Legislator Case Law & Legislation
895/2015 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on construction obstruction grounds, upholding lower court's finding of illegal access blockage.

Case Number 895/2015
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the regional court's decision regarding illegal obstruction of shared terrace access. The appellant argued the lower court lacked a legal basis due to contradictory reasoning and failed to order an expert report on specific technical knowledge. The court rejected these claims, affirming that the lower court's findings were clear, consistent, and sufficient to establish the illegal blockage of the shared roof terrace.

Legislator headnote

AI generated

Art. 368 K.Pol.D.; Art. 559(19) K.Pol.D.; The appellate court must independently assess the necessity of expert testimony for specialized knowledge; an appeal based on alleged contradictions in the lower court's reasoning is inadmissible if the original decision remains logically sound and factually supported.

Keywords

AI generated
appellate review expert testimony shared property construction obstruction legal basis contradictory reasoning access rights

Cited Legislation

AI generated
Art. 368 K.Pol.D.
Art. 559(19) K.Pol.D.
Art. 176 K.Pol.D.
Art. 183 K.Pol.D.
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 895 / 2015 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 895/2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Μπιχάκη, Προεδρεύoντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Ιωάννη Σίδερη), Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Μαρία Βαρελά και Ασπασία Μαγιάκου, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 18 Μαρτίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Μ. συζ. Π. Τ., το γένος 1, κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Βασιλική Κουτσούκου.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Μ. συζ. Μ. Ψ., το γένος Κ. Δ., και 2) Μ. Ψ. του Γ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Χάρι Ματσίγκου, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14/3/2008 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ρόδου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 105/2009 του ίδιου Δικαστηρίου και 189/2011 του Εφετείου Δωδεκανήσου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 16/1/2012 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Μαρία Βαρελά ανέγνωσε την από 25/4/2013 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.

Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη των αντιδίκων της στη δικαστική δαπάνη της.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, κατά τις διατάξεις του άρθρου 368 Κ.Πολ.Δ. "το δικαστήριο μπορεί να διορίσει ένα ή περισσότερους πραγματογνώμονες αν κρίνει ότι πρόκειται για ζητήματα που απαιτούν για να γίνουν αντιληπτά ειδικές γνώσεις επιστήμης ή τέχνης". Το δικαστήριο οφείλει να διορίσει πραγματογνώμονες αν το ζητήσει κάποιος διάδικος και κρίνει πως χρειάζονται ειδικές γνώσεις επιστήμης ή τέχνης".

Εκ τούτων συνάγεται ότι η συμπλήρωση των αποδείξεων με τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης εναπόκειται στη κυριαρχική και μη ελεγχόμενη αναιρετικώς κρίση του δικαστηρίου της ουσίας το οποίο ελευθέρως εκτιμά την ανάγκη της χρησιμοποίησης του αποδεικτικού αυτού μέσου με εξαίρεση την περίπτωση κατά την οποία κάποιος από τους διαδίκους ζητήσει τη διεξαγωγή πραγματογνωμοσύνης και το δικαστήριο κρίνει ότι χρειάζονται όχι απλώς "ειδικές" γνώσεις επιστήμης ή τέχνης όπως αναφέρεται στο μεταγλωτισμένο στη δημοτική κείμενο του άνω άρθρου 368 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.

αλλά "ιδιάζουσες" τέτοιες γνώσεις όπως αναφέρεται στο υπερισχύον κατά το άρθρο 36 παρ.3 εδάφιο τελευταίο ν. 1406/1983 κείμενο της καθαρεύουσας της εν λόγω διάταξης οπότε οφείλει στην περίπτωση αυτή να διορίσει πραγματογνώμονα ή πραγματογνώμονες. Επομένως, αν δεν υπάρχει παραδοχή του δικαστηρίου ότι πρόκειται για ζητήματα που απαιτούν για να γίνουν αντιληπτά ιδιάζουσες γνώσεις επιστήμης ή τέχνης, η μη λήψη υπόψη ισχυρισμού για ανάγκη διενέργειας πραγματογνωμοσύνης ή η απόρριψη ρητώς ή σιωπηρώς σχετικού αιτήματος αυτού, δεν δημιουργεί λόγο αναίρεσης κατά το άρθρο 559 ΚΠολΔ.

Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 8 άρθρου 559 ΚΠολΔ προβάλλεται από την αναιρεσείουσα αιτίαση κατά της προσβαλλομένης αποφάσεως για το ότι δεν έλαβε υπόψη το αίτημα που προέβαλε περί διενέργειας πραγματογνωμοσύνης προκειμένου να διαπιστωθεί η τωρινή κατάσταση του δώματος του επ' αυτού υφισταμένου κτίσματος ως και των ηλεκτρολογικών και μηχανολογικών εγκαταστάσεων που υπάρχουν σε αυτό.

Σύμφωνα όμως με τα εκτεθέντα στη νομική σκέψη, ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος εφόσον όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση το Εφετείο δεν δέχθηκε ότι πρόκειται για ζητήματα που απαιτούν για να γίνουν αντιληπτά ιδιάζουσες γνώσεις επιστήμης ή τέχνης.

Επειδή, ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 17 ΚΠολΔ, δημιουργείται αν η ίδια η απόφαση περιέχει αντιφατικές διατάξεις. Η αντίφαση πρέπει να υπάρχει στο διατακτικό της απόφασης μεταξύ των διατάξεών της έτσι ώστε λόγω των αντιφάσεων, να καθίσταται αδύνατη η εκτέλεση της απόφασης ή να εμποδίζεται η παραγωγή και η ενέργεια του δεδικασμένου.

Ειδικότερα η αντίφαση στο διατακτικό της αποφάσεως δικαιολογεί την αναίρεσή της όταν απ' αυτή προκαλείται αοριστία με συνέπεια την αδυναμία εκτελέσεως της αποφάσεως ή αβεβαιότητα ως προς την διάπλαση που είχε ζητηθεί ή τη διάγνωση που έγινε για τις σχέσεις των διαδίκων. Έτσι ο λόγος αυτός αναιρέσεως δεν ιδρύεται στην περίπτωση κατά την οποία η αντίφαση υφίσταται μεταξύ αιτιολογικού και διατακτικού οπότε στην περίπτωση αυτή ενδεχομένως να ιδρύεται λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.

Στην προκειμένη περίπτωση με το δεύτερο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 17 του άρθρου 559 ΚΠολΔ συνισταμένης στην ύπαρξη διατάξεων στο διατακτικό της που αντιφάσκουν με τις αιτιολογίες όσον αφορά την άσκηση του δικαιώματος της αναιρεσείουσας κατασκευής μελλοντικής προσθήκης επί του δώματος.

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος γιατί η αποδιδομένη από την αναιρεσείουσα ως άνω πλημμέλεια στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν μπορεί να θεμελιώσει τον υπό της διατάξεως του άρθρου 559 αρ. 17 ΚΠολΔ λόγω αναιρέσεως κατά τα προαναφερθέντα. Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς, ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Έλλειψη νόμιμης βάσης κατά την έννοια της διάταξης αυτής υπάρχει όταν από το αιτιολογικό της απόφασης που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη σαφή, πλήρη και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά τα οποία σύμφωνα με το νόμο είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της διατάξεως που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της διατάξεως αυτής.

Ιδρύεται δηλαδή ο λόγος αυτός όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται ο λόγος αυτός σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται σαφώς, πλήρως και χωρίς αντιφάσεις.

Ως ζητήματα τέλος των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση νοούνται μόνον οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι.

όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων για τα έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης. Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφασή του, δέχθηκε τα ακόλουθα: "...

Η εναγομένη από τότε που οι ενάγοντες εγκαταστάθηκαν στην οικία τους από 20-7-2007, όλως αυθαίρετα απέκλεισε την έξοδό τους προς την ταράτσα της οικοδομής όπου βρίσκονται οι ηλιακοί θερμοσίφωνες των κατοικιών και όπου υπάρχει ένας κλειστός εστεγασμένος χώρος εμβαδού 10 τ.μ. στον οποίο βρίσκονται οι σωληνώσεις της κεντρικής θέρμανσης και ο διανεμητής του τηλεοπτικού σήματος.

Ο παράνομος αυτός αποκλεισμός έγινε με την τοποθέτηση στην απόληξη του κλιμακοστασίου της οικοδομής και ειδικότερα στο πλατύσκαλο που οδηγεί προς το δώμα αυτής μίας θύρας τα κλειδιά της οποίας διατηρεί μόνο η ίδια, αποκλείοντας έτσι τους ενάγοντες από την πρόσβασή τους προς αυτό, αλλά και προς το προπεριγραφέντα κλειστό στεγασμένο χώρο ο οποίος είχε πόρτα από την κατασκευή της οικοδομής ήτοι από το έτος 2002 και τα κλειδιά του οποίου διατηρεί μόνον η ίδια, αποκλείοντας έτσι τους ενάγοντες από την πρόσβασή τους προς αυτό, αλλά και προς τον προπεριγραφέντα κλειστό στεγασμένο χώρο ο οποίος είχε πόρτα από την κατασκευή, αλλά και προς τον προπεριγραφέντα κλειστό στεγασμένο χώρο, ο οποίος είχε πόρτα από την κατασκευή της οικοδομής ήτοι από το έτος 2002 και τα κλειδιά του οποίου διατηρεί μόνον η ίδια, αφού τον χρησιμοποιεί από κοινού με τον σύζυγό της ως αποθηκευτικό χώρο.

Τα ανωτέρω δεν αμφισβητούνται από την εναγομένη η οποία ισχυρίζεται ότι τα έπραξε ασκώντας νόμιμο δικαίωμά της το οποίο απορρέει από το γεγονός ότι η ίδια είναι κυρία της μελλοντικής προσθήκης της οικοδομής, σύμφωνα με την προαναφερθείσα πράξη σύστασης οριζοντίου ιδιοκτησίας και κανονισμού της πολυκατοικίας.

Προς επίρρωση δε του ισχυρισμού της αυτού προσκομίζει την υπ' αριθμ. πρωτ. .../9-4-2008 έγκριση εργασιών μικρής κλίμακας της Διεύθυνσης Πολεοδομίας Ρόδου και το από 2008 τοπογραφικό διάγραμμα του αρχιτέκτονα μηχανικού Α. Κ.. Όμως τόσο η έγκριση των εργασιών όσον και το διάγραμμα του ως άνω αρχιτέκτονα μηχανικού Α.

Κ., κάνουν λόγο για κατασκευή πέργκολας την οποία προτίθεται να τοποθετήσει αυτή πέριξ του στεγασμένου χώρου του δώματος ο οποίος σύμφωνα με τα προεκτεθέντα είναι κατά το νόμο, σε συνδυασμό με τη συστατική της οριζόντιας ιδιοκτησίας πράξη, κοινόκτητος και κοινόχρηστος χώρος της οικοδομής. Εφόσον όμως η εναγομένη δεν έχει προβεί σε κατασκευή κτίσματος επί του δώματος της κατά τα άνω αναφερόμενα ασκήσεως του δικαιώματος κατασκευής μελλοντικής προσθήκης επί του δώματος, όλοι οι ιδιοκτήτες των κατοικιών αυτής δικαιούνται να κάνουν απόλυτη χρήση του δώματος, αρκεί με την χρήση αυτή να μη βλάπτουν τα δικαιώματα των άλλων συνιδιοκτητών.

Συνεπώς, οι ανωτέρω ενέργειες της εναγομένης, βρίσκονται σε πλήρη αντίθεση προς το νόμο και την προαναφερομένη πράξη σύστασης οριζοντίου ιδιοκτησίας που διέπει την οικοδομή, αναιρών ολοκληρωτικά τον προορισμό του δώματος ως χώρου κοινής χρήσης και οδηγούν σε αποκλειστική χρήση του χώρου αυτού από μέρους της.

Με τις ενέργειές της δε αυτές, στερούνται οι ενάγοντες της δυνατότητας εξόδου προς το δώμα όπου ευρίσκεται η ηλιακή εγκατάσταση (ηλιακός θερμοσίφωνας) και προς τον κλειστό κοινόχρηστο χώρο ο οποίος έχει κτισθεί συγχρόνως με όλη την οικοδομή και δεν αποτελεί τη μελλοντική προσθήκη όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η εναγομένη, βρίσκονται σε αυτόν οι σωληνώσεις της εγκατάστασης της κεντρικής θέρμανσης και ο διανεμητής του τηλεοπτικού σήματος.

Έτσι, δεν είναι εφικτή η εγκατάσταση κεντρικής θέρμανσης στην κατοικία τους και η τοποθέτηση ή και επισκευή τηλεοπτικής κεραίας ενώ εξάλλου ανακύπτει και θέμα ασφαλείας καθόσον στερούνται αυτοί της δυνατότητας να εξέλθουν προς την ταράτσα σε περίπτωση ενδεχομένης πυρκαγιάς στον υπόγειο ή ισόγειο χώρο της οικοδομής".

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο έκρινε ότι η αναιρεσείουσα (εναγομένη) παρεμποδίζει αυθαίρετα και παράνομα την ελεύθερη πρόσβαση των λοιπών συγκυρίων προς το δώμα της αναφερομένης στην προσβαλλομένη απόφαση οικοδομής το οποίο είναι κοινόκτητο και κοινόχρηστο πράγμα όλων των διηρημένων αυτοτελών οριζοντίων ιδιοκτησιών της οικοδομής, έκανε δεκτή την αγωγή και απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας κατά της πρωτοβάθμιας απόφασης που είχε κρίνει ομοίως.

Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση αφού διέλαβε σ' αυτόν πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς το ουσιώδες ζήτημα της παρεμποδίσεως της ελεύθερης πρόσβασης των λοιπών συνιδιοκτητών της παραπάνω οικοδομής στον κοινόκτητο και κοινόχρηστο ηλιακό δώμα αυτής εκ μέρους της εναγόμενης παράνομα και αυθαίρετα.

Αντίφαση δε, δεν προσδίδει στο αποδεικτικό πόρισμα του Εφετείου, η αναφορά στην προσβαλλομένη απόφαση ότι "επί του δώματος υπάρχει ένας κλειστός στεγασμένος χώρος εμβαδού 10 τ.μ. στον οποίο βρίσκονται οι σωληνώσεις της κεντρικής θέρμανσης και ο διανεμητής του τηλεοπτικού σήματος" σε σχέση με την αναφορά ότι "επί του δώματος υπάρχει ένας κλειστός στεγασμένος χώρος εμβαδού 10 τ.μ.

στον οποίο βρίσκονται οι σωληνώσεις της κεντρικής θέρμανσης και ο διανεμητής του τηλεοπτικού σήματος" σε σχέση με την αναφορά ότι "εφόσον όμως η εναγομένη δεν έχει προβεί σε κατασκευή κτίσματος επί του δώματος στα πλαίσια της κατά τα άνω αναφερόμενα ασκήσεως του δικαιώματος κατασκευής μελλοντικής προσθήκης επί του δώματος, όλοι οι ιδιοκτήτες των κατοικιών αυτής δικαιούνται να κάνουν απόλυτη χρήση του δώματος, αρκεί με τη χρήση αυτή να μη βλάπτουν τα δικαιώματα των άλλων συνιδιοκτητών", δεδομένου ότι στην πρώτη περίπτωση δεν υπάρχει παραδοχή ότι η κατασκευή του κλειστού στεγασμένου χώρου έγινε από την αναιρεσείουσα όπως τούτο εξάλλου διευκρινίζεται από το Εφετείο με την αναφορά στην προσβαλλόμενη απόδοσή του ότι ο ως άνω κλειστός χώρος έχει κτιστεί συγχρόνως με όλη την οικοδομή και δεν αποτελεί τη μελλοντική προσθήκη που έχει δικαίωμα να ανεγείρει επί του δώματος η αναιρεσείουσα.

Επομένως, ο τρίτος λόγος της αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ με τον οποίο η αναιρεσείουσα ψέγει το Εφετείο ότι στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, λόγω ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Επομένως, πρέπει να απορριφθεί η από 16-1-2012 αίτηση της Μ. συζ. Π.

Τ. το γένος Κ. Κ. κατά Μ. συζ. Μ. Ψ. και Μ. Ψ. και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων κατ' άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ κατά το βάσιμο και νόμιμο αίτημά της.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 16-1-2012 αίτηση της Μ. συζ. Π. Τ. κατά Μ. συζ. Μ. Ψ. και Μ. Ψ. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 189/2011 αποφάσεως του Εφετείου Δωδεκανήσου.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 9 Ιουνίου 2015.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 22 Ιουνίου 2015.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ,