημίωσης, οι οποίες περιέχονται στα υπ' αριθμό 463/2012 πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του ίδιου Δικαστηρίου, τις προμνημονευόμενες και αναλυτικά αναφερόμενες στη συνέχεια τεχνικές εκθέσεις, καθώς και από όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα, που οι διάδικοι επικαλούνται με αναφορά στις έγγραφες προτάσεις τους και νόμιμα προσκομίζουν (άρθρο 19 § 7 και 8 του ν. 2882/2001), μεταξύ των οποίων οι μη αμφισβητούμενης γνησιότητας προσκομιζόμενες φωτογραφίες, στις οποίες απεικονίζονται απαλλοτριούμενα ακίνητα (άρθρα 444 αριθμ. 3 και 457 ΚΠολΔ) και οι τεχνικές εκθέσεις μηχανικών, οι οποίες συντάχθηκαν κατ' εντολή των αιτούντων - καθών η απαλλοτρίωση και εκτιμώνται ελεύθερα κατ' άρθρο 390 ΚΠολΔ, αποδεικνύονται, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:
Με την υπ' αριθμό πρωτ. 1123605/8294/ 0010/22.12. 2008 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και ΠΕ.ΧΩ.ΔΕ., που δημοσιεύθηκε νόμιμα στο Φ.Ε.Κ. 616/31.12. 2008, τ. Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων και Πολεοδομικών θεμάτων, κηρύχθηκε αναγκαστική απαλλοτρίωση για λόγους δημόσιας ωφέλειας και ειδικότερα για τη διευθέτηση του ρέματος ..., από την εκβολή του στον όρμο ...
μέχρι τη θέση φράγματος ..., έκτασης συνολικού εμβαδού 229.932,13 τ.μ., που βρίσκεται στο Νομό Αττικής, όπως η έκταση αυτή απεικονίζεται με κλίμακα 1:500 στα από 18/7/2008 και με αριθμούς σχεδίων … κτηματολογικά διαγράμματα και στον αντίστοιχο κτηματολογικό πίνακα της Γενικής Γραμματείας Δημοσίων Έργων, Διεύθυνση Απαλλοτριώσεων και Τοπογραφήσεων Υπουργείου ΠΕ.ΧΩ,ΔΕ., τα οποία έχουν συνταχθεί από την Ανάδοχο Μελέτης "...
Α.Ε. Σύμβουλοι Μηχανικοί", και έχουν θεωρηθεί από τον Προϊστάμενο της εν λόγω Δ/νσης Ι. Σ., υπέρ του αιτούντος Ελληνικού Δημοσίου και με δαπάνες του. Η παραπάνω απόφαση μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του τέως Δήμου ... στον τόμο … με αύξοντα αριθμό … (υπ' αριθμό …/….2.2009 πιστοποιητικό Μεταγραφοφύλακος ...).
Με την υπ' αριθμό 10349…/1497/ Δ0010/21.7.2010 απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου ... στον τόμο … με αριθμό, …(υπ' αριθμό…/….10.2010 πιστοποιητικό Μεταγραφοφύλακος ...), αποφασίσθηκε η διόρθωση - συμπλήρωση (1η) των κτηματολογικών στοιχείων της απαλλοτρίωσης, που κηρύχθηκε με την ως άνω υπ' αριθμ. 11236…/8294/22.12.2008 κοινή υπουργική απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και ΠΕ.ΧΩ.ΔΕ., για τη διευθέτηση του ρέματος ...
από την εκβολή του στον όρμο ... μέχρι τη θέση φράγματος ... στο Δήμο ... Αττικής, με βάση τα ακριβή αντίγραφα των από Σεπτεμβρίου 2009 και με κλίμακα 1:500 και με αριθμούς σχεδίων … έως … κτηματολογικά διαγράμματα και τον αντίστοιχο κτηματολογικό πίνακα (…ο Διορθωτικό Κτηματολογικό Πίνακα) της Διεύθυνσης Δ12 του ΥΠΕΧΩΔΕ, που συντάχθηκαν από τους Π.
Ο., Κ. Κ. και Ν. Σ. της αναδόχου εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΕ Σύμβουλοι Μηχανικοί", εγκρίθηκαν με την υπ' αριθ. Δ12/…/….9.2009 απόφαση του ΥΠΕΧΩΔΕ και έχουν θεωρηθεί από τον Προϊστάμενο της Διεύθυνσης Δ12 του ΥΠΕΧΩΔΕ I. Σ.. Τα ως άνω κτηματολογικά στοιχεία διορθώθηκαν-συμπληρώθηκαν εκ νέου α) με την υπ'αριθμό πρωτ. 10414…/1304/Δ0010/28.3.2011 απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του τέως Δήμου ...
στον τόμο … με αύξοντα αριθμό … (υπ' αριθμό …/….6.2011 πιστοποιητικό Μεταγραφοφύλακος ...), με βάση τα ακριβή αντίγραφα των από Οκτωβρίου 2010 και με κλίμακα 1:500 και με αριθμούς σχεδίων …, …. , … και … κτηματολογικά διαγράμματα και τον αντίστοιχο κτηματολογικό πίνακα (…° Διορθωτικό Κτηματολογικό Πίνακα) της Διεύθυνσης Δ12 του ΥΠΕΧΩΔΕ, που συντάχθηκαν από τους Π.
Ο., Κ. Κ. και Ν. Σ. της αναδόχου εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΕ Σύμβουλοι Μηχανικοί" και εγκρίθηκαν με την υπ' αριθ. Δ12/…/….10.2010 απόφαση του ΥΠΕΧΩΔΕ, β) την υπ'αριθμό πρωτ. Δ12/…/….12.2011 απόφαση της Διεύθυνσης Απαλλοτριώσεων και Τοπογραφήσεων (Δ12) της Γενικής Γραμματείας Δημοσίων Έργων, γ) την υπ'αριθμό πρωτ. Δ12/…/ ….5.2012 απόφαση της Διεύθυνσης Απαλλοτριώσεων και Τοπογραφήσεων (Δ12) της Γενικής Γραμματείας Δημοσίων Έργων και, τέλος, την υπ'αριθμό πρωτ.
Δ12/…/…5.2012 απόφαση της Διεύθυνσης Απαλλοτριώσεων και Τοπογραφήσεων (Δ12) της γενικής Γραμματείας Δημοσίων Έργων. Η απαλλοτριούμενη έκταση των 229.932,13 τ.μ. (περίπου 230 στρεμμάτων) βρίσκεται στο σύνολό της στην κτηματική περιφέρεια του Δήμου ... Αττικής, εκτείνεται κατά μήκος με άξονα το ρέμα ... σε απόσταση περίπου επτά χιλιομέτρων, παράλληλα, κατά το μεγαλύτερο μέρος της, με το δρόμο, που συνδέει το ...
με τη ... και απέχει περί τα 2 χιλιόμετρα από το κέντρο του ... … Αττικής, περί τα 500 μέτρα από το όριο του σχεδίου πόλεως του ... και 700 μέτρα από τον οικισμό της ..., ενώ φθάνει να απέχει ελάχιστα από τις οργανωμένες μονάδες της περιοχής ... και το ξενοδοχείο "...", που είναι οικοδομημένο στον όρμο αυτής. Βρίσκεται, επίσης, κοντά στη Λεωφόρο ...-...
και στην ..., σε απόσταση 800 περίπου μέτρων από την οδό ..., που είναι η απόληξη της ... στο ..., δίπλα στο αεροδρόμιο ..., ως εκ τούτου δε διαθέτει, μέσω της ..., άμεση και ταχύτατη πρόσβαση στο κέντρο της Αθήνας. Η ως άνω έκταση, η οποία αποτελείται από τις απαλλοτριούμενες ιδιοκτησίες, που εμπεριέχονται στην αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου, βρίσκεται έγγιστα σε περιοχές, που χαρακτηρίζονται από την κατασκευή σημαντικών, από άποψη οικονομική και πολιτιστική, δημόσιων έργων, όπως ο διεθνής αερολιμένας ... "...", η ..., το ..., το οποίο απέχει περί τα 3 χιλιόμετρα και στο οποίο λειτουργεί πλήθος βιοτεχνικών και βιομηχανικών δραστηριοτήτων, προσφέρει πλήρη δίκτυα οδοποιίας, ύδρευσης, αποχέτευσης, ηλεκτροφωτισμού και τηλεπικοινωνιών, καθώς και μονάδες επεξεργασίας αποβλήτων, λόγω του οποίου έχουν αναπτυχθεί τα τελευταία έτη χρήσεις παρεμφερείς ή υποβοηθητικές σ' αυτό.
Η περιοχή των απαλλοτριούμενων εξυπηρετείται συγκοινωνιακώς από τις υπεραστικές λεωφορειακές γραμμές και μερικώς από όλα τα δίκτυα κοινής ωφελείας (ΔΕΗ, ΟΤΕ, ύδρευση κατά τόπους), δεν διαθέτει, όμως, κεντρικό, αποχετευτικό σύστημα. Οι εμπίπτουσες στην ως άνω έκταση ιδιοκτησίες εντάσσονται, όπως τούτο προκύπτει από την προσκομιζόμενη από το αιτούν Ελληνικό Δημόσιο "Κτηματογραφική αποτύπωση και μελέτη απαλλοτρίωσης ζώνης για τις ανάγκες, διευθέτησης του ρέματος ...
στην περιοχή Δήμου ... στο Ν. Αττικής", που επισυνάπτεται στο υπ' αριθμό πρωτοκόλλου Δ12/0/…/….10.201Θ έγγραφο της Γενικής Γραμματείας Δημοσίων Έργων (Δ 12) του Υπουργείου Υποδομών Μεταφορών και. Δικτύων, στις περιοχές με στοιχεία Β1, Β3 και Β4, η δε πλειοψηφία αυτών εντάσσεται στην περιοχή με στοιχεία Β3 - ... και ακολουθεί η περιοχή Β4 [...
ανήκει ο αρχαιολογικός χώρος] (ιδιοκτησίες με ΚΑΔΕ -... μέχρι ... μέχρι ... και … μέχρι …), και μόνο οι ιδιοκτησίες με ΚΑΔΕ … έως και … (πλην εκείνης με ΚΑΔΕ …), ... εντάσσονται στην περιοχή με στοιχεία Β1 (περιοχή ...), ενώ καμία ιδιοκτησία δεν εντάσσεται στην περιοχή Β2. Σύμφωνα με το από 20/2/2003 Προεδρικό Διάταγμα, που δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ 199 τεύχος Δ/6.3.2003, οι περιοχές, με στοιχείο Β1 είναι περιοχές απολύτου προστασίας τοπίου, αρχαιολογικών χώρων και μνημείων, όπου απαγορεύεται κάθε δόμηση και κατασκευή, καθώς και κάθε αλλοίωση του εδάφους, στις περιοχές με στοιχείο Β4 ισχύουν οι διατάξεις του από 30/11/1979 (Δ 718) Προεδρικού Διατάγματος, στις δε περιοχές με στοιχείο Β3 - ...
επιτρέπονται: α) οι πολιτιστικές εγκαταστάσεις σε δημόσιες δημοτικές ή αγροτικών συνεταιρισμών εκτάσεις, με κύριο χαρακτήρα την προβολή του πολιτιστικού πλούτου και των παραδοσιακών δραστηριοτήτων της περιοχής, οι οποίες δύνανται να συμπληρώνονται με κτίρια εστίασης και αναψυχής, β) οι εγκαταστάσεις οινοποιείων, που μπορούν να περιλαμβάνουν και τη χρήση κατοικίας, σε συνδυασμό με την υποχρεωτική αμπελοκαλλιέργεια, οπότε, στην τελευταία περίπτωση, η μέγιστη συνολική επιτρεπόμενη επιφάνεια ορόφων των κτιρίων ορίζεται σε 270 τ.μ., εκ των οποίων τα 200 τ.μ.
αντιστοιχούν στη μέγιστη επιφάνεια ορόφων της κατοικίας, ενώ σε κατά παρέκκλιση άρτια γήπεδα η μέγιστη συνολική επιτρεπόμενη επιφάνεια ορόφων των κτιρίων ορίζεται σε 170 τ.μ., εκ των οποίων τα 100 τ.μ. αντιστοιχούν στη μέγιστη επιφάνεια ορόφων της κατοικίας. Σημειωτέον, ότι σύμφωνα με το άρθρο 3 παρ. 1 του ως άνω στο 20/2/2003 ΠΔ/τος (ΦΕΚ Δ199/6.3.2003), το κατώτατο όριο αρτιότητας και κατάτμησης κατάτμησης γηπέδων στην εκτός σχεδίου και εκτός ορίων οικισμών προ του έτους 1923 ευρύτερη περιοχή … Νομού Αττικής, και ειδικότερα μεταξύ άλλων και του Δήμου ..., ορίζεται σε 20.000 τ.μ., ενώ κατά την παρ. 2 του ίδιου άρθρου, "κατά παρέκκλιση θεωρούνται άρτια και οικοδομήσιμα τα γήπεδα που υφίστάνται σίις 7/7/1983 και βρίσκονται εντός των ορίων των ζωνών Α και Β, που καθορίσθηκαν με το από 5/12/1979 ΠΔ (ΦΕΚ Δ 707/1979) και είχαν κατά την ημερομηνία δημοσίευσης του διατάγματος ελάχιστο εμβαδόν 4.000 τ.μ.".
Οι παρεκκλίσεις της παραγράφου 2 του άρθρου 3 δεν ισχύουν (άρθρο 3 παρ. 2 περ. δ' του από 20/3/2003 ΠΔ/τος) για τις πολιτιστικές εγκαταστάσεις στην περιοχή Β3. Κατά δε την παράγραφο 3 του άρθρου 3 του από 20/3/2003 ΠΔ/τος, τα γήπεδα που περιλαμβάνονται στις περιοχές του προηγούμενου άρθρου 1 και έχουν πρόσωπο επί διεθνών, εθνικών και επαρχιακών οδών, απαιτείται νια να είναι οικοδομήσιμα να έχουν ελάχιστο πρόσωπο 45 μέτρα και ελάχιστο βάθος 50 μέτρα.
Στην ευρύτερη περιοχή της εν λόγω απαλλοτριούμενης έκτασης των 230 περίπου στρεμμάτων, η οποία έχει αγροτικό κυρίως χαρακτήρα, απαντώνται κατοικίες διάσπαρτες, πολύ καλής κατασκευής, οι οποίες οικοδομούνται μόνο όπου υπάρχουν εγκαταστάσεις οινοποιείων σε συνδυασμό με υποχρεωτική αμπελοκαλλιέργεια, τα δε υπόλοιπα κτίρια είναι κτίρια για πολιτιστικές εγκαταστάσεις σε δημόσιες ή δημοτικές εκτάσεις ή σε εκτάσεις αγροτικών συνεταιρισμών, με καταστήματα εστίασης και αναψυχής ή γεωργικές εγκαταστάσεις.
Δεν υπάρχουν δημόσιες υπηρεσίες, σχολεία ή τράπεζες στην περιοχή της απαλλοτριούμενης έκτασης, καθόσον αυτά απαντώνται στο κέντρο του Δήμου .... Η απαλλοτριούμενη έκταση είναι πεδινή, καθώς η περιοχή δεν παρουσιάζει σημαντικό ανάγλυφο, σε υψόμετρο που κυμαίνεται από 1 έως 60 μ., περιλαμβάνεται δε κατά το μεγαλύτερο μέρος της, από τη χ.θ. 0+000 έως την χ.θ. 4+650, στη ζώνη προστασίας NATURA 2000, σύμφωνα με την οδηγία 92/43 της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Κατά το μεγαλύτερο μέρος της αποτελείται από καλλιέργειες αμπέλου, συκόδενδρων και φυστικόδενδρων, οι οποίες, και κυρίως η εξ αυτών συστηματική αμπελοκαλλιέργεια, έχουν τελειοποιηθεί από άποψη μεθοδολογική και τεχνολογική και σε συνδυασμό με το εύφορο και γόνιμο του εδάφους της περιοχής έχουν ως αποτέλεσμα την παραγωγή προϊόντων πολύ καλής έως εξαιρετικής ποιότητας.
Έτσι, τα σύκα που παράγονται στο Μαρκόπουλο Μεσογαίας αναγνωρίζονται ως προϊόντα προστατευόμενης γεωργικής ένδειξης (Π.Γ.Ε.) [υπ' αριθ. 317708/1994 απόφαση Υπουργού Γεωργίας, που δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ Β 18/1994] και εξάγονται στο εξωτερικό, ενώ το "κελυφωτό φυστίκι Μαρκόπουλου Μεσογείων" αναγνωρίζεται ως προϊόν προστατευόμενης ονομασίας προέλευσης (Π.Ο.Π.) [υπ' αριθ. 317709/1994 απόφαση Υπουργού Γεωργίας, που δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ Β 18/1994].
Επίσης, στην αυτή περιοχή παράγεται ο μεσογείτικος οίνος, η γνωστή ρετσίνα Μεσογείων, η οποία έχει λάβει διακριτικό σήμα ποιότητας και προέλευσης, από την Ευρωπαϊκή Ένωση, σύμφωνα με το ΠΔ 514/1979 (ΦΕΚ Α 157/12.7.1979). H αντικειμενική αξία των ακινήτων στην περιοχή, σύμφωνα με το προσκομισθέν από το Ελληνικό Δημόσιο με αριθμό πρωτοκόλλου 1531/358/7.4.2009 έγγραφο της Κτηματικής Υπηρεσίας Ανατολικής Αττικής, τα συνημμένα σ' αυτό φύλλα υπολογισμού αντικειμενικής αξίας ακινήτων και τον πίνακα υπολογισμού της αντικειμενικής αξίας απαλλοτριωμένων ιδιοκτησιών, που συνοδεύει το πρώτο έγγραφο και απεστάλη με το υπ' αριθμ.
πρωτ. Δ12/ο/1517/22.2.2011 έγγραφο της Γεν. Γραμματείας Δημ. Έργων προς το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους, κυμαίνεται κυρίως ανάλογα με την απόστασή τους από τη θάλασσα και από το εάν βλέπουν ή όχι σε δρόμο ή είναι τυφλά και στις τιμές αυτές, οι οποίες αναφέρονται αμέσως κατωτέρω, ζητεί το αιτούν Ελληνικό Δημόσιο, έχοντας εντάξει στις κατηγορίες αυτές καθεμία των απαλλοτριούμενων ιδιοκτησιών σύμφωνα με τις ως άνω διακρίσεις, να καθορισθεί η οριστική τιμή μονάδος αποζημίωσης για τις εδαφικές εκτάσεις αυτών.
Ειδικότερα, σύμφωνα με το παραπάνω έγγραφο, για τα ακίνητα που βρίσκονται σε απόσταση 200 έως 500 μέτρα από τη θάλασσα, εάν μεν έχουν πρόσωπο σε αγροτική οδό, η αντικειμενική τους αξία ανέρχεται σε 104 ευρώ το τ.μ., εάν δεν έχουν πρόσωπο σε οδό ή κοινόχρηστη οδό, είναι "τυφλά", σε 93,60 ευρώ το τ.μ., για τα ακίνητα που βρίσκονται σε απόσταση 500 έως 800 μέτρα από τη θάλασσα, εάν μεν έχουν πρόσωπο σε αγροτική οδό, η αντικειμενική τους αξία ανέρχεται σε 84 ευρώ το τ.μ., εάν δεν έχουν πρόσωπο σε οδό ή κοινόχρηστη οδό, είναι "τυφλά", σε 75,60 ευρώ το τ.μ.
για τα ακίνητα που βρίσκονται σε απόσταση 800 έως 1.500 μέτρα από τη θάλασσα, εάν μεν έχουν πρόσωπο σε αγροτική οδό, η αντικειμενική τους αξία ανέρχεται σε 28 ευρώ το τ.μ., εάν δεν έχουν πρόσωπο σε οδό ή κοινόχρηστη οδό είναι "τυφλά", σε 25,20 ευρώ το τ.μ., για τα ακίνητα που βρίσκονται σε απόσταση 1.500 έως 3.500 μέτρα από τη θάλασσα, εάν μεν έχουν πρόσωπο σε αγροτική οδό, η αντικειμενική τους αξία ανέρχεται σε 15 ευρώ το τ.μ., εάν δεν έχουν πρόσωπο σε οδό ή κοινόχρηστη οδό, είναι "τυφλά", σε 13,50 ευρώ το τ.μ.
και τέλος για τα ακίνητα που βρίσκονται σε απόσταση πάνω από 3.500 μέτρα από τη θάλασσα, εάν μεν έχουν πρόσωπο σε αγροτική οδό, η αντικειμενική τους αξία ανέρχεται σε 8,50 ευρώ το τ.μ., εάν δεν έχουν πρόσωπο σε οδό ή κοινόχρηστη οδό, είναι "τυφλά", σε 7,65 έυρώ το τ.μ. Οι καθών η αίτηση και οι ανταιτούντες, ακολουθώντας άλλη κατηγοριοποίηση, ισχυρίζονται ότι η εμπορική αξία των απαλλοτριούμενων ιδιοκτησιών τους ανέρχεται στα κάτωθι ποσά:
α) οι αιτούντες της υπό στοιχείο Δ) αίτησης για τα άρτια και οικοδομήσιμα ακίνητα, όπως και ο ανταιτών Ε. Π. για το ακίνητο του, σε 500 ευρώ/τ.μ. και για τα μη άρτια και μη οικοδομήσιμα σε 400 ευρώ/τ.μ., β) οι αιτούντες της υπό στοιχείο Θ) αίτησης για τα ακίνητά τους, τα οποία απέχουν πάνω από 3.500 μ. από τη θάλασσα, όπως και οι αιτούσες της υπό στοιχείο ΙΗ) αίτησης, σε 450 ευρώ/τ.μ., γ) οι αιτούντες της υπό στοιχείο ΙΔ) αίτησης για τα ακίνητά τους σε 400 ευρώ/τ.μ., δ) οι αιτούντες της υπό στοιχείο Ε) αίτησης για το ακίνητο τους, το οποίο είναι άρτιο και κατά παρέκκλιση οικοδομήσιμο, όπως και οι ανταιτούσες Α.
συζ. Φ. Σ. και Α. χα Γ. Π., σε 350 ευρώ/τ.μ., ε) οι αιτούντες της υπό στοιχείο ΙΑ) αίτησης για τα ακίνητά τους, αλλά και ενιαία για όλη την απαλλοτριούμενη περιοχή, όπως και οι αιτούντες των υπό στοιχείο ΙΓ) και ΙΖ) αιτήσεων και οι παρεμβαίνοντες-ανταιτούντες Δ. Μ., Χ. Μ. και Ι. Σ., σε 300 ευρώ/τ.μ., στ) οι αιτούντες της υπό στοιχείο ΙΕ) αίτησης, οι ανταιτούντες Ι.
Μ., Α. Σ., Φ. Γ. και Β. Α. και οι παρεμβαίνοντες-ανταιτούντες Κ. Γ., Μ. Γ. και Ε. συζ. Χ. Λ., για τα ακίνητα που απέχουν μέχρι 800 μ. από τη θάλασσα σε 400 ευρώ/τ.μ., ενώ για αυτά που απέχουν πάνω από 800 μέτρα από τη θάλασσα σε 300 ευρώ, ζ) οι αιτούντες των υπό στοιχεία Β) και I) αιτήσεων, όπως και οι ανταιτούντες Α. χα Κ. Σ., Ι. Γ., Γ.
Γ., Μ. Γ., Φ. Γ. και Ι. συζ. Γ. Δ., για τα ακίνητα που απέχουν μέχρι 800 μ. από τη θάλασσα σε 300 ευρώ/τ.μ. ενώ για αυτά που απέχουν πάνω από 800 μέτρα από τη θάλασσα σε 250 ευρώ, ενώ επιπλέον οι αιτούντες της Β) αιτήσεως ισχυρίζονται ότι τα απαλλοτριούμενα δεν δύνανται να διακριθούν σε τυφλά και σε. έχοντα πρόσωπο σε δρόμο, διότι όλα έχουν πρόσβαση σε δρόμο, έστω και με δουλείες διόδου, η) ο αιτών της υπό στοιχείο Γ) αίτησης για το ακίνητο του, που βρίσκεται σε απόσταση μικρότερη των 1.500 μ.
από τη θάλασσα, όπως και οι αιτούσες της υπό στοιχείο IB) αίτησης, που έχει το χαρακτήρα ανταίτησης κατά τα προεκτεθέντα, σε 250 ευρώ/τ.μ., θ) οι αιτούντες της υπό στοιχείο Η) αίτησης-για το ακίνητο τους, το οποίο είναι άρτιο και κατά παρέκκλιση οικοδομήσιμο και απέχει 2.623 μ. από τη θάλασσα, όπως και οι ανταιτούντες Ε.
Δ., Χ. Δ., Β. Α., Ε. Α. και Ν. Σ., σε 250 ευρώ/τ.μ., ι) οι αιτούντες των υπό στοιχείο ΣΤ) και Ζ) αιτήσεων για τα ακίνητα που απέχουν μέχρι 800 μ. από.τη θάλασσα σε 280 ευρώ/τ.μ., ενώ για αυτά που απέχουν πάνω από 800 μέτρα από τη θάλασσα σε 200 ευρώ/τ.μ. και, ία) οι αιτούντες της υπό στοιχείο ΙΣΤ) αίτησης για τα ακίνητα που απέχουν μέχρι 800 μ.
από τη θάλασσα σε 300 ευρώ/τ.μ., ενώ για αυτά που απέχουν πάνω από 800 μέτρα.από τη θάλασσα σε 200 ευρώ/τ.μ. οι άρτιες και 180 ευρώ/τ.μ. οι μη άρτιες. Ο μάρτυρας του αιτούντος Ελληνικού Δημοσίου Α. Δ., τοπογράφος μηχανικός, κατέθεσε κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο αυτού του Δικαστηρίου ότι δεν γνωρίζει την εμπορική αξία των ακινήτων στην περιοχή, ότι γνωρίζει την τιμή, στην οποία προσδιορίζει η εκτιμητική έκθεση την αξία των ακινήτων, περί τα 20 ευρώ/τ.μ., και ότι πιστεύει ότι η πραγματική τιμή κυμαίνεται σε ποσοστό 20% επιπλέον αυτής.
Η μάρτυρας του Ελληνικού Δημοσίου Γ. Σ., πολιτικός μηχανικός, κατέθεσε στο ακροατήριο του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά τη δίκη προσωρινού προσδιορισμού τιμής μονάδος ότι η αντικειμενική αξία των απαλλοτριούμένων ιδιοκτησιών κυμαίνεται από 100 ευρώ μέχρι 7 ευρώ το τετραγωνικό μέτρο, ανάλογα με την απόστασή τους από τη θάλασσα, σύμφωνα με την έκθεση της Κτηματικής Υπηρεσίας Ανατολικής Αττικής, που προσκομίζει το Ελληνικό Δημόσιο.
Για την εμπορική αξία των απαλλοτριούμένων ιδιοκτησιών η εν λόγω μάρτυρας κατέθεσε ότι δεν γνωρίζει εάν έχουν εμπορική αξία. Ο μάρτυρας των καθών η αίτηση Π. Ε., πολιτικός μηχανικός, εξεταζόμενος στο ακροατήριο αυτού το Δικαστηρίου, επιβεβαιώνοντας την τεχνική έκθεση που έχει συντάξει, κατέθεσε ότι η εμπορική αξία των απαλλοτριουμένων ιδιοκτησιών που απέχουν από τη θάλασσα έως 800 μέτρα ανέρχεται σε 400 ευρώ/τ.μ., ενώ αυτών που απέχουν πάνω από 800 μ.
από τη θάλασσα ανέρχεται σε 300 ευρώ/τ.μ., ενώ αυτών που απέχουν πάνω από 800 μέτρα σε 250 ευρώ/τ.μ., ενώ εξεταζόμενος ο ίδιος μάρτυρας στο ακροατήριο του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών είχε καταθέσει τον Μάιο 2012 ότι η εμπορική αξία των ακινήτων που απέχουν μέχρι 800 μ. από τη θάλασσα ανέρχεται σε 300 ευρώ/ τ.μ., ενώ αυτών που απέχουν πάνω από 800 μέτρα από τη θάλασσα σε 250ευρώ/τ.μ.
Επίσης, ο μάρτυρας Γ. Κ., αρχιτέκτων μηχανικός, εξεταζόμενος στο ακροατήριο αυτού του Δικαστηρίου κατέθεσε ότι η εμπορική αξία των ακινήτων που απέχουν μέχρι 800 μ. από τη θάλασσα ανέρχεται σε 300 ευρώ/τ.μ., ενώ αυτών που απέχουν πάνω από 800 μέτρα από τη θάλασσα σε 250 ευρώ/τ.μ. Αναφορικά με τα επικείμενα και την αξία τους, κανείς από τους μάρτυρες που εξετάσθηκαν στο ακροατήριο αυτού του Δικαστηρίου δεν κατέθεσε σχετικά, ενώ ο Π.
Ε. εξεταζόμενος κατά τη δίκη προσδιορισμού προσωρινής τιμής είχε καταθέσει ότι ένα αντλιοστάσιο πλακοσκεπές κοστίζει 300 με 350 ευρώ το κυβικό μέτρο, ένα αντλιοστάσιο πλακοσκεπές μέτριας κατασκευής κοστίζει 250 ευρώ το κυβικό μέτρο, ένα πηγάδι βάθους 15 μέτρων κοστίζει 25.000 ευρώ κατ' αποκοπή, ένα πηγάδι βάθους 30 μέτρων κοστίζει 30.000 ευρώ κατ' αποκοπή, οι γεωτρήσεις 6.000 με 7.000 ευρώ και οι αντλίες 4.000 με 5.000 ευρώ κατ' αποκοπή.
Ειδικά για τις γεωτρήσεις είχε καταθέσει ότι η πιθανότητα πλέον να λάβει κάποιος άδεια για την κατασκευή της γεώτρησης είναι μηδαμινή, διότι το ισχύον νομικό πλαίσιο για την αδειοδότηση των γεωτρήσεων τάσσει αυστηρότατες προϋποθέσεις, όπως η έκταση του ακινήτου και η μεταξύ των υπαρχουσών γεωτρήσεων απόσταση, που πρέπει να είναι άνω των 500 μέτρων.
Το αιτούν Ελληνικό Δημόσιο επικαλείται και προσκομίζει την από Μαΐου 2014 (Φ.040/30.5.2014) έκθεση εκτίμησης απαλλοτριωτέων ιδιοκτησιών των πιστοποιημένων εκτιμητών Δ. Κ. και I. Α., που συντάχθηκε κατόπιν αίτησης της Δ12 Διεύθυνσης της Γεν. Γραμματείας Δημ. Έργων, στην οποία οι εκτιμητές, μετά από συστηματική έρευνα της τοπικής κτηματαγοράς, η οποία κατά το διάστημα πριν το έτος 2009 (προ της κρίσης, όπως αναφέρουν οι εκτιμητές) ήταν ανεπτυγμένη, με αποτέλεσμα η αξία της γης να διαμορφώνεται σε υψηλά επίπεδα, λόγω της ζήτησης ακινήτων για οικοδομική αξιοποίηση, τα τελευταία έτη όμως, στην ευρύτερη περιοχή οι αξίες είναι χαμηλότερες και οι τάσεις πτωτικές, ενώ η κτηματαγορά βρίσκεται σε στασιμότητα (ειδικά για τα αγροτεμάχια αναφέρεται στην έκθεση ότι δεν γνωστοποιήθηκαν στους εκτιμητές κατηρτισμένες πωλήσεις κατά την τελευταία τετραετία), από την οποία συνέλεξαν συγκριτικά στοιχεία, με βάση τη συγκριτική μέθοδο, αλλά και την μέθοδο υπολειμματικής αξίας, με στοιχεία που άντλησαν από την τράπεζα πληροφοριών της.
υπηρεσίας τους, όπως δικαστικές αποφάσεις του Εφετείου Αθηνών για παλαιότερες επιμέρους απαλλοτριώσεις ζώνης του ... ποταμού των ετών 2003-2009, προσδιόρισαν τις αξίες των απαλλοτριωτέων ακινήτων, διακρίνοντάς τα σε τρεις κατηγορίες, ως εξής: 1η κατηγορία, αγροτεμάχια που βρίσκονται σε απόσταση μέχρι 1.400 μ.
από τη θάλασσα, με σχετικά μικρή οικόπεδική αξία, μέσα στον υφιστάμενο αρχαιολογικό χώρο (Β4) και μέσα στη• ζώνη προστασίας NATURA 2000, με καλή θέα στην ευρύτερη περιοχή και σε κοντινή απόσταση από τη θάλασσα, καλλιεργήσιμα, αρδευόμενα, χωρίς δυνατότητα οικοδομικής αξιοποίησης, στο ποσό των. 25 ευρώ/τ.μ., 2η κατηγορία, αγροτεμάχια που βρίσκονται δυτικά του αρχαιολογικού χώρου της ..., μεταξύ της χ.θ. 1+400 - 4+650, πέραν και του αρχαιολογικού χώρου του ..., εντός του χώρου προστασίας NATURA 2000, με οικοπεδική αξία, κατάλληλα για οποιαδήποτε καλλιέργεια, αρδευόμενα με ανεξάρτητες γεωτρήσεις, μερικά από αυτά δομημένα με καλής κατασκευής κατοικίες, στο ποσό των 18 ευρώ/τ.μ., 3η κατηγορία, αγροτεμάχια που βρίσκονται δυτικά του αρχαιολογικού χώρου του λόφου του ..., από την χ.θ. 4+650 έως το τέλος της ζώνης της απαλλοτρίωσης, εκτός της ζώνης προστασίας NATURA 2000, στο ποσό των 16 ευρώ/τ.μ.
Με βάση την παραπάνω κατηγοριοποίηση, οι εκτιμητές προσδιόρισαν την αξία των απαλλοτριούμενων ακινήτων, λαμβάνοντας υπόψη τα χαρακτηριστικά στοιχεία τους και την αρχική πολεοδομική τους κατάσταση, χωρίς να λαμβάνονται υπόψη οι θετικές ή αρνητικές επιπτώσεις επ' αυτών λόγω της απαλλοτρίωσης, στα πιο κάτω ποσά:
1) 13,50 ευρώ/τ.μ. (αρ. ΚΑΔΕ ... ιδιοκτησία),
2) 14,25 ευρώ/τ.μ. (αρ. KAΔE ... και … ιδιοκτησίες),
3) 14,58 ευρώ/τ.μ. (αρ. ΚΑΔΕ ... ιδιοκτησία),
4) 15 ευρώ/τ.μ. (αρ. ΚΑΔΕ ... ιδιοκτησία),
5) 16,20 ευρώ/τ.μ. (αρ. ΚΑΔΕ ..., -... ιδιοκτησίες),
6) 16,88 ευρώ/τ.μ. (αρ. ΚΑΔΕ ..., -... ιδιοκτησίες,
7) 17,10 ευρώ/τ.μ. (αρ. ΚΑΔΕ ..., ... ιδιοκτησίες),
8) 17,81 ευρώ/τ.μ. (αρ. ΚΑΔΕ ..., -..., -..., -... ιδιοκτησίες),
9) 18 ευρώ/τ.μ., (αρ. ΚΑΔΕ ..., - ... ιδιοκτησίες),
10) 18,75 ευρώ/τ.μ. (αρ. ΚΑΔΕ ..., -... ιδιοκτησίες),
11) 20,25 ευρώ/τ.μ. (αρ. .ΚΑΔΕ ... ιδιοκτησίες),
12) 21,38 ευρώ/τ.μ. (αρ. ΚΑΔΕ ..., -..., - ... ιδιοκτησίες),
13) 22,50 ευρώ/τ.μ. (αρ. ΚΑΔΕ ..., -..., -..., ... ιδιοκτησίες),
14) 23,91 ευρώ/τ.μ. (αρ. ΚΑΔΕ ... ιδιοκτησία),
15) 25,23 ευρώ/τ.μ. (αρ. ΚΑΔΕ ..., -... ιδιοκτησίες),
16) 26,56 ευρώ/τ.μ. (αρ. ΚΑΔΕ ..., -... ιδιοκτησίες,
17) 29,69 ευρώ/τ.μ. (αρ. ΚΑΔΕ ..., -... ιδιοκτησίες) και,
18) 31,25 ευρώ/τ.μ. (αρ. ΚΑΕΔΕ ..., - ... ιδιοκτησίες).
Επίσης, το αιτούν Ελληνικό Δημόσιο προσκομίζει τις ακόλουθες δικαστικές αποφάσεις: α) την υπ'αριθμό 412/2011 απόφαση του Εφετείου Αθηνών (σε απόσπασμα), από το διατακτικό της οποίας προκύπτει ότι καθορίστηκαν οριστικές τιμές μονάδος για απαλλοτρίωση, που κηρύχθηκε για την κατασκευή της Ε.Λ. … Α/Δ ..., στο τμήμα … από χ.θ. 10+500 έως 13+410 … - Α/Δ ... ... της οδού ..., ακινήτων που βρίσκονται στην περιοχή των Δήμων ... και ..., χωρίς να προκύπτει ο κρίσιμος χρόνος, ως ακολούθως:
α) για το έδαφος στο ποσό των 150 ευρώ/τ.μ. για τις ιδιοκτησίες που βρίσκονται στο Δήμο ... και 160 ευρώ/τ.μ. για ιδιοκτησίες, που βρίσκονται στο Δήμο ...
β) την υπ'αριθμό 8157/2004 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία και με κρίσιμο χρόνο στις 9/11/2004 καθαρίστηκε οριστική τιμή μονάδος για ακίνητα, που βρίσκονται στο Δήμο … και απαλλοτριώθηκαν αναγκαστικά για τη διάνοιξη της Ε.Λ … -Α/Δ ..., στο ίδιο τμήμα με την προηγούμενη απόφαση, για το έδαφος στο ποσό των 70 ευρώ/τ.μ.,
γ) την υπ' αριθμό 686/2008 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία και με κρίσιμο χρόνο στις 30/11/2007, καθορίστηκε προσωρινή τιμή μονάδος για ακίνητα, που βρίσκονται στο Δήμο … και απαλλοτριώθηκαν αναγκαστικά για την κατασκευή του τμήματος αγωγού ομβρίων υδάτων από … μέχρι τον… , στο ποσό των 180 ευρώ/τ.μ. για τις εδαφικές εκτάσεις που βρίσκονταν εντός του ΓΚΣ και 140 ευρώ/τ.μ. για τις εδαφικές εκτάσεις εκτός σχεδίου.
Οι καθ’ ών η αίτηση του Δημοσίου-αιτούντες επικαλούνται και προσκομίζουν ως συγκριτικά στοιχεία:
α) την υπ' αριθμό 6513/2011 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία και με κρίσιμο χρόνο στις 8/11/2011 καθορίστηκε η οριστική τιμή μονάδος αποζημίωσης για απαλλοτριούμενα ακίνητα στην κτηματική περιοχή του Δήμου ..., εκτός του ρυμοτομικού σχεδίου του άνω Δήμου, επί της … ως το … , 500 μ. περίπου από το κέντρο του Μαρκοπούλου, σε περιοχή με κυρίως οικοπεδικό χαρακτήρα, στο ποσό των 250 ευρώ/τ.μ., η οποία είναι μεν πρόσφορη από άποψη χρόνου, αφού απέχει περί τα δύο και ήμισυ έτη από τον κρίσιμο χρόνο, απρόσφορα όμως από άποψη μορφής, αφού πρόκειται για ακίνητα με οικοπεδικό κυρίως χαρακτήρα,
β) τις υπ' αριθμό 1180/2009 (την οποία σημειωτέον προσκομίζει και επικαλείται και το αιτούν Ελληνικό Δημόσιο) και υπ'αριθμό 6524/2003 αποφάσεις του Εφετείου Αθηνών, οι οποίες αφορούν σε προηγούμενη φάση διευθέτησης του ρέματος ..., με τις οποίες και με κρίσιμο χρόνο, στις 10/11/2008 και 11/3/2003 αντίστοιχα καθορίστηκε η οριστική τιμή μονάδος αποζημίωσης για το έδαφος των. απαλλοτριούμενων ακινήτων στο ποσό των 100 ευρώ/τ.μ. και 60,61 ευρώ/τ.μ. αντίστοιχα, ενώ για τα επικείμενα των ιδιοκτησιών καθόρισαν η πρώτη το ποσό των. 55 ευρώ/τ.μ. για επικείμενη άμπελο, ενώ με την δεύτερη ορίστηκε για άμπελο καλή το ποσό των 47 ευρώ/τ.μ., για άμπελο ποτιστική 58 ευρώ/τ.μ., ελιά μεγάλη 175 ευρώ/τμχ., φυστικιά μεγάλη 175 ευρώ/τμχ., φυστικιά μικρή 90 ευρώ/τμχ., συκιά μεγάλη 115 ευρώ/τμχ., συκιά μεσαία 90 ευρώ/τμχ,
γ) την υπ' αριθμό 8251/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία και με κρίσιμο χρόνο στις 26/9/2006 καθορίστηκε οριστική τιμή μονάδος για ακίνητα, που βρίσκονται σε αγροτική περιοχή, στην Εθνική Οδό… , εκτός σχεδίου, με πρόσωπο σε αγροτικούς δρόμους, για την κατασκευή της Ε.Λ. …-... στο τμήμα …, από χ.θ. 5+500 έως 10+500, … Α/Δ (Αεροδρόμιο) ...-... της οδού ..., στο ποσό των 200 ευρώ/τ.μ.,
δ) την υπ' αριθμό 4613/2005 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία και με κρίσιμο χρόνο στις 8/3/2005 καθορίστηκε οριστική τιμή μονάδος, για ακίνητα που βρίσκονται στην περιφέρεια του … , στο ποσό των 75 ευρώ/τ.μ. και για αμπέλι στο ποσό των 60 ευρώ/τ.μ.,
ε) την υπ'αριθμό 1451/2005 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία και με κρίσιμο χρόνο στις 8/2/2005 καθορίστηκε οριστική τιμή μονάδος για ακίνητα, που απαλλοτριώθηκαν για τη διάνοιξη του ... ποταμού, στην περιφέρεια του Δήμου … , στο ποσό των 80 ευρώ/τ.μ., οι οποίες δεν αποτελούν πρόσφορα συγκριτικά στοιχεία από άποψη χρόνου, αφού απέχουν από έξι μέχρι έντεκα έτη από τον κρίσιμο χρόνο,
στ) την υπ'αριθμό 696/2008 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία και με κρίσιμο χρόνο στις 7/3/2008 καθορίστηκε προσωρινή τιμή μονάδος αποζημίωσης για απαλλοτριούμενα αγροτεμάχια στην περιφέρεια των Δήμων ... και ... Αττικής, η οποία αφορά την κατασκευή της Ε.Λ. … - ... στο τμήμα … , από χ.θ. 10+500 έως 13+410 … -Α/Δ (Αεροδρόμιο) ... - ... της οδού ..., στο ποσό των 230 ευρώ/τ.μ.,
ζ) την υπ' αριθμό 686/2008 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία και με κρίσιμο χρόνο στις 30/11/2007 καθορίστηκε προσωρινή τιμή μονάδος για ακίνητα στο ποσό των 180 ευρώ/τ.μ., ενώ για ακίνητα σε εκτός σχεδίου περιοχή στο ποσό των 140 ευρώ/τ.μ. πλην όμως τα παραπάνω στοιχεία δεν προσφέρονται προς σύγκριση, αφού πρόκειται για καθορισμό προσωρινής τιμής μονάδος αποζημίωσης, για τις οποίες δεν προέκυψε ότι έχει καθοριστεί και η οριστική τιμή μονάδος, ενώ επίσης δεν προσφέρονται προς σύγκριση και από άποψη χρόνου, αφού απέχουν πλέον των έξι ετών από τον κρίσιμο επίδικο χρόνο.
Επίσης, προσκομίζονται οι υπ' αριθμ. 1807/2003 και 1041/2001 αποφάσεις του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με τις οποίες και με κρίσιμο χρόνο στις 19/9/2003 και 29/3/2002 αντίστοιχα καθορίστηκε προσωρινή τιμή μονάδος για απαλλοτριούμενα ακίνητα της κτηματικής περιφέρειας του Δήμου ..., που απαλλοτριώθηκαν αναγκαστικά κατά την πρώτη και δεύτερη φάση διευθέτησης του ρέματος ..., σε απόσταση 500 περίπου μ.
από το κέντρο του Δήμου …, προς την πλευρά του αεροδρομίου, στο ποσό των 70 ευρώ/τ.μ. και 60,61 ευρώ/τ.μ. αντίστοιχα... Επίσης, προσκομίζονται τα με αριθμούς …/2008, …/2008 και …/2008 με ημερομηνία …/7/2008 πωλητήρια συμβόλαια του Συμβολαιογράφου Κρωπίας Σπυρίδωνα Παπαγιαννάκου, με τα οποία αγοράσθηκαν τρία ακίνητα (αγροί) από τον Δήμο …, για την επέκταση του Κοιμητηρίου του Δήμου, στη θέση ...
της κτηματικής περιφέρειας του Δήμου ..., σε περιοχή εκτός σχεδίου, σε απόσταση άνω των 3.500 μ. από τη θάλασσα, μη άρτια και μη οικοδομήσιμα, για τα οποία ο αντικειμενικός προσδιορισμός της αξίας τους ανέρχεται στο ποσό των 8,46 ευρώ/τ.μ., ενώ το τίμημα που καταβλήθηκε ανήλθε στο ποσό των 219 ευρώ/τ.μ., καθώς και οι υπ' αριθμ. ...
και ... εκθέσεις εκτίμησης του Σώματος Ορκωτών Εκτιμητών, οι οποίες συνετάγησαν μετά από αίτημα του Δήμου … και αφορούν στα πωληθέντα με τα παραπάνω συμβόλαια ακίνητα, στις οποίες εκθέσεις η αξία των ακινήτων εκτιμήθηκε στο ποσό των 219 ευρώ/τ.μ. Επίσης, προσκομίζονται τέσσερις εκτυπώσεις ιστοσελίδας αγγελιών ακινήτων (...), με καταχωρημένες διαφημίσεις μεσιτικών γραφείων περί πωλήσεως αγροτεμαχίων στην περιοχή …, εκτός σχεδίου πόλεως, τα οποία προσφέρονται με τιμές από 350-567,93 ευρώ/τ.μ., καθώς και έξι εκτυπώσεις έτερης ιστοσελίδας πωλήσεως ακινήτων (...), με καταχωρήσεις διαφημίσεων μεσιτικών γραφείων για πώληση οικοπέδων στη ..., εντός σχεδίου, αντί ποσών που κυμαίνονται από 1.666,66 έως 1.714,28 ευρώ/τ.μ., μονοκατοικιών στη ..., επιφάνειας 630, 500 και 400 τ.μ.
αντίστοιχα, εντός οικοπέδων επιφανείας 930, 2.500 και 980 τ.μ. αντίστοιχα, αντί ποσών που κυμαίνονται από 1.800.000 έως 2.700.000 ευρώ, και στο ..., οικόπεδο εντός σχεδίου, αντί ποσού 2.471 ευρώ τ.μ.
Οι εκ των αιτούντων της υπό στοιχείο. Β) αίτησης Α. Π. του Π. και Π. Π. του Σ. σχετικά με τις με αριθμό ΚΑΔΕ ... και ... ιδιοκτησίες τους και ο Ι. Π. του Σ. σχετικά με την με αριθμό ΚΑΔΕ ... ιδιοκτησία του επικαλούνται και προσκομίζουν τα από Ιανουαρίου 2008 και Μαΐου 2008 αντίστοιχα τοπογραφικά διαγράμματα του πολιτικού μηχανικού Δ.
Γ., στα οποία περιλαμβάνεται και βεβαίωση ΝΔ/τος 651/77 και Ν. 1337/83 του παραπάνω μηχανικού, από τις οποίες βεβαιώσεις αποδεικνύεται ότι η απόσταση των παραπάνω ακινήτων τους δεν είναι μεγαλύτερη από 3.500 μ. από τη θάλασσα και συγκεκριμένα ότι αυτά απέχουν 3.400 μ. από τη θάλασσα. Επίσης ως προς την υπ' αριθμό ΚΑΔΕ ...
ιδιοκτησία, για την οποία ζητά τον ορισμό οριστικής τιμής μονάδος η αιτούσα της υπό στοιχείο ΙΓ) αιτήσεως Α. Χ. του Α., η οποία δεν περιλαμβάνεται στην αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου, ούτε είχε περιληφθεί στα ακίνητα για τα οποία ορίστηκε προσωρινή τιμή μονάδος, καθώς περιελήφθη μεταγενέστερα στους κτηματολογικούς πίνακες με το 4ο διορθωτικό κτηματολογικό διάγραμμα, από τα έγγραφα που προσκομίζονται αποδείχθηκε ότι το παραπάνω ακίνητο βρίσκεται σε απόσταση 1.500 μέχρι 3.500 μ.
από τη θάλασσα. Από όλα τα ανωτέρω αποδεικτικά στοιχεία, εκτιμώμενα κατά το λόγο της τοπικής και χρονικής τους προσφορότητας, προκύπτει ότι η αγοραία αξία των απαλλοτριωθεισών λόγω ρυμοτομίας εκτάσεων, για τις οποίες έχει υποχρέωση αποζημίωσης το καθού των υπό στοιχείο Β) - ΙΗ) αιτήσεων, κατά τον κρίσιμο χρόνο της προκείμενης συζήτησης για τον οριστικό προσδιορισμό αποζημίωσης ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου, αφού αυτή διεξάγεται μετά την παρέλευση έτους από τη συζήτηση, στις 25/5/2012, της αίτησης για τον προσωρινό προσδιορισμό ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου (άρθρο 17 παρ. 2 του Συντάγματος), με βάση τις υπάρχουσες οικονομικές και νομισματικές συνθήκες, χωρίς να υπολογισθεί η τυχόν ανατίμηση ή υποτίμηση, που επέρχεται λόγω της εξαγγελίας της απαλλοτρίωσης ή της εκτέλεσης του έργου, το οποίο αυτή αφορά, κατά συνέπεια δε και η πλήρης οφειλόμενη για τις ίδιες εκτάσεις αποζημίωση, δηλαδή εκείνη, με την οποία οι δικαιούχοι μπορούν να αντικαταστήσουν τα απαλλοτριούμενα με άλλα ισάξια ακίνητα (ΟλΑΠ 13 και 17/2000 ΕλλΔνη 2000.950 και 958), ανέρχεται στα εξής ποσά:
α) 130 ευρώ/τ.μ. για ακίνητα, που βρίσκονται σε απόσταση 200-500 μ. από τη θάλασσα (αρ. ΚΑΔΕ ...),
β) 110 ευρώ/τ.μ. για ακίνητα, που βρίσκονται σε απόσταση 500-800 μ. από τη θάλασσα (αρ. ΚΑΔΕ ...),
γ) 90 ευρώ/τ.μ, για ακίνητα, που βρίσκονται σε απόσταση 800-1.500 μ. από τη θάλασσα (αρ. ΚΑΔΕ ... -...),
δ) 60 €/τ.μ. για ακίνητα, που βρίσκονται σε απόσταση 1.500 μέχρι και 3.500 μ. από τη θάλασσα (αρ. ΚΑΔΕ ......, -..., -..., -...),
ε) 50 €/τ.μ. για ακίνητα, που βρίσκονται σε απόσταση πάνω από 3.500 μ. από τη θάλασσα (αρ. ΚΑΔΕ ..., -..., -..., -..., ...)...".
Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο δέχτηκε εν μέρει ως κατ' ουσίαν βάσιμες τις αιτήσεις, ανταιτήσεις και παρεμβάσεις και μεταξύ άλλων, καθόρισε την οριστική τιμή μονάδας αποζημίωσης για τις εδαφικές εκτάσεις, που απαλλοτριώθηκαν ως εξής: α) 130 ευρώ/τ.μ. για ακίνητα, που βρίσκονται σε απόσταση 200-500 μ.
από τη θάλασσα, β) 110 ευρώ/τ.μ. για ακίνητα, που βρίσκονται σε απόσταση 500-800μ. από τη θάλασσα, γ) 90 ευρώ/τ.μ. για ακίνητα, που βρίσκονται σε απόσταση 800-1500 μ. από τη θαλασσα, δ) 60 ευρώ/τ.μ. για ακίνητα, που βρίσκονται σε απόσταση 1500-3.500 μ. από τη θάλασσα και ε) 50 ευρώ/τ.μ. για ακίνητα, που βρίσκονται σε απόσταση πάνω από 3.500 μ.από τη θάλασσα.
Έτσι όμως, που έκρινε το Εφετείο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες, αναφορικά με το ζήτημα της πραγματικής αξίας των εδαφικών εκτάσεων γης, που απαλλοτριώθηκαν, το οποίο ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή όχι εφαρμογής των αναφερόμενων στην παραπάνω μείζονα σκέψη διατάξεων.
Ειδικότερα, παρά το γεγονός, ότι, σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης (βλ. σελ. 38α αυτής), τα απαλλοτριωθέντα ακίνητα διαφοροποιούνται ως προς το ισχύον στην περιοχή, στην οποία εντάσσονται πολεοδομικό καθεστώς, (χρήσεις γης, όρους δόμησης, περιβαλλοντική προστασία), αφού, όπως δέχεται, από τα απαλλοτριούμενα ακίνητα, άλλα βρίσκονται μέσα στον υφιστάμενο αρχαιολογικό χώρο (Β4) και μέσα στη ζώνη προστασίας NATURA 2000, άλλα πέραν και του αρχαιολογικού χώρου του ...
και εντός του χώρου προστασίας NATURA 2000, άλλα έχουν μόνον αγροτικό χαρακτήρα, χωρίς ουδεμία δυνατότητα μελλοντικής οικοπεδικής αξιοποιήσεως, εκ των οποίων, άλλα έχουν ενεργείς καλλιέργειες και άλλα όχι, άλλα είναι αρδεύσιμα και άλλα είναι ξηρικά, ενώ περαιτέρω, άλλα μπορούν, υπό προϋποθέσεις, να οικοδομηθούν στο μέλλον και σε άλλα απαγορεύεται πλήρως οποιαδήποτε οικοδόμηση λόγω ύπαρξης αρχαιολογικού χώρου, προστατευόμενης ζώνης NATURA κ.λπ., εν τούτοις το δικάσαν Εφετείο, για τον καθορισμό της πραγματικής τους αξίας, κατά τον κρίσιμο χρόνο, προέβη σε κατηγοριοποίηση των απαλλοτριωθέντων ακινήτων, με μοναδικό κριτήριο την απόστασή τους από τη θάλασσα, χωρίς επίσης, να διευκρινίζει, αν τα ευρισκόμενα σε ίδια απόσταση από τη θάλασσα είναι ομοειδή μεταξύ τους, ως προς τα παραπάνω χαρακτηριστικά και επί πλέον, χωρίς να αιτιολογεί για ποιο λόγο η απόσταση των ακινήτων από τη θάλασσα επηρεάζει, αναλόγως αυξητικά ή μειωτικά, την αξία τους.
Πέραν τούτου, το Εφετείο, ενώ αποκλίνει και μάλιστα σημαντικά, ως προς την εκτίμηση της αξίας των απαλλοτριούμενων ακινήτων, από τις τιμές της συνταχθείσας, (κατόπιν αίτησης της Δ12 Διεύθυνσης της Γεν. Γραματείας Δημοσίων Έργων), από τους ανεξάρτητους εκτιμητές Δ. Κ. και Ι. Α., σύμφωνα με τη διάταξη της παρ. 6 του άρθρου 15 του ν. 2882/2001, όπως ισχύει, από Μαΐου 2014 "ΕΚΘΕΣΗΣ ΕΚΤΙΜΗΣΗΣ ΑΠΑΛΛΟΤΡΙΩΣΕΩΝ ΙΔΙΟΚΤΗΣΙΩΝ ΠΑ ΤΗΝ ΔΙΕΥΘΕΤΗΣΗ ΤΟΥ ΡΕΜΑΤΟΣ ...
ΣΤΗΝ ΔΗΜΟΤΙΚΗ ΕΝΟΤΗΤΑ ... ΤΗΣ ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑΚΗΣ ΕΝΟΤΗΤΑΣ …", η οποία προσκομίστηκε με επίκληση από το Ελληνικό Δημόσιο στο Εφετείο, αφού η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση καθόρισε τις τιμές μονάδας αποζημιώσεως των εδαφικών εκτάσεων σε τιμές μεγαλύτερες από αυτές, που περιέλαβαν στην Έκθεσή τους οι ανεξάρτητοι Εκτιμητές, δεν αιτιολογεί ειδικώς και επαρκώς τις σχετικές αποκλίσεις, αναφέροντας στην απόφασή του τα πραγματικά δεδομένα, στα οποία θεμελιώνει τη διαφοροποίησή του ως προς την πραγματική αξία των απαλλοτριούμενων ακινήτων, αν και με τις προαναφερόμενες διατάξεις του άρθρου 15 παρ. 6 του ν. 2882/2001, επιβάλλεται η αιτιολόγηση της αποκλίσεως του δικάζοντος από την Έκθεση του ανεξάρτητου Εκτιμητή, έστω και αν η έκθεση αυτή, ως αποδεικτικό μέσο, δεν δεσμεύει υποχρεωτικά τη δικαστική κρίση για τον προσδιορισμό της πραγματικής αξίας των απαλλοτριού μένων ακινήτων.
Επομένως, ο σχετικός πρώτος λόγος αναίρεσης, κατά το δεύτερο μέρος του, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις ίδιες ως άνω αιτιάσεις είναι κατ' ουσίαν βάσιμος. Ο ίδιος λόγος αναίρεσης, κατά το πρώτο μέρος του, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με το οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για το λόγο, ότι καθόρισε τιμή μονάδος αποζημιώσεως υπερβαίνουσα, και μάλιστα εξόχως, την πραγματική αξία της απαλλοτριούμενης εκτάσεως, παραβιάζοντας έτσι ευθέως τις διατάξεις των άρθρων 17 παρ. 2 του Συντάγματος, σε συνδ.
με τις διατάξεις των άρθρων 13 παρ. 1 και 15 παρ. 6 του ν. 2882/2001, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθόσον υπό την επίκληση της ως άνω αναιρετικής πλημέλειας πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων από το Δικαστήριο της ουσίας. Επίσης, ο ίδιος λόγος αναίρεσης, και κατά τις περιλαμβανόμενες σ' αυτόν αιτιάσεις για ασάφειες και αντιφατικότητα της αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης, που συνίστανται στο ότι:
1) "...ναι μεν το Εφετείο έλαβε υπόψη του για τον καθορισμό της αποζημιώσεως, τόσο τον υφιστάμενο, κατά το χρόνο υπολογισμού της αποζημιώσεως, αγροτικό χαρακτήρα των απαλλοτριούμένων ακινήτων, όσο και τη μελλοντική οικοπεδική αξιοποίησή τους, πλην όμως δεν προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, όπως επιβάλλει η ειδική και σαφής αιτιολογία των δικαστικών αποφάσεων, ποιο από τα δύο επιμέρους κριτήρια "βάρυνε" περισσότερο στην κρίση του Δικαστηρίου, έτσι ώστε να καθορίσει την αποζημίωση σε τιμές πολύ υψηλότερες, όχι μόνο από τις αποδιδόμενες στην Έκθεση των ανεξάρτητων Εκτιμητών, αλλά και από τις αντικειμενικές αξίες της περιοχής..." και
2) "...αν και το Εφετείο απέρριψε την προσκομισθείοα από τους καθ' ων υπ' αριθμ. 6513/2011 απόφαση του Εφετείου Αθηνών ως απρόσφορο συγκριτικό στοιχείο, καθόσον αφορά ακίνητα "με οικοπεδικό κυρίως χαρακτήρα", εντούτοις έλαβε υπόψη για το σχηματισμό της κρίσεώς του ως πρόσφορα συγκριτικά στοιχεία τις προσκομισθείσες από τους καθ' ών αγγελίες πώλησης οικοπέδων στη ..., περιπίπτοντας έτσι σε αντιφάσεις, ως προς το εάν ο πιθανός οικοπεδικός χαρακτήρας των ακινήτων συνιστά ή όχι κριτήριο για τον προσδιορισμό του ύψους της αποζημιώσεως...", είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθόσον οι φερόμενες ως δήθεν ασάφειες στην αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης ανάγονται στην πληρέστερη, κατά την άποψη του αναιρεσείοντος, ανάλυση και στάθμιση του αποδεικτικού υλικού, αναφορικά με την αξία των απαλλοτριούμενων εδαφικών εκτάσεων, ενώ εξάλλου, και η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για το πρόσφορο ή μη συγκριτικού στοιχείου, ανάγεται στην εκτίμηση των αποδείξεων και δεν ελέγχεται αναιρετικώς.
Κατόπιν τούτου, με δεδομένο ότι η αναιρετική εμβέλεια του κατά τα ανωτέρω γενόμενου δεκτού 1ου λόγου αναίρεσης, κατά το Β' σκέλος αυτού, οδηγεί στην παραδοχή της αναίρεσης, αναφορικά με το ζήτημα του καθορισμού της οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης για την αξία εδάφους των απαλλοτριουμένων ακινήτων, καθίσταται πλέον αλυσιτελής, άλλως παρέλκει η εξέταση του 2ου αναιρετικού λόγου εκ του άρθρου 559 αρ. 12 ΚΠολΔ, ανεξάρτητα από το γεγονός, ότι αυτός είναι και ουσιαστικά αβάσιμος, διότι η έκθεση του ανεξάρτητου πιστοποιημένου εκτιμητή του άρθρου 15 παρ. 5 του Ν. 2882/2001 δεν έχει δεσμευτική ισχύ, αλλά είναι συμβουλευτική.
Επίσης παρέλκει η εξέταση και του 3ου αναιρετικού λόγου εκ του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι αυτός είναι απαράδεκτος, διότι η σχετική αιτίαση συνιστά επιχείρημα του Ελληνικού Δημοσίου, αιτούντος τον καθορισμό οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης και όχι "πράγμα" κατά την έννοια της ανωτέρω διάταξης και σε κάθε περίπτωση είναι και ουσιαστικά αβάσιμος, εφόσον το Εφετείο αφού ερεύνησε τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος τον απέρριψε εκ του πράγματος καταλήγοντας σε διαφορετικό πόρισμα από εκείνο που υποστηρίζει το αναιρεσείον.
Κατά το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, υπάρχει λόγος αναιρέσεως αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως αναφέρεται σε ακυρότητες, δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό δίκαιο (ΑΠ 67/2015, ΑΠ 902/2008). Μέσω του λόγου αυτού ελέγχεται και το παραδεκτό της άσκησης του ενδίκου μέσου της έφεσης (ΑΠ 53/2019, ΑΠ 1650/2018, ΑΠ 371/2008).
Με τον 4ο λόγο αναίρεσης, ο οποίος ερευνάται, διότι δεν καταλαμβάνεται από την εμβέλεια του γενόμενου δεκτού 1ου κατά το Β' σκέλος αναιρετικού λόγου, εφόσον, κατά την κρίση του Δικαστηρίου τούτου, πλήττει διαφορετικό κεφάλαιο της προσβαλλόμενης απόφασης, το αναιρεσείον ψέγει την προσβαλλόμενη απόφαση για την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, με την ειδικότερη αιτίαση ότι το Εφετείο, παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτες λόγω αοριστίας: (α) την από 28.05.2014 ανταίτηση των Κ.
Γ. κλπ (συν. 3), (β) την από 28.05.2014 ανταίτηση των Ι. Μ. κλπ (συν. 4), (γ) την υπ' αριθ. καταχ. (ΒΑΒ) 218/2014 αίτηση των Λ. Μ. κλπ (συν. 4), (δ) την υπ' αριθ. καταχ. (ΒΑΒ) 221/2014 αίτηση του Ι. Μ., (ε) την από 28.05.2014 ανταίτηση του Ε. Π. και (στ) την υπ' αριθ. καταχ. 198/2014 αίτηση των Ι. Σ. κλπ (συν. 22), αλλά απέρριψε σιωπηρώς, την ένστασή του περί αοριστίας των ως άνω αιτήσεων και ανταιτήσεων, προβληθείσα με τις κατατεθείσες ενώπιον του, από 10.06.2014 προτάσεις του.
Ειδικότερα, όπως διατείνεται το αιτούν, το Δικαστήριο παρά το νόμο δεν απέρριψε ως απαράδεκτες λόγω αοριστίας: α) την από 28.05.2014 ανταίτηση των Κ. Γ. κλπ (συν. 3), διότι οι ανταιτούντες παραλείπουν να αναφέρουν τα ακριβή στοιχεία και τις ιδιότητες των απαλλοτριουμένων ιδιοκτησιών τους, αρκούμενοι απλώς να εκθέσουν τα γενικά χαρακτηριστικά της ευρύτερης περιοχής των απαλλοτριουμένων ακινήτων, β) την από 28.05.2014 ανταίτηση των Ι.
Μ. κλπ (συν. 4), για τον ίδιο ως άνω λόγο, γ) την υπ' αριθμ. καταθ. (ΒΑΒ) 218/2014 αίτηση των Λ. Μ. κλπ (συν. 4), καθόσον οι αιτούντες παραλείπουν να εκθέσουν και να επικαλεσθούν τα στοιχεία και τις ιδιότητες, που προσδίδουν στο απαλλοτριούμενο την αξία, που αυτοί του αποδίδουν, προσδιορίζοντας αυθαιρέτως την αξία των απαλλοτριουμένων ακινήτων τους στο υπερβολικό και υπερπολλαπλάσιο του πραγματικού ποσό των 250€/τ.μ., δ ) την υπ' αριθμ.
καταθ. (ΒΑΒ) 221/2014 αίτηση του Ι. Μ., διότι, αν και ο αιτών υποστηρίζει ότι η αξία της ιδιοκτησίας του ανέρχεται σε 300€/τμ. λόγω της εξαιρετικής ποιότητας του καλλιεργούμενου αμπελιού και συκιών, τα οποία του αποφέρουν εισοδήματα, εν τούτοις δεν αναφέρει το είδος των καλλιεργούμενων συκιών και αμπελιού, την ποσότητα και την ποιότητα της συγκομιδής καθώς και το ύψος των εισοδημάτων του, στοιχεία που είναι απαραίτητα, όπως διατείνεται, προκειμένου το Δικαστήριο να διαπιστώσει την πραγματική αξία του απαλλοτριούμενου ακίνητου συνυπολογιζόμενης και της αξίας της ασκούμενης σε αυτό γεωργικής δραστηριότητας (προσόδου), ε) την από 28.05.2014 ανταίτηση του Ε.
Π., καθόσον, αν και ο ανταιτών ισχυρίζεται, αυθαίρετα, αβάσιμα και αναπόδεικτα, ότι αποτελεί πλέον έναν από τους κυριότερους προμηθευτές νωπών σύκων σε μεγάλες αλυσίδες καταστημάτων, εντούτοις δεν αναφέρει, ως οφείλει, το είδος των συκόδενδρων, που καλλιεργεί και εμπορεύεται, την ποσότητα της εσοδείας και τα έσοδα, που αποκομίζει από την εμπορική εκμετάλλευσή της και στ) την υπ' αριθμ.
καταθ. 198/2014 αίτηση των Ι. Σ. κλπ (συν. 22), καθόσον, αν και οι απαλλοτριούμενες ιδιοκτησίες των αιτούντων είναι ανόμοιες ως προς το διέπον αυτές πολεοδομικό καθεστώς, τις καλλιέργειες το είδος τους και την ένταση της γεωργικής εκμετάλλευσής τους, οι αντίδικοι αντιμετωπίζουν όλες τις απαλλοτριούμενες ιδιοκτησίες ενιαία, παραλείποντας να εκθέσουν τα χαρακτηριστικά καθεμίας ιδιοκτησίας χωριστά.
Οι προβαλλόμενες με το λόγο αυτό αιτιάσεις, αβασίμως προβάλλονται, εφόσον, καθόσον αφορά στις υπό στοιχ. α', β' και γ' αιτήσεις, από την αναφερόμενη σ' αυτές περιγραφή της περιοχής, στην οποία βρίσκονται τα απαλλοτριούμενα ακίνητα των αιτούντων και ήδη αναιρεσιβλήτων, σχετικά με την οποία σημειωτέον αυτοί δεν επικαλούνται στα ως άνω δικόγραφά τους, ότι περιλαμβάνονται ανόμοια ως προς τα κατ' ιδίαν χαρακτηριστικά τους ακίνητα, συνάγονται οι ιδιότητες που αποδίδουν αυτοί στις απαλλοτριούμενες ιδιοκτησίες τους, καθόσον αφορά στην υπό στοιχ.
δ' αίτηση του Ι. Μ., για το ορισμένο της ως άνω αιτήσεως ως προς τη βάση και το αίτημά της περί καθορισμού τιμής μονάδος αποζημιώσεως, λαμβανομένης υπόψη και της προσόδου του, ως αγροτικού, δεν ήταν αναγκαίο να αναφέρει ο αιτών σ' αυτή το είδος των καλλιεργούμενων συκιών και αμπελιού, την ποσότητα και την ποιότητα της συγκομιδής, καθώς και το ύψος των εισοδημάτων του, αλλά αρκούσε η αναφορά σ' αυτή του αιτούντος, ότι "...στον κτηματολογικό πίνακα εμφαίνονται ως ανήκοντα στην ιδιοκτησία του και τα κάτωθι επικείμενα:
Αμπέλι, μέτριο, 900 τ.μ. Συκιές, μεγάλες, 13 τεμάχια...", καθώς και ότι "...επί της ιδιοκτησίας του καλλιεργεί αμπέλι και συκιές εξαιρετικής ποιότητας, που του αποδίδουν εισόδημα...", καθόσον αφορά στην υπό στοιχ. ε' ανταίτηση του Ε. Π., για το ορισμένο της εν λόγω ανταιτήσεως ως προς τη βάση και αίτημά της περί καθορισμού τιμής μονάδος αποζημιώσεως, λαμβανομένης υπόψη και της προσόδου του, ως αγροτικού, δεν ήταν αναγκαίο να αναφέρει ο αιτών σ' αυτή το είδος των συκόδενδρων, που καλλιεργεί και εμπορεύεται, την ποσότητα της εσοδείας και τα έσοδα που αποκομίζει από την εμπορική εκμετάλλευσή της, αλλά αρκούσαν τα αναφερόμενα σχετικώς σ' αυτή από τον αιτούντα, σύμφωνα με τα οποία "Η απαλλοτριούμενη περιοχή, ιδιαιτέρου φυσικού κάλλους, χαρακτηρίζεται, από εντατικές γεωργικές καλλιέργειες, με συνακόλουθο υψηλό βαθμό εσοδείας και ποιότητας των αγροτικών προϊόντων.
Όσον αφορά στα επικείμενα στην αναφερθείσα ιδιοκτησία μου, και συγκεκριμένα στα σύκα, θα πρέπει να σημειωθεί, ότι η καλλιέργειά τους τα τελευταία έτη έχει τελειοποιηθεί και οι μέθοδοι αυτής ακολουθούν τις επιταγές της τελευταίας τεχνολογίας, γεγονός που εγγυάται κατά τα ανωτέρω την υψηλή απόδοση και ποιότητα του προϊόντος αυτού, το οποίο άλλωστε είναι ζωτικής σημασίας για τη συντήρηση της οικογενείας μου, αποτελούντος το βασικό ή και μοναδικό μου εισόδημα, και που συνηγορεί υπέρ του καθορισμού τιμής μονάδας αποζημίωσής τους του κατωτέρω αναφερθησομένου ύψους, ως προς τον οποίο θα πρέπει να ληφθεί υπ' όψη και το ότι σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να συναρτηθεί η τιμή μονάδας των επικειμένων με την αντικειμενική αξία του εδάφους της εκάστοτε απαλλοτριούμενης έκτασης, αφού δεν εξαρτάται απ' αυτήν η ποιότητα της εσοδείας εκ των επ' αυτού επικειμένων", ότι "τα σύκα της περιοχής πιστοποιούνται ως προϊόντα Προστατευόμενης Γεωγραφικής Ένδειξης (Π.ΓΈ.) και πώς ως παραγωγός νωπών σύκων άνω τριακονταετίας, αποτελώ πλέον έναν από τους βασικότερους προμηθευτές του προϊόντος σε μεγάλες αλυσίδες καταστημάτων σούπερ-μάρκετ, ήτοι ...
που διοχετεύουν το προϊόν σε όλη την εγχώρια ελληνική αγορά, ενώ στο παρελθόν συνεργαζόμουν και με την ανώνυμη εταιρεία ..., καθώς και με την ανώνυμη εταιρεία ... ...". Τέλος δε, καθόσον αφορά στην υπό στοιχ. στ' αίτηση των Ι. Σ. κλπ (συν. 22 αιτούντων), δεν ήταν αναγκαίο, να εκθέτουν οι αιτούντες σ' αυτή τα χαρακτηριστικά κάθε μίας ιδιοκτησίας χωριστά, όπως ισχυρίζεται το αναιρεσείον, εφόσον στην εν λόγω αίτηση, δεν υπήρχε αναφορά ότι οι αναφερόμενες σ' αυτή απαλλοτριούμενες ιδιοκτησίες είναι ανόμοιες ως προς το διέπον αυτές πολεοδομικό καθεστώς, τις καλλιέργειες, το είδος τους και την ένταση της γεωργικής εκμετάλλευσής τους, όπως διατείνεται το αναιρεσείον, ώστε να μη δικαιολογείται, η ενιαία αντιμετώπιση όλων των απαλλοτριούμενων ιδιοκτησιών.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 281 ΑΚ, η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικώς, όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου, που προηγήθηκε ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε, χωρίς κατά νόμο να εμποδίσουν τη γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή την μεταγενέστερη άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, αφού τείνει στην ανατροπή καταστάσεως, που δημιουργήθηκε υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο, με επακόλουθο να συνεπάγεται επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο.
Απαιτείται δηλαδή, για να χαρακτηρισθεί καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος, να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, από τη συμπεριφορά του δικαιούχου, σε συνάρτηση και με εκείνη του υπόχρεου και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του. Απαιτείται ακόμη οι πράξεις του υπόχρεου και η υπ' αυτού δημιουργηθείσα κατάσταση, επαγόμενη ιδιαιτέρως επαχθείς για τον υπόχρεο επιπτώσεις, να τελούν σε αιτιώδη σύνδεσμο με την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου.
Μόνη η μακροχρόνια αδράνεια του δικαιούχου και όταν ακόμη δημιούργησε την εύλογη πεποίθηση στον υπόχρεο ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται αυτό να ασκηθεί, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική την μεταγενέστερη άσκηση αυτού, αλλά απαιτείται να συντρέχουν, προσθέτως, ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες, κυρίως, από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του υπόχρεου, ενόψει των οποίων και της αδράνειας του δικαιούχου, η επακολουθούσα άσκηση του δικαιώματος, τείνουσα στην ανατροπή της διαμορφωθείσας καταστάσεως υπό τις ανωτέρω ειδικές συνθήκες και διατηρηθείσας για αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα, να εξέρχεται των υπό της ανωτέρω διατάξεως διαγραφομένων ορίων.
Η ειρημένη δε αδράνεια του δικαιούχου, που δεν είναι απαραίτητο να προκαλεί αφόρητες ή δυσβάστακτες για τον υπόχρεο συνέπειες, αρκεί και η επέλευση δυσμενών απλώς για τα συμφέροντά του επιπτώσεων, πρέπει να υφίσταται επί μακρό χρονικό διάστημα, πλην ελάσσονα του διά την παραγραφή του δικαιώματος υπό του νόμου προβλεπομένου, από τότε που ο δικαιούχος μπορούσε να ασκήσει το δικαίωμά του (ΑΠ Ολ. 17/1995, ΑΠ 1465/2018, ΑΠ 776/2018, ΑΠ 1484/2014 ΑΠ 831/2013, ΑΠ 901/2013).
Στην προκειμένη περίπτωση οι αναιρεσίβλητοι με αύξοντα αριθμό του αναιρετηρίου: 31, 32, 44, 45, 51, 53, 54, 55, 56, 63, 78, 176, 245, 248, 296, 329, 330, 364, 463, 509 και 510, καθώς επίσης, οι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι των 52ου, 89ης (και 508ης) των αρχικών αναιρεσιβλήτων, οι οποίοι παρίστανται με την πληρεξούσια δικηγόρο, Αθανασία Χαρίση, προέβαλαν την ένσταση καταχρηστικής άσκησης του δικογράφου της αναίρεσης, η οποία καταχωρήθηκε στα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης, αλλά επαναλήφθηκε και στις προτάσεις τους ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, διότι, όπως διατείνονται οι ενιστάμενοι ως άνω αναιρεσίβλητοι, το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο α) με το να καταβάλει σ' αυτούς ανεπιφύλακτα την οριστική τιμή μονάδος αποζημίωσης των ιδιοκτησιών τους, που απαλλοτρίωσε, δημιούργησε σ' αυτούς την εύλογη πεποίθηση, ότι δεν θα στραφεί εναντίον τους σκοπώντας στη μείωση αυτής και β) διότι η δεινή οικονομική κρίση της Χώρας, που αποδυνάμωσε την οικονομική τους δυνατότητα, όπως και η είσπραξη σημαντικού μέρους της καταβληθείσας αποζημίωσης από το Δημόσιο, με τη μορφή φόρων, σε συνδυασμό με την απώλεια των ιδιοκτησιών τους, επιφέρει δυσβάστακτες συνέπειες σ' αυτούς και καθιστά την άσκηση του δικαιώματος της αναίρεσης καταχρηστική.
Η ανωτέρω ένσταση των προαναφερόμενων αναιρεσιβλήτων, που κατ' αρχήν προβάλλεται παραδεκτά κατά το άρθρο 570 παρ. 2 ΚΠολΔ, πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη, διότι τα περιστατικά που επικαλούνται οι ενιστάμενοι δεν θεμελιώνουν κατάχρηση δικαιώματος, εφόσον δεν υπερβαίνουν τα όρια της καλής συναλλακτικής πίστης, αλλά αντίθετα, η άσκηση της αναίρεσης συνιστά νόμιμο δικαίωμα του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου και είναι ανεκτή, κατά τις αντιλήψεις περί δικαίου και ηθικής από τον μέσο κοινωνικό άνθρωπο.
Κατόπιν όλων αυτών και μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναίρεσης για να ερευνηθεί πρέπει, μετά την ουσιαστική παραδοχή του 1ου αναιρετικού λόγου, κατά το Β' σκέλος αυτού εκ του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το αναιρούμενο μέρος της υπόθεσης, που αφορά τον καθορισμό οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης για την αξία εδάφους των απαλλοτριούμενων ακινήτων των αναιρεσιβλήτων (για τους οποίους έχει ερευνηθεί η υπόθεση) και να παραπεμφθεί η υπόθεση στο Δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, συγκροτούμενο από άλλους Δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ) για να ερευνηθεί περαιτέρω κατά το αναιρούμενο ως άνω μέρος αυτής. Διάταξη περί παραβόλου δεν ορίζεται, διότι το αναιρεσείον Δημόσιο δεν βαρύνεται με τέτοια υποχρέωση κατά την άσκηση της αναίρεσης, σύμφωνα με το άρθρο 28 παρ. 4 Ν. 2579/1998 σε συνδυασμό με άρθρο 22 παρ. 4 Ν. 1868/1999 (ΑΠ 682/2019, ΑΠ 1257/2019).
Τέλος, πρέπει να καταδικαστούν οι αναιρεσίβλητοι (πλην εκείνων για τους οποίους δεν ερευνήθηκε η αίτηση αναίρεσης, κατά τα αναφερόμενα στο σκεπτικό και στο διατακτικό της παρούσας απόφασης), λόγω της ήττας αυτών (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ) στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο αίτημα αυτού, μειωμένα όμως κατά τους περιορισμούς του άρθρου 22 Ν. 3693/1957, το οποίο εφαρμόζεται υπέρ και κατά του Δημοσίου (ΑΠ 682/2019, ΑΠ 452/2018), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 6356/2014 οριστική απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (ειδική διαδικασία Ν. 2882/2001) κατά το αναιρούμενο μέρος της υπόθεσης, που περιγράφεται στο σκεπτικό της παρούσας απόφασης, ως προς τους αναιρεσιβλήτους, για τους οποίους ερευνήθηκε η υπόθεση, πλην των αναιρεσιβλήτων με τον κατωτέρω αύξοντα αριθμό του αναιρετηρίου 1, 8, 18η, 24, 38 (και 512α), 39, 40, 57, 59, 97, 140, 143, 214, 220, 249, 286, 294, 311 (και 472), 313 (και 344), 380 και 492α των αναιρεσιβλήτων (ως προς τους οποίους έχει χωριστεί η υπόθεση).
Παραπέμπει την υπόθεση κατά το αναιρεθέν μέρος αυτής, για να συζητηθεί περαιτέρω, στο Δικαστήριο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση συγκροτούμενο από άλλους Δικαστές.
Διορθώνει το όνομα της 252ης αναιρεσίβλητης από το εσφαλμένο "Χ." στο ορθό "Χ.".
Απορρίπτει ό, τι έκρινε ότι πρέπει να απορριφθεί. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους, ως προς τους οποίους ερευνήθηκε η υπόθεση, στη μειωμένη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, που ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Ιουνίου 2020.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 6 Αυγούστου 2020.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ