Supreme Court dismisses appeal on fraud grounds, ruling evidence evaluation is a matter for the lower court.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Athens Court of Appeal's decision regarding a fraud claim. The appellant argued the lower court distorted evidence, but the court found the appeal inadmissible because the final assessment of conflicting documents required evaluating all evidence together, a task beyond the Supreme Court's review. Consequently, the appeal was rejected, and the appellant was ordered to pay the respondent's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(1), 559(19), 559(20), 561(1) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court cannot review the lower court's evaluation of evidence when it relies on a combined assessment of multiple documents, as such factual determinations are excluded from appellate scrutiny.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 895 / 2011 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 895/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Φούκα, Γεώργιο Χρυσικό, Ιωάννη Σίδερη και Νικόλαο Λεοντή , Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 2 Μαΐου 2011, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Γ. Π. του Π., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Πάνο Ρουσιά.
Της αναιρεσιβλήτου: Π. συζ. Π. Λ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σπυρίδωνα Οικονόμου, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24 Μαϊου 2004 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3314/2006 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 4849/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 21 Δεκεμβρίου 2007 αίτησή του και του από 25 Σεπτεμβρίου 2010 δικογράφου προσθέτων λόγων.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Χρυσικός, ανέγνωσε την από 18 Απριλίου 2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου λόγου του από 25-9-2010 δικογράφου προσθέτων λόγων, την απόρριψη των λοιπών πρόσθετων λόγων και όλων των λόγων του δικογράφου της από 21-12-2007 αίτησης αναίρεσης και την αναίρεση της υπ' αριθμ. 4849/2007 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και των προσθέτων αυτής λόγων ως και την καταδίκη της αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ.1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ. ΑΠ 7/2006, 4/2005). Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ. ΑΠ 27 και 28/1998).
Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠοΛΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.
ΑΠ 1/1999). Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 19 λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης με την έννοια της ανεπαρκούς αιτιολογίας αφορά ελλείψεις αναγόμενες αποκλειστικά στη διατύπωση του αιτιολογικού πορίσματος αναφορικά με τη συνδρομή ή μη γεγονότων, που στη συγκεκριμένη περίπτωση συγκροτούν το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, έτσι ώστε, από την ανεπαρκή ή αντιφατική έκθεσή τους, να μην μπορεί να κριθεί αν η απόφαση στηρίζεται ή όχι νομικώς (Ολ.
ΑΠ 13/1995) Η ύπαρξη νόμιμης βάσης και η αντίστοιχη έλλειψη της πρέπει να προκύπτουν αμέσως από την προσβαλλόμενη απόφαση, ο δε Άρειος Πάγος διαπιστώνει την ύπαρξη ή την ανυπαρξία του προκειμένου λόγου αναίρεσης, ελέγχοντας μόνο την προσβαλλόμενη απόφαση και το αιτιολογικό της και όχι το περιεχόμενο άλλων εγγράφων ή αποφάσεων σε εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ.
Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.
Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, που ορίζει, ότι όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 297, 298 και 330 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει, ότι προϋποθέσεις της υποχρέωσης προς αποζημίωση, είναι: 1) ζημιογόνος συμπεριφορά (πράξη παράλειψη), 2) παράνομος χαρακτήρας της πράξης ή παράλειψης, 3) υπαιτιότητα και 4) πρόσφορος αιτιώδη σύνδεσμος, μεταξύ ζημιογόνου συμπεριφοράς (νόμιμου λόγου ευθύνης) και αποτελέσματος (ζημίας).
Το παράνομο της συμπεριφοράς συνδέεται με αντίθεση προς διάταξη που απαγορεύει τη συγκεκριμένη πράξη, είναι δε αδιάφορο σε ποιο τμήμα του δικαίου βρίσκεται η διάταξη που απαγορεύει την ένδικη συμπεριφορά. Από την ίδια διάταξη του άρθρου 914 του ΑΚ, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 147-149 του Α.Κ. και 386 του Π.Κ., προκύπτει ότι, γενεσιουργό λόγο της υποχρέωσης σε αποζημίωση αποτελεί και η απατηλή συμπεριφορά σε βάρος του ζημιωθέντος, η οποία υπάρχει όταν κάποιος από δόλο προκαλεί, ενισχύει ή διατηρεί με κάθε μέσο ή τέχνασμα σε άλλον τη σφαλερή αντίληψη πραγματικών γεγονότων, ένεκα της οποίας αυτός προβαίνει σε δήλωση βούλησης ή επιχείρηση πράξης, από την οποία υφίσταται ζημία, εφόσον το χρησιμοποιηθέν απατηλό μέσο υπήρξε αποφασιστικό για τη γενόμενη δήλωση βούλησης ή την επιχειρηθείσα πράξη, ενώ δεν αποκλείεται η τυχόν χρησιμοποιηθείσα για την απάτη ψευδής παράσταση να αναφέρεται σε μελλοντικό γεγονός ή να συνδέεται με απόκρυψη κρίσιμων γεγονότων, την ύπαρξη των οποίων αγνοούσε ο ζημιωθείς και γνώριζε αυτός που τον εξαπάτησε (ΑΠ 1516/1999), χωρίς να είναι αναγκαίο η προκληθείσα από την απατηλή συμπεριφορά ζημία να συνδέεται αποκλειστικά με ωφέλεια αντίστοιχη, που επήλθε στο πρόσωπο του εξαπατήσαντος, αφού αυτή μπορεί να αφορά και τρίτο.
Εξάλλου, κατά την έννοια της ως άνω διάταξης, ερμηνευομένης ενόψει και του άρθρου 27 του Ποινικού Κώδικα, δόλος συντρέχει όχι μόνον όταν ο δράστης επιδιώκει την πρόκληση της ζημιάς αυτής αλλά και όταν γνωρίζει ως ενδεχόμενη και αποδέχεται την δυνατότητα πρόκλησης της ίδιας ζημιάς είτε ως αναγκαία είτε ως ενδεχόμενη συνέπεια της παράνομης συμπεριφοράς του.
Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 298 εδ. β' του ΑΚ προκύπτει ότι η απαραίτητη για τη θεμελίωση της αξίωσης αποζημίωσης αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της προκληθείσας ζημίας υπάρχει, όταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας (άρθρο 336 παρ. 4 του ΚΠολΔ), η φερόμενη ως ζημιογόνος πράξη ή παράλειψη κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις της συγκεκριμένης περίπτωσης (άρθρο 298 του ΑΚ) ήταν επαρκής, ικανή (πρόσφορη) να επιφέρει το επιζήμιο αποτέλεσμα και επέφερε αυτό στη συγκεκριμένη περίπτωση (ΑΠ 468/2003).
Εφόσον οι πιο πάνω έννοιες της υπαιτιότητας και της αιτιώδους συνάφειας είναι αόριστες νομικές έννοιες, η από το δικαστήριο της ουσίας κρίση περί της συνδρομής ή μη αυτών, με την έννοια που προαναφέρθηκε, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, ο οποίος στο ζήτημα της αιτιώδους συνάφειας κρίνει το εάν τα, κυριαρχικώς διαπιστωθέντα από το δικαστήριο της ουσίας, πραγματικά περιστατικά επιτρέπουν το συμπέρασμα, ότι ορισμένο γεγονός μπορεί αντικειμενικά, σε συνδυασμό και με τα διδάγματα της κοινής πείρας, να θεωρηθεί ως πρόσφορη αιτία του ζημιογόνου αποτελέσματος που επήλθε (ΑΠ 342/2009).
Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 4849/2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, έγιναν δεκτά τα ακόλουθα κατά την ανέλεγκτη επί της ουσίας εκτίμηση των αποδείξεων: "Μεταξύ των εναγομένων κατηρτίσθη εγγράφως η από 25-01-1991 σύμβαση ασφαλειομεσίτη, δυνάμει της οποίας ο πρώτος των εναγομένων (και ήδη αναιρεσείων), ανέλαβε έναντι προμήθειας κατά κλάδο ασφάλισης, να διαμεσολαβεί για την κατάρτιση ασφαλιστικών συμβάσεων μεταξύ της δευτέρας εναγομένης (που δεν είναι διάδικος στην προκειμένη δίκη) και τρίτων προσώπων που θα πρότεινε ο πρώτος εναγόμενος.
Στο άρθρο 2 της εν λόγω σύμβασης προσδιορίζονται οι υποχρεώσεις του πρώτου εναγομένου, στο δε άρθρο 4 αποσαφηνίζεται και δηλώνεται ότι η εν λόγω σύμβαση είναι η υπό του άρθρου 27 Ν.Δ. 400/1970 και το άρθρο 6 του Β.Δ. 503/1972 προβλεπόμενη τοιαύτη, ήτοι της συμβάσεως έργου, και ότι σε καμμία περίπτωση δεν μπορεί να θεωρηθεί ή ερμηνευθεί σαν σχέση εργασίας, ή μίσθωσης υπηρεσίας εν γένει.
Ο πρώτος εναγόμενος, που τελευταίως, αντί για ασφαλειομεσίτης, προσδιορίζεται στο νόμο και στις συναλλαγές ως ασφαλιστικός σύμβουλος, με βάση τη σύμβαση αυτή έργου προτείνει, για λογαριασμό της εναγομένης, ασφαλιστικές λύσεις στους ενδιαφερόμενους να ασφαλισθούν πελάτες, χωρίς το δικαίωμα επί ποινή ακυρότητας της σύμβασης (άρθρο5 περ.5.5) εκπροσώπησης και υπογραφής ασφαλιστηρίων.
Για τον τρόπο δε εκπληρώσεως των καθηκόντων του, αυτός ακολουθούσε τις συμφωνημένες ως άνω οδηγίες, που αναγράφονται στο προμνησθέν άρθρο 2 της σύμβασης, και ειδικότερα για κάθε προτεινόμενη συνεργασία υποβάλλεται από τον πρώτο εναγόμενο προς την δευτέρα εναγομένη, ειδικό έντυπο, που χορηγεί αυτή, κατά κλάδο ασφάλισης, υπογεγραμμένο από τον πελάτη και τον πρώτο εναγόμενο και για κάθε δημοσίευση ή διαφήμιση που έχει σχέση με τη δευτέρα εναγομένη πρέπει ο πρώτος εναγόμενος να ζητάει την προηγούμενη έγγραφη έγκρισή της.
Εξ αυτών αποδεικνύεται σε συνδυασμό και με το ανωτέρω αποδεικτικό υλικό, ότι με βάση τις οδηγίες της δευτέρας εναγομένης, συνιστάμενες στον καθορισμό του πλαισίου εντός του οποίου έπρεπε να κινηθεί ο πρώτος εναγόμενος, αυτός προέβη στις διαπραγματεύσεις με την ενάγουσα, προκειμένου να καταρτισθούν μεταξύ αυτής και της δευτέρας εναγομένης οι παρακάτω επίδικες ασφαλιστικές συμβάσεις.
Δικαίωμα ελεύθερης δράσης, μη υπακούον σε οδηγίες της δευτέρας εναγομένης, ο πρώτος εναγόμενος είχε, ως εργολάβος, ως προς το χρόνο, τόπο και τρόπο ανεύρεσης πελατών. Περαιτέρω απεδείχθη ότι η ενάγουσα - και ήδη αναιρεσίβλητη - το μήνα Μάιο 1999, ήλθε σε επικοινωνία με τον πρώτο εναγόμενο, ασφαλιστικό σύμβουλο της δευτέρας εναγομένης ασφαλιστικής εταιρείας, προκειμένου να συνάψει ασφαλιστική σύμβαση ζωής με τη δευτέρα, συνδεδεμένη με επενδύσεις προς εξασφάλιση των τέκνων της Ε.
και Δ.. Δήλωσε δε σε αυτόν, ότι επιθυμεί μία ασφάλιση, χωρίς να διακινδυνεύσει το κεφάλαιό της και να είναι σε θέση να το αναλάβει ολόκληρο οποτεδήποτε. Ο εν λόγω εναγόμενος της πρότεινε να υπογράψει ασφαλιστική σύμβαση και να συμμετάσχει έτσι στο ασφαλιστικό πρόγραμμα "μεταβλητό κεφάλαιο-Εθνική Σύνταξη" και παράλληλα τη διαβεβαίωσε ψευδώς, εν γνώσει τελών της αναληθείας, ότι, το κεφάλαιο που θα κατέθετε, ως επενδυτικό ασφάλιστρο για τη συμμετοχή της στο εν λόγω πρόγραμμα, θα μπορούσε να το αναλάβει οποτεδήποτε ολόκληρο, πλέον κερδών αν υπήρχαν.
Απέκρυψε δε το αληθές ότι, το προς ανάληψη ποσό του κεφαλαίου ήταν συνδεδεμένο με τη διακύμανση της τιμής του ενεργητικού του μεταβλητού κεφαλαίου. Έτσι η ενάγουσα πεισθείσα στις ανωτέρω ψευδείς διαβεβαιώσεις του ασφαλιστικού συμβούλου, της δευτέρας εναγομένης, υπέβαλε προς αυτή την από 27/5/1999 αίτηση για συμμετοχή της στο εν λόγω ασφαλιστικό πρόγραμμα και εξεδόθησαν από την εναγομένη τα σχετικά υπ' αριθ. 685854 και 685856 ασφαλιστήρια συμβόλαια, με συμβαλλόμενη την ίδια ατομικά και στο όνομα των ασφαλιζομένων προμνησθέντων τέκνων της.
Συνεπώς ο ισχυρισμός του εναγομένου ότι, δεν νομιμοποιείται ενεργητικά η ενάγουσα προς άσκηση της κρινόμενης αγωγής, για τα εν λόγω ασφαλιστήρια, είναι ουσία αβάσιμος και ως εκ τούτου απορριπτέος, αφού αντισυμβαλλομένη με την ασφαλιστική εταιρεία είναι η ενάγουσα και όχι τα ασφαλιζόμενα τέκνα αυτής, ως αβασίμως ο εναγόμενος ισχυρίζεται.
Για κάθε ασφαλιστήριο συμβόλαιο η ενάγουσα κατέβαλε το ποσό των 61.717,23 Ευρώ και συνολικώς το ποσό των 123.434,46 ευρώ. Από το ποσό αυτό ένα τμήμα του εκ 6.046,34Ευρώ εχρησιμοποιήθη για την εξόφληση των ετησίων τακτικών ασφαλίστρων και το υπόλοιπο ποσό των 117.388,12 Ευρώ χρησιμοποιήθηκε ως έκτακτο επενδυτικό ασφάλιστρο για την αγορά μεριδίων στο ως άνω πρόγραμμα "Εθνική Σύνταξη".
Συνεχίζει δε το Εφετείο, ότι μετά δυο περίπου μήνες από την κατάρτιση των ανωτέρω ασφαλιστικών συμβάσεων, η αναιρεσίβλητη έχουσα υπ' όψιν τις προμνησθείσες ψευδείς διαβεβαιώσεις του πρώτου εναγομένου, στις 20/7/1999 συνήψε με την δευτέρα εναγομένη, το υπ' αριθ. 692398 ασφαλιστήριο συμβόλαιο, στο οποίο ασφαλισμένη είναι η ίδια και κατέβαλε το ποσό των 63.128,39 Ευρώ.
Από το ποσό αυτό, τμήμα του εκ 3.023,17 Ευρώ χρησιμοποιήθηκε ως τακτικό ασφάλιστρο και το υπόλοιπο ποσό χρησιμοποιήθηκε ως έκτακτο επενδυτικό ασφάλιστρο για την αγορά μεριδίων στο ως άνω πρόγραμμα. Στις 15/10/1999 κατέβαλε και το ποσό των 23.477,62 Ευρώ, που χρησιμοποιήθηκε από την δευτέρα ως έκτακτο ασφάλιστρο. Και για τα τρία ασφαλιστήρια συμβόλαια η ενάγουσα κατέβαλε το ποσό των 210.040,40 Ευρώ.
Η ενάγουσα, κατά την παραλαβή των ανωτέρω ασφαλιστηρίων συμβολαίων, είχε δικαίωμα, κατά το άρθρο 2 παρ. 5 του ν.2496/1997, να προβεί προς τη δευτέρα εναγομένη, σε δήλωση εναντίωσης συμπληρώνουσα να συνημμένα σε αυτά σχετικά έντυπα υποδείγματα, και να θεωρηθούν άκυρα τα εν λόγω ασφαλιστήρια συμβόλαια. Πλην όμως είχε πεισθεί στις ανωτέρω διαβεβαιώσεις του πρώτου εναγομένου (ότι είχε δυνατότητα ανάληψης ολοκλήρου του κεφαλαίου οποτεδήποτε μετά των τυχόν κερδών) και δεν προέβη στις ανωτέρω δηλώσεις εναντίωσης.
Το επόμενο έτος το έτος, 2000, τους μήνες Απρίλιο και Ιούνιο, τα ανωτέρω ασφαλιστήρια ακυρώθηκαν, επειδή η ενάγουσα δεν πλήρωσε τα ετήσια ασφάλιστρα για το έτος 2000-2001. Η μη πληρωμή των ασφαλίστρων εγένετο, επειδή ο πρώτος εναγόμενος διαβεβαίωσε την ενάγουσα ψευδώς, πως η καταβολή των ασφαλίστρων δεν ήταν απαραίτητη, στην περίπτωση που υπάρχουν κέρδη.
Το αληθές όμως ήταν, ότι η ενάγουσα μόνο μετά την καταβολή τριών ετησίων ασφαλίστρων, θα ηδύνατο να εξαγοράσει τα μερίδια στα οποία είχαν μετατραπεί τα χρήματά της, με βάση την τρέχουσα τιμή αυτών (των μεριδίων). Στη συνέχεια, ενόψει της ακύρωσης των συμβολαίων, η ενάγουσα ζήτησε από τον πρώτο εναγόμενο την απεμπλοκή της από τις ασφαλιστικές συμβάσεις και την επιστροφή των χρημάτων της.
Μετά από συνεχείς και έντονες οχλήσεις της ενάγουσας, ο πρώτος εναγόμενος παρεδέχθη, ότι αναληθώς διαβεβαίωσε την ενάγουσα, ότι δηλαδή το κεφάλαιο μπορεί αυτή να το εισπράξει ακέραιο οποτεδήποτε, και μάλιστα συνέταξε το από 15/7/2003 ιδιόγραφο σημείωμα που παρέδωσε στην ενάγουσα, για να αποτελέσει τη βάση της επιστολής της, που αυτή θα έστελνε προς τη δευτέρα εναγομένη, προς επιστροφή των χρημάτων της.
Στο εν λόγω σημείωμα γίνεται λόγος, ότι ο πρώτος εναγόμενος διαβεβαίωσε την ενάγουσα ότι το κεφάλαιο της δεν διατρέχει κανένα κίνδυνο. Ακολούθως η ενάγουσα υπέβαλε σχετικές αιτήσεις, προς τη δευτέρα εναγομένη, και ζήτησε την εξαργύρωση των ακυρωθέντων ασφαλιστηρίων συμβολαίων. Και ειδικότερα για τα υπ' αριθ. 685854 και 685856 συμβόλαια, η δευτέρα εναγομένη επέστρεψε, στις 8/8/2005 το ποσό των 44.052,29 για το καθένα και για το υπ' αριθ. 692398 συμβόλαιο επέστρεψε το ποσό των 52.079,58 Ευρώ και συνολικώς το ποσό των 140.184,16 Ευρώ, ποσό που υπολείπεται κατά 69.856,34 Ευρώ, από το αρχικώς καταβληθέν κεφάλαιο των 210.040,50 Ευρώ.
Συνεπώς ο πρώτος εναγόμενος ενεργών εντός των πλαισίων των καθηκόντων του, ως ασφαλιστικός σύμβουλος της δευτέρας εναγομένης και υπό τις οδηγίες αυτής προς πλήρη και ορθή ενημέρωση του ενδιαφερομένου να ασφαλισθεί, ως προς τα ουσιώδη στοιχεία της μέλλουσας να συναφθεί ασφάλισης, κατά τα εν αρχή προεκτεθέντα, εκ προθέσεως, παρά τον νόμο και τις οδηγίες της δευτέρας εναγομένης, προκάλεσε ζημία στην ενάγουσα, ίση με το απωλεσθέν ποσό του κεφαλαίου της εξ 69.856,34 Ευρώ (άρθρο 914 ΑΚ).
Δεν απεδείχθη δε ότι βαρύνει την ενάγουσα κάποιο πταίσμα περί την πρόκληση της ζημίας της". Το Εφετείο με το απορρίψει με τις ανωτέρω σκέψεις τους αντίστοιχους λόγους της έφεσης του αναιρεσείοντος και τους με αυτή προβληθέντες ισχυρισμούς κατά της ερήμην του εκδοθείσας πρωτόδικης απόφασης, με την οποία είχε γίνει δεκτή η αγωγή που είχε ασκήσει η αναιρεσίβλητη, την οποία (απόφαση) αφού εξαφάνισε σε εφαρμογή της διάταξης του άρθρ. 528 Κ.Πολ.Δ., δέχθηκε στη συνέχεια κατ' ουσίαν την ένδικη αγωγή της αναιρεσίβλητης, ορθά εφάρμοσε και δεν παραβίασε τις εφαρμοσθείσες ως άνω ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 147, 149, 914, 291, 298, 932 Α.Κ., 27 και 386 του Π.Κ., από τις οποίες τις δύο τελευταίες για τη θεμελίωση του παράνομου χαρακτήρα της ένδικης συμπεριφοράς του αναιρεσείοντος και της υπαιτιότητάς του.
Ειδικότερα κατά τα ανελέγκτως πιο πάνω δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά: 1) ο αναιρεσείων που ενεπλάκη το 1992 ως ασφαλειομεσίτης έναντι προμήθειας στις διαπραγματεύσεις για την κατάρτιση των επίδικων ασφαλιστικών συμβάσεων ζωής συνδεδεμένων με επενδύσεις μεταξύ της αναιρεσίβλητης και της μη διαδίκου εδώ ασφαλιστικής εταιρείας, ενώ γνώριζε ότι στο ασφαλιστικό πρόγραμμα "μεταβλητό κεφάλαιο - Εθνική Σύνταξη" που πρότεινε στην αναιρεσίβλητη, το κεφάλαιο που θα κατέθετε η τελευταία ως επενδυτικό ασφάλιστρο για τη συμμετοχή της σ' αυτό ήταν συνδεδεμένο με τη διακύμανση της τιμής του ενεργητικού του μεταβλητού κεφαλαίου, απέκρυψε από την αναιρεσίβλητη το περιστατικό αυτό και ψευδώς τη διαβεβαίωσε, εν γνώσει της αναλήθειας ότι θα μπορούσε οποτεδήποτε να αναλάβει ολόκληρο το κεφάλαιο, πλέον των υπαρχόντων κερδών, ώστε πεισθείσα η αναιρεσίβλητη στις πιο πάνω ψευδείς διαβεβαιώσεις υπέβαλε προς την ασφαλιστική εταιρεία που εκπροσωπούσε ο αναιρεσείων την αίτηση για συμμετοχή στο εν λόγω ασφαλιστικό πρόγραμμα των τέκνων της και κατέβαλε συνολικά στο ταμείο της ίδιας εταιρείας εξ ιδίων χρημάτων της το ποσό των 123.434,46 Ευρώ από το οποίο ποσό 6.046,34 Ευρώ χρησιμοποιήθηκε για την εξόφληση των εντόκων τακτικών ασφαλίστρων και το υπόλοιπο ποσό των 117.388,12 Ευρώ χρησιμοποιήθηκε ως έκτακτο επενδυτικό ασφάλιστρο για την αγορά μεριδίων στο πιο πάνω πρόγραμμα "Εθνική Σύνταξη". 2) Στη συνέχεια, μετά παρέλευση δύο μηνών, η αναιρεσίβλητη πεισθείσα στις ίδιες ψευδείς διαβεβαιώσεις του αναιρεσείοντος συνήψε για την ίδια άλλο ασφαλιστήριο στο πλαίσιο του ίδιου ασφαλιστικού προγράμματος και κατέβαλε επίσης στο ταμείο της εταιρείας 63.128,39 Ευρώ, από το οποίο ποσό 3.023,17 Ευρώ χρησιμοποιήθηκε ως τακτικό ασφάλιστρο και το υπόλοιπο χρησιμοποιήθηκε ως έκτακτο επενδυτικό ασφάλιστρο για την αγορά μεριδίων, ενώ στις 15-10-1999 κατέβαλε και το ποσό των 23.477,62 Ευρώ για έκτακτο ασφάλιστρο. 3) Η αναιρεσίβλητη πεισθείσα στις ίδιες απατηλές διαβεβαιώσεις του αναιρεσείοντος, παρέλειψε να προβεί σε έγγραφη δήλωση εναντίωσης εν όψει του υποκρυπτομένου κινδύνου απώλειας του καταβληθέντος κεφαλαίου της. 4) Ο αναιρεσείων στο πλαίσιο των ίδιων επαφών και διαπραγματεύσεων με την αναιρεσίβλητη ψευδώς τη διαβεβαίωσε ότι η καταβολή των ασφαλίστρων δεν ήταν απαραίτητη στην περίπτωση που υπήρχαν κέρδη, καίτοι γνώριζε και δολίως απέκρυψε από την αναιρεσίβλητη ότι αυτό ήταν ψευδές και μόνο μετά την καταβολή τριών ετησίων ασφαλίστρων θα μπορούσε να εξαγοράσει τα μερίδια, αλλά στην τρέχουσα τιμή τους. 5) Συνεπεία των πιο πάνω ψευδών διαβεβαιώσεων του αναιρεσείοντος και της μη καταβολής των ασφαλίστρων εκ μέρους της αναιρεσίβλητης για το έτος 2000-2001 ακυρώθηκαν όλα τα ασφαλιστήρια συμβόλαια. 6) Μετά την ακύρωση των συμβολαίων η αναιρεσίβλητη ζήτησε την επιστροφή του καταβληθέντος κεφαλαίου της, με εξαργύρωση των ακυρωθέντων ασφαλιστηρίων, η δε ασφαλιστική εταιρεία της επέστρεψε το ποσό των 140.184,16 Ευρώ, και ζημιώθηκε κατά τη διαφορά των 69.856,34 Ευρώ.
Οι παραδοχές αυτές της προσβαλλόμενης στο πλαίσιο εφαρμογής των πιο πάνω διατάξεων ουσιαστικού δικαίου δικαιολογούν επαρκώς: 1) την παράνομη συμπεριφορά του αναιρεσείοντος, 2) την υπαιτιότητά του, 3) τη θετική ζημία της αναιρεσίβλητης, που συνδέεται με αντίστοιχη ωφέλεια της ασφαλιστικής εταιρείας που εκπροσωπούσε ο αναιρεσείων, που εισέπραξε ως τρίτη και τα ποσά από την αναιρεσίβλητη στο πλαίσιο της απατηλής συμπεριφοράς του αναιρεσείοντος, πέραν και του προσωπικού οφέλους του τελευταίου ως αμειβομένου με προμήθειες από τα καταρτιζόμενα ασφαλιστήρια με τη μεσολάβησή του όπως και τα επίδικα, 4) την ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της υπαίτιας (απατηλής) συμπεριφοράς του αναιρεσείοντος και της προκληθείσας ζημίας στην αναιρεσίβλητη, 5) την έλλειψη οποιασδήποτε συνυπαιτιότητας στο πρόσωπο της αναιρεσίβλητης, που να συνετέλεσε αιτιωδώς στην εξαπάτησή της και στην πρόκληση της ζημιάς της και τη μη ύπαρξη οποιασδήποτε συναίνεσής της στις ενέργειες του αναιρεσείοντος.
Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζει ο αναιρεσείων με τους πρώτο, δεύτερο, τρίτο, τέταρτο, πέμπτο, έκτο, έβδομο, όγδοο και ένατο λόγους του αναιρετηρίου, κατά ένα μέρος, με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρ. 559 του Κ.Πολ.Δ. κρίνονται αβάσιμα. Από τις ίδιες πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενη απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, προκύπτει, ότι έχει νόμιμη βάση, και δη την απαιτούμενη αιτιολογία, γιατί καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς να χρειαζόταν οποιαδήποτε άλλη περαιτέρω παραδοχή, το πραγματικό των εφαρμοστέων εδώ κανόνων ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 147-149, 914, 297, 298, 932 του Α.Κ., 27 και 386 του Π.Κ., τους οποίους η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς αιτιολογίες, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων επί της παρανομίας, της υπαιτιότητας του αναιρεσείοντος, της ζημίας και του αιτιώδους συνδέσμου με τη ζημία, της έλλειψης συνυπαιτιότητας και συναίνεσης της αναιρεσίβλητης.
Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζει ο αναιρεσείων με τους πρώτο έως και ένατο λόγους του αναιρετηρίου και κατά το άλλο μέρος τους με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., κατά την απόρριψη των αντίστοιχων ισχυρισμών του αναιρεσείοντος κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα, όπως και οι αντίστοιχοι λόγοι αναίρεσης.
Εξάλλου, οι ίδιοι πρώτος έως και ένατος λόγοι της αναίρεσης κατά την σ' αυτούς κατά το άλλο μέρος τους περιλαμβανόμενη αιτίαση από τις διατάξεις των άρθρων 559 αριθ. 19 και 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., ότι υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης ή ανεπάρκεια και αντιφατικότητα των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης, σχετικά με την εκτίμηση των αποδείξεων, που αφορούν τα ίδια πιο πάνω προαναφερόμενα κρίσιμα ζητήματα της υπαιτιότητας του αναιρεσείοντος, της ζημίας της αναιρεσίβλητης και του αιτιώδους συνδέσμου με τη ζημία και τα περί του αντιθέτου επιχειρήματα του αναιρεσείοντος, που έχουν σχέση με το τελικό αποδεικτικό πόρισμα στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο, και βρίσκονται κατά τον αναιρεσείοντα σε αντίθεση:
α) με το γεγονός ότι ο ίδιος δεν καρπώθηκε τα χρήματα της αναιρεσίβλητης, β) ως ασφαλειομεσίτης τήρησε την υποχρέωση ενημέρωσης της αναιρεσίβλητης για τα προβλήματα που αφορούσαν τα προς πώληση ασφαλιστήρια και γ) η συμπεριφορά του δεν ήταν η αιτία της ζημίας της αναιρεσίβλητης, δ) τα μερίδια αγοράστηκαν με την τιμή διάθεσης και εξαργυρώθηκαν με την τρέχουσα αξία εξαργύρωσης, πράγμα που γνώριζε η αναιρεσίβλητη από την αρχή της συνεργασίας τους, είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, αφού, κατά τα προεκτεθέντα, το από τις αποδείξεις πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια, πειστικότητα και κατά λογική ακολουθία τρόπο στην προσβαλλόμενη απόφαση και χωρίς αντιφάσεις, με τους ίδιους δε λόγους κατά τα λοιπά, εκ του περιεχομένου των οποίων δεν συντρέχει εξαιρετική περίπτωση από εκείνες του άρθρου 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., πλήττεται πλέον, μέσω των προαναφερομένων επιχειρημάτων του αναιρεσείοντος και των αντίστοιχων αρνητικών ισχυρισμών του, η ουσία αποκλειστικά της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
ΙΙ. Ο λόγος αναίρεσης του αριθ. 8 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. δίδεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν, ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγου έφεσης, όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων αλλά ούτε και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί (Ολ.
ΑΠ 3/1997, ΑΠ 1933/2006). Εξάλλου, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό (πράγμα) και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ. ΑΠ 12/1997), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (Ολ.
ΑΠ 11/1996). Με τους έβδομο, όγδοο και ένατο λόγους του αναιρετηρίου κατά το άλλο μέρος τους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος: 1) ότι η αναιρεσίβλητη γνώριζε όλους τους κινδύνους από την ενδεχόμενη μείωση της αξίας των ασφαλιστηρίων και των επενδυτικών προγραμμάτων και συνήνεσε αποδεχθείσα τους κινδύνους. 2) Η ζημιά της δεν οφείλεται σε δικό του πταίσμα αλλά στην αναμονή της να εξαργυρώσει τα ασφαλιστήρια όταν θα είχαν μεγαλύτερη αξία και 3) Η ζημιά της οφείλεται σε συντρέχον πταίσμα της από το γεγονός ότι στις 7-9-1999 δεν ρευστοποίησε τα ασφαλιστήρια, όταν ήταν κερδοφόρα. 4) δεν ενημερώθηκε από το σύζυγό της, τον αδελφό και το γυιό της ασχολούνται με οικονομικά θέματα πώς λειτουργούν τα αμοιβαία κεφάλαια που συνδυάζονται με ασφαλιστήρια, 5) δεν κατέβαλε το ασφάλιστρο της περιόδου 2000-2001 παρά την έγγραφη ειδοποίηση της ασφαλιστικής εταιρείας, και 6) επί τέσσερα χρόνια δεν φρόντισε να ενημερωθεί από την ασφαλιστική εταιρεία για την τύχη της επένδυσής της.
Οι λόγοι αυτοί αναίρεσης είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι, γιατί το Εφετείο τους ισχυρισμούς αυτούς με την προαναφερθείσα έννοια του "πράγματος" όσο δεν συγκροτούν άρνηση των αγωγικών ισχυρισμών της αναιρεσίβλητης, τους έλαβε υπόψη του και τους απέρριψε με τις προαναφερθείσες επί της ουσίας παραδοχές, είτε ευθέως, είτε εκ των πραγμάτων, με την παραδοχή αντίθετων γεγονότων προς αυτά που τους συγκροτούν.
ΙΙΙ. Από τις διατάξεις των άρθρων 335, και 338 έως 341 του Κ.Πολ.Δ. συνάγεται ότι το δικαστήριο για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλόμενων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι για άμεση και έμμεση απόδειξη, χωρίς να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, κατ' αντιδιαστολή προς τα λοιπά έγγραφα και εν γένει προς τα άλλα αποδεικτικά μέσα, τα οποία φέρονται ότι ελήφθησαν υπόψη προς σχηματισμό της κρίσης του.
Βέβαια δεν αποκλείεται το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύει και να εξαίρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί να γίνεται αδίστακτα βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασης ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν νόμιμα οι διάδικοι.
Η παράβαση της υποχρέωσης αυτής ιδρύει το λόγο της αναίρεσης του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' του Κ.Πολ.Δ. υπό την αποκλειστική προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφού μόνο ένα τέτοιο (ουσιώδες) γεγονός καθίσταται αντικείμενο απόδειξης (Ολ.
ΑΠ 14/2005 και 2/2008). Στην προκειμένη περίπτωση, με τους πρώτο και δεύτερο λόγου 5 του δικογράφου προσθέτων λόγων αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 11 γ του αρθρ. 559 του Κ.Πολ.Δ., ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του και δεν εκτίμησε α) το υπ' αριθ. 724/2006 απαλλακτικό αμετάκλητο βούλευμα του Συμβουλίου πλημμελειδικών Αθηνών με το οποίο απηλλαγη της κατηγορίας της απάτης. (αρθρ. 366 ΠΚ) και β) την από 22-7-2003 επιστολή της αναιρεσίβλητης προς την Εθνική Ασφαλιστική, με την οποία συνομολογεί ότι στις 7-9-1999 δύο μήνες μετά τη σύναψη των ενδίκων ασφαλιστηρίων οι επενδύσεις ήταν κερδοφόρες, τα αποδεικτά δε αυτά στοιχεία είχε νόμιμα επικαλεσθεί και προσκομίσει με τις προτάσεις του στο εφετείο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση.
Από την περιλαμβανόμενη στην προσβαλλομένη απόφαση ρητή βεβαίωση του Εφετείου, ότι στο αποδεικτικό του πόρισμα κατέληξε, αφού έλαβε υπόψη, πλην άλλων αποδεικτικών μέσων, όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που του είχαν επικαλεσθεί και προσκομίσει νομίμως οι διάδικοι, και από το όλο περιεχόμενο εκείνης της απόφασης, με την οποία έγινε δεκτός ο ισχυρισμός της αναιρεσίβλητης ότι ο αναιρεσείων τη διαβεβαίωσε ψευδώς ότι το προς ανάληψη ποσό του κεφαλαίου των ασφλιστηρίων δεν ήταν συνδεδεμένο με τη διακύμναση της τιμής του ενεργητικού του μεταβλητού κεφαλαίου, καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις, και τα ιο πάνω δύο έγγραφα (των οποίων το περιεχόμενο, όπως καθορίζεται στο αναριετήριο, ρητά αποκρούεται από το Εφετείο με τη συνεκτίμηση των οιπών αποδεικτικών στοιχείων) για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, οι δε σχετικοί λόγοι αναίρεσης κρίνονται αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν.
Κατά τη γνώμη όμως ενός μέλους του Δικαστήριου Αρεοπαγίτη Γεωργίου Χρυσικού από τη γενική βεβαίωση της προσβαλλόμενης ότι έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε όλα τα παραδεκτώς προσκομισθείσα αποδεικτικά μέσα, δεν καθίσταται βέβαιο, αλλά, αντιθέτως, καταλείπονται αμφιβολίες για την εκ μέρους του Εφετείου συνεκτίμηση του υπ' αρ. 724/2006 απαλλακτικού αμετάκλητου βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημ/κών Αθηνών, το οποίο παραδεκτώς προσκόμισε και επικαλέσθηκε ο αναιρεσείων στην δευτεροβάθμια δίκη, όπως προκύπτει από τις προτάσεις του και με το οποίο (βούλευμα) ο ίδιος απηλλάγη της κατηγορίας της απάτης κατ' άρθρο 386 ΠΚ, σε υπόθεση όπου η βάση της αδικοπραξίας, που φέρεται ότι τέλεσε αυτός παράνομα και υπαίτια σε βάρος της αναιρεσίβλητης (ενάγουσας), ήταν αυτό τούτο το ποινικό αδίκημα.
Το εν λόγω βούλευμα προσκομίσθηκε προς (αντ-)απόδειξη της έλλειψης παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς του 1ου εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος. Για το αποδεικτικό αυτό έγγραφο σε ουδεμία μνεία ή σχολιασμό προέβη το Εφετείο, (όπως έπραξε για τα άλλα αποδεικτικά μέσα), παρά την αποδεικτική του σπουδαιότητα, δεδομένου ότι, υπό το εκτιθέμενο περιεχόμενό του, μπορεί να χρησιμεύσει στη συναγωγή τεκμηρίου για την αβασιμότητα των αγωγικών ισχυρισμών και, ως εκ τούτου, το Εφετείο, παρόλο που δεν δεσμεύεται από το περιεχόμενο του άνω βουλεύματος και μπορούσε να καταλήξει (όπως και κατέληξε) σε αντίθετο με το τελευταίο πόρισμα, έπρεπε, ενόψει της σοβαρότητάς του, να το αντικρούσει.
Επομένως, ο πρώτος λόγος του δικογράφου προσθέτων λόγων, με το οποίο, υπαγόμενο στη ρύθμιση του άρθρου 559 αρ. 11 περ. γ' του Κ.Πολ.Δ., αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια ότι δεν έλαβε υπόψη το άνω έγγραφο, είναι βάσιμος κατά τη μειοψηφούσα γνώμη γιατί η προβαλλόμενη πλημμέλεια αφορά το καίριας σημασίας, για τη διάγνωση της ένδικης διαφοράς, ζήτημα, περί της ύπαρξης ή μη παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς του αναιρεσείοντος, ως προϋπόθεσης ευδοκίμησης της αγωγής της αναιρεσίβλητης.
IV. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 20 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Από τη διατύπωσή της η διάταξη αυτή αφορά μόνο έγγραφο, από τα όσα προβλέπονται από τα άρθρα 339 και 432 επ.
του ΚΠολΔ, και για να δημιουργηθεί ο λόγος αυτός αναίρεσης πρέπει να έχει γίνει επίκληση του εγγράφου στην κατ' έφεση δίκη, διαφορετικά ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος. Περαιτέρω, ως παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου που ιδρύει τον ίδιο λόγο αναίρεσης, και η οποία πρέπει να είναι προφανής, υπάρχει όταν το Δικαστήριο από εσφαλμένη ανάγνωση του εγγράφου δέχθηκε ως περιεχόμενό του κάτι το διαφορετικό από το πραγματικό. (Ολ.ΑΠ 1/1999).
Πάντως, για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης, θα πρέπει το Δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε όταν το έχει απλώς συνεκτιμήσει μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη αποδεικτικού γεγονότος (ΑΠ 442/1993).
Από δε το συνδυασμό της πιο πάνω διάταξης με εκείνη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι δεν περιλαμβάνει ο λόγος αυτός αναίρεσης και την περίπτωση, κατά την οποία, από την αποδεικτική αξιολόγηση του περιεχομένου του εγγράφου, κατέληξε το δικαστήριο με την συνεκτίμηση και άλλων αποδεικτικών μέσων σε συμπέρασμα αντίθετο από εκείνο που θεωρεί ως ορθό ο αναιρεσείων, γιατί δεν είναι εφικτή η εξακρίβωση της ιδιαίτερης αποδεικτικής σημασίας του εγγράφου, παρά μόνο με την εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που συνεκτιμήθηκαν με αυτό, η οποία δεν υπόκειται σε έλεγχο του Αρείου Πάγου, και ο αναιρετικός λόγος απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 413/1993).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφασή του, για να καταλήξει στην κρίση ότι η αναιρεσίβλητη εξαπατήθηκε από τον αναιρεσείοντα με τις προαναφερθείσες συνθήκες και να απορρίψει τους σχετικούς ισχυρισμούς του, στηρίχθηκε σε περισσότερα αποδεικτικά μέσα, δηλαδή στις ένορκες καταθέσεις των εκατέρωθεν εξετασθέντων μαρτύρων, και σε όλα τα έγγραφα, που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι με τις έγγραφες προτάσεις τους, μεταξύ των οποίων και τα ένδικα ασφαλιστήρια.
Προβάλλει ειδικά δε ως προς τα πιο πάνω αποδεικτικά μέσα ο αναιρεσείων ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενό τους με το να δεχθεί ότι έπεισε αυτός την αναιρεσίβλητη "να μη δίνει σημασία στα ψιλά γράμματά τους", και δεν υφίσταται κανένας κίνδυνος από τη μεταβολή στο μέλλον της αξίας των ασφαλιστηρίων.
Υπ' αυτά, όμως τα δεδομένα, και καθ' όσον αφορά τα πιο πάνω φερόμενα ως παραμορφωθέντα έγγραφα ούτε ο αναιρεσείων ισχυρίζεται, ούτε και προκύπτει από το σύνολο αυτών που ιστορεί στην αίτησή του ή και κυρίως από αυτή την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι στηρίχθηκε αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στα παραπάνω έγγραφα για να καταλήξει στο αποδεικτικό πόρισμά της, ύστερα από τη συνεκτίμηση και όλων των άλλων στοιχείων, για την εξαπάτηση της αναιρεσίβλητης.
Επομένως, ο εκ του άρθρου 559 αριθ. 20 του Κ.Πολ.Δ., τρίτος πρόσθετος λόγος αναίρεσης, είναι από την αιτία αυτή προεχόντως απορριπτέος ως απαράδεκτος. Κατά τα λοιπά δε, ο ίδιος πιο πάνω λόγος αναίρεσης από τον αριθμ. 20 του άρθρ. 559 του Κ.Πολ.Δ. είναι επίσης απορριπτέος ως απαράδεκτος, γιατί όπως από το περιεχόμενό του προκύπτει, ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι με τα πιο πάνω ασφαλιστήρια δεν εξαπάτησε την αναιρεσίβλητη, πλήττοντας πλέον την αντίθετη ουσιαστική κρίση του Δικαστηρίου, που ανάγεται σε πράγματα, και σαν τέτοια, δεν υπόκειται σε έλεγχο του Αρείου Πάγου (άρθρ. 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.).
Επομένως πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στην εις το διατακτικό δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης 9αρθρ. 176 και 183 Κ.Πολ.Δ
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 21-12-2007 αίτηση και το από 25-9-2010 δικόγραφο προσθέτων λόγων για αναίρεση της υπ' αριθ. 4649/2007 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης που ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) Ευρώ.
Κρίθηκε, αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 17 Μαϊου 2011 και
Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του στην Αθήνα στις 2 Ιουνίου 2011.
H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ