Supreme Court allows appeal on secondary claim regarding lost future earnings due to work injury.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece allowed the appellant's appeal against the Athens Court of Appeal's decision, specifically regarding a secondary claim for lost future earnings. The appellant argued the lower court incorrectly dismissed this claim by treating potential future income as merely possible rather than certain. The court rejected this argument as an evidentiary assessment but upheld the appeal on a separate ground under Article 559 of the Code of Civil Procedure. Consequently, the case was remitted to the Court of Appeal for retrial on the specific issue of the secondary claim.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559(8) K.Pol.D.; Art. 929 A.K.: The Supreme Court allows an appeal when the Court of Appeal rejects a secondary claim for lost future earnings based on an evidentiary assessment of probability, rather than a procedural defect or a failure to consider factual premises.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 895 / 2013 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 895/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Γιαννούλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή, Δημητρούλα Υφαντή και Ιωάννα Πετροπούλου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 22 Φεβρουαρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Θ. Κ. του Γ., κατοίκου ... ο οποίος εκπροσωπήθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του Aδάμ Αγγελόπουλο και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. Α. Ζ. του Γ., κατοίκου ... ο οποίος εκπροσωπήθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου της Χρήστο Καλφούντζο, βάσει δηλώσεως κατ' άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις και 2. Της Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρίας με την επωνυμία "ΙΝΤΕRASCO ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΙΑ ΓΕΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ ΑΕΓΑ", που εδρεύει στο … και εκπροσωπείται νόμιμα, ως οιονεί καθολικής διαδόχου της γερμανικής ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία UNIVERSA ALLGEMEINE VERSICHERUNG AG που εδρεύει στην ... η οποία εκπροσωπήθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου της Γεώργιο Δημαρά βάσει δηλώσεως κατ' άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-3-2006 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:1025/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1093/2012 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 1-6-2012 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ιωάννα Πετροπούλου, ανέγνωσε την από 13-2-2013 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του δεύτερου λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως και την απόρριψη των λοιπών.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή πράγματα κατά την έννοια της διατάξεως του αριθμού 8 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., η μη λήψη υπόψη των οποίων από το δικαστήριο της ουσίας ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναιρέσεως, θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί που συγκροτούν την ιστορική βάση της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως και έτσι θεμελιώνουν το αίτημά τους και όχι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή επιχειρήματα νομικά, ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή την εκτίμηση των αποδείξεων. Πράγμα επομένως αποτελεί και ο λόγος έφεσης που περιέχει παράπονο κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου με την οποία απορρίφθηκε ισχυρισμός του εκκαλούντος ή έγινε δεκτός ισχυρισμός του αντιδίκου του. Ο λόγος όμως αυτός δεν ιδρύεται, αν το δευτεροβάθμιο δικαστήριο απέρριψε το λόγο της έφεσης ως απαράδεκτο ή αβάσιμο, γεγονός που σημαίνει ότι τον έλαβε υπόψη, ενώ εξ άλλου, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αν το δικαστήριο που δίκασε, έλαβε υπόψη τον προταθέντα και αποτελούντα "πράγμα" ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό.
Με το δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 8 άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., διότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη "πράγμα" υπό την προεκτεθείσα του όρου έννοια που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της παρούσης δίκης και συγκεκριμένα, το δεύτερο λόγο της από 10.6.2010 εφέσεως του αναιρεσείοντος βάσει του οποίου εσφαλμένα το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο απέρριψε την ένδικη αγωγή κατά την επικουρική αυτής βάση, με την οποία ο αναιρεσείων ζητούσε την καταψήφιση των αναιρεσιβλήτων στην καταβολή του ποσού των 650,26 ευρώ μηνιαίως το οποίο με πιθανότητα κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων θα απεκέρδαινε απασχολούμενος ως ανειδίκευτος εργάτης σε οποιαδήποτε εργασία κατά το από 1.10.2004 μέχρι 31.12.2036 χρονικό διάστημα και απώλεσε συνεπεία του τραυματισμού του από το ένδικο ατύχημα.
Ο λόγος αυτός της αιτήσεως αναιρέσεως πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος, αφού, όπως από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει, το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τον αποτελούντα "πράγμα" λόγο αυτό της εφέσεως και δεν ασχολήθηκε καθόλου με την (δεύτερη) επικουρική βάση της αγωγής (για τα εισοδήματα που θα απωλέσει στο μέλλον εξαιτίας της ανικανότητάς του για εργασία) παρά την απόρριψη της κύριας βάσεως της αγωγής.- Περαιτέρω, με τον τρίτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον ίδιο ως άνω αριθμό άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., διότι το Εφετείο, παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη "πράγμα" υπό την προεκτεθείσα του όρου έννοια και συγκεκριμένα, το δεύτερο λόγος της από 10.6.2010 εφέσεως του αναιρεσείοντος κατά τον οποίο εσφαλμένα το Πρωτοβάθμιο δικαστήριο έκρινε απορριπτέα την ένδικη αγωγή κατά την επικουρική αυτής βάση με την οποία ζητούσε α) την καταψήφιση των αναιρεσιβλήτων προς καταβολή του ποσού των 557,59 ευρώ μηνιαίως προσαυξανόμενο κατά ποσοστό 5% κατ' έτος για το χρονικό διάστημα από 1.10.2004 έως 31.12.2036 που με πιθανότητα και κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων θα ελάμβανε ως πτυχιούχος ηλεκτρολογίας με βάση τις οικείες ΣΣΕ εκ της εργασίας του ως τεχνικού ηλεκτρολογικών υπολογιστών και απώλεσε συνεπεία του τραυματισμού του από το ένδικο ατύχημα και την έτερη αυτής (επικουρική βάση) με την οποία ζητούσε β) την καταψήφιση των αναιρεσιβλήτων προς καταβολή του ποσού των 650,26 ευρώ μηνιαίως που με πιθανότητα και κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων θα απεκέρδαινε απασχολούμενος ως ανειδίκευτος εργάτης το ίδιο ως ανωτέρω χρονικό διάστημα με βάση την οικεία ΣΣΕ και απώλεσε συνεπεία του τραυματισμού του από το ένδικο ατύχημα.
Ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι σε σχέση με την αιτίαση που αφορά την υπό στοιχείο α (πρώτη) επικουρική της αγωγής βάση απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι το Εφετείο, έλαβε υπόψη το σχετικό λόγο έφεσης και τον απέρριψε κατ' ουσία με την αιτιολογία ότι υπό την επικαλούμενη ως ανωτέρω εκδοχή η ζημία του είναι απλώς ενδεχόμενη, και όσον αφορά την υπό στοιχείο β (δεύτερη) επικουρική της αγωγής βάση, είναι απορριπτέος ως άνευ αντικειμένου, μετά την παραδοχή του ομοίου περιεχομένου, με τον προαναφερόμενο, δευτέρου λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως.
Επειδή, ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 9 άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται όταν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε ή επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν ή άφησε αίτηση αδίκαστη. Αν το δικαστήριο παρέλειψε να αποφανθεί επί αιτήματος της αγωγής χωρίς να διαλάβει οτιδήποτε στο σκεπτικό ή στο διατακτικό του, το αίτημα τούτο θεωρείται ότι σιωπηρά απορρίφθηκε.
Ως αίτηση δε, κατά την έννοια της ανωτέρω διατάξεως, θεωρείται εκείνη, που αποτελεί ιδιαίτερο κεφάλαιο της δίκης και προκαλεί εκκρεμοδικία, δηλαδή, η αίτηση για παροχή έννομης προστασίας και όχι τα διάφορα νομικά ή πραγματικά ζητήματα ή για εσφαλμένη εκτίμηση αποδεικτικών μέσων. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 9 άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ.
διότι το Εφετείο, άφησε αδίκαστο το επικουρικό αίτημα της ένδικης αγωγής με το οποίο ο αναιρεσείων ζητούσε την επιδίκαση του αναφερόμενου σ' αυτή ποσού μηνιαίως, το οποίο με πιθανότητα κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων θα απεκέρδαινε απασχολούμενος ως ανειδίκευτος εργάτης σε οποιαδήποτε εργασία κατά το από 1.10.2004 μέχρι 31.12.2036 χρονικό διάστημα και απώλεσε συνεπεία του τραυματισμού του από το ένδικο ατύχημα.
Ο αναιρετικός αυτός λόγος μετά την παραδοχή του δεύτερου αναιρετικού λόγου, της μη λήψεως υπόψη από το Εφετείο του λόγου της εφέσεως του αναιρεσείοντος αναφορικά με τη σιγή απόρριψη της (δεύτερης) επικουρικής ως άνω βάσεως της ένδικης αγωγής με το προεκτεθέν περιεχόμενο και αίτημα, είναι ωσαύτως απορριπτέος, ως άνω αντικειμένου.
Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 929 εδ α ΑΚ που ορίζει ότι σε περίπτωση βλάβης του σώματος ή της υγείας προσώπου η αποζημίωση περιλαμβάνει εκτός από τα νοσήλια και τη ζημία που έχει ήδη επέλθει, οτιδήποτε ο παθών θα στερείται στο μέλλον ή θα ξοδεύει επιπλέον, εξ αιτίας της αύξησης των δαπανών του, προκύπτει ότι ο παθών μπορεί να απαιτήσει την αποκατάσταση της μελλοντικής θετικής ζημίας του, η οποία περιλαμβάνει, ορισμένες, συνήθως επαναλαμβανόμενες και διαρκείς δαπάνες που γίνονται για τον περιορισμό ή την ελάφρυνση των δυσμενών συνεπειών οι οποίες παραμένουν στον παθόντα μετά την αποκατάσταση της σωματικής βλάβης. Κατ' εξαίρεση, δε μπορεί το Δικαστήριο, όταν το ζητήσει ο παθών και συντρέχει σπουδαίος λόγος, να τις επιδικάσει σε κεφάλαιο εφ' άπαξ. Σπουδαίος λόγος υπάρχει, όταν συγκεντρωμένη η αποζημίωση μπορεί να εξυπηρετήσει καλύτερα τα συμφέροντα του δικαιούχου της αποζημιώσεως ή όταν υπάρχουν δυσμενείς προσωπικοί ή οικονομικοί λόγοι στην πλευρά του υποχρέου της αποζημιώσεως. Ως κεφάλαιο δε εφ' άπαξ κατά την έννοια του άρθρου 930 παρ. 1 ΑΚ, νοείται το σύνολο των μελλοντικών περιοδικών δόσεων και δεν υπόκειται σε μείωση για οποιοδήποτε λόγο. Η μελλοντική δε ως ανωτέρω ζημία, αποκαθίσταται εφ' όσον η επέλευσή της είναι βέβαιη και η έκτασή της μπορεί από τώρα να προσδιορισθεί, όχι όμως όταν είναι ενδεχόμενη και υποθετική.
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 εδ α Κ.Πολ.Δ., λόγος αναίρεσης για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμόσθηκε ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέα κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.
Τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.
Εξ' άλλου, ο εκ του άρθρου 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως είναι δυνατό να φέρεται ότι πλήττει την προσβαλλομένη απόφαση γιατί παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου αλλά στην πραγματικότητα να πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη που αποτελεί κύρωση της παράβαση του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.
Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, δέχθηκε ανελέγκτως, τ' ακόλουθα αναφορικά με την επικουρική βάση της αγωγής με αντικείμενο, την επιδίκαση των αποδοχών εκ της εργασίας του ως πτυχιούχος ηλεκτρολογίας, που θα ελέμβανε κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων και απώλεσε συνεπεία του τραυματισμού του από το ένδικο ατύχημα.
Περαιτέρω, ο ενάγων, κατά το χρόνο του ενδίκου ατυχήματος ήταν σπουδαστής του τμήματος Ηλεκτρολογίας της Σχολής Τεχνικών Εφαρμογών, έχει ολοκληρώσει όλα τα μαθήματα στο Τμήμα Ηλεκτρολογίας και εκκρεμεί μόνο η Πρακτική του Άσκηση και η Πτυχιακή του Εργασία (βλ. την υπ' αριθ. πρωτ. 3906/12.6.2003 βεβαίωση του Ανώτατου τεχνολογικού εκπαιδευτικού ιδρύματος Πάτρας).
Στην προκειμένη περίπτωση, με την προγενέστερη από 21.3.2003 αγωγή του ενάγοντος (αριθ. εκθ. καταθ. 2623/2003) κατά των ήδη εναγομένων εκείνος ζητούσε, εκτός των άλλων, να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να του καταβάλουν, καθένας εις ολόκληρο, ως αποζημίωση συνεπεία του τραυματισμού του, το συνολικό ποσό των 15.612,52 ευρώ, το οποίο θα λάμβανε ως τεχνικός ηλεκτρονικών υπολογιστών, εάν δεν τραυματιζόταν (αποδοχές, δώρα Χριστουγέννων και Πάσχα, επιδόματα αδείας), τα οποία στερήθηκε ο ενάγων από 26.3.2001 έως και 21.3.2003, καθώς και το ποσό των 11.709,37 ευρώ, το οποίο θα ελάμβανε αν και εφόσον θα εξακολουθούσε να εργάζεται με την πιο πάνω ειδικότητα για το χρονικό διάστημα μετά την άσκηση της άνω αγωγής, ήτοι από 21.3.2003 έως 20.9.2004.
Με την υπ. αριθ. 7622/2006 τελεσίδικη απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, κρίθηκε, όσον αφορά την απώλεια εισοδήματος, ότι από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν προέκυψε ότι ο ενάγων εργαζόταν κατά το χρόνο του ατυχήματος και για το λόγο αυτό το σχετικό κονδύλιο απορρίφθηκε ως ουσία αβάσιμο. Με την ένδικη αγωγή, η οποία στρέφεται κατά των αυτών εναγομένων, ο ενάγων ζήτησε αποζημίωση για το μεταγενέστερο χρονικό διάστημα, από το τέλος Σεπτεμβρίου 2004 έως 31.12.2036, που θα συμπλήρωνε το 65ο έτος της ηλικίας του, οπότε και θα ελάμβανε σύνταξη και την αξίωσή του αυτή στήριξε στο γεγονός, ότι ζημιώθηκε πλέον εκείνα που θα λάμβανε ως μισθούς, απασχολούμενος ως ιδιωτικός υπάλληλος στην επιχείρηση εμπορίας και τεχνολογικής υποστήριξης και Service ηλεκτρονικών υπολογιστών με την επωνυμία " …", που εδρεύει στην … με την ειδικότητα του τεχνικού Ηλεκτρονικών Υπολογιστών.
Η αγωγή με αυτό το περιεχόμενο, όσον αφορά το κεφάλαιο απώλειας εισοδημάτων, υπόκειται στο δεδικασμένο που παράγεται από την προαναφερθείσα απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, επί της προγενέστερης αγωγής του ενάγοντος κατά των αυτών εναγομένων, καθόσον θεμελιώνεται στα ίδια πραγματικά περιστατικά και τις προϋποθέσεις του επιδιωκομένου δικαιώματος.
Παράλληλα, όμως, ο ενάγων στήριξε την αξίωσή του στο γεγονός ότι ήταν φοιτητής στα Τ.Ε.Ι. Πατρών και ότι εκκρεμούσε μόνο η πρακτική του άσκηση και η πτυχιακή του εργασία, την οποία μετά βεβαιότητας και κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων θα είχε τελειώσει μέχρι το τέλος Σεπτεμβρίου 2004. Περαιτέρω, ο ενάγων προσθέτει ότι και αν ακόμη θεωρηθεί ότι δεν θα ελάμβανε το πτυχίο Ηλεκτρολογίας Τ.Ε.Ι.
Πατρών και πάλι ουδεμία διαφοροποίηση θα επερχόταν στις αποδοχές του, αφού ακόμα και ως απλός τεχνικός Η/Υ, ειδικότητα με την οποία απασχολείτο στην ανωτέρω εταιρεία χωρίς τον τίτλο του πτυχιούχου, θα ελάμβανε το ποσό των 557,59 ευρώ. Από τα προαναφερθέντα περιστατικά που αποδείχθηκαν, το Δικαστήριο κρίνει ότι και υπό την ανωτέρω εκδοχή, η ζημία του ενάγοντος είναι απλώς ενδεχόμενη, οπότε, ως προς το κεφάλαιο αυτό η αγωγή, πρέπει να απορριφθεί ως κατ' ουσία αβάσιμη.- Έτσι που έκρινε το Εφετείο, με συνοπτική πλην σαφή αιτιολογία απέρριψε την ένδικη αγωγή κατά την επικουρική αυτής βάση της κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων λήψης του πτυχίου της ηλεκτρολογίας και απασχόλησης του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος ως πτυχιούχου ηλεκτρολογίας κατά το από 1.10.2004 έως 31.12.2036 χρονικό διάστημα, με αποτέλεσμα να απωλέσει το ποσό των 557,59 ευρώ μηνιαίως προσαυξανόμενο κατά ποσοστό 5% κατ' έτος που θα ελάμβανε εργαζόμενος ως τεχνικός ηλεκτρονικών υπολογιστών και απώλεσε συνεπεία του τραυματισμού του από το ένδικο ατύχημα, με την αιτιολογία ότι υπό την εκδοχή αυτή η επέλευση της ζημίας του είναι απλώς ενδεχόμενη.
Επομένως, ο τέταρτος και ο πέμπτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τους αριθμούς 1 και 19 αντίστοιχα άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. της παραβίασης ευθέως και εκ πλαγίου με αντιφατικές αιτιολογίες της διάταξης του άρθρου 929 ΑΚ, διότι ενώ αρχικά δέχεται ότι ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων ήταν σπουδαστής του τμήματος Ηλεκτρολογίας της Σχολής Τεχνικών Εφαρμογών (ΤΕΙ Πατρών) και είχε ολοκληρώσει όλα τα μαθήματα του ως ανωτέρω τμήματος και εκκρεμούσε μόνο η πρακτική του άσκηση και η πτυχιακή του εργασία την οποία μετά βεβαιότητας και κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων θα είχε περαιώσει μέχρι το Σεπτέμβριο του έτους 2004, στη συνέχεια απέρριψε την επικουρική ως άνω βάση της αγωγής με την προαναφερόμενη αιτιολογία ότι και υπό την εκδοχή αυτή η επέλευση της ζημίας του είναι απλώς ενδεχόμενη και όχι βέβαιη ώστε να τύχει εφαρμογής η διάταξη του 929 ΑΚ, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι, άλλως και σε κάθε περίπτωση και ως απαράδεκτοι, διότι υπό την επίφαση της σχετικής πλημμέλειας πλήττεται η ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Εφετείου αναφορικά με το ουσιώδες ζήτημα του χαρακτήρα της μελλοντικής ζημίας του ενάγοντος ως ενδεχόμενης και όχι βέβαιης.
Επειδή κατά τη διάταξη του αριθμού 1 άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται και αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας παραβιάζεται και με εσφαλμένη εφαρμογή η οποία εκδηλώνεται και όταν δεν εφαρμόζεται κανόνας, εάν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του. Ίδια αναιρετική πλημμέλεια δημιουργεί και η παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας εφ' όσον αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς, όχι δε και όταν αυτά χρησιμοποιούνται για να στηρίξουν έμμεση απόδειξη ή για την εκτίμηση των προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων.
Ως διδάγματα κοινής πείρας θεωρούνται οι ορισμοί και οι αφηρημένες υποθετικές κρίσεις που αντλούνται από την παρατήρηση της εμπειρικής πραγματικότητας με την βοήθεια των φυσικών επιστημών και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο για την εξιδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών. Με τον έκτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 εδ.
β' του Κ.Πολ.Δ., διότι το Εφετείο απέρριψε την επικουρική βάση της αγωγής με την οποία ο αναιρεσείων ζητούσε την καταψήφιση των αναιρεσιβλήτων προς καταβολή του ποσού των 557,59 ευρώ μηνιαίως προσαυξανόμενο κατά ποσοστό 5% κατ' έτος για το χρονικό διάστημα από 1.10.2004 έως 31.12.2036 που με πιθανότητα και κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων θα ελάμβανε ως πτυχιούχος ηλεκτρολογίας με βάση τις οικείες ΣΣΕ εκ της εργασίας του ως τεχνικός ηλεκτρονικών υπολογιστών και απώλεσε συνεπεία του τραυματισμού του από το ένδικο ατύχημα με την αιτιολογία ότι υπό την εκδοχή αυτή η ζημία του είναι απλώς ενδεχόμενη, παραλείποντας να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα κοινής πείρας ότι υπό την εκδοχή αυτή η ζημία του είναι βεβαία κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι αναφέρεται στην εκτίμηση των αποδείξεων και όχι στην υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που αποτέλεσαν τις παραδοχές του Εφετείου, όπως αυτές εκτίθενται στην αμέσως προηγούμενη σκέψη στον ουσιαστικού δικαίου κανόνα του άρθρου 929 Α.Κ.
Επειδή, με βάση τα προεκτιθέμενα, πρέπει να γίνει δεκτή η από 1.6.2012 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθ. 1093/2012 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών κατά παραδοχή του δεύτερου λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως ως βάσιμου και κατ' ουσία από τον αριθμό 8 άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., αναφορικά με τη (δεύτερη) επικουρική αυτής με την οποία ο αναιρεσείων ζητούσε την καταψήφιση των αναιρεσιβλήτων στην καταβολή του ποσού των 650,26 ευρώ μηνιαίως το οποίο, με πιθανότητα και κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων θα απεκέρδαινε απασχολούμενος ως ανειδίκευτος εργάτης σε οποιαδήποτε εργασία κατά το από 1.10.2004 μέχρι 31.12.2036 χρονικό διάστημα και απώλεσε συνεπεία του τραυματισμού του από το ένδικο ατύχημα, να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά το μέρος αυτό για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, κατά διορθωτική με συμπλήρωση, ερμηνεία του άρθρου 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ., όπως αντικ. με το άρθρο 12 παρ. 4 ν. 4055/2012 και να καταδικασθεί καθένας των αναιρεσιβλήτων, λόγω της ήττας τους, στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος (άρθρο 178, 183 Κ.Πολ.Δ.), όπως στο διατακτικό και επιπρόσθετα, να διαταχθεί η επιστροφή του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου (άρθρ. 12 παρ. 2 ν.4055/2012).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 1093/2012 απόφαση του Εφετείου Αθηνών ως προς το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος της.
Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος, προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές.
Καταδικάζει καθένα από τους αναιρεσιβλήτους στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος που ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων (2.000) ευρώ. Και Διατάσσει την επιστροφή στον αναιρεσείοντα του κατατεθέντος παραβόλου.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 9 Απριλίου 2013. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 14 Μαΐου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ